ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


27/9/15

Ρεπορτάζ

Πρόσφυγες ενώ επιβιβάζονται σε λεωφορεία με προορισμό τον Ελαιώνα (© EUROKINISSI/ Γιώργος Κονταρίνης, από την Εφημερίδα των Συντακτών).

Δεν πολυπηγαίνω πια στην Αθήνα, αλλά ως συνεπής ετεροδημότης βρέθηκα την περασμένη εβδομάδα για τις εκλογές. Κατέβηκα Σάββατο μεσημέρι στο κέντρο να κάνω κάτι δουλίτσες και κάτι μικροψώνια που λόγω της γνωστής ικαριακής νωχέλειας δεν έχω ασχοληθεί τόσα χρόνια να βρω πώς μπορώ να τα κάνω στο Ηράκλειο. Εκεί που κατηφόριζα την Πανεπιστημίου για να εντοπίσω ένα λουράκι ωρολογίου χειρός, βλέπω στο πεζοδρόμιο, λίγο πριν τη Χαριλάου Τρικούπη, να κάθονται κατάχαμα καμιά τριανταριά πρόσφυγες.

Δεν μπορούσες να τους πάρεις για τίποτα άλλο, άντρες και γυναικόπαιδα αντάμα, με ένα σακκιδιάκι ο καθένας, κάτι περίμεναν. Σταμάτησα και τους περιεργάστηκα λίγο. Δε μου φάνηκαν εξαθλιωμένοι ή κάτι τέτοιο· καθαροί, σχετικά καλοντυμένοι, μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα, μερικοί γελούσαν. Δεν είχαν εκείνο τον τρόμο στο βλέμμα που έχω δει σε άλλους απόκληρους. Αν δεν υπήρχαν οι απαραίτητες μαντήλες και τα κάπως λεβαντίνικα χαρακτηριστικά μπορεί και να τους έπαιρνες για ένα μεγάλο γκρουπ εκδρομέων που περιμένουν να περάσει το λεωφορείο τους.

Πάνω στην ώρα κατέφθασε ένα μεγάλο λευκό πούλμαν, από αυτά τα πολυτελή, με μαύρα φιμέ τζάμια. Οι πόρτες άνοιξαν και κατέβηκε ο οδηγός κι ένας άλλος τύπος, εμφανώς Έλληνες. Ο τύπος είχε από ένα κινητό σε κάθε τσέπη, με τα καλώδια του hands free να κατευθύνονται σε διαφορετικό αυτί ανά τηλέφωνο. Μιλούσε σε κάποιον στο ένα τηλέφωνο ενώ ταυτόχρονα άνοιγε το πορτάκι της μπαγκαζιέρας. Το πλήθος σηκώθηκε από το πεζοδρόμιο με εμφανή χαρά. Έκανε ουρά για να αφήσει ο καθένας τη μοναδική αποσκευή του και στη συνέχεια έμπαιναν από τη μεσαία πόρτα στο πούλμαν και καθόντουσαν στη θέση τους. Σε λίγο το πεζοδρόμιο είχε αδειάσει, αλλά το πούλμαν που δεν είχε γεμίσει ακόμα εντελώς περίμενε με ανοιχτές πόρτες. Ο οδηγός κάπνιζε στη μπροστινή πόρτα, ενώ ο καλωδιωμένος τύπος φρουρούσε τη μεσαία και την ανοιχτή μπαγκαζιέρα μιλώντας συνεχώς στο τηλέφωνο.

Πρόσεξα ένα μεσήλικα με άσπρο μπλουζάκι πόλο που πλησίασε, χαιρέτησε τον οδηγό ελληνιστί και μπήκε από τη μπροστινή. Ο κόσμος μέσα στο πούλμαν τον υποδέχτηκε με επιφωνήματα χαράς. Ο τύπος έπιασε το μικρόφωνο και άρχισε να τους μιλάει, μάλλον στα αραβικά. Δεν άκουγα καλά και πλησίασα κάπως από το σημείο που στεκόμουν. Ο οδηγός με κοίταξε ερωτηματικά.

- Τρέχει τίποτα;
- Ειδομενή;
ρώτησα.

Αντί άλλης απάντησης πέταξε εκνευρισμένος το τσιγάρο.

- Είμαστε νόμιμοι, είπε. Τη δουλειά μας κάνουμε.

