ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


2/2/15

Πάμε στον Άδωνι για ταξίδι στην Ικαρία

Να έχεις βιβλιοπωλείο και να μπλέκεις τη Φάρμα των Ζώων με το 1984. Αλλά δε βαριέσαι, μερικά ζώα είναι πιο ίσα από άλλα, που (δεν) έλεγε και ο Καμπέ.

Την εποχή εκείνη δεν ήταν ακόμα φίρμα ή τέλος πάντων δεν ήταν η φίρμα που είναι σήμερα. Βεβαίως ούτε εγώ ήμουν η φίρμα της μπλογκόσφαιρας που είμαι σήμερα (χο χο χο) καθώς μάλλον δεν είχα ιδέα τι είναι μπλογκ (αν υπήρχε τότε η έννοια). Πάντως μην πάει το μυαλό σας στην αρχαιότητα, αυτά συνέβαιναν τον 21ο αιώνα, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να οργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν είχε ακόμα πάρει το Γιούρο, καίτοι είχε ήδη στα χέρια της το Ευρώ.

Ζούσα τότε στην Αθήνα και ψαχνόμουν επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα έκανα στο μέλλον (σε αντίθεση με σήμερα που ζω στο Ηράκλειο και ψάχνομαι επαγγελματικά και προσωπικά να δω τι θα κάνω στο μέλλον). Μια Κυριακή πρωί είχα ανέβει μέχρι την Καισαριανή για ένα μνημόσυνο ενός πρόωρα αποδημήσαντος συγχωριανού. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε και ιδιαίτερες σχέσεις με την οικογένεια ώστε να προκύπτει κοινωνική υποχρέωση, αλλά κάπως μου είχε έρθει τότε και πήγα. Ατυχώς, μια και οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι και παρακαθήμενοι στον καφέ ήταν άνθρωποι άλλης γενιάς (εγώ τότε μπορούσα ακόμα να θεωρηθώ κάπως καταχρηστικά «νέος»), έπληττα κάπως και για να διαχειριστώ την αμηχανία χάζευα τις εφημερίδες που είχε αγοράσει ο διπλανός μου από το περίπτερο της πλατείας. Ξεφυλλίζοντας την «Αυγή» (πολλά χρόνια πριν έρθει στη μόδα και γίνει κυβερνητικό φύλλο) έπεσε το μάτι μου σε μια φωτογραφία που απεικόνιζε την πλατεία του Ευδήλου από ψηλά. Το κείμενο που συνόδευε ήταν μια βιβλιοκριτική, αν και παραδόξως δεν ήταν στη στήλη που κανονικά βρίσκονταν οι βιβλιοκριτικές αλλά σε μια σελίδα με «γνώμες αναγνωστών» ή κάτι τέτοιο.

Αποχαιρέτισα τους συγγενείς και τους συγχωριανούς, αγόρασα το φύλλο της ημέρας και μαζεύτηκα σπίτι όπου αποδελτίωσα την επίμαχη βιβλιοκριτική. Αναφερόταν σε ένα μυθιστόρημα που προφανώς διαδραματιζόταν στην Ικαρία και ο τίτλος του συνέπιπτε με ένα σύγγραμμα του 18ου αιώνα κάποιου Γάλλου ουτοπικού σοσιαλιστή ονόματι Καμπέ που το είχε τιτλοφορήσει «Ταξίδι στην Ικαρία», μάλλον χωρίς να έχει πάει ποτέ στο νησί. Η αρθρογράφος (άγνωστη σε εμένα) έβρισκε διάφορες παραλληλίες ανάμεσα στο κείμενο του 18ου αιώνα και στο μυθιστόρημα του 21ου αλλά ιδιαίτερες πληροφορίες για τα περιεχόμενα του βιβλίου δεν έδινε. Πάντως κινούσε αρκετά την περιέργεια ώστε να το ψάξει κανείς. Σημείωσα τίτλο, συγγραφέα και εκδοτικό οίκο· εκτός από τον τίτλο που τον είχα ξανακούσει σε μια κουβέντα λόγω του Καμπέ, ο συγγραφέας και οι εκδότες μου ήταν άγνωστοι.

Το επόμενο Σάββατο κατέβηκα στο κέντρο και περιπλανήθηκα στα βιβλιοπωλεία. Ρώτησα εδώ κι εκεί για το βιβλίο· δεν το ήξεραν. Κατέβηκα τα σκαλάκια της Πολιτείας, ρώτησα τη Ραχήλ που με συμπαθεί διαχρονικώς από την πολύ παλιά εποχή που δούλευε στο Θεμέλιο αν το ξέρει· δεν της θύμιζε κάτι. Με παρέπεμψε σε έναν νεαρό πίσω από έναν υπολογιστή. Ο ευγενέστατος και συμπαθέστατος νεαρός το έψαξε με τον τίτλο και το συγγραφέα· δεν βρήκε τίποτα. Με ρώτησε για τον εκδοτικό οίκο. Κοίταξα το σκονάκι μου.

