ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


6/9/15

Ένας γέρος στο παγκάκι

Ο κύριος Γιάννης, στο παγκάκι έξω από το Φαρμακείο στο Κεραμέ. Φωτό Ροβυθέ, Αύγουστος 2015.

Καθόταν στο παγκάκι έξω από την είσοδο του φαρμακείου. Μπαίνοντας τον χαιρέτησα· κούνησε το κεφάλι. Βγαίνοντας με σταμάτησε.

- Εσύ με χαιρέτησες γιατί ξέρεις ποιος είμαι, αλλά εγώ δεν ξέρω εσύ ποιος είσαι.


Του είπα, κατά το ικαριακό έθος, τα ονόματα των γονιών μου. Με θυμήθηκε· ίσως να θυμήθηκε και ότι είχα βρεθεί στο σπίτι του μια-δυο φορές πριν λίγα χρόνια.

- Τι κάνουν οι γονείς σου; ρώτησε.

Του είπα την αλήθεια, ότι περνάνε τα χρόνια και το γήρας ου γαρ έρχεται μόνον. Συμφώνησε. Κι αυτός αυτής της γενιάς είναι, άλλωστε. Τον επαίνεσα πάντως που κρατιέται μια χαρά. Μου είπε ότι σε μερικούς, όπως στους δικούς μου, τα προβλήματα ξεκινούν από το κεφάλι, σε άλλους, όπως εκείνος, από τα πόδια. Πού κουράγια τώρα πια.

Ρώτησα αν πηγαίνει ακόμα στα χωράφια. Μου είπε ότι έχει φέρει τα χωράφια κοντά, γύρω από το σπίτι. Ό,τι είναι μακρύτερα το έχει δώσει αλλού, ώστε να μπορεί ο ίδιος να πηγαίνει στα κοντινά. Ρώτησα αν δεν πηγαίνει ούτε στο Δρούτσουλα.

- Όχι, με 350 ευρώ σύνταξη τι να πρωτοκάμεις; Άμα θες αμάξι για να ανέβεις στο Δρούτσουλα και να ξανακατέβεις, θες και μεροκάματο να πληρώσεις εργάτη, πάει η σύνταξη. Τα έδωσα κι εκείνα.
- Τίποτα ζώα δεν έχετε κρατήσει;
- Έχω, έχω κότες, έχω δυο κατσικούλες. Εδώ, στο σπίτι.


Ρώτησα για τη γυναίκα του, για τα παιδιά, τα εγγόνια (αν και μισοήξερα τις απαντήσεις). Του έδωσα συγχαρητήρια για το καινούργιο βιβλίο που εξέδωσε ο γιος του· μια λεπτομερή καταγραφή της ικαριακής εξωτερικής μετανάστευσης τον 20ο αιώνα. Δουλειά μυρμηγκιού, πολλών χρόνων. Το μάτι του έλαμψε· καμάρωνε μέσα του.

- Να ‘ξερες πόση δουλειά είχε αυτό το βιβλίο… Ό,τι δούλευε τα καλοκαίρια το ξόδευε για να πάει το χειμώνα στην Αμερική, την Αυστραλία, να μαζέψει το υλικό. Κι έγραφε μέρες, βδομάδες, μήνες… Είναι η τρέλα του.

Του είπα ότι οι τρελοί πάνε τον κόσμο μπροστά, οι γνωστικοί κάθονται στα αυγά τους και αν δεν υπήρχε μερικών η τρέλα ο κόσμος θα έμενε απαράλλαχτος. Φάνηκε να συμφωνεί. Παίνεψα και τη γραφή της κόρης του, ανέφερα τα διαδικτυακά της κείμενα κάμποσα από τα οποία δημοσιεύτηκαν επίσης πρόσφατα σε ένα συλλογικό τόμο.

- Ναι, κι εκείνη καλή είναι… είπε και χαμογέλασε.

Το είπε με έναν τόνο μεγάλης τρυφερότητας και με το ίδιο καμάρι, αλλά δε μίλησε παραπάνω· ίσως να σκεφτόταν ότι δεν είναι πρέπον να παινεύει πάρα πολύ τα παιδιά του συνομιλώντας με έναν περίπου άγνωστο. Γνωρίζω βέβαια ότι ο ίδιος έχει συμβάλει κατά πολύ στις ιστορίες της κόρης, με τις αφηγήσεις του για την Ικαρία μιας άλλης εποχής, πολύ συχνά ως πρωταγωνιστής τους. Γνωρίζω ακόμα πόσος πλούτος κρύβεται σε αυτές τις αφηγήσεις, όχι μόνο «λαογραφικά» ή γλωσσικά (μιλάει όμορφα παλιά καριώτικα που δεν μπορώ να αποδώσω στο γραπτό λόγο) αλλά και σαν πηγή αληθινής λογοτεχνίας που μόνο η ίδια η ζωή μπορεί να γράψει, καλύτερα από τη φαντασία του οποιουδήποτε συγγραφέα.

Μιλήσαμε ακόμα λίγο για κάτι παλιά πράγματα, για το αν ήταν συμμαθητές με ένα θείο μου (θυμόταν πεντακάθαρα την εποχή που πήγαινε σχολείο και μου διευκρίνισε ότι ο θείος, γεννηθείς το 1927, πήγαινε σε μεγαλύτερη τάξη από τον ίδιο που είναι του ’28). Στο τέλος ζήτησα να τον βγάλω μια φωτογραφία στο παγκάκι· απόρησε λίγο αλλά δεν αρνήθηκε. Η φωτογραφία δεν αποδίδει ακριβώς την εικόνα που έβλεπα ως τότε, κάπως σα να σφίχτηκε λίγο, να «πόζαρε». Δεν επέμεινα πολύ πάντως, άλλωστε τον έχω σε παλιότερες φωτογραφίες με την εγγονή του, πολύ πιο χαλαρό και γελαστό.

Τον αποχαιρέτησα για να επιστρέψω με τα φάρμακα στους δικούς μου· του είπα ειλικρινά πως χάρηκα που τον συνάντησα και πως ελπίζω να ξανασυναντηθούμε. Με χαιρέτησε ευγενικά κι έμεινε στο παγκάκι έξω από το φαρμακείο, δίπλα στο ακουμπισμένο ψαθάκι και στο καλάμι που χρησιμοποιεί ενίοτε αντί για μπαστούνι. Σε μερικούς το γήρας ξεκινάει από τα πόδια, είχε πει.

Μπήκα στο αμάξι σκεπτόμενος ότι σε ένα εναλλακτικό μέλλον ίσως θα παίζαμε κάποτε τάβλι στην αυλή του, κι ίσως τον άφηνα επίτηδες καμιά φορά να κερδίζει ώστε να χαίρεται λίγο περισσότερο και να χαμογελά. Είναι, θυμάμαι, μια από κείνες τις ωραίες καριώτικες αυλές, με δέντρα και λουλούδια. Σκέφτομαι ότι τα πρωινά θα βγαίνει να πιει τον καφέ του κοιτάζοντας τη θάλασσα κι ακούγοντας τις φωνές των παιδιών του Νηπιαγωγείου. Θα σκέφτεται όσα του έφερε η ζωή, καλά και κακά (και τις πίκρες που καθόλου δεν τις στερήθηκε, το ξέρω) κι ύστερα θα πιάνει το καλαμένιο μπαστουνάκι του και θα πηγαίνει στις κότες, στις κατσίκες, στο αμπελάκι του λίγο παραπέρα.

Στο βάθος είδα το πλοίο που έμπαινε στο λιμάνι. Βιάστηκα για να προλάβω να ετοιμαστώ· έφευγα σε λίγες ώρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: