ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


21/2/15

Ολονυχτία (Νικηφόρος Βρεττάκος)


Δε με κατάλαβες· όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω
τα παράθυρα, πάλευα - όλη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε
τις παλάμες μου πάνω σου σαν
δύο φύλλα ουρανού, και σε σκέπασα.
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
Δίχως χέρια τον κόσμο.


Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)
Από τη συλλογή «Το βάθος του κόσμου» (1961)


18/2/15

Μην πιστεύετε τους απατεώνες


Τώρα υποτίθεται ότι είμαστε σε φάση που κινδυνεύουμε να βγούμε από την Ευρώπη, αλλά εγώ θυμάμαι τουλάχιστον τρεις φορές στο παρελθόν που μπαίναμε. Η πιο παλιά πρέπει να ήταν το 1979 ή 80 ή κάπου εκεί γύρω που σύμφωνα με τις θρυλικές αφηγήσεις της εποχής η λεωφόρος Συγγρού δενδροφυτεύτηκε μέσα σε ένα βράδυ ώστε να περάσει ο Ζισκάρ ντ’ Εσταίν να πάει στο Ζάππειο να υπογράψει την προσχώρησή μας στην (τότε) ΕΟΚ αλαμπρατσέτα με τον Καραμανλή τον πρεσβύτερο. Η πιο πρόσφατη ήταν η ΟΝΕ όπου μπήκαμε το 2002 με το Σημίτη να βγάζει κάτι ευρώ από το ΑΤΜ κι εκείνη την αλήστου μνήμης εμπειρία του διαρκούς πολλαπλασιασμού επί 340,75 που ήταν η ισοτιμία σε δραχμές (σε αντίθεση με πιο πονηρούς λαούς όπως οι Γερμανοί που είχαν ισοτιμία ένα ευρώ = δυο μάρκα και δεν μπερδευόντουσαν και τόσο).

Στο ενδιάμεσο πάντως υπήρξε μια άλλη κομβική χρονολογία, αν θυμάμαι καλά το 1992 που τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη του Μάαστριχτ, και για την οποία είχε νωρίτερα αναπτυχθεί επίσης μια ορισμένη μεταφυσική τύπου «το ’92 που θα αλλάξουν όλα» και «αυτά θα λέμε στους εταίρους μας το ’92;» και κάτι τέτοια χαριτωμένα. Την εποχή εκείνη μπαίναμε ξανά μανά σε μια ορισμένη Ευρώπη, ωστόσο δεν ήταν πολύ σαφές τι ακριβώς θα άλλαζε στην καθημερινότητα, τουλάχιστον για όσους δεν ασχολούνταν με κινήσεις κεφαλαίων και υπηρεσιών που θα «άνοιγαν» και θα υπερέβαιναν τα εθνικά σύνορα με κάποιο τρόπο απροσδιόριστο στους κοινούς θνητούς. Σαφήνεια δεν υπήρχε, υπήρχε όμως προσδοκία, χώρια η χαρούμενη αίσθηση ότι είμαστε προχώ Ευρωπαίοι και θα ταξιδεύουμε κυριλέ χωρίς βίζες και διαβατήρια, τουλάχιστον στην κοινή μας ευρωπαϊκή πατρίδα (εντάξει, εκτός από κάτι κρυόκωλους Άγγλους που θα ζήταγαν διαβατήρια).

Λίγους μήνες πριν το μαγικό ’92 ασχολούμουν με τα πρώτα στάδια της διατριβής μου και ζούσα μια αθώα μεταφοιτητική περίοδο που χαρακτηριζόταν από μια γενικώς αδρανή εργαστηριακή καθημερινότητα με μερικές εκλάμψεις συλλογής σαλιγκαριών και κάπως εκτεταμένες καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν σε μια από αυτές τις περιόδους που με επισκέφτηκε κάπως απρογραμμάτιστα στην Ικαρία ο φίλος μου ο Χ., παλαιός συμμαθητής και αργότερα μαθητευόμενος οικονομολόγος που προσώρας βιοποριζόταν ως βοηθός λογιστή. Δεν είχα ιδέα σε τι ακριβώς χρησιμεύει ένας βοηθός λογιστή, αλλά και ο Χ. δεν είχε ιδέα σε τι χρησιμεύει ένας μοριακός βιολόγος που ερευνά τα σαλιγκάρια, οπότε από αυτή τη σκοπιά είμασταν πάτσι. Πάντως ενώ εκείνος δεν εξεδήλωσε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μοριακή μαλακιολογία, εγώ δεν έχανα ευκαιρία να μυηθώ στα επαγγελματικά του, ειδικά όταν άρχισε κάτι μισόλογα ότι έπιασε δουλειά σε μια εταιρία που κάνουνε μπιγκ μπίζνες.

- Δηλαδή τι μπιγκ μπίζνες; Τι παράγετε;
- Δεν παράγουμε προϊόντα. Εμπορευόμαστε. Προϊόντα και υπηρεσίες.
- Δηλαδή τι προϊόντα και τι υπηρεσίες;
- Γενικής φύσεως.
- Τι φύσεως ακριβώς;
- Δε μπορώ να σου πω.


Βέβαια η allure μυστηρίου που έβαζε στα λόγια του δεν κόλλαγε πάρα πολύ με το υπόλοιπο image καθότι κατά τα λοιπά έμοιαζε με φοιτητή σε καλοκαιρινές διακοπές, δηλαδή αυτό ακριβώς που ήταν την εποχή εκείνη κατά κύριο λόγο. Τελικά βέβαια με τη βοήθεια λίγης αλκοόλης στα κατάλληλα σημεία, η γλώσσα του λύθηκε και μου εξιστόρησε τις δραστηριότητες της εταιρίας με το νι και με το σίγμα. Ίσως και με υπερβολική λεπτομέρεια ενίοτε, αλλά καθώς ο φίλος ήταν σαφώς επιρρεπής στο φιδεμπόριο εκείνη την περίοδο, δεν παίρνω και όρκο για τις πιο σκαμπρόζικες λεπτομέρειες. Τη βασική δραστηριότητα της εταιρίας πάντως την είχα δει με τα μάτια μου λίγο καιρό πριν.

Ήταν μια Κυριακή του Μάη αν θυμάμαι καλά, που είδα μια ολοσέλιδη διαφήμιση σε τρεις τουλάχιστον κυριακάτικες εφημερίδες (Καθημερινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία) και υποψιάζομαι ότι θα υπήρχε και αλλού. Η διαφήμιση έδειχνε ένα πολυτελές αυτοκίνητο, νομίζω μια Μερσεντές, και έγραφε από πάνω με μεγάλα γράμματα: «ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ; ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΤΩΡΑ». Εμένα δε μου άρεσε και φυσικά δε θα γινόταν ποτέ δικό μου, θυμάμαι πάντως ότι το διαφημιζόμενο προϊόν δεν ήταν το ίδιο το αμάξι, αλλά ένα καταναλωτικό δάνειο με το οποίο θα μπορούσες να αποκτήσεις το αμάξι ή ό,τι άλλο γούσταρες. Την εποχή εκείνη τα τραπεζικά επιτόκια στη χώρα ήταν της τάξης του 15-20% (εποχή στασιμοπληθωρισμού γαρ). Πλην όμως η διαφήμιση υποσχόταν ότι η εταιρία θα μεσολαβούσε μέσω κάποια απροσδιόριστης διαδικασίας να πάρει κανείς δάνειο από γερμανική τράπεζα με γερμανικά επιτόκια – της τάξης του 3% ας πούμε. Μόλις θα μπαίναμε στην Ευρώπη (ξανά...) το ’92, ο συναλλαγματικός κίνδυνος και καλά θα εξαλειφόταν και οι ροές κεφαλαίων (και δανείων) θα ήταν ελεύθερες. Αυτό που έκανε η εταιρία ήταν να φέρνει το ’92 μερικούς μήνες πιο μπροστά. Ζητούσε μόνο ένα ευτελές ποσό για έξοδα φακέλου – χίλιες δραχμές. Σε ταχυδρομική θυρίδα.

- Κατάλαβες;
- Όχι. Δε θέλω Μερσεντές.
- Είσαι ηλίθιος. Δεν υπάρχει Μερσεντές.
- Και τι δείχνετε εκεί πέρα;
- Δεν «δείχνουμε». Αυτός δείχνει. Εγώ υπάλληλος είμαι, κρατάω απλώς κάποια βιβλία και όχι τα κανονικά. Τα δεύτερα.
- Ποια δεύτερα;
- Είσαι τελείως βλάκας. Δεν υπάρχει σοβαρή επιχείρηση χωρίς διπλά βιβλία. Ένα κανονικό κι ένα για την εφορία.


Έξυσα το κεφάλι μου.

- Δηλαδή είναι κάποια μορφή απάτης;
- Κάποια μορφή; Κομπίνα κανονική είναι. Αεριτζίδικο. Βρωμάει από χιλιόμετρα.
- Κι αφού βρωμάει από χιλιόμετρα γιατί να τσιμπήσει ο πελάτης;

Ο Χ. άρχισε να φυσάει και να ξεφυσάει, δήθεν αγανακτισμένος. Κάποια στιγμή μου λέει επιτακτικά:

- Δώσε ένα χιλιάρικο.

Έβγαλα ένα χιλιάρικο και το ακούμπησα στο τραπέζι. Δεν το πήρε.