Δεν αμφέβαλλα· αν ήταν παράνομοι δε θα έδιναν ραντεβού στη μέση της Πανεπιστημίου μέρα μεσημέρι, υπάρχουν ένα σωρό άλλα σημεία να κάνεις τη δουλειά σου. Για λίγη ώρα δεν συνέβη τίποτα, έσβησα κι εγώ το δικό μου τσιγάρο και πήγα να πάρω ένα λουράκι ωρολογίου χειρός. Ξαναπέρασα από το σημείο κάνα δεκάλεπτο αργότερα με το ρολόι με φρέσκο λουράκι στο χέρι. Το πούλμαν ήταν ακόμα εκεί, αλλά η σκηνή είχε ελαφρώς αλλάξει. Ένα δεύτερο πλήθος είχε μαζευτεί και πάσχιζε να χωρέσει τις αποσκευές του στη μπαγκαζιέρα και να μπει στο πούλμαν, αυτή τη φορά από τη μπροστινή πόρτα. Ο καλωδιωμένος έδινε οδηγίες, τις οποίες μετέφραζε ο τυπάκος με το άσπρο μπλουζάκι. Παραπέρα είχαν μαζευτεί πεντέξι περίεργοι και έκαναν χάζι. Πήγα κι εγώ δίπλα τους.

Πρόσεξα μια κοπέλα χωρίς μαντήλα που κρατούσε δυο σημαίες χιαστί στο τέλος της ουράς. Η μία σημαία ήταν ελληνική, η άλλη φαντάζομαι συριακή – πράσινη και μαύρη λωρίδα πάνω και κάτω, και στη μέση λευκή με τρία αστέρια. Δεν ήμουν εντελώς σίγουρος όμως καθότι οι σημαίες μερικών αραβικών κρατών μοιάζουν πολύ, και διαφοροποιούνται λίγο στο αριθμό των αστεριών και στο ακριβές χρώμα της κάθε λωρίδας.

- Τι είναι τούτοι; Τζιχαντιστές; ρώτησε ένας δίπλα μου.

Γύρισα και τον κοίταξα· καμμιά εβδομηνταριά χρονών, εμφάνιση συνταξιούχου.

- Δε νομίζω, είπα.
- Μα για κοίτα τους: φοράνε μαύρα και έχουν μούσια, επέμεινε, δείχνοντάς μου δυο νεαρούς γενειοφόρους με μαύρα t-shirt.

Σκέφτηκα ότι ξέρω στην Κρήτη πάρα πολλούς γενειοφόρους με μαύρα που δεν τους λες και τζιχαντιστές, αλλά περιορίστηκα να παρατηρήσω ότι τα μπλουζάκια γράφανε κάτι στα γαλλικά μάλλον που πρέπει να έλεγε κάτι σαν «βοηθήστε τους πρόσφυγες» και τα αρχικά μιας οργάνωσης, πιθανώς κάποιας MKO.

- Κι εγώ σου λέω ότι είναι τζιχαντιστές, επανέλαβε ο άλλος εμφατικά.
- Αν ήταν τζιχαντιστές, επέμεινα κι εγώ με τη σειρά μου, η κοπέλα δε θα ήταν ξεσκέπαστη, και δε νομίζω να κράταγε ελληνική σημαία.
- Ρε μας δουλεύουνε ρε. Αυτοί ήρθαν εδώ για να...
- Δεν ήρθαν
, τον έκοψα. Φεύγουν. Πάνε αλλού. Αυτό δε θέλετε;

Ο τύπος με κοίταξε με ένα ύφος που έλεγε «είσαι βλάκας». Προσπάθησα να του το επιστρέψω αναλλοίωτο, νομίζω με αρκετή επιτυχία. Απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας. Οι επιβάτες μπήκαν στριμωχτά στο πούλμαν, τελευταία η κοπέλα με τις δύο σημαίες. Ο μεσήλικας με το άσπρο πόλο έμεινε απέξω· τους αποχαιρέτησε καθώς το πούλμαν άναβε φλας για να βγει στη ροή της κυκλοφορίας. Το πεζοδρόμιο ήταν πια εντελώς άδειο.

Ανηφόρισα προς το μετρό· έκανα ένα μικρό κύκλο για να αποφύγω τον εβδομηντάρη με τους «τζιχαντιστές» που στεκόταν και χάζευε τους τίτλους των εφημερίδων σε ένα κιόσκι. Δεν πιστεύω ότι η βλακεία είναι κολλητική, αλλά δε βλάφτει να παίρνεις και μερικά στοιχειώδη μέτρα.

Κοίταξα την ώρα· ίσα που προλάβαινα να χρησιμοποιήσω το ίδιο εισιτήριο του μετρό με το οποίο είχα έρθει.



Σ.Σ. Όπως βρήκα μετά σε σχετικό άρθρο στη wikipedia, η σημαία που κράταγε η κοπέλα δεν ήταν η «επίσημη» σημαία του συριακού κράτους που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση Άσαντ, αλλά η «παλιά» σημαία που κατήργησε το Μπαάθ και έχουν τώρα επαναφέρει σε χρήση οι δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης (εκτός βέβαια από την Αλ-Κάιντα και το Ισλαμικό Χαλιφάτο / ISIS που έχουν δικές τους).

Δεν υπάρχουν σχόλια: