ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


21/3/15

Θα μου μιλήσει (Ανδρέας Καμπάς)



Το ξέρω
πως τώρα που θα 'ρθει η άνοιξη
θα μου μιλήσει.

Θα μου πει για τ` ανοικτά πανιά
πάνω στις γαλάζιες θάλασσες
που τρέχουνε και σμίγουνε με τα όνειρα.

Θα μου πει για τα δελφίνια
που ρυθμικά αργοφαίνονται
στο βάθος του ορίζοντα
σαν ασυνάρτητες γλυκιές ελπίδες

Θα μου πει για τα πολλά χρωματιστά
λουλούδια της
που θα ξαναπνίξουνε τους κάμπους
σαν τα χαρούμενα φιλιά.

Θα μου πει για τις νέες καρδιές
που θα φουσκώσουν πάλι
όλο χαρά και έξαψη.

Θα 'ρθει και πάλι η άνοιξη
και σαν διάπλατη σημαία
θα κυματίσει στον αέρα
θριαμβευτικά.

Το ξέρω, το ξέρω πως θα μου μιλήσει,
και πως θα θέλει να μου πει
κάτι πιο ουσιαστικό
κάτι πιο μεγάλο

Μα δεν ξέρω την γλώσσα της
δεν την καταλαβαίνω

και τυραννιέμαι.


Ανδρέας Καμπάς (1919-1965)



Σ.Σ. Το ποίημα υπέκλεψα από εδώ. Αφορμή μια ανάρτηση στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου για την άνοιξη - βάλε και την αλλεργία μου στη γύρη.

9/3/15

Σαμχάτ και Ενκιντού


Κοντά σου ναῦτες ἀπ᾿ τὴν Οὒρ πρωτόσκαρο ἐβιδώναν
Νίκος Καββαδίας, «Γυναίκα», Τραβέρσο (1975)

Δεν είμαι απολύτως βέβαιος ποιο καλοκαίρι ήτανε, ίσως του 2005 ή του 2006 που ο φίλος μου ο Θανάσης ήρθε να με βρει στην Ικαρία κουβαλώντας μαζί του μερικά ασυνήθιστα βιβλία, τουλάχιστον για καλοκαιρινά αναγνώσματα. Θυμάμαι ότι ένα από αυτά ήταν ένα μάλλον ημιτελές κείμενο όπου ένας ιδιαιτέρως αντιπαθής και κατά τα λοιπά συντηρητικός ή καλύτερα αντιδραστικός συγγραφέας (ο Σπύρος Μελάς) περιέγραφε τις ψυχεδελικές (ω, ναι!) εμπειρίες του από πειραματισμούς με το παραισθησιογόνο πεγιότλ. Ένα άλλο και κατά τι παλαιότερο βιβλιαράκι που στόλιζε το κομοδίνο ήταν επίσης μάλλον ασυνήθιστο για παραλία: το έπος Γκιλγκαμές.

Παρότι κυκλοφορούν για μένα κατά καιρούς διάφορες ανυπόστατες φήμες ότι περνάω τα βράδια μου διαβάζοντας τυχαία άρθρα στη Wikipedia (άλλοι μάλιστα λένε γράφοντας τυχαία άρθρα, κάτι που το διαψεύδω φυσικά διαρρήδην) και ότι έχω σε ανύποπτο χρόνο καταβροχθίσει (ου μην και αποστηθίσει) διάφορες ιστορίες από τα ομηρικά έπη και τον Ερωτόκριτο μέχρι τις Ουπανισάδες και τη Ριγκ-Βέδα, η αλήθεια είναι ότι βρίσκομαι στην ίδια κατάσταση ημιμάθειας στην οποία βρίσκεται ο περισσότερος κόσμος και τα μεν ομηρικά έπη τα διάβασα άπαξ στο Γυμνάσιο που ήταν στη διδακτέα ύλη, τον Ερωτόκριτο σίγουρα τον διάβασα ένα Πάσχα που ήμουν αποκλεισμένος στην Ικαρία και ήταν το μοναδικό βιβλίο στο σπίτι, για τις δε Ουπανισάδες και Βέδες και λοιπά δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Και μέχρι εκείνο το καλοκαίρι του 2005 ή του 2006 φυσικά δεν είχα ιδέα ούτε για το έπος Γκιλγκαμές.