- Τώρα δώσε ένα πεντοχίλιαρο.
- Ε, όχι και πεντοχίλιαρο!
- Αυτό ακριβώς, μπουμπούνα. Μου ακουμπάς άνετα ένα χιλιάρικο διότι είναι σχετικά ευτελές. Αν ήταν πεντοχίλιαρο θα κόλωνες. Αυτό κάνει και ο τύπος. Πληρώνει ολοσέλιδες καταχωρήσεις σε σοβαρές εφημερίδες, τάχα. Δείχνει γυαλιστερή Μερσεντέ, που μην κοιτάς εσύ που είσαι κουλτουριάρης και δε σκαμπάζεις από αμάξια, πολλοί τη ζαχαρώνουνε για μόστρα. Τους πουλάει φούμαρα ότι μπορούν να την αγοράσουν με γερμανικές τιμές και γερμανικό δάνειο με χαμηλά επιτόκια. Δεν είναι πολύ ρεαλιστικό, αλλά τους κλείνει το μάτι με το ’92 και τους ευρωπαίους και τα κεφάλαια κι έτσι. Εκατό θα το δουν, πέντε θα τσιμπήσουν κάπως, αν και θα σκεφτούν ότι ίσως είναι κομπίνα.
- Και πώς κερδίζει ο τύπος;
- Ζητάει ένα μικροποσό. Σου λέει ο άλλος
«άμα ισχύει, παίζει να βγάλω φτηνά δάνειο, άμα δεν ισχύει έχω χάσει μόνο ένα χιλιάρικο». Και στέλνει το χιλιαρικάκι στη θυρίδα. Έρανος κανονικός.
- Καλά ρε, και πόσοι να την πατήσουν έτσι;


Ο Χ. έκανε μια κίνηση «έτσι κι έτσι» με το χέρι και παρίστανε ότι το σκέφτεται λίγο. Στο τέλος αποφάνθηκε:

- Τέσσερις – πέντε χιλιάδες.
- Παρντόν; Δηλαδή ο τύπος μάζεψε...
- Τέσσερα – πέντε μύρια, μείον τα έξοδα δημοσίευσης. Σε μια βδομάδα – δέκα μέρες. Δε σε χάλασε, ε;


Παραδέχτηκα ότι για δέκα ημερών δουλειά ήταν σημαντικό ποσό, αν σκεφτεί κανείς ότι η μηνιαία υποτροφία μου (που την ξόδευα μέχρι κεραίας σε καφέδες, τσιγάρα και εφημερίδες) ήταν πενήντα χιλιάρικα της εποχής.

- Και ολόκληρη εταιρία αυτό κάνει μόνο;
- Όχι ρε, κάνει κι άλλα. Αλλά σιγά την εταιρία, αυτός είναι μόνο, ένας Αλβανός στην αποθήκη, κι εγώ παιδί για τα θελήματα. Δηλαδή βοηθός λογιστή.
- Και η αποθήκη τι έχει μέσα, γυαλιστερές Μερσεντέ σε φωτογραφία;
- Όχι ρε, βιντεοκασέτες. Τσόντες κυρίως. Από αυτές που πουλάνε στην Ομόνοια.
- Α, αυτά είναι τα προϊόντα που εμπορεύεστε;
- Δεν είμαι βέβαιος. Αυτά έχω δει πάντως.


Ήπιε δυο γουλιές ακόμα από το ποτό του και έσκυψε προς εμένα, δήθεν εμπιστευτικά.

- Τώρα όμως θα κάνει μια ακόμα πιο μεγάλη μπίζνα.
- Δηλαδή τι μπίζνα;
- Δε μπορώ να σου πω.
- Ε, άντε και γα..., με έσκασες, λέγε.
- Καλά. Λέω. Λοιπόν, θα τους τάξει γυαλιστερή Μερσεντέ με γερμανικό δάνειο.


Τον έβρισα χυδαιότατα· εκείνος έβαλε τα γέλια. Είχε προφανώς μεθύσει. Επέμεινε όμως ότι υπάρχει ένα μεγαλοφυές σχέδιο του αφεντικού να επαναλάβει την κομπίνα. Του επεσήμανα ότι αυτό κάηκε πια διότι εξέλιπαν τα κορόιδα, καθότι όποιος κάηκε στο χυλό φυσάει και το γιαούρτι. Μου εξήγησε υπομονετικά, αν και ψευδίζοντας πότε πότε, ότι αυτή τη φορά θα δούλευε πολύ καλύτερα το σχήμα. Αυτή τη φορά δε θα υπήρχε θυρίδα. Θα υπήρχε κανονικά κτίριο, γραφεία, υπολογιστές, γραμματείς... Σοβαρή εταιρία κι έτσι. Θα έβρισκαν μια εταιρία από αυτές που κλείνουν τον Αύγουστο και στέλνουν τους εργαζόμενους διακοπές. Θα υπενοικίαζαν το χώρο, θα κρεμάγανε άλλη ταμπέλα, θα βάζανε δυο τρεις γκομενίτσες να κάνουν τις γραμματείς και θα δέχονταν το κοινό κανονικά, εισπράττοντας ένα πεντοχίλιαρο για έξοδα φακέλου και κλείνοντας ραντεβού για αρχές Σεπτέβρη. Το Σεπτέβρη που θα έρχονταν να κανονίσουν το δάνειο το αφεντικό θα είχε γίνει μπουχός με τα πεντοχίλιαρα.

- Μαλακία. Ποιος θα το φάει αυτό, ειδικά άμα έχει καεί προηγουμένως με το χιλιάρικο.
- Μα γι’ αυτό ακριβώς. Θα ξανακάνει διαφημιστική εκστρατεία με παρόμοια γυαλιστερή Μερσεντέ και φοβερά πιασάρικο τίτλο:
«ΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΤΟΥΣ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ». Και από κάτω «Μην αφήνετε να σας εξαπατούν – Ελάτε σε εμάς να γνωριστούμε από κοντά». Δεν είναι γαμώ; Ο κάθε καμένος από την προηγούμενη κομπίνα θα έρχεται να πάρει το αίμα του πίσω. Σαν τον τύπο που χάνει στην πόκα και παίζει τα ρέστα του για να ρεφάρει κατάλαβες;
- Καλά, δεν είπαμε ότι το πεντοχίλιαρο είναι κάμποσα λεφτά και θα το σκεφτεί ο άλλος;
- Μα θα το σκεφτεί, δε θα τα δώσουν όλοι. Αλλά χίλιοι «ξύπνιοι» να βρεθούνε, να άλλα πέντε μύρια μάνι μάνι.
- Κι εσύ τι θα κάνεις εκεί πέρα;
- Επίβλεψη στις γκομενίτσες ρε, τι άλλο να κάνω;
είπε κι έβαλε τα γέλια. Απλά αύριο θα πάρω τηλέφωνο να δω πότε πρέπει να γυρίσω Αθήνα να αρχίσω την επίβλεψη.

Κάπου εκεί τον πήρε ο ύπνος πάνω στην καρέκλα. Τον έσυρα με τα χίλια ζόρια σπίτι λίγο πριν ξημερώσει ή ίσως λίγο μετά. Ξυπνήσαμε περασμένο μεσημέρι, κατεβήκαμε για καφέ και τάβλι στου Αυγά πριν πάμε για μπάνιο. Κάποια στιγμή σηκώθηκε να πάει στο περίπτερο για τηλεφώνημα (μιλάμε για 1991, που ακόμα πήγαινες στο περίπτερο). Γύρισε μετά από λίγο προβληματισμένος μάλλον.

- Τι έγινε; Πότε φεύγεις τελικά.
- Δε φεύγω. Όπως τα κόβω μπορώ να κάτσω εδώ καιρό, ακόμα και τον Αύγουστο.
- Τι, δεν θα γυρίσεις να επιβλέψεις γκομενίτσες;
- Δεν υπάρχουν γκομενίτσες.
- Πώς όχι; Και το μεγαλοφυές σχέδιο;
- Δεν έχει σχέδιο. Αναβάλλεται. Και με βλέπω να ψάχνω για δουλειά σύντομα.
- Γιατί ρε, τι παίχτηκε;
- Διότι ο μπος είναι εκτάκτως στη μπουζού...


Άρχισα να χαχανίζω κρατώντας την κοιλιά μου. Ο Χ. έπιασε τα ζάρια και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει το πλακωτό.

- ...καθότι τον μάγκωσαν για τις τσόντες.
- Τι, το τμήμα Ηθών;
- Όχι ρε, το τελωνείο. Ξέχασα να σου πω ότι οι τσόντες ήτανε λαθραίες, χωρίς ταινία γνησιότητας. Κάπως τις εντόπισαν και βρήκαν την πηγή. Τώρα δε βλέπω να ξεμπλέκει σύντομα, έχει και χρέη και ακάλυπτες επιταγές και πάλι καλά να λες που εγώ δε φαίνομαι πουθενά. Αλλά θα πρέπει να ψάχνω για καμιά δουλειά λιγότερο μπιγκ μπίζνες, μου φαίνεται. Σκατά, ασόδυο... Παίξε... Παίξε ρε μαλάκα, μη γελάς.


13/2/15

Περαστικά

Παρατυχόν φαρμακείο στο Ηράκλειο, από το Google Street View.

Χώθηκα στο φαρμακείο περισσότερο για να προστατευτώ από τη βροχή παρά επειδή χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή επειγόντως τα φάρμακα· άλλωστε ο γιατρός μου είχε εξηγήσει ότι κουβαλάω ήδη την ιγμορίτιδα επί μήνες και η θεραπεία θα τραβήξει σε μάκρος. Άφησα τη συνταγή πάνω στον πάγκο· η ωραία κυρία με το όνομα Άρτεμις που βρίσκεται συνήθως πίσω του μου εξήγησε ότι θα πρέπει να περιμένω λίγο μέχρι να στείλουν τις ρινικές εισπνοές από τη φαρμακαποθήκη διότι δεν τις έχει σε απόθεμα. Δεν βιαζόμουνα, καθώς η βροχή δεν έδειχνε σημάδια υποχώρησης. Περίμενα.

Ο άλλος μπήκε φορώντας ένα αδιάβροχο με κουκούλα. Έσταζε. Κατέβασε την κουκούλα και φάνηκαν τα βρεγμένα γυαλιά του.

- Χάλια ο καιρός, ε; σχολίασε η ωραία Άρτεμις.
- Τι να κάνουμε, είπε στωικά ο αδιάβροχος, δεν είναι και στο χέρι μας.

Άφησε πάνω στον πάγκο μια άλλη συνταγή· το μάτι μου έπεσε στην ημερομηνία γέννησής του. Πενηντάρης και κάμποσο. Δεν του φαινότανε, θα τον έκανα δέκα χρόνια κάτω. Αν ήταν κάπως πιο αδύνατος ίσως και περισσότερα. Η Άρτεμις σκάλισε τα συρτάρια και έβγαλε κάτι χάπια. Αναγνώρισα τη συσκευασία.

«Αρτηριακή υπέρταση», σκέφτηκα. Γενόσημα.

Η κοπέλα έβγαλε ένα δεύτερο κουτί με κάτι άλλα χάπια από ένα άλλο συρτάρι.

- Αυτά θα τα παίρνετε μεσημέρι-βράδυ μετά το φαγητό, του εξήγησε.
- Αυτά είναι για το ζάχαρο, ε;
- Ακριβώς.


Πάνω στην ώρα εμφανίστηκε ο ντελιβεράς από τη φαρμακαποθήκη με τις εισπνοές μου. Η Άρτεμις στράφηκε στον άλλον.

- Μισό λεπτό να τελειώσω με τον κύριο που περιμένει...
- Αλίμονο, ούτε λόγος,
είπε ο άλλος. Ο κύριος προηγείται.

Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει κι εγώ εξακολουθούσα να μη βιάζομαι, οπότε σε μια κρίση υστερόβουλης μεγαλοψυχίας του παραχώρησα τη σειρά μου. Ο τύπος με ευχαρίστησε χαμογελώντας. Πλήρωσε, πήρε τα χάπια του και τα έχωσε σε ένα μικροσκοπικό τσαντάκι μέσης που δεν καλοφαινόταν κάτω από το αδιάβροχο. Στράφηκε να φύγει αλλά κοντοστάθηκε στην έξοδο καθώς η βροχή δυνάμωνε. Στο μεταξύ η Άρτεμις μου έδωσε να υπογράψω την εκτέλεση της συνταγής και πληκτρολόγησε τη λυπητερή στην ταμειακή. Πλήρωσα κι εγώ και πήρα τα δικά μου.

- Περαστικά σας, μου είπε χαμογελαστή η φαρμακοποιός.
- Δε βαριέστε, ακούστηκε η φωνή του άλλου που προφανώς νόμιζε ότι απευθυνόταν σε κείνον. Από το πέρασμα του χρόνου δε γιατρεύεται κανείς.

2/2/15

Πάμε στον Άδωνι για ταξίδι στην Ικαρία

Να έχεις βιβλιοπωλείο και να μπλέκεις τη Φάρμα των Ζώων με το 1984. Αλλά δε βαριέσαι, μερικά ζώα είναι πιο ίσα από άλλα, που (δεν) έλεγε και ο Καμπέ.

Την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα φίρμα ή τέλος πάντων δεν ήταν η φίρμα που είναι σήμερα. Βεβαίως ούτε εγώ ήμουν η φίρμα της μπλογκόσφαιρας που είμαι σήμερα (χο χο χο) καθώς μάλλον δεν είχα ιδέα τι είναι μπλογκ (αν υπήρχε τότε η έννοια). Πάντως μην πάει το μυαλό σας στην αρχαιότητα, αυτά συνέβαιναν τον 21ο αιώνα, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να οργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν είχε ακόμα πάρει το Γιούρο, καίτοι είχε ήδη στα χέρια της το Ευρώ.

Ζούσα τότε στην Αθήνα και ψαχνόμουν επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα έκανα στο μέλλον (σε αντίθεση με σήμερα που ζω στο Ηράκλειο και ψάχνομαι επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα κάνω στο μέλλον). Μια Κυριακή πρωί είχα ανέβει μέχρι την Καισαριανή για ένα μνημόσυνο ενός πρόωρα αποδημήσαντος συγχωριανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε και ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια ώστε να προκύπτει κοινωνική υποχρέωση, αλλά κάπως μου είχε έρθει τότε και πήγα. Ατυχώς, μια και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι και παρακαθήμενοι στον καφέ ήταν άνθρωποι άλλης γενιάς (εγώ τότε μπορούσα ακόμα να θεωρηθώ κάπως καταχρηστικά «νέος»), έπληττα κάπως και για να διαχειριστώ την αμηχανία χάζευα τις εφημερίδες που είχε αγοράσει ο διπλανός μου από το περίπτερο της πλατείας. Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή» (πολλά χρόνια πριν έρθει στη μόδα και γίνει κυβερνητικό φύλλο) έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε την πλατεία του Ευδήλου από ψηλά. Το κείμενο που συνόδευε ήταν μια βιβλιοκριτική, αν και παραδόξως δεν ήταν στη στήλη που κανονικά βρίσκονταν οι βιβλιοκριτικές αλλά σε μια σελίδα με «γνώμες αναγνωστών» ή κάτι τέτοιο.

Αποχαιρέτισα τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, αγόρασα το φύλλο της ημέρας και μαζεύτηκα σπίτι όπου αποδελτίωσα την επίμαχη βιβλιοκριτική. Αναφερόταν σε ένα μυθιστόρημα που προφανώς διαδραματιζόταν στην Ικαρία και ο τίτλος του συνέπιπτε με ένα σύγγραμμα του 18ου αιώνα κάποιου Γάλλου ουτοπικού σοσιαλιστή ονόματι Καμπέ που το είχε τιτλοφορήσει «Ταξίδι στην Ικαρία», μάλλον χωρίς να έχει πάει ποτέ στο νησί. Η αρθρογράφος (άγνωστη σε εμένα) έβρισκε διάφορες παραλληλίες ανάμεσα στο κείμενο του 18ου αιώνα και στο μυθιστόρημα του 21ου αλλά ιδιαίτερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου δεν έδινε. Πάντως κινούσε αρκετά την περιέργεια ώστε να το ψάξει κανείς. Σημείωσα τίτλο, συγγραφέα και εκδοτικό οίκο· εκτός από τον τίτλο που τον είχα ξανακούσει σε μια κουβέντα λόγω του Καμπέ, ο συγγραφέας και οι εκδότες μου ήταν άγνωστοι.

Το επόμενο Σάββατο κατέβηκα στο κέντρο και περιπλανήθηκα στα βιβλιοπωλεία. Ρώτησα εδώ κι εκεί για το βιβλίο· δεν το ήξεραν. Κατέβηκα τα σκαλάκια της Πολιτείας, ρώτησα τη Ραχήλ που με συμπαθεί διαχρονικώς από την πολύ παλιά εποχή που δούλευε στο Θεμέλιο αν το ξέρει· δεν της θύμιζε κάτι. Με παρέπεμψε σε έναν νεαρό πίσω από έναν υπολογιστή. Ο ευγενέστατος και συμπαθέστατος νεαρός το έψαξε με τον τίτλο και το συγγραφέα· δεν βρήκε τίποτα. Με ρώτησε για τον εκδοτικό οίκο. Κοίταξα το σκονάκι μου.

- Γεωργιάδης, είπα.

Ο νεαρός με κοίταξε με ένα βλοσυρό, σκοτεινιασμένο βλέμμα. Η ευγένεια πήγε περίπατο.

- Δεν φέρνουμε τέτοια πράγματα εμείς, κύριε
, είπε αυστηρά και πέρασε στον επόμενο.

Το «τέτοια πράγματα» το είπε λες και του είχα ζητήσει κάτι σε πορνογραφία, ναρκωτικά ή άρλεκιν. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, επέμεινα.

- Και που μπορώ να το βρω τότε;

Με κοίταξε όπως κοιτάς ένα βλαμμένο. Μάλλον έκρινε ότι όντως είμαι βλαμμένος, πάντως έφτυσε μια απάντηση έμπλεος περιφρόνησης.

- Σόλωνος, πιο κάτω, δεν ξέρω το νούμερο, κάπου δεξιά. Θα αναγνωρίσεις τη βιτρίνα.

Κατηφόρισα τη Σόλωνος κοιτάζοντας δεξιά ψάχνοντας για σχετική ταμπέλα. Σε ένα σημείο είδα σπασμένα γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Κοίταξα το μαγαζί δίπλα· ήταν ένα βιβλιοπωλείο με κατεβασμένα ρολά, διπλοκλειδωμένο. Τα τζάμια ήταν σπασμένα πέρα ως πέρα, και κάποιος είχε γράψει με μαύρο σπρέι «Έξω οι φασίστες» και το περίκλειστο άλφα της αναρχίας. Έριξα μια ματιά σε ό,τι είχε απομείνει από τη βιτρίνα· βιβλία του Σαράντου Καργάκου, κάτι άλλα για την ομάδα Έψιλον, κάτι για τους Αρχαίους Έλληνες που είχαν ανακαλύψει την Αμερική. Ξαφνικά φωτίστηκα· ο εκδοτικός οίκος Γεωργιάδης ήταν εκείνου του γραφικού τύπου που έβγαινε στο Τελεάστυ ή όπως αλλιώς λέγανε το κανάλι του Καρατζαφέρη και έκανε δημοπρασίες βιβλίων που έλεγαν κάτι τέτοια αρχαιοπαρμένα. Είπαμε, δεν ήταν ακόμα φίρμα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο πεδίο της trash TV, αρκετά ώστε να τον παρωδεί ο Μητσικώστας. Δεν το έλεγες και σοβαρό πολύ, οπότε κάπως αντελήφθην από πού πήγαζε το αιφνιδίως βλοσυρό ύφος του υπαλλήλου στην Πολιτεία.

