ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/4/15

Εδώ τα καλά πανεπιστήμια

Μια εικόνα από το προκατασκευασμένο κτίριο της Λεωφόρου Κνωσσού, πολύ μεταγενέστερη από την εποχή της πτέρυγας Ο.

Τώρα πια κοντεύω να κλείσω διετία στο δεύτερο πέρασμά μου από την Κρήτη και φαίνεται πως μου επιφυλάσσει ακόμα μερικές εκπλήξεις η εμπειρία. Περισσότερο βέβαια από τον τόπο τις εκπλήξεις μάλλον μου τις επιφυλάσσει η δουλειά, μια και πριν καμιά βδομάδα μου ανακοίνωσαν ότι μια και είμαι καλός και στα προφορικά και στα γραπτά (ελέω ιστολογίου, υποθέτω) θα με βάλουν να διδάξω κι ένα τριωράκι στο πόδι του καθηγητή που παραιτήθηκε μεν πέρσι αλλά κάνει ακόμα μαθήματα λόγω της λειψανδρίας που κατατρέχει το Τμήμα. Εννοείται πως δεν είμαι καθηγητής κανενός είδους· απλώς στους μνημονιακούς καιρούς μας οι προσλήψεις νέων διδασκόντων στα Πανεπιστήμια έχουν εκλείψει και οι αποχωρήσεις παλαιών διδασκόντων για διαφόρους λόγους είναι συνεχείς με αποτέλεσμα σε μερικά γνωστικά αντικείμενα να ψάχνουν διδάσκοντα με το ντουφέκι (τζάμπα, εννοείται, καθότι δεν υπάρχει σάλιο). Φαντάζομαι το Πανεπιστήμιο Κρήτης δεν πρέπει να είναι από τα χειρότερα από αυτή την άποψη τηρουμένων των αναλογιών, πάντως με τούτα και με κείνα μπήκα σε ένα παράξενο τριπάκι και άρχισα να ανακαλώ την πρώτη μου επαφή με το Ίδρυμα, όταν ήμουν ακόμα φοιτητής – αν και αλλού.

Τα χρόνια εκείνα το Πανεπιστήμιό μας ήταν ακόμα νεαρό, λίγων μόλις χρόνων. Βέβαια σε σχέση με κάτι Οξφόρδες και κάτι Μπολώνιες και κάτι Λέιντεν, ακόμα νεαρό είναι, δεν ξέρω αν έχει κλείσει ούτε τα σαράντα (που μπροστά στα πεντακόσια και στα οχτακόσια και στα χίλια των άλλων ή έστω στα πατημένα εκατονεβδομήντα του Αθήνησι πάλι ένα τίποτα είναι). Την εποχή εκείνη πάντως ήταν ακόμα νήπιο που μόλις είχε μάθει να περπατάει και πάμπολλες σχολές και τμήματά του στεγάζονταν «προσωρινά» σε ένα λυόμενο στη λεωφόρο Κνωσσού και τα τωρινά γκράντε κτίρια στα Βασιλικά Βουτών ήταν ακόμα σχέδια επί χάρτου – αν υπήρχαν ολωσδιόλου.

Το τμήμα που σήμερα με φιλοξενεί δεν δεχόταν ακόμα προπτυχιακούς φοιτητές, και στην πτέρυγα Ο του λυομένου που λέγαμε συστεγαζόταν με το ερευνητικό ινστιτούτο που σήμερα βρίσκεται παραδίπλα (και που κι αυτό με φιλοξένησε στο παρελθόν για κάμποσα χρόνια) σε μια σχέση τόσο στενής αλληλεξάρτησης που δεν καταλάβαινες ακριβώς ποιος είναι ποιος και πού ανήκει μέσα στο πλήθος που κυκλοφορούσε στους φορτωμένους διαδρόμους του λυομένου, όπου αργόσχολοι προπτυχιακοί (των άλλων τμημάτων, είπαμε) και πολυάσχολοι μεταπτυχιακοί («δικοί μας» κατά τεκμήριο) διασταυρώνονταν με τρελαμένους ερευνητές που σκόνταφταν ενίοτε πάνω στη γάτα που ήταν η μασκότ του εργαστηρίου των ζυμομυκήτων, του τελευταίου δεξιά όπως έβγαινες από την Ο προς το εξωτερικό περιβάλλον ώστε ο επικεφαλής ερευνητής Θ. (Θεός σχωρέστον τώρα πια) να μπορεί να καπνίζει όντας εκτός κτιρίου κατά το ήμισυ και ταυτοχρόνως να επιβλέπει τον εντός εργαστηρίου μεταπτυχιακό του κατά το άλλο ήμισυ έχοντας κατά νου λίγο και τη γάτα που συχνά ακροβατούσε μεταξύ μπουκαλιών ρυθμιστικών διαλυμάτων και ίσως ραδιενεργών ισοτόπων ενδεχομένως κατά παράβαση κάθε (a posteriori, οπωσδήποτε) έννοιας βιοασφάλειας.

Στις άλλες πτέρυγες του λυομένου κτιρίου με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου (όχι όλα) στριμώχνονταν άλλα τμήματα της σχολής Θετικών Επιστημών (και ίσως όχι μόνο αυτής) τα οποία όμως δέχονταν ήδη προπτυχιακούς φοιτητές που έκαναν το χώρο να μοιάζει λίγο περισσότερο με νεοελληνικό πανεπιστήμιο της δεκαετίας του ’80, με τις αφίσες του, τα τραπεζάκια του, την εν γένει φασαρία του και το σχετικό χαβαλέ του. Μεταξύ αφίσας και χαβαλέ αρκετοί σπούδαζαν στ’ αλήθεια, και μεταξύ αυτών και ο κολλητός μου ο Χρήστος, εκκολαπτόμενος μαθηματικός Ικαριακής καταγωγής με σοβαρές επιστημονικές ανησυχίες που τον έκαναν να σηκώνεται άγριο χάραμα (για τα ικαριακά δεδομένα πάντα) για να ανέβει στην Κνωσσού να παρακολουθήσει τις πρωινές παραδόσεις. Τόσο άγριο χάραμα μάλιστα, που την πρώτη φορά που έσκασα μύτη από την Αθήνα με το πλοίο (που τότε όπως και τώρα έφτανε στο Ηράκλειο στις έξι το πρωί) κι είπα να μην του κουβαληθώ πριν τις οχτώμιση-εννιά ώστε να μπορεί να ξυπνήσει σαν άνθρωπος πριν του φορτωθώ, αυτός πρόλαβε παρόλα αυτά να γίνει μπουχός αρκετά νωρίτερα ώστε να πιάσει εγκαίρως θέση στην παράδοση που άρχιζε στις εννιά (οι αίθουσες του λυομένου δεν φημίζονταν για την ευρυχωρία τους άλλωστε) κι έμεινα να χτυπάω την πόρτα του τζάμπα και βερεσέ.

Βέβαια ως πολυμήχανος νέος που ήμουν τότε, δεν άργησα να στροφάρω αξιολογώντας την κατάσταση (να διευκρινίσω για τους νεώτερους ότι τα κινητά τηλέφωνα δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα, ούτε καν το διαδίκτυο για instant messaging), κι αφού παράτησα συμπράγκαλα και σλήπιγκ-μπαγκ στο κεφαλόσκαλο της ταράτσας ώστε να μη δίνουν στόχο, βρήκα το λεωφορείο που πήγαινε Κνωσσό και που κατά προβλέψιμο τρόπο ήταν τίγκα στο φοιτηταριό. Το γεγονός ότι εγώ σπούδαζα στο γηραιό Καποδιστριακό και όχι στο νεαρό Πανεπιστήμιο Κρήτης και δη στο Δημοκρατικό Ηράκλειο διέλαθε της προσοχής του οδηγού του αστικού που ζήτησε να δει το φοιτητικό μου πάσο, κι ύστερα απλώς ακολούθησα το πλήθος που κατέβηκε ολοσούμπιτο στο Βενιζέλειο και γρήγορα στοιχήθηκε σε δύο αγήματα, ένα πιο κυριλέ που χώθηκε στα πέριξ του νοσοκομείου (προφανώς φοιτητές της Ιατρικής) κι ένα πιο μπρουτάλ και πρωτοδεσμίτικο που επάνδρωσε τάχιστα το λυόμενο.

Περιπλανήθηκα λίγο στο κτίριο (για πρώτη φορά από αρκετές που ακολούθησαν) και σύντομα κατέληξα στο κυλικείο όπου συνήθως παρατηρείται η μεγαλύτερη συγκέντρωση αργόσχολων στις πανεπιστημιουπόλεις. Μπορεί να ήμουν από άλλο μαγαζί, αλλά όλα τα Πανεπιστήμια σε κάποια πράγματα μοιάζουν. Βρήκα μια παρέα που έπαιζαν τάβλι και ρώτησα αν ήταν από το Μαθηματικό. Ήταν, φυσικά. Ρώτησα αν ήξεραν το Χρήστο. «Ξηγημένο παιδί, ντερβίσικο», απάντησαν, άρα τον ήξεραν, φυσικά. Ρώτησα αν τον είχαν δει σήμερα. Ναι, ήταν στο μάθημα, φυσικά. Θα έβγαινε οσονούπω αλλά να μην ανησυχώ, διότι θα πέρναγε από το κυλικείο σαν όλο τον κόσμο, φυσικά. Και πράγματι, λίγο αργότερα εμφανίστηκε με κάτι σημειώσεις υπό μάλης και με ένα βλέμμα έκπληξης μόλις με είδε.

- Ήρθες; Νόμιζα ότι δε θα ερχόσουνα, αφού δεν είχες σκάσει μύτη μέχρι τις εφτάμιση. Έλα, κερνάω καφέ.

Στηθήκαμε στην ουρά όπου μου εξήγησε ότι το κυλικείο ήταν περίπου αυτοδιαχειριζόμενο, πράγμα αφενός καλό διότι ο φραπές κόστιζε ένα πενηντάρικο μόνο (Σ.Σ. σε παλαιές υποτιμημένες δραχμές) αλλά αφετέρου κακό διότι οι ρυθμοί εξυπηρέτησης ήταν περίπου ικαριακοί (Σ.Σ. πολύυυ αργά), ειδικά σε ώρες αιχμής. Μου εξήγησε μερικά ντεσού του ιδρύματος και της πόλης, μου είπε για την ομάδα μουσικών-φοιτητών του Φυσικού (που αργότερα θα γινόντουσαν πιο γνωστοί ως Χαΐνηδες), για το φέρελπι Ιρλανδό μουσικό που έπαιζε λύρα (τον ψιλοάγνωστο ακόμα Ρος Ντέιλι) και για τον ενδιαφέροντα κύριο που στεκόταν λίγο παραπίσω στην ουρά και εμφανώς ήταν καθηγητής αλλά η φυσιογνωμία του απέπνεε κάτι εμφανώς διαφορετικό σε σχέση με τους δικούς μας καθηγητές στην Αθήνα και που ήταν ο Πρύτανης, ένας καθηγητής αστροφυσικής ονόματι Γραμματικάκης.

- Πλάκα μου κάνεις, αποκλείεται κοτζάμ Πρύτανης να κάνει ουρά σε αυτοδιαχειριζόμενο κυλικείο.

Δεν μπορούσα να φανταστώ πρύτανη του ΕΚΠΑ να κάνει το ίδιο. Ο Χρήστος μου διευκρίνισε ότι αφενός δεν έχει άλλο κυλικείο το κτίριο, και αφετέρου ο Πρύτανης περιμένει τη σειρά του όπως όλος ο κόσμος και δεν είναι κατανοητή η απορία μου. Ρώτησα αν συνηθίζουν οι καθηγητές να στέκονται στην ουρά του κυλικείου – και δη αυτοδιαχειριζόμενου – εν γένει, καθότι οι δικοί μας παράγγελναν σάντουιτς και καφέδες από τηλεφώνου και ο υπάλληλος του κυλικείου τους τα έφερνε στο δίσκο κατά προτεραιότητα. Ο Χρήστος γέλασε και μου διηγήθηκε μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον εν λόγω Πρύτανη και την (συχωρεμένη σήμερα) Ζ., μια καθηγήτρια της Ιατρικής ή του Χημικού, διάσημη (ή μάλλον διαβόητη) για την αθυροστομία της και τον εν γένει δυναμισμό της.

Καθόντουσαν λοιπόν στην ίδια ουρά καλή ώρα στο κυλικείο η Ζ. και ο Πρύτανης και είχανε πιάσει μια κουβέντα από αυτές που πολύ συνηθιζόντουσαν την εποχή εκείνη, για το ρόλο του Πανεπιστημίου στην κοινωνία, και κάπως για το νόμο-πλαίσιο και κάτι για τις θεσμικές αλλαγές και νάσου ξανά ο ρόλος του Πανεπιστημίου και «Όχι, καλή μου», να της λέει ο Πρύτανης «δεν είναι έτσι το Πανεπιστήμιο» και τα παίρνει σε μια φάση η Ζ. (δηλαδή τι σε μια φάση, διαρκώς παρμένη ήτανε) και του λέει δυνατά και καθαρά εις επήκοον όλου του παρακείμενου φοιτηταριού «Τι μας λες ρε Γιώργη το Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο, θα σου πω εγώ τι είναι το Πανεπιστήμιο! Μια ουρά σαν αυτή εδώ που καθόμαστε είναι που ο καθένας με το ένα χέρι κρατάει τον πούτσο του να τον χώσει στον κώλο του μπροστινού του και με το άλλο χέρι φυλάει τον κώλο του μην του τον χώσει ο από πίσω. Αυτό είναι το Πανεπιστήμιο!»

- Φραπεδάκι; Μέτριο; ρώτησε ο αυτοδιαχειριζόμενος απέναντι.
- Με πολύ γάλα, συμπλήρωσα.

Ούτε ο φρέντο είχε εφευρεθεί ακόμα.


Σ.Σ. Δεν ξέρω αν είναι συμπτωματικό που οι ζώντες είναι με πλήρη στοιχεία και οι τεθνεώτες με ένα αρχικό γράμμα – ίσως γιατί οι τεθνεώτες δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους απέναντι στην πιθανή αυθαιρεσία του ιστολόγου που τους κάνει λίγο καρικατούρες, νομίζω πάντως πως η αφήγηση είναι ειλικρινής όπως τα θυμάμαι τα πράγματα, αν και φυσικά υποκειμενική, να λέγεται. Πάντως στα χρόνια που πέρασαν (κοντά τριάντα πια) πολλά άλλαξαν και το λυόμενο της Κνωσσού κάποια άλλη χρήση έχει τώρα αν και δεν είμαι και σίγουρος ακριβώς ποια καθότι ιδιαίτερη σχέση με το Πανεπιστήμιο Κρήτης δεν είχα μέχρι πρόπερσι. Σήμερα πάντως έχουμε κανονικά τσιμεντένια κτίρια που ήδη παλιώνουν, χαλάνε και δεν επισκευάζονται λόγω οικονομικής καχεξίας, οπότε ο παλιός μεταπτυχιακός του Θ. που εδώ και καιρό είναι Καθηγητής στο δίπλα εργαστήριο από το δικό μας διαμαρτύρεται διαρκώς επειδή δεν ανάβουν τα κλιματιστικά.

Δεν είμαι 100% σίγουρος αν ο Χρήστος μου είχε μιλήσει τότε για τους μετέπειτα Χαΐνηδες ή για τους μετέπειτα Νεάρχου Παράπλους, πάντως και στα δύο σχήματα συμμετείχε αρχικά ο μετέπειτα Μίλτος Πασχαλίδης. Ο νυν ευρωβουλευτής και διαχρονικός Πρύτανης Γιώργης Γραμματικάκης ήταν από τότε γνωστός και πέραν των ακαδημαϊκών κύκλων, αλλά χωρίς το σχετικό σταριλίκι που τον περιέβαλε αργότερα, μετά την «Κόμη της Βερενίκης». Η Ζ. ήταν καλή του φίλη από ό,τι διαβάζω. Είχα την τύχη να τη γνωρίσω αργότερα και δια ζώσης και να επιβεβαιώσω τη φήμη περί αθυροστομίας που τη συνόδευε (συνδυασμένης ενίοτε με ιδιαίτερα οξυδερκείς παρατηρήσεις). Συνέβη κάποτε αφότου αφυπηρέτησε από το αθηναϊκό ερευνητικό ινστιτούτο που διοικούσε για πολλά χρόνια (και το οποίο επίσης με φιλοξένησε για καιρό) να έρθει στο παλιό της γραφείο να μαζέψει τα πράγματά της, που ο φέρελπις (ακόμα τότε) συνάδελφος που νεμόταν πλέον το χώρο είχε διαφυλάξει υπομονετικά. Η Ζ. άνοιγε τα παλιά ντουλάπια σχολιάζοντας κάτι σαν «Αυτό το ντουλάπι βρωμάει σα μουνί κακογαμημένης πουτάνας» ή κάπως έτσι.