Για να ακριβολογούμε, το όνομα Γκιλγκαμές μου έλεγε κάτι από τα σχολικά βιβλία ιστορίας που αναφέρονταν στους αρχαίους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, κάτι Σουμέριους και κάτι Ακκάδιους και Βαβυλώνιους και Ασσύριους, και ίσως και να θυμόμουν αμυδρά από κάτι θρησκευτικά διαβάσματα ότι μέσα στο έπος υπάρχει μια περιγραφή ενός κατακλυσμού σχεδόν όπως την ξέρουμε από την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο κείμενο του έπους δεν είχα δει ποτέ, ούτε ήξερα την υπόθεση. Φυλλομέτρησα το βιβλιαράκι του φίλου μου με μια σχετική περιέργεια. Το κείμενο ήταν αποσπασματικό, όπως αποσπασματικά έχουν διασωθεί οι κεραμικές πλάκες σφηνοειδούς γραφής που περιέχουν την «πρότυπη» εκδοχή του έπους. Η νεοελληνική μετάφραση που είχα στα χέρια μου προερχόταν με τη σειρά της από μια αγγλική έκδοση, πιθανώς απευθείας απόγονο της πρώτης αγγλικής απόδοσης του 19ου αιώνα. Παρόλα αυτά, η ιστορία ήταν κατανοητή, με την πλοκή της και τους ήρωές της, τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές.

Οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν καλά την εμμονή μου με τους δευτεραγωνιστές, που δε χάνω ευκαιρία να την προβάλλω (βλέπε εδώ, εδώ και εδώ). Στον Ερωτόκριτο που λέγαμε πριν, με ενδιαφέρει περισσότερο η στάση του Πολύδωρου που τα βάζει νύχτα με δέκα αρματωμένους για το σεβντά του κολλητού του που παίζει το λαγούτο μπας και ξενερώσει. Στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, ο φουκαράς ο Πυλάδης τρέχει στα πέρατα του κόσμου για τις Ερινύες που καταδιώκουν τον Ορέστη. Στην Οδύσσεια, ο Τηλέμαχος κάνει πιο ενδιαφέρον ταξίδι αυτογνωσίας από τον περιπετειώδη μπαμπά του (και είναι και πιο ευγενής, όσο να ‘ναι). Και στο Γκιλγκαμές βέβαια, καλός είναι ο ήρως, αλλά ακόμα καλύτερος ο άλτερ έγκο του στο πρώτο μισό του έπους: ο άνθρωπός μας, ο Ενκιντού.

Το έπος του Γκιλγκαμές χρονολογείται περίπου στην τρίτη δυναστεία της Ουρ, γύρω στο έτος 2100 π.Χ. Πιθανώς βασίζεται σε πέντε τουλάχιστον προγενέστερα Σουμεριακά ποιήματα, που περιγράφουν κάποιες ιστορίες του ομώνυμου βασιλιά της Ουρούκ που υπήρξε μάλλον ιστορικό πρόσωπο. Μια εκδοχή του έπους από την οποία σώζονται σχετικά λίγα αποσπάσματα είναι Βαβυλωνιακή, περίπου του 18ου αιώνα π.Χ. Η μεταγενέστερη «πρότυπη» Ακκαδική εκδοχή, καταγραμμένη από έναν ιερέα με το όνομα Sîn-lēqi-unninni (που μπορεί και να σημαίνει κάτι σαν «Θεέ του φεγγαριού δέξου τις προσευχές μου») ξεκινάει με τη φράση «αυτός που βλέπει τα βαθιά/την άβυσσο» (δηλ. το άγνωστο) και χρονολογείται μεταξύ 13ου και 10ου αιώνα π.Χ. Έχει διασωθεί κατά τα δύο τρίτα περίπου και ένα μεγάλο μέρος της βρέθηκε στη Νινευή, στα ερείπια της βιβλιοθήκης του Ασσύριου βασιλιά Ασουρμπανιπάλ (ελληνιστί Σαρδανάπαλου) του 7ου αιώνα π.Χ. Αποτελείται από 11+1 πλάκες σφηνοειδούς γραφής: οι 11 πρώτες πλάκες περιέχουν το έπος με ομαλή διαδοχή και φυσιολογικό τέλος, ενώ η δωδέκατη μάλλον είναι πρόσθετη και καταγράφει μια άλλη ιστορία με τους ίδιους περίπου πρωταγωνιστές που αντανακλά μια από τις πρώτες πέντε σουμεριακές ιστορίες που βρίσκονται στην πηγή του έπους.

Την εποχή εκείνη η Μεσοποταμία ήταν ένα από τα μεγάλα κέντρα όπου διαμορφωνόταν το μέλλον της ανθρωπότητας. Οι πλημμύρες του Τίγρη και του Ευφράτη δημιουργούσαν ένα ιδιαίτερα εύφορο έδαφος στην περιοχή της «εύφορης ημισελήνου» όπου είχε ανακαλυφθεί η καλλιέργεια των σιτηρών (μία από τις 8-9 φορές συνολικά που ανακαλύφθηκε η γεωργία στην ιστορία της ανθρωπότητας). Η ύπαρξη του γεωργικού «πρωτογενούς πλεονάσματος» επέτρεψε μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού από τις προγενέστερες συναθροίσεις των κοινωνιών των κυνηγών και τροφοσυλλεκτών της προϊστορίας, και η ανάγκη φύλαξης και διανομής του πλεονάσματος επέτρεψε την εμφάνιση διαφόρων εννοιών που δεν είχαν προηγούμενο: της γραφής, ας πούμε, προνόμιο ενός ιερατείου επιφορτισμένου με την αποθήκευση και τη διανομή. Την καθιέρωση μιας ειδικής τάξης πολεμιστών, επιφορτισμένης με την προστασία της σοδειάς από επιδρομές επίδοξων σφετεριστών. Και φυσικά, την ίδια την πρωταρχική έννοια της πόλης, που κατέστη δυνατή μόνο εφόσον μπορούσε να συντηρηθεί από τα πλεονάσματα της υπαίθρου.

Οι πρώτες ανθρώπινες πόλεις φτιάχτηκαν στην περιοχή της εύφορης ημισελήνου. Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε μία από αυτές, την Ουρούκ, στις όχθες του Τίγρη. Ο Γκιλγκαμές, ένας ημίθεος (θνητός πάντως), είναι βασιλιάς της Ουρούκ, και είναι σκληρός με τους υπηκόους του, καθώς χρησιμοποιεί ασυστόλως το βασιλικό του προνόμιο για να κοιμάται με τις νύφες της πόλης στην πρώτη νύχτα του γάμου τους, πριν προλάβει ο γαμπρός να τις γευτεί. Επιπλέον, εξουθενώνει και τους άντρες με διαρκείς αγώνες και δοκιμασίες, καθώς και συνεχή μεγαλεπήβολα κατασκευαστικά έργα όπου τους βάζει να δουλεύουν. Οι πάντες είναι έξαλλοι με το βασιλιά και διαμαρτύρονται στους θεούς, οι οποίοι αποφασίζουν να φτιάξουν έναν αξιόμαχο αντίπαλο για να συνεφέρουν το Γκιλγκαμές.

Η θεά της δημιουργίας Αρούρου, φτύνει στο χώμα και πλάθει από τον πηλό έναν άνθρωπο. Είναι ο Ενκιντού, ένας άγριος που μεγαλώνει μαζί με τα ζώα στο δάσος, πίνει νερό στην πηγή τους και συμπεριφέρεται σαν ένας από αυτά. Ένας κυνηγός που στήνει παγίδες στο δάσος, ανακαλύπτει ότι ο Ενκιντού απελευθερώνει τα ζώα από τις παγίδες του. Διαμαρτύρεται στο βασιλιά, ο οποίος ακούγοντας ότι στο δάσος ζει κάποιος άγριος, στέλνει το κατάλληλο πρόσωπο για να τον εξημερώσει. Το πρόσωπο αυτό είναι η Σαμχάτ, μια ιερή πόρνη (=ιέρεια στο ναό της θεάς του έρωτα). Η Σαμχάτ χρησιμοποιεί τα θέλγητρά της για να πλησιάσει τον άγριο Ενκιντού, και τον «εξημερώνει» κάνοντας έρωτα μαζί του για έξι μέρες και εφτά νύχτες. Την έβδομη μέρα ο Ενκιντού πηγαίνει στην πηγή να πιει νερό με τα ζώα· εκείνα όμως φεύγουν τρομαγμένα επειδή δεν τον αναγνωρίζουν πια για δικό τους αλλά οσφραίνονται πάνω του τη μυρωδιά του ανθρώπου, δηλαδή της γυναίκας.

Μέσα από τη διαδικασία της σεξουαλικής μύησης ο Ενκιντού «εξανθρωπίζεται», καθώς κάτι που πριν ήταν ενστικτώδες και φυσικό τώρα γίνεται μια κάπως περίτεχνη, περίπλοκη διαδικασία που τον βάζει να αντιληφθεί τη διαδικασία της ζωής «της πόλης», αυτού που λέμε «πολιτισμού». Η Σαμχάτ τον διδάσκει να τρώει «σαν άνθρωπος», να πίνει κρασί, να ντύνεται. Γίνεται πια «σαν τους άλλους». Σχεδόν. Τώρα πια προστατεύει τα κοπάδια των κτηνοτρόφων από τους παλιούς του συντρόφους τα ζώα. Εκεί κάποιος του αναφέρει την επονείδιστη συμπεριφορά του Γκιλγκαμές ως προς τις νύφες τη νύχτα του γάμου τους. Ο Ενκιντού αποφασίζει να αντιπαραταχτεί στον κακό βασιλιά, και μετά από μερικά επεισόδια ξεκινάει μια μεγάλη πάλη ανάμεσα στους δυο τους. Παρότι οι αντίπαλοι είναι ισάξιοι, στο τέλος ο βασιλιάς κερδίζει· ο Ενκιντού παραδέχεται την ήττα του και αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του Γκιλγκαμές. Ωστόσο κι αυτός δε μένει ασυγκίνητος μπροστά στη γενναιότητα του άλλου· στο τέλος γίνονται φίλοι κολλητοί.

Οι δύο φίλοι ξεκινάνε για νέες περιπέτειες και πάνε στο δάσος των κέδρων όπου σκοτώνουν το τέρας-φύλακα Χουμπάμπα. Κόβουν το δάσος και ιδιαίτερα τους ψηλούς κέδρους που θα χρησιμοποιήσουν για να χτίσουν ναούς στην Ουρούκ. Ακολούθως σκοτώνουν τον ταύρο Γκουγκαλάννα που οι θεοί έχουν στείλει να σκοτώσει το Γκιλγκαμές επειδή αντιστάθηκε στις ερωτικές προτάσεις της θεάς Ιστάρ. Ο Γκιλγκαμές διαμαρτύρεται ότι η Ιστάρ είναι γυναίκα-αράχνη (δεν το λέει ακριβώς έτσι) και οι εραστές της έχουν κακό τέλος οπότε καλά έκανε και δεν της έκατσε, ωστόσο το κλίμα έχει βαρύνει στη θεϊκή κοινότητα που αποφασίζει ότι σε κάθε περίπτωση ένας από τους δυο τους πρέπει να πεθάνει.

Ο κλήρος πέφτει στο φουκαρά τον Ενκιντού, που αρρωσταίνει του θανατά και γίνεται με το δίκιο του πυρ και μανία. Τα χώνει στη Σαμχάτ που τον έμπλεξε σε αυτή την ιστορία του πολιτισμού ευθύς εξαρχής με αποτέλεσμα να πεθάνει νέος και με επίγνωση του θανάτου, αντί να μείνει στο δάσος με τα ζώα και να ζει ευτυχισμένος χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Την καταριέται να μείνει απόβλητη. Ο θεός-ψυχοπομπός τον επιτιμά ότι χρωστάει πολλά στη Σαμχάτ, που τον έντυσε και τον τάισε και τον έκανε άνθρωπο. Παραδόξως ο Ενκιντού μετανιώνει, μετατρέπει την κατάρα σε ευχή, και εύχεται στη Σαμχάτ να είναι πάντα ποθητή και όλοι οι άντρες να της φέρνουν δώρα και κοσμήματα.

Ο θάνατος του Ενκιντού συγκλονίζει τον κολλητό του, και στο υπόλοιπο έπος από τον πολύ συγκλονισμό περιφέρεται από δω κι από κει ψάχνοντας την αθανασία. Ατυχώς βέβαια η αθανασία δεν προορίζεται για τους ανθρώπους, και ο Γκιλγκαμές αν και περνάει από δίπλα κάνα-δυο φορές στο τέλος κάνει μια τρύπα στο νερό. Στο μεταξύ όμως έχουμε προλάβει να ακούσουμε τη βαβυλωνιακή-ασσυριακή εκδοχή του κατακλυσμού (όπου ο Ουτναπίστιμ, ο αντίστοιχος Νώε, είναι ο μόνος άνθρωπος που αξιώθηκε να μείνει αθάνατος) και να δούμε τον απαρηγόρητο Γκιλγκαμές να επιστρέφει στην Ουρούκ καμαρώνοντας όμως τα μεγάλα οικοδομικά έργα που πραγματοποιήθηκαν επί των ημερών του.

Κάπου εκεί τελειώνει η εντέκατη πλάκα του έπους με έναν ύμνο στην αιώνια δόξα της πόλης· κατά περίεργο τρόπο στη δωδέκατη πλάκα ο Ενκιντού είναι ζωντανός, και σπεύδει να παρηγορήσει τον απαρηγόρητο κολλητό του που κλαίει και οδύρεται επειδή του έπεσε ένα μπαλάκι ή ένα ππούκκου (;) στον κάτω κόσμο. «Νο πρόμπλεμ», λέει περίπου ο Ενκιντού «πετάγομαι και στο φέρνω στο πιτς φιτίλι». Ο Γκιλγκαμές συμφωνεί, αλλά εξηγεί στον χαλαρό Ενκιντού ότι ο κάτω κόσμος είναι πολύ πονηρό μέρος και πρέπει να προσέχει κανείς μη διαπράξει μια σειρά από πιθανές βλακείες και τον κρατήσουν εκεί πέρα για πάντα. Ο ατάραχος Ενκιντού κατεβαίνει στον κάτω κόσμο και διαδοχικά διαπράττει κάθε πιθανή βλακεία μία προς μία· φυσικά τον κρατάνε. Ο Γκιλγκαμές χτυπιέται και στηθοδέρνεται αλλά δεν καταφέρνει και πολλά· απλώς κάποια στιγμή έρχεται μέχρι τον πάνω κόσμο το φάντασμα του Ενκιντού και όπως όλοι ξέρουμε τραγουδάει μες της καρδιάς τα φύλλα ότι γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

Σκέφτομαι αυτή την ιστορία εδώ και μέρες, πιο πολύ για το κομμάτι που η ερωτική συνειδητοποίηση είναι ένα είδος περάσματος στον πολιτισμό, με τα καλά του και τα κακά του (τόσο κακά που τα ζώα να σε αποφεύγουν καθώς μυρίζεις ανθρωπίλα, και στο τέλος να πεθαίνεις άδοξα για μια υπόθεση εντελώς ξένη). Σκέφτομαι ακόμα ότι τα βασικά μοτίβα για τα οποία τραγουδάνε οι άνθρωποι στα έπη τους και τα τραγούδια τους εδώ και τέσσερις-πέντε χιλιάδες χρόνια δεν είναι πολύ διαφορετικά: ο ερωτας κι ο θάνατος, λίγο πολύ αυτά.

Μοιράζομαι αυτή τη σκέψη με μια φίλη που ακούει την ιστορία σχεδόν μαγεμένη· ιδιαίτερα το κομμάτι με τη Σαμχάτ.

- Κοίτα να δεις, λέει, τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορία και σου λέει κάτι τόσο οικείο...

Περιμένω τη συνέχεια με αδημονία.

- ...ότι ο έρωτας μεταμορφώνει τους ανθρώπους.

Λίγο καιρό αργότερα προσπαθώ να βάλω και το Θανάση στον προβληματισμό μου καθώς μιλάμε σκαϊπικώς και του θυμίζω το βιβλίο του που είχα διαβάσει εκείνο το κάπως μακρινό καλοκαίρι. Εξηγώ πόσο με συγκινεί το γεγονός ότι οι ανθρώπινοι προβληματισμοί δεν έχουν αλλάξει επί χιλιάδες χρόνια. Κουνάει το κεφάλι με κατανόηση και σχολιάζει:

- Ε, βέβαια· κοτζαμάν έπος και τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορία για να σου πει κάτι που ήδη ξέρουμε όλοι μας...

Περιμένω τη συνέχεια με αδημονία.

- ...ότι το μουνί σέρνει καράβι.

«Φουκαρά Ενκιντού», σκέφτομαι μέσα μου, «ας είναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει».