ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/12/14

Τα 'χει τετρακόσια

ή περίπου...

Για την ακρίβεια, τα ‘χω τετρακόσια ένα, αλλά το ένα το έχω βάλει δύο φορές απαράλλαχτο οπότε δε μετράει. Τα ‘χω λοιπόν τετρακόσια. Τα ποστ (ή αν προτιμάτε, τις αναρτήσεις). Για να είμαι ακόμα πιο ακριβής, το πλήρες νούμερο είναι 427 αλλά στον αριθμό περιλαμβάνονται 27 ημιτελή ή ανακληθέντα κείμενα και δεν είμαι βέβαιος πόσα από αυτά θα φτάσουν εν τέλει οριστικά στη βιτρίνα. Μερικά δεν είναι καν κείμενα ακόμα, είναι απλώς μια λέξη που θυμίζει κάποια ιδέα που είχα κάποτε, να γράψω ένα κείμενο για αυτό ή για κείνο, για πράγματα που σήμερα μπορεί να μη θεωρώ καθόλου σημαντικά πια ή έστω αξιοσημείωτα.

Έχουν μείνει λοιπόν τετρακόσια. Φυσικά δεν είναι «δικά μου» όλα, κάμποσα είνα δανεικά (και αγύριστα), κείμενα που έχω λεηλατήσει, λόγια μεγάλων ανδρών και γυναικών (και μερικά όχι και τόσο μεγάλων, εντάξει), βάλε κι ένα παρατημένο «σήριαλ» όχι μόνο δικό μου, και μια αυτοπαρουσίαση. Τα περισσότερα όμως είναι δικά μου. Ξαναδιαβάζω μερικά στην τύχη, θυμάμαι τις συγκυρίες που τα γέννησαν, ρίχνω καμιά ματιά στα σχόλια (αν έχουν), χαμογελάω με μερικά πράγματα που έγραφα ή που μου έγραφαν (ενίοτε υπό το φως των, ας πούμε, «ιστορικών εξελίξεων» από την εποχή που γράφτηκε αυτό ή εκείνο). Κείμενα καμιά φορά συμπαθητικά, συχνά άνισα, αρκετές φορές αυτό που λένε αγγλιστί irrelevant πλέον, ιδιότητα που έχουν ακόμα και μερικά πολύ πρόσφατα.

Σε κάνα μήνα θα κλείσω εφτά χρόνια στη μπλογκόσφαιρα. Αν έκανα τη διαίρεση θα έβγαζα περίπου πενηνταπέντε-εξήντα κείμενα το χρόνο, χοντρά ίσως πέντε το μήνα. Φυσικά δεν πάει έτσι ακριβώς ομαλά το πράγμα, καθότι τα πρώτα χρόνια ήμουν πολύ πιο παραγωγικός (καινούργιο κοσκινάκι μου) και όσο περνάει ο καιρός η συχνότητα των αναρτήσεων φθίνει, και υπάρχουν και αρκετά μεγάλα κενά πια, όχι μόνο κάτι καλοκαίρια που ήμουν εκτός δικτύου γενικά, αλλά και εποχές που είμαι μια χαρά δικτυωμένος αλλά χωρίς όρεξη να γράψω, ή με όρεξη να γράψω άλλα πράγματα λιγότερο επικαιρικά ή με μια διάθεση απλώς να βάλω τις φωνές αλλά ποιος κάθεται να διαβάζει ένα διαρκές «αααααααα» αντί για ανάρτηση; Παρακμή, όσο να ‘ναι. Ποσοτικά τουλάχιστον.

Βέβαια δεν έχω τύψεις, καθότι η παρακμή αφορά συνολικά το ιστολογείν, κι εδώ από τα τέσσερις χιλιάδες χτυπήματα το μήνα πριν λίγα χρόνια σε πολύ κάτω από δύο χιλιάδες σήμερα (κι όχι μόνο επειδή άλλαξε αλγόριθμο η google), κι ένα σωρό κόσμος που τα πρώτα χρόνια διάβαζα και με διάβαζε τα ‘χει κλείσει τα ρημάδια εδώ και καιρό, μερικοί είχαν και την πρόνοια να τα σβήσουν ολοσχερώς, άλλοι τα άφησαν να χάσκουν σα βομβαρδισμένα ερείπια τόσο που λες «τι έγινε αυτός, μήπως πέθανε;» και σε τουλάχιστον μία περίπτωση αυτό ακριβώς συνέβη, αλλά γενικά οι πιο πολλοί ενδεχομένως χαίρουν άκρας υγείας σε άλλα format, στο facebook και στο tweeter και άλλες χαριτωμένες πλατφόρμες που δεν απαιτούν και καμμιά φοβερή κούραση και είναι πιο συμβατές με τηλέφωνα-γκάτζετ. Άλλοι πάλι απλώς βαρέθηκαν, είπαν ό,τι είχαν να πουν στη φάση τάδε και πήγαν παρακάτω· ουδείς ψόγος εννοείται.

Θυμάμαι φευγαλέες εντυπώσεις από όλα αυτά τα χρόνια· την παράκληση «μέχρι 300 λέξεις, παρακαλώ» που φυσικά ποτέ σχεδόν δεν υιοθέτησα, αγανακτισμένους σχολιαστές που θεώρησαν ότι τους έθιξα την αγαπημένη τους τραγουδίστρια, κουβέντες παρηγορητικές σε δύσκολες εποχές από ανθρώπους ακριβούς, ανθρώπους που πέρασαν κάποτε κι έφυγαν, άλλους που πάνε κι έρχονται ακόμα, καθώς η ζωή συνεχίζεται και πίσω δε γυρνάει, τα επιχειρήματά μου υπέρ της διαδικτυακής ανωνυμίας (που σιωπηρώς ανέτρεψα αργότερα εκ των πραγμάτων γράφοντας και υπογράφοντας την αυτοπαρουσίαση που λέγαμε, εκνευρισμένος μάλλον από την έκταση του φαινομένου της λογοκλοπής – όχι της αντιγραφής που εννοείται ότι δε με πειράζει καθόλου), τη διαρκή αναβολή ενός εκτεταμένου «αισθητικού» ανασχεδιασμού της σελίδας καθότι αυτό που βλέπετε είναι απλώς το «προσωρινό» φορμάτ στο οποίο άρχισα να ποστάρω και δε με ικανοποιούσε αλλά είπα ότι θα το αλλάξω εν ευθέτω χρόνω όπως τόσα άλλα πράγματα που έχω να κάνω «εν ευθέτω χρόνω» στη ζωή μου και παραμένουν διαρκώς αναβαλλόμενα, όχι όλα βέβαια και όχι πάντα, αλλά αρκετά συχνά ώστε να υπάρχει ένα pattern που λένε και για τους σήριαλ κίλερ στις καθωσπρέπει αστυνομικές ιστορίες, έτσι δεν είναι;

Και καθώς αυτό το οιονεί απολογιστικό κείμενο υπ’ αριθμόν τετρακόσια (ή 401 ή 428) γράφεται ενώ ο χρόνος τελειώνει, συγκυριακά βέβαια, και είναι εποχή απολογισμών γενικότερα και new year resolutions και άλλα ηχηρά παρόμοια, ας το κλείσουμε με το αγαπημένο μου απολογιστικό τραγουδάκι που πρωτοάκουσα ένα βράδυ του 1983 στο Ολυμπιακό Στάδιο από το Σαββόπουλο αλλά είναι μέσες άκρες απόδοση ενός ιταλικού τραγουδιού, του L' anno che verrà του συχωρεμένου του Λούτσιο Ντάλλα.

Κατά τα λοιπά, καλά να είμαστε να τα λέμε πότε πότε· και καλή χρονιά.



26/12/14

Καρυότυπος (Άκης Παπαντώνης)


     Το βράδυ, στο ξενοδοχείο, έπεσε για ύπνο νωρίς. Οι παρουσιάσεις του προκαλούσαν μια νευρικότητα και όταν ένιωθε έτσι ήθελε να κοιμάται. Στον ύπνο του ονειρεύτηκε το κεντρικό αμφιθέατρο του EMBL. Στην πόρτα ήταν αναρτημένη μια αφίσα με το όνομά του και δίπλα η φράση «Μια διάλεξη που δεν δόθηκε». Έξω χιόνι. Στην πρώτη σειρά κάθονταν ο επιβλέπων καθηγητής του στην Οξφόρδη, η επιβλέπουσα του διδακτορικού του, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα, οι δασκάλες του από την πρώτη και τη δευτέρα δημοτικού, οι γονείς του – ο πατέρας με την τρομπέτα ακουμπισμένη στα γόνατα –, η πρώην του φορώντας το πορτοκαλί μαγιό της. Πίσω τους μια σειρά νεκροί νομπελίστες με ραμμένα βλέφαρα και χείλη. Μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, τους φιλάει όλους σταυρωτά. Εκτός από την πρώην του που τον αποστρέφεται. Ανεβαίνει στο πόντιουμ. Τον αναγγέλει μια νεαρή φοιτήτρια απαγγέλοντας μερικές αράδες αποστηθισμένες από το βιογραφικό του. Η κοπέλα μοιάζει με τη δικηγόρο του αεροπλάνου και φοράει το ίδιο βαθύ κόκκινο κραγιόν. Κάνει όμως λάθος στο όνομά του. Δικαιολογείται λέγοντας πως είναι ελληνικό – ακούγονται φιμωμένα γέλια από τα ραμμένα στόματα. Τα φώτα χαμηλώνουν. Ο προτζέκτορας ρίχνει φως στο πανί. Το χιόνι ολοένα σκαρφαλώνει ψηλότερα στα παράθυρα. Το πρώτο σλάιντ έχει τον τίτλο της διάλεξης: «Η βιολογία της στοργικότητας: από τα χρωμοσώματα στη συμπεριφορά». Πρώτη του φράση (εξαντλητικά προβαρισμένη): «Είναι η στοργικότητα ένα βιοχημικό λάθος;» Η επιβλέπουσα του διδακτορικού του ανάβει το τσιγάρο της. Εκείνος περνάει τα σλάιντ πολύ γρήγορα. Μηχανικά. Το στόμα του ανοιγοκλείνει, αλλά δεν ακούγεται η φωνή του. Η νεαρή φοιτήτρια έρχεται και καφιτσώνει ένα μικρόφωνο στο πουκάμισό του. Συνεχίζει να μην ακούγεται. Το δυναμώνει. Τίποτα. Ένας ένας οι παριστάμενοι αποκοιμούνται. Κατεβαίνει από το πόντιουμ. Αρχίζει να τρέχει ανάμεσα στους κοιμισμένους. Τους σκουντάει να ξυπνήσουν. Δεν ξυπνάει κανείς. Επιστρέφει στη θέση του ιδρωμένος. Συνεχίζει τη διάλεξη σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Το τσιγάρο της επιβλέπουσας του πέφτει στη μοκέτα και την καίει. Φτάνει στο τελευταίο σλάιντ. Κατακλείδα: «Η μελέτη της βιολογίας της στοργικότητας βραχυκυκλώνει τα ξυπνήματά μου». Το χιόνι έχει καλύψει τα παράθυρα μέχρι επάνω. Σκέφτεται ότι η πρώην του θα κρυώνει (και τον χειροκροτά απλώς και μόνο για να ζεσταθεί).
 
     Ξύπνησε ήρεμος λίγο πριν τις εφτά, να προλάβει το πρωινό στο ισόγειο και να κάνει μια τελευταία πρόβα την ομιλία του. Έξω χιόνιζε.

Άκης Παπαντώνης - Καρυότυπος
Εκδόσεις Κίχλη (2014)

Σ.Σ. Λοιπόν, αυτή την επιβλέπουσα με το τσιγάρο στο στόμα σα να τη βλέπω μπροστά μου...

(Μη σου πω και το πορτοκαλί μαγιώ ολότελα...)


22/12/14

Ο άνθρωπος με τον κατηφέ

Ο άνθρωπος με τον κατηφέ - Στυλό μπικ σε μπλοκάκι καφενείου
© Ν. Στενός (2011)


Ονειρεύτηκε, αναγνωρίζω τώρα, την ημερομηνία πάνω στο δολάριο.
 
Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Ο άλλος
Το βιβλίο της άμμου (1975)

Ο άνθρωπος απέναντί μου βαστάει ένα κιτρινωπό λουλουδάκι και ποζάρει μάλλον στα αστεία για τον αυτοσχέδιο σκιτσογράφο στο καφενείο του Αυγά, στον Εύδηλο της Ικαρίας. Είναι καλοκαίρι, δε θυμάμαι ακριβώς ποιας χρονιάς. Φοράει ενδυμασία παραλίας μάλλον, βερμούδα και T-shirt, γυρίζει ανάποδα το τζόκεϊ καθ’ υπόδειξιν του καλλιτέχνη και γελάει μαζί με την υπόλοιπη παρέα όταν μια κοπέλα από το διπλανό τραπέζι σχολιάζει ότι ζούμε τη γέννηση ενός θρύλου: ο άνθρωπος με τον κατηφέ μπορεί να γίνει μια μέρα πιο διάσημος από τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο.

Φυσικά υπάρχουν διαφορές ορατές διά γυμνού οφθαλμού, καθότι το ένα έργο το έφτιαξε ο Πικάσο ενώ το άλλο το Νικολάκι το Κλαιρό που δεν έχει τη φήμη του Ισπανού συναδέλφου, τουλάχιστον προς το παρόν. Επίσης ο εικονιζόμενος δεν είναι και κανένας Μπελογιάννης. Στην πραγματικότητα η μόνη ομοιότητα είναι ότι και τα δύο σκίτσα απεικονίζουν κάποιον που κρατάει ένα λουλούδι, και δεν είμαι καν βέβαιος ότι το όνομα του κίτρινου άνθους που κρατάει ο δικός μας είναι όντως «κατηφές»· αν μου έλεγαν ότι είναι «μη με λησμόνει» ή «πού σε πονεί και πού σε σφάζει» πάλι ναι θα έλεγα.

Κοιτάζω τον άνθρωπο με κάποια περιέργεια· ομολογώ ότι κάτι μου θυμίζει. Πρέπει να είναι περασμένα σαράντα αν και με την πρώτη ματιά δεν του φαίνονται όλα, το καταλαβαίνεις πάντως αν είσαι λίγο παρατηρητικός στις λεπτομέρειες. Είναι αρκούντως υπέρβαρος, αλλά με έναν τρόπο ιδιάζοντα, σαν όλο αυτό το βάρος να μην είναι κάτι πρόσθετο και ξένο, αλλά κάτι που κουβαλάει έκπαλαι και είναι κομμάτι του εαυτού του τόσο που να δυσκολεύεσαι να τον φανταστείς χωρίς αυτό. Είναι σχετικά αξύριστος και διακρίνω κάμποσες άσπρες τριχούλες να ξεπροβάλλουν, αν και τα μαλλιά του είναι ως επί το πλείστον μαύρα και κάπως μακριά, και στοιβάζονται σε μπούκλες που τακτοποιεί εκ του προχείρου κάτω από το καπελάκι. Μερικές πετάγονται στο πλάι και τον κάνουν ενίοτε να μοιάζει με κάτι ζηλωτές εβραίους χασιντίμ, αν και το υπόλοιπο λουκ δεν παραπέμπει σε τίποτα παρόμοιο.