Ναι, αλλά η Ικαρία πού κόλλαγε; Και η Αυγή, διάολε; Ξαναέριξα μια ματιά στη θρυμματισμένη βιτρίνα: παρακμιακή αρχαιολατρεία, Καργάκος, εξωγήινοι. Α, και ένα σημείωμα που έλεγε: Κεντρική Διάθεση, οδός Τάδε. Ήταν ένα μικροσκοπικό δρομάκι λίγο πιο πέρα, στις παρυφές των Εξαρχείων. Η περιέργειά μου ήταν πιο ισχυρή από τη σχετική αποστροφή προς την προγονοπληξία, και άρχισα να βαδίζω προς την οδό Τάδε. Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς ήταν, αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω τα γνώριμα σημάδια: σπασμένα τζάμια, ένα τεράστιο άλφα σε κύκλο με μαύρο σπρέι, ένας καμένος κάδος σκουπιδιών, προφανώς από μολότωφ. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Ολάνοιχτο, για την ακρίβεια, η βιτρίνα έλειπε σχεδόν εξολοκλήρου.

Μπροστά από την πόρτα στέκονταν δυο σφίχτες με ξυρισμένα κεφάλια, άρβυλα και πέτσινα μπουφάν. Πίσω τους, ακριβώς στο σκαλί της πόρτας, στεκόταν αυτός που θα γινόταν αργότερα φίρμα. Φορούσε άσπρο πουπουλένιο μπουφανάκι και κοιτούσε γύρω-γύρω ερευνητικά ενώ παράλληλα μασούσε πασατέμπο. Πλησίασα και κοίταξα κι εγώ γύρω-γύρω.

- Τι έγινε εδώ ρε παιδιά, σας την πέσανε;

Κανείς δεν απάντησε. Έκανα να πλησιάσω προς την πόρτα. Με σταμάτησε ο ένας από τους σφίχτες.

- Πού πας;
- Ψάχνω ένα βιβλίο.


Γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον ασπροφορεμένο με τον πασατέμπο. Αυτός σταμάτησε το μασούλημα και με κοίταξε ερευνητικά. Με το μαύρο παλτό και τη μαλλούρα δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον από την ομήγυρη.

- Ποιο βιβλίο;
- Το «Ταξίδι στην Ικαρία».


Έκανε ένα νεύμα στο σφίχτη, ο οποίος με άφησε να περάσω. Στριμώχτηκα δίπλα του για να μπω· δεν παραμέρισε στο ελάχιστο. Το μαγαζί ήταν ουσιαστικά αποθήκη βιβλίων, δεμένων σε ντάνες. Κάποιος άλλος ήταν πίσω από έναν πάγκο.

- Πόσα θες; Δέκα; Είκοσι;
- Ένα.
- Ένα μόνο;
- Για μένα το θέλω.
- Εδώ είμαστε χονδρική.
- Πήγα στη λιανική και είχατε κατεβάσει ρολά. Βρήκα μόνο σπασμένες βιτρίνες.


Κοίταξα γύρω-γύρω και συμπλήρωσα:

- ...κι εδώ δηλαδή τα ίδια χάλια.
- ΕΙΔΕΣ; ΕΙΔΕΣ;
ακούστηκε στριγγή η φωνή του Αδώνιδος. ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ!

Δεν είχα συνηθίσει τη φωνή του τότε (ούτε και σήμερα την αντέχω βέβαια) κι αισθάνθηκα κάπως άβολα, χώρια οι σφίχτες απόξω και τα καχύποπτα βλέμματα.

- Να του δώσω ένα; ρώτησε ο τύπος από τον πάγκο τον Άδωνι.

Αυτός έγνεψε «ναι» και ξανάρχισε να μασάει πασατέμπο. Πλήρωσα δέκα ευρώ, έχωσα το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και στριμώχτηκα πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά παραμέρισε λίγο. Παραμέρισαν και οι σφίχτερμεν. Έκοψα γρήγορα από τα στενά μην τυχόν με πάρει κάνα μάτι κανενός γνωστού ότι ψωνίζω από το Γεωργιάδη και γίνω ρεντίκολο. Ας όψεται η Ικαρία. Και η «Αυγή» βέβαια, ούτε λόγος.


Σ.Σ. Το βιβλίο του κ. Βασίλη Σεβδαλή «Ταξίδι στην Ικαρία» από τις εκδόσεις Γεωργιάδη το ερεύνησα εξονυχιστικά ψάχνοντας να βρω τι σχέση έχει η Ικαρία με την αρχαιοπληξία και την ακροδεξιά ιδεολογία του εκδότη. Δε βρήκα τίποτα· ένα μυθιστόρημα με σκηνικό την Ικαρία, από μέτριο έως κακό, αλλά ούτε ίχνος ακροδεξιάς. Κάτι μυθοπλαστικά ευρήματα της πυρκαγιάς, κάτι αναληθοφάνειες της κακιάς ώρας, λίγο σεξ και λίγη τρομοκρατία, χαρακτήρες-καρτούν, κάμποσο κουλέρ-λοκάλ, περίπου όλη η ελληνική λογοτεχνία του συρμού δηλαδή. Σκέφτηκα ότι θα έψαξε για εκδότη και δεν θα βρήκε άλλον, μπορεί να ήξερε τους Γεωργιάδηδες από κάπου, άντε βρες άκρη. Απόρησα λίγο που γράφτηκε κριτική επ' αυτού στην Αυγή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι από τη συγκεκριμένη σελίδα «φιλοξενουμένων» είχαν παρελάσει σε μια φάση διάφοροι μυστήριοι, μέχρι και κάτι δωδεκαθεϊστές. Έβαλα το βιβλίο στο ράφι δίπλα στο «Οι οραματιστές της Ικαρίας» της Λιλίκας Νάκου (επίσης μυθιστόρημα χάλι μαύρο αλλά του ’60 μάλλον) και το ξέχασα. Αργότερα είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα βιβλία που διαδραματίζονται σε πραγματικές ή φαντασιακές Ικαρίες· ορισμένα ήταν ακόμα χειρότερα χάλια.

Στο μεταξύ ο Άδωνις έγινε μέγας και τρανός, τηλεοπτική περσόνα ολκής και βουλευτής, πήρε μεταγραφή, από fringe έγινε mainstream, διατέλεσε υπουργός και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, παντρεύτηκε μια άλλη media celebrity και απέκτησε το προσωνύμιο Μπουμπούκος. Με αυτό το τελευταίο τον βρίσκω καμιά φορά στα social media, όπως σε μια σελίδα στο Facebook που λεγόταν κάτι σαν «Αποχαιρετάμε το Μπουμπούκο που φεύγει από την Ελλάδα», τρολάροντας την εκπεφρασμένη βούληση του εν λόγω να αλλάξει χώρα αν επικρατήσουν οι αριστεροί. Η σελίδα φιλοδοξούσε να μαζέψει αριθμό υποστηρικτών μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφοφόρων του Αδώνιδος, αν και δε νομίζω να τα είχε καταφέρει μέχρι χτες καθότι δεν είναι και λίγοι οι φαν του ανδρός. Πάντως χάρη σε αυτή την απόπειρα θυμήθηκα το κάπως ατυχές brief encounter που είχαμε με τον Άδωνι.

Να πω για να είμαι δίκαιος ότι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης (και όχι του συνήθους καταδικάζωτηβίααπόόπουκιανπροέρχεται) με βρίσκουν πλήρως και κατηγορηματικά αντίθετο οι «επαναστατικές» ενέργειες πυρπόλησης του βιβλιοπωλείου του Γεωργιάδη που ελάμβαναν χώρα σε εβδομαδιαία βάση μια εποχή καθώς ο τύπος επέμενε να έχει το μαγαζί του στις παρυφές των Εξαρχείων που ορισμένοι θεωρούν γκέτο και άβατο. Εγώ πάλι θεωρώ ότι πρέπει να καταλυθεί το άβατο της ανθρώπινης βλακείας μάλλον, αυτής που οδηγεί στο φασισμό αλλά και σε κάτι αυτόκλητους τιμωρούς της άλλης πλευράς που καλό δεν κάνουν σε κανέναν. Από ό,τι φαίνεται βέβαια κάψε-κάψε στο τέλος τους πέρασε, και τώρα η επιχείρηση του Γεωργιάδη βρίσκεται εκτός κέντρου Αθήνας από όσο ξέρω.

Ατυχώς οι ιδέες του κυκλοφορούν παντού· μάλλον αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.

Το πρωτότυπο «Ταξίδι στην Ικαρία» του Ετιέν Καμπέ σε μετάφραση Ηρώς Τσαρνά-Κόχυλα και επιμέλεια Μάκη Καβουριάρη εκδόθηκε το 2010 από την Εταιρία Ικαριακών Μελετών αν και δεν έχει κανένα ιδιαιτέρως ικαριακό θέμα (εκτός αν θεωρήσουμε την ουτοπία κάτι βαθιά ικαριακό, οπότε πάλι μέσα είμαστε).