- Γεωργιάδης, είπα.

Ο νεαρός με κοίταξε με ένα βλοσυρό, σκοτεινιασμένο βλέμμα. Η ευγένεια πήγε περίπατο.

- Δεν φέρνουμε τέτοια πράγματα εμείς, κύριε
, είπε αυστηρά και πέρασε στον επόμενο.

Το «τέτοια πράγματα» το είπε λες και του είχα ζητήσει κάτι σε πορνογραφία, ναρκωτικά ή άρλεκιν. Έχοντας πλήρη άγνοια κινδύνου, επέμεινα.

- Και που μπορώ να το βρω τότε;

Με κοίταξε όπως κοιτάς ένα βλαμμένο. Μάλλον έκρινε ότι όντως είμαι βλαμμένος, πάντως έφτυσε μια απάντηση έμπλεος περιφρόνησης.

- Σόλωνος, πιο κάτω, δεν ξέρω το νούμερο, κάπου δεξιά. Θα αναγνωρίσεις τη βιτρίνα.

Κατηφόρισα τη Σόλωνος κοιτάζοντας δεξιά ψάχνοντας για σχετική ταμπέλα. Σε ένα σημείο είδα σπασμένα γυαλιά στο πεζοδρόμιο. Κοίταξα το μαγαζί δίπλα· ήταν ένα βιβλιοπωλείο με κατεβασμένα ρολά, διπλοκλειδωμένο. Τα τζάμια ήταν σπασμένα πέρα ως πέρα, και κάποιος είχε γράψει με μαύρο σπρέι «Έξω οι φασίστες» και το περίκλειστο άλφα της αναρχίας. Έριξα μια ματιά σε ό,τι είχε απομείνει από τη βιτρίνα· βιβλία του Σαράντου Καργάκου, κάτι άλλα για την ομάδα Έψιλον, κάτι για τους Αρχαίους Έλληνες που είχαν ανακαλύψει την Αμερική. Ξαφνικά φωτίστηκα· ο εκδοτικός οίκος Γεωργιάδης ήταν εκείνου του γραφικού τύπου που έβγαινε στο Τελεάστυ ή όπως αλλιώς λέγανε το κανάλι του Καρατζαφέρη και έκανε δημοπρασίες βιβλίων που έλεγαν κάτι τέτοια αρχαιοπαρμένα. Είπαμε, δεν ήταν ακόμα φίρμα, αλλά ανήκε στο ευρύτερο πεδίο της trash TV, αρκετά ώστε να τον παρωδεί ο Μητσικώστας. Δεν το έλεγες και σοβαρό πολύ, οπότε κάπως αντελήφθην από πού πήγαζε το αιφνιδίως βλοσυρό ύφος του υπαλλήλου στην Πολιτεία.

Ναι, αλλά η Ικαρία πού κόλλαγε; Και η Αυγή, διάολε; Ξαναέριξα μια ματιά στη θρυμματισμένη βιτρίνα: παρακμιακή αρχαιολατρεία, Καργάκος, εξωγήινοι. Α, και ένα σημείωμα που έλεγε: Κεντρική Διάθεση, οδός Τάδε. Ήταν ένα μικροσκοπικό δρομάκι λίγο πιο πέρα, στις παρυφές των Εξαρχείων. Η περιέργειά μου ήταν πιο ισχυρή από τη σχετική αποστροφή προς την προγονοπληξία, και άρχισα να βαδίζω προς την οδό Τάδε. Δεν ήμουν σίγουρος πού ακριβώς ήταν, αλλά δεν άργησα να ανακαλύψω τα γνώριμα σημάδια: σπασμένα τζάμια, ένα τεράστιο άλφα σε κύκλο με μαύρο σπρέι, ένας καμένος κάδος σκουπιδιών, προφανώς από μολότωφ. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Ολάνοιχτο, για την ακρίβεια, η βιτρίνα έλειπε σχεδόν εξολοκλήρου.

Μπροστά από την πόρτα στέκονταν δυο σφίχτες με ξυρισμένα κεφάλια, άρβυλα και πέτσινα μπουφάν. Πίσω τους, ακριβώς στο σκαλί της πόρτας, στεκόταν αυτός που θα γινόταν αργότερα φίρμα. Φορούσε άσπρο πουπουλένιο μπουφανάκι και κοιτούσε γύρω-γύρω ερευνητικά ενώ παράλληλα μασούσε πασατέμπο. Πλησίασα και κοίταξα κι εγώ γύρω-γύρω.

- Τι έγινε εδώ ρε παιδιά, σας την πέσανε;

Κανείς δεν απάντησε. Έκανα να πλησιάσω προς την πόρτα. Με σταμάτησε ο ένας από τους σφίχτες.

- Πού πας;
- Ψάχνω ένα βιβλίο.


Γύρισε και κοίταξε ερωτηματικά τον ασπροφορεμένο με τον πασατέμπο. Αυτός σταμάτησε το μασούλημα και με κοίταξε ερευνητικά. Με το μαύρο παλτό και τη μαλλούρα δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον από την ομήγυρη.

- Ποιο βιβλίο;
- Το «Ταξίδι στην Ικαρία».


Έκανε ένα νεύμα στο σφίχτη, ο οποίος με άφησε να περάσω. Στριμώχτηκα δίπλα του για να μπω· δεν παραμέρισε στο ελάχιστο. Το μαγαζί ήταν ουσιαστικά αποθήκη βιβλίων, δεμένων σε ντάνες. Κάποιος άλλος ήταν πίσω από έναν πάγκο.

- Πόσα θες; Δέκα; Είκοσι;
- Ένα.
- Ένα μόνο;
- Για μένα το θέλω.
- Εδώ είμαστε χονδρική.
- Πήγα στη λιανική και είχατε κατεβάσει ρολά. Βρήκα μόνο σπασμένες βιτρίνες.


Κοίταξα γύρω-γύρω και συμπλήρωσα:

- ...κι εδώ δηλαδή τα ίδια χάλια.
- ΕΙΔΕΣ; ΕΙΔΕΣ;
ακούστηκε στριγγή η φωνή του Αδώνιδος. ΑΛΛΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ! ΔΕ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΡΑΣΕΙ!

Δεν είχα συνηθίσει τη φωνή του τότε (ούτε και σήμερα την αντέχω βέβαια) κι αισθάνθηκα κάπως άβολα, χώρια οι σφίχτες απόξω και τα καχύποπτα βλέμματα.

- Να του δώσω ένα; ρώτησε ο τύπος από τον πάγκο τον Άδωνι.

Αυτός έγνεψε «ναι» και ξανάρχισε να μασάει πασατέμπο. Πλήρωσα δέκα ευρώ, έχωσα το βιβλίο στην τσέπη του παλτού και στριμώχτηκα πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά παραμέρισε λίγο. Παραμέρισαν και οι σφίχτερμεν. Έκοψα γρήγορα από τα στενά μην τυχόν με πάρει κάνα μάτι κανενός γνωστού ότι ψωνίζω από το Γεωργιάδη και γίνω ρεντίκολο. Ας όψεται η Ικαρία. Και η «Αυγή» βέβαια, ούτε λόγος.


Σ.Σ. Το βιβλίο του κ. Βασίλη Σεβδαλή «Ταξίδι στην Ικαρία» από τις εκδόσεις Γεωργιάδη το ερεύνησα εξονυχιστικά ψάχνοντας να βρω τι σχέση έχει η Ικαρία με την αρχαιοπληξία και την ακροδεξιά ιδεολογία του εκδότη. Δε βρήκα τίποτα· ένα μυθιστόρημα με σκηνικό την Ικαρία, από μέτριο έως κακό, αλλά ούτε ίχνος ακροδεξιάς. Κάτι μυθοπλαστικά ευρήματα της πυρκαγιάς, κάτι αναληθοφάνειες της κακιάς ώρας, λίγο σεξ και λίγη τρομοκρατία, χαρακτήρες-καρτούν, κάμποσο κουλέρ-λοκάλ, περίπου όλη η ελληνική λογοτεχνία του συρμού δηλαδή. Σκέφτηκα ότι θα έψαξε για εκδότη και δεν θα βρήκε άλλον, μπορεί να ήξερε τους Γεωργιάδηδες από κάπου, άντε βρες άκρη. Απόρησα λίγο που γράφτηκε κριτική επ' αυτού στην Αυγή, αλλά μετά θυμήθηκα ότι από τη συγκεκριμένη σελίδα «φιλοξενουμένων» είχαν παρελάσει σε μια φάση διάφοροι μυστήριοι, μέχρι και κάτι δωδεκαθεϊστές. Έβαλα το βιβλίο στο ράφι δίπλα στο «Οι οραματιστές της Ικαρίας» της Λιλίκας Νάκου (επίσης μυθιστόρημα χάλι μαύρο αλλά του ’60 μάλλον) και το ξέχασα. Αργότερα είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα βιβλία που διαδραματίζονται σε πραγματικές ή φαντασιακές Ικαρίες· ορισμένα ήταν ακόμα χειρότερα χάλια.

Στο μεταξύ ο Άδωνις έγινε μέγας και τρανός, τηλεοπτική περσόνα ολκής και βουλευτής, πήρε μεταγραφή, από fringe έγινε mainstream, διατέλεσε υπουργός και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, παντρεύτηκε μια άλλη media celebrity και απέκτησε το προσωνύμιο Μπουμπούκος. Με αυτό το τελευταίο τον βρίσκω καμιά φορά στα social media, όπως σε μια σελίδα στο Facebook που λεγόταν κάτι σαν «Αποχαιρετάμε το Μπουμπούκο που φεύγει από την Ελλάδα», τρολάροντας την εκπεφρασμένη βούληση του εν λόγω να αλλάξει χώρα αν επικρατήσουν οι αριστεροί. Η σελίδα φιλοδοξούσε να μαζέψει αριθμό υποστηρικτών μεγαλύτερο από τον αριθμό των ψηφοφόρων του Αδώνιδος, αν και δε νομίζω να τα είχε καταφέρει μέχρι χτες καθότι δεν είναι και λίγοι οι φαν του ανδρός. Πάντως χάρη σε αυτή την απόπειρα θυμήθηκα το κάπως ατυχές brief encounter που είχαμε με τον Άδωνι.

Να πω για να είμαι δίκαιος ότι στα πλαίσια της ελευθερίας της έκφρασης (και όχι του συνήθους καταδικάζωτηβίααπόόπουκιανπροέρχεται) με βρίσκουν πλήρως και κατηγορηματικά αντίθετο οι «επαναστατικές» ενέργειες πυρπόλησης του βιβλιοπωλείου του Γεωργιάδη που ελάμβαναν χώρα σε εβδομαδιαία βάση μια εποχή καθώς ο τύπος επέμενε να έχει το μαγαζί του στις παρυφές των Εξαρχείων που ορισμένοι θεωρούν γκέτο και άβατο. Εγώ πάλι θεωρώ ότι πρέπει να καταλυθεί το άβατο της ανθρώπινης βλακείας μάλλον, αυτής που οδηγεί στο φασισμό αλλά και σε κάτι αυτόκλητους τιμωρούς της άλλης πλευράς που καλό δεν κάνουν σε κανέναν. Από ό,τι φαίνεται βέβαια κάψε-κάψε στο τέλος τους πέρασε, και τώρα η επιχείρηση του Γεωργιάδη βρίσκεται εκτός κέντρου Αθήνας από όσο ξέρω.

Ατυχώς οι ιδέες του κυκλοφορούν παντού· μάλλον αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.

Το πρωτότυπο «Ταξίδι στην Ικαρία» του Ετιέν Καμπέ σε μετάφραση Ηρώς Τσαρνά-Κόχυλα και επιμέλεια Μάκη Καβουριάρη εκδόθηκε το 2010 από την Εταιρία Ικαριακών Μελετών αν και δεν έχει κανένα ιδιαιτέρως ικαριακό θέμα (εκτός αν θεωρήσουμε την ουτοπία κάτι βαθιά ικαριακό, οπότε πάλι μέσα είμαστε).


3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...


Αξυώτιμε κύργιε, έχω γράψη ένα βιβλύο σεξουαεικού περιεχομενου για μέία εροτική ιστορία μείς σαρανταποδαρρούσας.
Στιν κωρύφωση τού βηβλύου, η σρανταπωδαρούσσα φτάνι σε ωργασμώ 40 φοραίς περισότερους από τουα απλούς ανθρόπους.
Μετά ι άνθοπη την ζηλεβουν κε τιν σκωττόνουνε.

Δαιν είνε ηπέροχοο;

Επειδί καναίνας εκδώτια δεν θαίλι να το εκδόσι, μίπος νομέιζετε ότι θα το εκδόσι ο Άδονις αν του τω πάο;

Πίτε μου , κε εφχαριστό
Ψ.Κ.

Stazybο Hοrn είπε...

Μπορείς να θυμηθείς την ημερομηνία του φύλλου της Αυγής στο περίπου, να το βρούμε;

Β. είπε...

Στάζιμπε, πρέπει να έχω το απόκομμα κάπου - μετά από τόσες μετακομίσεις βέβαια δεν είμαι βέβαιος πού ακριβώς. Αλλά γιατί να το βρούμε;