Φοράει μεγάλα στρογγυλά γυαλιά ηλίου και μυωπίας μαζί· πιθανώς θα ήθελε να δείχνουν κάπως διανοουμενέ α λα Τζον Λέννον, αν και μάλλον αποτυγχάνουν στην προσπάθεια. Δυσκολεύομαι να διακρίνω τα μάτια του. Κάποια στιγμή πιάνει το βλέμμα μου και με κοιτάζει με απροσποίητη περιέργεια γέρνοντας λίγο το κεφάλι δεξιά. Του χαμογελάω χαζά και μου αντιγυρίζει το χαμόγελο ακόμα χαζότερα, πλήρης αμηχανίας. Για να ξεφύγω από την άβολη κατάσταση τον ρωτάω αν έρχεται συχνά εδώ. Στην Ικαρία; Ναι, στην Ικαρία. «Εξαρτάται πώς εννοείτε το συχνά», μου λέει. «Λιγότερο συχνά από όσο θα ήθελα». Του εξηγώ ότι τον έχω ξαναδεί και κάτι μου θυμίζει, αλλά δεν είμαι βέβαιος. Ίσως τον έχω ξαναδεί εδώ. Δεν το αποκλείει, κι εγώ κάτι του θυμίζω. Αλλά κανονικά ζει στο εξωτερικό.

Σκέφτομαι να αρπαχτώ από αυτό και να αρχίσω να λέω ότι κι εγώ ζούσα έξω παλιά και μάλιστα σε δύο χώρες, αλλά από την άλλη μάλλον δεν είναι καλό να περιαυτολογήσω σαν μερικούς που στα λόγια των άλλων ψάχνουν μια πάσα για να πουν «ναι, κι εγώ λοιπόν...» ή «μα βέβαια, θυμάμαι τότε που...» και αντ’ αυτού αποφασίζω να του δώσω εγώ την πάσα για να μιλήσει εκείνος και ρωτάω με όσο μεγαλύτερη φυσικότητα μπορώ:

- Και γιατί φύγατε;

Προς στιγμήν φαίνεται να απορεί με την ερώτηση. Ύστερα κοιτάζει τον κατηφέ σα να περιμένει την απάντηση από εκεί. Ύστερα λέει χαμηλόφωνα «για δουλειά».

- Μνημόνιο; ρωτάω κάπως προβοκατόρικα.

Μου εξηγεί ελαφρώς απρόθυμα ότι έφυγε εκείνη την εποχή, αλλά όχι γι’ αυτό το λόγο. Πιο πολύ η ανάγκη να κάνει μια νέα αρχή. Όχι ότι έχει σημασία ο τόπος (εδώ παρεμβάλει κάτι στίχους του Καβάφη, η πόλις θα σ’ ακολουθεί και κάτι τέτοια) απλά ήταν η φάση περίεργη, όχι μόνο επαγγελματικά. Κάπως σα να θυμάται κάτι και συνεχίζει με μεγαλύτερη ζωηράδα την αφήγηση: εξηγεί ότι έχει αλλάξει πολλούς τόπους τα τελευταία χρόνια, και πολλές δουλειές. Και ότι όλα ξεκίνησαν μια μέρα πριν πολλά χρόνια, που σκέφτηκε ότι κοντεύει τα σαράντα και δεν έχει ακόμα κάνει στη ζωή του πολλά από όσα είχε κατά καιρούς ονειρευτεί και σχεδιάσει.

Στο τραπέζι έρχεται μια παρτίδα ούζα με μεζέ. Ο άνθρωπός μας αφήνει τον κατηφέ κατά μέρος και πιάνει το ποτήρι· όπως τον κόβω είναι αρκετά γερό ποτήρι κι ακόμα πιο γερό πιρούνι: τσακίζει τα μεζεδάκια σε ελάχιστο χρόνο. Μάλλον του φτιάχνει το κέφι αυτό και συνεχίζει την αφήγηση λέγοντας πώς άφησε την Αθήνα αρχικά και μετά την Ελλάδα, πώς αλλάζει συχνά περιβάλλοντα και παρέες και κάνει καινούργιους φίλους. Σε τελευταία ανάλυση πώς η ζωή του έχει γίνει πιο ενδιαφέρουσα τα τελευταία χρόνια. Αλλά και πιο κουραστική. Ο χρόνος περνάει, κι αυτό έχει κόστος.

Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας. Τον ρωτάω αν θα γύριζε πίσω, και υπό ποιες προϋποθέσεις. Μου απαντάει πως αν και δεν έχει φριχτά παράπονα από τη ζωή του, πάντα υπάρχει κάτι που τον γαργαλάει και τον τραβάει αλλού. Δεν έχει μετανιώσει που έφυγε, αλλά θα ήθελε ίσως να έχει πιο πολλές ρίζες κάπου. Μου σιγοσφυρίζει το στίχο του Πασχαλίδη που λέει «όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι, μα όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη». Εν προκειμένω ίσως την Ικαρία. Ρωτάω αν έχει οικογένεια εδώ. Έχει γονείς, έχει αδέλφια, έχει φίλους. Δεν έχει παιδιά. Ίσως θα ήθελε να έχει για κάποιους λόγους, αλλά δεν είναι εντελώς στο χέρι του. Ίσως καθόλου στο χέρι του.

Δε θέλω να ξεστρατίσει η κουβέντα σε πολύ προσωπικές εξομολογήσεις χωρίς νόημα και τον ρωτάω για τα σχέδιά του για το μέλλον. Με κοιτάζει με μια ορισμένη έκπληξη, λέγοντας ότι είναι μάλλον μεγάλος για να κάνει σχέδια για το μέλλον διότι το μέλλον του είναι μικρότερο πλέον από το παρελθόν. Ισχυρίζομαι ότι αυτό είναι εντελώς λανθασμένο και απαισιόδοξο και πάντα μπορείς να κάνεις σχέδια. Με κοιτάζει ελαφρώς ειρωνικά λέγοντάς μου ότι είμαι μικρός ακόμα, μάλλον. Εκνευρίζομαι και του απαντώ ότι είμαστε περίπου συνομήλικοι, ίσως και να τον περνάω δυο-τρία χρόνια. Γελάει, αλλά καταλαβαίνω ότι δεν το κάνει με κακία. «Απλώς είμαστε σε διαφορετική φάση», μου λέει. Συμφωνώ, μάλλον. Ύστερα σκύβει προς το μέρος μου ντροπαλά και σχεδόν ψιθυριστά μου λέει «Δεν είναι αλήθεια, έχω διάφορα σχέδια».

Σκύβω κι εγώ συνωμοτικά να τον ακούσω. Μου ψιθυρίζει στο αυτί ότι σχεδιάζει να πάρει ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος και να διασχίσει τη Μεσόγειο, τουλάχιστον. Με φίλους. Τον ακούω έκπληκτος· είναι λοιπόν ιστιοπλόος; Μήπως τελικά τον ξέρω από κανένα σκάφος; Μου απαντά ότι δεν είναι στ’ αλήθεια ιστιοπλόος, αν και είχε κάνει μαθήματα παλιά, απλά του αρέσει να φαντάζεται πράγματα και να ονειροπολεί. Του λέω με κάπως επιτιμητικό τόνο ότι δεν πρέπει να δίνει ψευδείς εντυπώσεις, κι αν του αρέσει να φαντάζεται και να ονειροπολεί καλύτερα να γίνει συγγραφέας μυθιστορημάτων. Σκάει στα γέλια, δυνατά και για ώρα. Οι γύρω μας κοιτάζουν παραξενεμένοι. Όταν σταματάει να γελάει σηκώνει το ποτήρι του και πίνει στη υγειά μου. Παρατηρεί ότι για να γίνεις συγγραφέας δεν χρειάζεται ονειροπόληση και φαντασία, χρειάζεται κυρίως δουλειά, επιμονή και κώλο από βαρίδια, που ο ίδιος δεν διαθέτει. Μπορείς να έχεις φαντασία και να ονειροπολείς φτυαρίζοντας χώματα. Τον ρωτάω ελαφρώς ειρωνικά αν στη δουλειά του φτυαρίζει χώματα. Σηκώνει τους ώμους αδιάφορα· λέει «ναι, κι αυτό καμμιά φορά, ιδίως τις Πέμπτες».

Για λίγη ώρα μένουμε σιωπηλοί· δεν ξέρω πώς να πάρω αυτά που λέει. Προφανώς του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του, αλλά το κάνει με έναν τρόπο λίγο μυστήριο και κρυπτικό που με εκνευρίζει κάπως. Μου βγάζει έναν εξυπνακισμό που δεν κολλάει με το υπόλοιπο image· στο κάτω κάτω δεν είναι παρά ένας κοντόχοντρος μεσήλικας, ένας τύπος λίγο πολύ σαν όλους μας γύρω από αυτό το τραπέζι. Απλώς κρατάει έναν κατηφέ. Ή μάλλον τον κρατούσε, διότι το λουλούδι είναι παρατημένο ανάμεσα σε ούζα και ποικιλίες. Κάποια στιγμή σπάει τη σιωπή ο σκιτσογράφος και μου δίνει το σκίτσο ρωτώντας με πώς μου φαίνεται. Κοιτάζω μία το σκίτσο και μία το μοντέλο του· προφανώς έχει κάποιες δυσαναλογίες στο μέγεθος των χεριών, αλλά έχει πετύχει αρκετές κρίσιμες λεπτομέρειες. Το λακκάκι στο πηγούνι ας πούμε, ή τη μύτη, αρκετά. Δεν έχει πιάσει βέβαια το βλέμμα, που δεν καλοφαίνεται πίσω από τα σκούρα γυαλιά, ούτε το πονηρό γελάκι με το οποίο μας αντιμετωπίζει καθώς ολοκληρώνουμε την αντιπαραβολή.

Αφήνω το σκίτσο δίπλα στον κατηφέ και ξεκινάμε μια άσχετη κουβέντα για σκύλους και λοιπά κατοικίδια. Κάποιος τον ρωτάει αν έχει ο ίδιος κάποιο ζώο· απαντάει ότι κάποτε υπήρχαν ζώα σε ένα σπίτι που ζούσε, αλλά όχι δικά του. Η κουβέντα συνεχίζεται χωρίς να συμμετέχει ιδιαίτερα· μάλλον έχει ψιλοζαλιστεί από τα ούζα και τη μεσημεριανή ζέστη. Κάποια στιγμή σηκώνεται βαριεστημένα και συνειδητοποιώ ότι ο σκιτσογράφος δεν έχει απεικονίσει δυσανάλογα τα μέλη όπως νόμιζα, αλλά ότι ο άνθρωπός μας είναι όντως κάπως δυσανάλογος, με απροσδόκητα κοντά χέρια και πόδια να φύονται σε ένα σώμα αρκούντως ογκώδες. Μας αποχαιρετά και βαδίζει με μικρά χορευτικά βηματάκια προς ένα κόκκινο αμάξι, γυρνώντας το τζόκεϊ κανονικά κόντρα στον ήλιο αυτή τη φορά. Ξαφνικά κοντοστέκεται, επιστρέφει προς το μέρος μας και χαμογελώντας παίρνει τον κατηφέ από το τραπέζι. Ύστερα στρέφει σε εμένα και μου λέει μ’ εκείνο το μισοπόνηρο, εξυπνακίστικο υφάκι του.

- Αν περάσετε από τη γειτονιά μου να με επισκεφτείτε το δίχως άλλο.
- Το δίχως άλλο, φυσικά, αλλά πού είναι η γειτονιά σας;
- Νοικιάζω ένα διαμέρισμα στην οδό Εμπαϊσαδόρ Αουγούστου ντε Κάστρου, νούμερο 5. Δυο βήματα από τον Ωκεανό.
- Στον πρώτο όροφο, να υποθέσω; Το διαμέρισμα δεξιά;
- Ακριβώς,
λέει γελώντας. Πάνω από τον Κινέζο.

Είναι στ’ αλήθεια μεθυσμένος από ό,τι φαίνεται. Βάζει τον κατηφέ στο αυτί, και βαδίζει πάλι με τα μικρά του χορευτικά βηματάκια προς το κόκκινο αμάξι. Ανάβει αριστερό φλας παρότι κανείς δεν είναι γύρω του και φεύγει από την πλατεία μέσω της εναέριας γέφυρας. Σιγά σιγά φεύγουν όλοι κι ετοιμάζομαι να φύγω κι εγώ· πληρώνω και για τους δυο μας. Την τελευταία στιγμή θυμάμαι να πάρω από το τραπέζι το σκίτσο.

Δυο-τρία χρόνια μετά, χειμώνα στο Ηράκλειο, το χαζεύω παρατημένο δίπλα στον εκτυπωτή. Όσο μεγαλώνω του μοιάζω όλο και λιγότερο. Ανεπαίσθητα βέβαια, αλλά αρκετά ώστε να το βλέπω. Ο χρόνος περνάει, κι αυτό έχει κόστος.

Ο άλλος περιμένει να χτυπήσει το τηλέφωνο για να μιλήσει στην αγαπημένη του την ώρα που στεγνώνει νοτισμένα ρούχα στο ηλεκτρικό καλοριφέρ, στην οδό Εμπαϊσαδόρ Αουγούστου ντε Κάστρου, δυο βήματα από τον Ωκεανό. Μέσα του, κρυφά, κάνει σχέδια για το μέλλον.

Το μέλλον του είμαι εγώ, αλλά ακόμα δεν το ξέρει.


Σ.Σ. Τη γενική ιδέα του κειμένου την πήρα από το διήγημα του Μπόρχες «Ο άλλος» από τη συλλογή «Το βιβλίο της άμμου», αν και το θέμα του Doppelgänger που είναι αρκετά κοινό στη μπορχεσιανή μυθολογία φυσικά με υπερβαίνει αφηγηματικώς. Το σκίτσο το έκανε για πλάκα ο Νίκος Στενός (aka Κλαιρό) το καλοκαίρι του 2011, νομίζω (ή ίσως του 2012). Η (ακριβέστατη) ιδέα ότι το συγγραφιλίκι θέλει κώλο από βαρίδια προέρχεται από ένα κείμενο του Αντώνη Σουρούνη που τώρα μου διαφεύγει ποιο ακριβώς είναι, ίσως «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» και εν προκειμένω μάλλον της κοιλιάς.

Το άνθος με το ευφάνταστο όνομα «πού σε πονεί και πού σε σφάζει» είναι μια ονοματοδοτική προσφορά του ιστολογίου για τους βοτανικούς και ανθοκόμους του μέλλοντος, κι ας μην το ξέρουν ακόμα.


15/12/14

Ισμαήλ Πιγκαφέττα

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/ab/Magellan_Elcano_Circumnavigation-en.svg

Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια – δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς – έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα· όταν μες στη ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει [...] τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Με μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ο Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του· εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ’ αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε· όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό.

Μόμπυ Ντικ ή η Φάλαινα – Χέρμαν Μέλβιλ


I. Υπεράριθμος

Ο πιο γνωστός ήρωας της ιστορίας, στα πορτογαλικά λεγόταν Φερνάο ντε Μαγγαλιάες (με κάποιες μικρές ιδιαιτερότητες στην προφορά). Γεννήθηκε κάπου στο Ντούρο ή στο Τρασ-ο-μόντες, στα βόρεια της χώρας, γύρω στο 1480. Γύρω στο 1505 μπάρκαρε με το στόλο του Φρανσίσκο ντε Αλμέιδα για τις Ινδίες· έμεινε εκεί περίπου οχτώ χρόνια. Συμμετείχε στην πορτογαλική κατάκτηση της Μαλάκκας, υπό τις διαταγές του Αφόνσο της Αλμπουκέρκης. Γύρισε στην Πορτογαλία με δόξες και τιμές, αλλά βρέθηκε κάποια στιγμή σε δυσμένεια και δεν ξαναμπάρκαρε μετά το 1514. Αφού πάλεψε για μερικά χρόνια να πείσει το βασιλιά να του επιτρέψει να οδηγήσει μια αποστολή στα νησιά των μπαχαρικών (τις Μολούκες) πλέοντας προς τα δυτικά, έφυγε για την Ισπανία, όπου γύρω στο 1517 παρουσίασε το σχέδιό του στο βασιλιά Κάρολο τον 1ο, αργότερα αυτοκράτορα Κάρολο Κουίντο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτός ψήθηκε κάπως περισσότερο, οπότε τα επόμενα δύο χρόνια ναυλώθηκαν τα πέντε σκάφη της εκστρατείας, με συνολικό πλήρωμά 270 ανδρών από κάμποσα έθνη, περίπου σαράντα Πορτογάλοι, κάμποσοι Ισπανοί, κι ακόμα Ιταλοί, Γερμανοί, Βέλγοι, Έλληνες, Άγγλοι και Γάλλοι.

Ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ένας από αυτούς. Ένας Ιταλός από τη Βιτσέντζα, υπήκοος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, που είχε προηγουμένως μπαρκάρει σε ένα πλοίο των Ιπποτών της Ρόδου και την περίοδο εκείνη συνόδευε έναν παπικό νούντσιο στην επίσκεψή του στη Σεβίλλη. Εκεί άκουσε για το υπό προετοιμασία ταξίδι του Μαγγαλιάες (που στην ισπανική εκδοχή του ονόματος πρέπει να πούμε ότι λεγόταν Φερνάντο ντε Μαγγελάνες και στα ελληνικά καταχωρήθηκε ως Φερδινάνδος Μαγγελάνος) και έσπευσε να καταταχθεί στο πλήρωμα, με τον αξιοπερίεργο βαθμό του sobrasaliente που όπως και να το μεταφράσεις σημαίνει απλά υπεράριθμος. Αντόνιο Πιγκαφέττα, Υπεράριθμος.

Το ταξίδι ξεκίνησε στις 10 Αυγούστου του 1519, όταν τα πέντε σκάφη έφυγαν από τη Σεβίλλη και κατηφόρισαν τον Γκουανταλκιβίρ προς τη θάλασσα. Έμειναν πέντε βδομάδες στην εκβολή του ποταμού, και ανοίχτηκαν στον Ωκεανό στις 20 του Σεπτέβρη. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Πιγκαφέττα κατέγραφε τα γεγονότα με επιμέλεια και προσοχή: πώς έφτασαν στα Κανάρια Νησιά αποφεύγοντας τις πορτογαλικές παγίδες, πώς πήγαν στο Πράσινο Ακρωτήριο, πώς πέρασαν τον ισημερινό στις 27 Νοεμβρίου και πώς είδαν την ακτή της Νότιας Αμερικής στις 6 Δεκεμβρίου και κρύφτηκαν (η Βραζιλία ήταν πορτογαλική επικράτεια τότε) στο Ρίο ντε λα Πλάτα στις 10 Ιανουαρίου του 1520. Πώς κατηφόρισαν όλη σχεδόν την ήπειρο κι έστησαν έναν καταυλισμό στο Πόρτο Σαν Χουλιάν στην Παταγωνία για να ξεχειμωνιάσουν στις 30 Μαρτίου (στο Νότιο ημισφαίριο ο χειμώνας ξεκινάει κάπου τότε) και πώς την ημέρα του Πάσχα (1 με 2 Απριλίου) ξέσπασε η ανταρσία σε βάρος του Μαγγελάνου που περιελάμβανε τους τρεις από τους πέντε κυβερνήτες. Κατέγραψε με επιμέλεια τη σκληρότητα με την οποία ο Μαγγελάνος κατέστειλε την ανταρσία, σκοτώνοντας εν ψυχρώ όλους τους αναμεμιγμένους (εκτός από μερικούς που του ήταν απαραίτητοι για τη συνέχιση του ταξιδιού) και σκόρπισε τα πτώματά τους στην ακτή (όπου τα υπολείμματά τους θα έβρισκε πολλά χρόνια αργότερα ο Σερ Φράνσις Ντρέηκ).

Ο Πιγκαφέττα εξιστορεί με λεπτομέρειες την άτυχη μοίρα των ιθαγενών Παταγόνων που συνάντησαν οι εξερευνητές, το ναυάγιο ενός από τα σκάφη και την αποστασία ενός ακόμα και πώς τα εναπομείναντα τρία κατόρθωσαν την 1η Νοεμβρίου να χωθούν στο στενό ανάμεσα στην Παταγωνία και τη Γη του Πυρός που σήμερα λέγεται Πορθμός του Μαγγελάνου και να αντικρύσουν στις 28 του μήνα τον άλλο Ωκεανό που τους φάνηκε απρόσμενα γαλήνιος κι έτσι τον ονόμασαν «Ειρηνικό». Συνέχισαν βορειοδυτικά, και στις 13 Φεβρουαρίου του 1521 ξαναπέρασαν τον ισημερινό. Στις 6 Μαρτίου έφτασαν στο Γκουάμ· ο Πιγκαφέττα καταγράφει τα τριγωνικά σα λατίνια πανιά των ιθαγενών και την κακή συνήθειά τους να κλέβουν τα πάντα (καθότι ρήμαξαν εντελώς τα σκάφη που επισκέφτηκαν).