«Πρωτοδεσμίτικο» πλήθος υπονοείται το φοιτητικό πλήθος των Θετικών και Τεχνολογικών σχολών που τροφοδοτούντο από μαθητές που στη Γ' Λυκείου έπαιρναν την «πρώτη δέσμη» μαθημάτων (π.χ. ο γράφων, καλή ώρα). Η έκφραση «ξηγημένο παιδί» μάλλον περιέπεσε σε αχρηστία μετά τη δεκαετία του '90, έχω καιρό να την ακούσω, όσο για το «ντερβίσικο» ήταν ήδη παλαιωμένο και τότε, μάλλον ο συμφοιτητής του Χρήστου την είχε ξεσηκώσει από τίποτα «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά» του Τσιτσάνη, οπότε μου έκανε μια σχετική εντύπωση. Οι εκφράσεις «Αθήνησι», «ΕΚΠΑ» και «Καποδιστριακό» είναι όλες ευφημισμοί για το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η έκφραση «Δημοκρατικό Ηράκλειο» είχε καθιερωθεί εκείνες τις πρώιμες ΠΑΣΟΚικές εποχές από κάτι ταμπέλες που είχε βάλει ένας ρέκτης δήμαρχος, ο Κ. (με αρχικό καθότι απεδήμησε κι αυτός προ καιρού) στις εισόδους της πόλης κι έλεγαν «το Δημοκρατικό Ηράκλειο σας καλωσορίζει». Νομίζω δεν πρέπει να έχει απομείνει πια καμιά από αυτές όπως έρχεσαι από Αρχάνες στον παλιό δρόμο με τις στροφές, λίγο πριν την Κνωσσό (όπως με ειδοποιούν από το κοντρόλ).

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, εγώ ακόμα φραπέ πίνω όταν σφίγγουν οι ζέστες, ο φρέντο ποτέ δε με συγκλόνισε.



Ο μετέπειτα Μίλτος Πασχαλίδης σε πρώιμους Χαΐνηδες, υπό την αιγίδα του διαχρονικού Πρυτάνεως που γράφει ένα εισαγωγικό σημείωμα στο δίσκο. Στο κείμενο της ανάρτησης τους έχω μάλλον αναχρονίσει ελαφρώς επί το προγενέστερο.

5/4/15

Σινέ Ραδάμανθυς

Κενός χώρος στην αίθουσα προβολών.

Ο Μιχάλης πέρασε κάπως βιαστικός ένα Σάββατο· τον βοήθησα να ξεβιδώσει ένα φωτιστικό και να το πακετάρει. Έκανε μια λίστα με πράγματα που πίστευε ότι ίσως ενδιέφεραν κάποιους γνωστούς. Στο τέλος έμειναν στη λίστα κάτι μικροπράγματα· ένα κράνος για μηχανάκι σχεδόν παιδικού μεγέθους, ένα απαρχαιωμένο λάπτοπ, κάτι καδράκια ενδεχομένως όχι και φοβερής περιωπής, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα σχετικά στολίδια. Του υπέδειξα κάτι πρες παπιέ, κάτι τεύχη του New Yorker και του National Geographic μάλλον αρκετά παλιάς ημερομηνίας, ένα αυγό στρουθοκαμήλου κενό περιεχομένου. Έκανε μια γκριμάτσα ελαφράς απαρέσκειας.

- Μπα, τι να τα κάνω; Άμα δε σου αρέσουν πέτα τα ή χάρισέ τα σε όποιον του αρέσουν.

Η αλήθεια είναι ότι πέρσι που ήρθαν με τη Μάουρα και μάζεψαν τα περισσότερα πράγματα και την επίπλωση, εκείνα που περισσότερο τους άρεσαν τα πήραν. Μου άφησαν ωστόσο χάρισμα κάμποσα, το κρεβάτι που κοιμόμουν, έναν καναπέ, δυο βιβλιοθηκούλες, τραπέζια, καρέκλες, κάμποσα κουζινικά. Αρκετή μαγιά για να ξαναστήσω το «σπιτικό» μου με μικρές μόνο προσθήκες, επωφελούμενος για άλλη μια φορά από την παροιμιώδη γενναιοδωρία των παιδιών που μου έχει προσφερθεί απλόχερα με διάφορες μορφές: επιστημονικές δημοσιεύσεις, συστατικές επιστολές, μια «προσωρινή» φιλοξενία που ξεκίνησε για ένα μήνα και κράτησε εικοσιδύο – κανένα παράπονο δεν έχω.

Βέβαια όπως έχουμε ξαναπεί με άλλες αφορμές, τίποτα δεν είναι τόσο μεγάλο που να μην τελειώνει, κι έτσι τέλειωσε κι αυτή η φάση χρονικά ξεχειλωμένης προσωρινότητας κι όπως όλες οι φάσεις στη ζωή μου επισφραγίζεται από μια ακόμα μετακόμιση (όπως αυτή ή αυτή ή πιο πρόσφατα ετούτη). Έχω σταματήσει πλέον να τις μετράω (ο αριθμός πάντως είναι διψήφιος, παραπάνω από δέκα, ακόμα και αν δεν μετρήσω κάποιες ενδιάμεσες στάσεις εδώ κι εκεί). Με τούτα και με κείνα τα εκάστοτε «πράγματά μου» είναι διασκορπισμένα σε διάφορες πόλεις και σπίτια. Ωστόσο με τον καιρό έχω μάθει ότι δεν πρέπει να δένεσαι πολύ με τα αντικείμενα, κι αν είναι να ταξιδέψεις, καλύτερα να ταξιδεύεις ελαφρύς.

Μια κουβέντα είναι αυτό, φυσικά. Μετά την υπογραφή των συμβολαίων, η νέα ιδιοκτήτρια υπήρξε διακριτικά επίμονη να της αδειάζω τη γωνιά και το γοργόν και χάριν έχει. Συμφωνήσαμε με τον περιστασιακό συγκάτοικο να επεκτείνουμε την περιστασιακότητα στο λίγο πιο μόνιμο, δεδομένων των μνημονιακών καιρών και της εν γένει εργασιακής ανασφάλειας άλλωστε, οπότε βρήκαμε με συνοπτικές διαδικασίες ένα σπίτι αντίστοιχων προδιαγραφών λίγο έξω από τα τείχη. Από μόνο του δεν θα ήταν φοβερά εφικτός στόχος, αλλά διά δύο μάλλον καλή επιλογή μοιάζει. Ρίχτηκα λοιπόν στο έργο του να διαμοιράσω τα τελευταία ιμάτια του παλιού σπιτιού, αφού φυσικά πρώτα βούτηξα τη μερίδα του λέοντος για να εξοπλίσω το καινούργιο. Ως εκ τούτου βρέθηκα φορτωμένος με ένα σκασμό πράγματα και μόνο ελαφρύς δεν ταξίδεψα.

Βέβαια σε σχέση με άλλα προγενέστερα, το ταξίδι αυτό ήταν ένα τίποτα, τέσσερα λεπτά με το αμάξι. Αλλά το αμάξι φορτωμένο μέχρι τα μπούνια, πήγαινε έλα κάμποσες φορές, χώρια οι φίλοι που αγγάρεψα «για πέντε λεπτά μόνο» (που κράτησαν καμιά δεκαριά ώρες για ορισμένους) να κρατάνε τσίλιες στο παρκάρισμα, να γεμίζουν κούτες, να τυλίγουν ποτήρια σε φυσαλιδωτό πλαστικό περιτύλιγμα και να σκαλίζουν το παρτέρι για να ξεχώσουν τα φυτά, καθότι η νέα ιδιοκτήτρια ξεκαθάρισε ότι δεν θέλει τίποτα από αυτά και θα τα ξεπαστρέψει για να βάλει άλλα, δικά της.

Από μια σκοπιά βέβαια την καταλαβαίνω. Ο καθένας θέλει να βάλει τη προσωπική του σφραγίδα στο χώρο, οπότε προτιμάς τη βουκαμβίλια σου από τους δυόσμους του προηγούμενου, κι ένα ανασχηματισμένο τζάκι με ευρύχωρο πλαίσιο για να κρεμάσεις από πάνω την τηλεόραση (ενώ ο προηγούμενος δεν αντιλαμβάνεται γιατί να έχεις τόσο μεγάλη τηλεόραση όταν μπορείς να βάλεις ένα τζιτζιλόνι προτζέκτορα να προβάλλει στον απέναντι τοίχο). Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι τον τελευταίο χρόνο ο προτζέκτορας έχει πάει να βρει τους πραγματικούς του ιδιοκτήτες, και ως εκ τούτου το πάλαι ποτέ Σινέ Ραδάμανθυς (δεν είμαι υπεύθυνος για τον όρο, τον βρήκα εμπεδωμένο) ήταν πια η σκιά του παλιού εαυτού του.

Στα ντουζένια του το είχα προλάβει προ ετών, όταν το σπίτι κατοικείτο ακόμα από την οικογένεια, να έχει προβολές κάθε Παρασκευή σχεδόν. Κάποιες φορές μαζευόμασταν κάμποσοι, κάποτε πάλι είχε τύχει να κάνω μόνος μου μια κάπως αμήχανη εμφάνιση στο σαλόνι του ζευγαριού. Είχαμε δει κλασικό Χόλυγουντ και επιστημονική φαντασία, Κισλόφσκι και Γούντυ Άλεν, Μόντυ Πάιθονς και μελόδραμα. Στο αυτοσχέδιο διάλειμμα υπήρχε πίτσα και ενίοτε μπύρα από μια μικροζυθοποιία στο Ρέθυμνο με περιορισμένη διανομή σε σουπερμάρκετ του Ηρακλείου. Υπήρχαν αγγλικοί υπότιτλοι για τους ξένους (το κοινό του Σινέ Ραδάμανθυς ήταν κατά το ήμισυ περίπου αλλοεθνές, όπως και οι ιδιοκτήτες του άλλωστε). Υπήρχε μια αρκετά εκτεταμένη συλλογή DVD και εξτρά προσφορές από το κοινό. Υπήρχε κέφι, αν μη τι άλλο.

Όταν έμεινα εγώ «προσωρινά» στο σπίτι, δεν αμέλησα να οργανώσω ένα αντίστοιχο event που περιελάμβανε άγριο κρίταμο Ικαρίας και το ντοκυμανταίρ Little Land του Νίκου Νταγιαντά σε παραγωγή της Anemon, ικαριακού ενδιαφέροντος επίσης. Μαζεύτηκαν κάμποσοι φίλοι μου, αλλά ήταν καλοκαιράκι κι έκανε ζέστη, οπότε σκέφτηκα να το ξαναρχίσω πιο επίσημα το φθινόπωρο που θα δρόσιζε. Τελικά δεν προχώρησε το πράγμα· κατάφερα να δω άλλο ένα ντοκυμανταίρ (το Sayome, από τους ίδιους συντελεστές), μια-δυο ταινίες μόνος ή με στενή παρέα (το «Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι» ήταν μια από αυτές) και μετά ο προτζέκτορας άρχισε να κάνει νερά βγάζοντας κάθε τόσο μια μπλε οθόνη. Αφού πέρασα μερικούς ποδοσφαιρικούς και μπασκετικούς αγώνες παραδομένος στη χλεύη των φίλων που για προτζέκτορα ήρθανε και σε τηλεόραση (μικρή) κατέληξαν, παραιτήθηκα οριστικά κι αργότερα ο προτζέκτορας πακεταρίστηκε και έφυγε με τη λοιπή οικοσκευή· εικάζω πως αν του αλλάξουν λάμπα θα δουλεύει καλά.

Μου έμεινε ενθύμιο ο όρος «Σινέ Ραδάμανθυς» στη μνήμη του τηλεφώνου (αναφερόμενος στο σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού) καθώς και στο GPS (όπου ο όρος «σπίτι» ήταν καπαρωμένος από άλλο οίκημα όταν πέρασα τη συγκεκριμένη διεύθυνση). Μου έμειναν επίσης όπως είπαμε κάμποσα παραφερνάλια για δόσιμο. Σκέφτηκα να βγάλω μια ηλεκτρονική αγγελία στη λίστα παραληπτών του Πανεπιστημίου, αλλά είχα ένα προαίσθημα ότι δεν θα χρειαζόταν τελικά. Μια μέρα πέτυχα μια μικροκαμωμένη φοιτήτρια που είχε περάσει για ένα διάστημα από το εργαστήριο· θυμήθηκα ότι οδηγούσε συνήθως ένα παπάκι. Τη ρώτησα αν χρειαζόταν κράνος· ενθουσιάστηκε. Ο υπεύθυνος υπολογιστών του Ινστιτούτου συγκινήθηκε όταν είδε το αρχαίο λάπτοπ· με διαβεβαίωσε ότι θα το αξιοποιήσει. Ακολούθησαν στιγμές αβίαστου δοσίματος: άλλος πήρε μια κουνουπιέρα αμεταχείριστη σε αντάλλαγμα για το κουβάλημα του στερεοφωνικού και των CD, άλλοι πήραν κάδρα, μπιμπελό και πετσετάκια, άλλοι ένα μεγάλο πλαστικό μπαούλο αποθήκευσης ειδών κηπουρικής, άλλοι άδειες γλάστρες και άλλοι γεμάτες, άλλοι πήραν χιονοαλυσίδες ενός αμαξιού πουλημένου από χρόνια, άλλοι ένα παιδικό καρεκλάκι αυτοκινήτου (το παιδί που καθόταν πάει τώρα Τρίτη Γυμνασίου, νομίζω) και τα τεύχη του New Yorker. Εγώ πήρα το αυγό στρουθοκαμήλου, κενό περιεχομένου φυσικά.

Στο τέλος ήρθε η κυρία που ασκούσε καθήκοντα babysitter (και όχι μόνο) τα προηγούμενα χρόνια σ’ αυτό το σπίτι, και μάζεψε ό,τι δεν πήραν οι υπόλοιποι ώστε να παραδοθεί το σπίτι άδειο και καθαρό. Με κάμποση συγκίνηση, είναι αλήθεια, πήρε μια παιδική κρεμάστρα και τα γράμματα που σχημάτιζαν τα ονόματα των παιδιών στην πόρτα του δωματίου τους. Τη βοήθησα να βάλει στο ασανσέρ ό,τι χωρούσε· το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια («εγώ τους το έφερα, γιατί την πρώτη χρονιά που ήρθαν δεν είχαν να στολίσουν»), κάτι κουζινικά άγνωστης (σε εμένα) χρησιμότητας.

Μια παιδική κρεμάστρα, γράμματα στην πόρτα, και στη ντουλάπα η κλίμακα για διαδοχικές μετρήσεις ύψους παιδιών που ψηλώνουν.

Έμεινα για λίγο μόνος στο άδειο σπίτι· ύστερα ξαναήρθε η φίλη που με βοηθούσε με τα φυτά να μαζέψουμε τα υπόλοιπα πράγματα, κυρίως τις γλάστρες. Με κόπους και προσπάθεια πολλής ώρας γεμίσαμε το αμάξι μου και το δικό της. Με τη μεταφορική είχα προλάβει να στείλω κάτι ταλαιπωρημένα γεράνια κι ένα αμφίβολης προοπτικής παχύφυτο· η συμβολή της φίλης μου ήταν καθοριστική στο να φύγω φορτωμένος με τρεις αλόες, επτά δυόσμους («κι όποιος πιάσει», λέει) κι ένα φυτό άγνωστης ονομασίας που εμένα μου έμοιαζε με ανοιγμένη αγκινάρα βέβαια, αλλά δεν ήταν. Άλλα τόσα πήρε εκείνη, χώρια οι άδειες γλάστρες. Τελευταία στιγμή παρατήσαμε στο δρόμο ένα ημιθανές μπέντζαμιν που δε χωρούσε πουθενά, με την υπόσχεση να ξαναπεράσουμε να το πάρουμε (τηρήθηκε!).

Έκλεισα πόρτες και παράθυρα, έσβησα τα φώτα και κλείδωσα· τσέκαρα την ένδειξη του μετρητή της ΔΕΗ καθότι το πρωί θα πηγαίναμε με τη νέα ιδιοκτήτρια να μεταβιβάσουμε την παροχή, οπότε και θα της έδινα τα κλειδιά.

Μπήκα στο αμάξι που μύριζε δυόσμο και απορρυπαντικό πιάτων σκεπτόμενος αν υπάρχει κάτι άλλο που να άφησα πίσω, κάτι που να ήθελα να έχω πάρει μαζί.

«Της ωραίας τα χείλη», θυμήθηκα. «Το δαφνάκι».

Αλλά δεν έζησε. Ήταν πολύ βαρύς ο χειμώνας φέτος.