ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


6/8/17

Καρδιά μου, χάρου, γλέντιζε (του κα-Γληόρη ξανά)


Μια εκτέλεση της «Αμπελοκουτσούρας» με ορισμένους στίχους του Γληόρη, από το δίσκο «Ικαρία Μέθεξις» σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Alexander Spitzing.


[...] Στο Κεραμέ του Ευδήλου ήταν ένας μεγάλος τσουπάνης, ο Γέρο-Κατσιμέτης. Είχε χιλιοκόπαδο. Ο γιος του, ο Γληόρης, ήταν καλός άνθρωπος, καλή καρδιά, αλλά εν κατάφερνεν, όχι πια να ‘βγατέψει το κοπάδιν του κιουρού του, μα το λιγόστεψεν κιόλας. Ήτανε ούλλον ξενοιασά και γλέντι. Όπου δυο κι αυτός τρεις, στο σιγοπότιν και στο γλέντι. Ο Γληόρης ήβαλλεν τον μεζέν, ένα κατσίκιν ολόκληρο. Μιαν μέρα πήρεν έναν κατσίκι, σφαένον, κι ηπήε στου συμπεθέρου του, να το πηδαυλίσουν. Ο συμπέθερος είχεν το κρασί. Σε μια στιγμή ο Γληόρης, καρφώνει ένα παρσάδιν κρες, και ‘ίνει το του συμπεθέρου, και του λέει «Φάε και μεζέ, που ήθελες κι απαντησώνα». Κι ο συμπέθερος με τη σειράν του: «Πιες κρασί, το βλοημένον, που ‘θελες ξαπολυσώνα. Μα α’ δεν είχαμεν απαντησώνα, κι είχαμεν, κατά του λόου σου, ξαπολυσώνα, πώς θα πίναμεν κρασί».

Ο Γληόρης βρήκεν την ευκαιρία, με τον μεζέν, να θυμίσει στο συμπέθερον, πως, για να βρίσκεται πάντα μεζές, χρειάζεται να βόσκουν ξαπολυσώνας τα κατσίκια. Αλλά κι ο συμπέθερος του ‘ωκεν να καταλάει, πως για να ‘χομεν μπόλικον κρασί, πρέπει να ‘χομεν κι απαντησώνα, για να γίνουν τ’ αμπέλια. «Η φιλία, φιλία, το νιντερέσο, νιντερέσο». ‘Εν ηκακοκαρδίσασιν. Το γλέντι και το πιοτίν κρατούσεν ως το τέλος. Άκακος ο Γληόρης, ‘εν κρατούσεν μάνιτα του συμπέθερου. Καλός κι ο συμπέθερος, τον καλοέχτηκε κι ας είχανε, άλλωτες, λογοφέρει απά στον απαντησώνα.

Απά στο κέφιν του ο Γληόρης, σκα’ κι ένα τραούδιν του συμπέθερου:

Κακήν καρδιά ‘χα σήμερα,
μα, παλ’ ηπέρασέ μου
που είδα τον συμπέθερο
κι ηχαμογέλασέν μου.

Καρδιά μου χάρου, γλέντιζε
και ‘α ποθάνεις μέλλεις,
στον Άην θε να κατεείς,
θέλοντας και ‘ην θέλεις.

Του Γληόρη του ‘μεινεν έναν κοπάδιν κατσίκια, από διακόσια κεφάλια. Μήτε το πλήθαινεν, μήτε και το λιγόστευγεν. Ούλλον το διάφορον το ‘τρωεν. Ήτανε ένας τροβαδούρος του βουνού. Σκάρωνε και τραούδια στο μενούτο, για κάθε περίπτωση.

Μια βολάν ηπήρεν δυο ριφάκια, να τα φα με τους φίλους του. Αποϋρίστηκεν σπίτι, στουπί στο μεθύσι. Ο κύρης τον μάλλωσε «Βρε αχαήρευτε. Έτσεά ‘α ‘σαι, πάντα σου, κακομοιριασμένος. Σφίξου, βρε παιΐν μου, να ‘βγατίσεις και λιάκιν το κοπάδιν σου.» Η απάντηση του Γρηγόρη.

Όρσ’ αλαπάντα το ‘ριξε
Γληόρης το κοπάδι
Να το πληθύνει ‘εν μπορεί
μ' ούτε να το ξεκάμει.

(Αλέξη Ι. Πουλιανού, Λαογραφικά Ικαρίας, τόμος Β’ σελ. 296-297, Αθήνα 1976)


χιλιοκόπαδο: κοπάδι με χίλια κεφάλια, του κιουρού: του κύρη, του πατέρα. σφαένο: σφαγμένο. πηδαυλίζω: (μτφ.) τρώγω (κατά κανόνα κρέας κατσικίσιο με παρέα) - κυριολεκτικά σημαίνει να παίζεις το πηδαύλι (φλογέρα). παρσάδι: ένα κομμάτι κρέας που κόψανε απαντησώνας: η απαγόρευση της βοσκής σε συγκεκριμένο μέρος, ξαπολυσώνας: το αμόλημα των κατσικιών να βόσκουν, χωρίς τσοπάνη, νιντερέσο: νιτερέσο, συμφέρον, μάνιτα (ή μάνητα): μνησικακία, θυμός, χάρου: προστακτική του «χαίρω», να χαίρεσαι, στον Άην: στον Άδη, διάφορο: κέρδος, στο μενούτο: στο λεπτό, αμέσως, βολά: φορά, ριφάκια: ερίφια, κατσικάκια, απο(γ)υρίστηκε: γύρισε εν τέλει, έτσεά: έτσι δα, όρσ’ αλαπάντα: ορτσα-λα-μπάντα: (ναυτ.) κυριολεκτικά γύρισμα του σκάφους πάνω στον καιρό (ιστιοπλοϊκό «tack») και μεταφορικά «ίσα βάρκα, ίσα νερά».


Σ.Σ. Για το Γληοράκι ή καλύτερα τον «κα-Γληγόρη» Μαυρογιώργη (το Κατσιμέτης είναι το παρατσούκλι του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειας), αδελφό της προγιαγιάς μου της Καλής, έχουμε ξαναμιλήσει πριν πολλά χρόνια. Σκαλίζοντας το βιβλίο του Αλέξη Πουλιανού αυτές τις μέρες που ξαναβρέθηα στο πατρικό μου, έπεσα πάνω στην ιστοριούλα αυτή που τη μεταφέρω μονοτονίζοντας και πειράζοντας λίγο μόνο την ορθογραφία που επιλέγει ο Πουλιανός (ειδικά στα τελικά σύμφωνα) ώστε να είναι πιο εύληπτο το κείμενο στον αναγνώστη, χωρίς να χάνονται τελείως τα ακούσματα της ντοπιολαλιάς (βέβαια δεν το κάνω με καμιά ιδιαίτερη συνέπεια, οπότε μπορεί να υπάρχουν και λάθη). Πρόσθεσα ένα αυτοσχέδιο γλωσσάρι, εξ' ημισείας του Πουλιανού και δικό μου, για το ακροατήριο που δεν ακούει καριώτικα από τα γεννοφάσκια του, αν και φαντάζομαι ότι με μικρή μόνο προσπάθεια όλοι αντιλαμβάνονται τις εξαλείψεις, ειδικά των συμφώνων (Γλη(γ)όρης, Ά(δ)ης, παι(δ)ΐν, λι(γ)άκιν), που συνήθιζαν οι παλιότεροι.