Στις 17 Μαρτίου έφτασαν στις Φιλιππίνες, τρία πλοία με 150 άτομα πλήρωμα. Ο Πιγκαφέττα περιγράφει πώς ο Μαγγελάνος θέλησε να εκχριστιανίσει τους ιθαγενείς στο Σεμπού, πράγμα που πέτυχε αλλά με αντάλλαγμα να πολεμήσει εναντίον των εχθρών τους στο Λάπου-Λάπου. Δεν του φάνηκε πολύ δύσκολο, αλλά είχε την ατυχή έμπνευση να σκοτωθεί στη μάχη με τους Λάπου-Λάπου, όπου και ο ίδιος ο Πιγκαφέττα πληγώθηκε. Τα πληρώματά υπέστησαν επίσης σοβαρές απώλειες, τόσο εκεί όσο και αργότερα σε άλλες ταραχές. Έμειναν πολύ λίγοι για να χειριστούν και τα τρία πλοία· έκαψαν το ένα και αρμάτωσαν τα άλλα δύο για να συνεχίσουν, φορτωμένοι μπαχαρικά, προς το Παλαουάν, το Μπρουνέι και τη Βόρνεο. Ο Πιγκαφέττα περιέγραψε τον αμύθητο πλούτο των Σουλτάνων του Μπρουνέι, μπροστά στον οποίο οι ισπανικοί θησαυροί χλώμιαζαν κάπως.

Χάρτης της Βόρνεο από το βιβλίο του Πιγκαφέττα

Τα δύο εναπομείναντα σκάφη με 115 άτομα πλήρωμα ξεκίνησαν στις 6 Νοεμβρίου 1521 να επιστρέψουν στην Ισπανία, αλλά χωρίστηκαν έξω από τις Μολούκες νήσους, καθώς το μεγαλύτερο άρχισε να βάζει νερά. Προσπάθησε αργότερα να επιστρέψει μέσω του Ειρηνικού Ωκεανού, αλλά αιχμαλωτίστηκε από τους Πορτογάλους και βυθίστηκε. Το μικρότερο, με τον Πιγκαφέττα στο πλήρωμα και με κυβερνήτη έναν από τους πρώην στασιαστές της Παταγωνίας που ο Μαγγελάνος του είχε χαρίσει τη ζωή, συνέχισε τον περίπλου της γης προς τα δυτικά στις 21 Δεκεμβρίου. Στις 6 Μαΐου 1522 περιέπλευσε το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, έχοντας μόνο ρύζι στις προμήθειές του. Είκοσι άτομα από το πλήρωμα πέθαναν από την πείνα πριν φτάσουν στο Πράσινο Ακρωτήριο, όπου στις 9 Ιουλίου άφησε άλλους 13 υπό το φόβο των Πορτογάλων. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1522, τρία χρόνια μετά την αναχώρηση, έφτασαν πίσω στην Ισπανία δεκαοχτώ εξαθλιωμένοι ναυτικοί που ήταν οι πρώτοι που έκαναν τον περίπλου της Γης, φορτωμένοι με εικοσιέξι τόνους γαρύφαλλο και κανέλα. Ανάμεσά τους ο Πιγκαφέττα, κάμποσοι Καστιλλιάνοι και Γαλικιανοί, ένας Γενοβέζος, ένας Πορτογάλος, ένας Χανς από το Άαχεν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Γερμανός μάλλον), κι ένας Νικόλας από το Ναύπλιο, Έλληνας.

Ο Πιγκαφέττα κατέγραψε κάμποσες γλώσσες ιθαγενών καθ’ οδόν, έθιμα και συνήθειές τους με ασυνήθιστη επιμέλεια. Επεσήμανε διάφορα παράξενα όντα (που αργότερα απεδείχθη ότι ήταν γκουανάκο, λάμα, αλπάκα, ακόμα και πιγκουΐνοι). Έφτιαξε χάρτες πολύτιμους για τους μετέπειτα θαλασσοπόρους. Και φτάνοντας στην Ισπανία ανακάλυψε μαζί τους συνταξιδιώτες του ότι (σε αντίθεση με τον Φιλέα Φογκ σε ένα γνωστό βιβλίο πολλά χρόνια αργότερα) βρισκόντουσαν μια μέρα πίσω από τους υπόλοιπους.

Μετά το ταξίδι, επέστρεψε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία και κατέγραψε τις εμπειρίες του στο Relazione del primo viaggio intorno al mondo (Αναφορά για το πρώτο ταξίδι γύρω από τον κόσμο). Κάποια τμήματα αυτού του βιβλίου δημοσιεύτηκαν στο Παρίσι το 1525, αλλά το κείμενο στην ολότητά του δεν δημοσιεύτηκε πριν το τέλος του 18ου αιώνα. Από τις πληροφορίες που περιέχονται στο κείμενο, φαίνεται ότι ο Πιγκαφέττα χρησιμοποίησε τις προγενέστερες γνωριμίες του για να γίνει τελικά μέλος του τάγματος των Ιπποτών της Ρόδου. Φαίνεται πως πέθανε γύρω στο 1531, σε ηλικία 39-40 ετών.

ΙΙ. Αμυδρές γραμμές στο θαλασσινό ορίζοντα

Το επίμαχο βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε στην Αγγλία στις 18 Οκτωβρίου 1851 και ένα μήνα αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου, στην Αμερική. Όταν πρωτοβγήκε δεν έκανε ιδιαίτερη εντύπωση· χρειάστηκε να περάσουν καμιά εβδομηνταριά χρόνια για να ξανα-ανακαλυφθεί κάπου στη δεκαετία του 1920 και να εκτιμηθεί ως πρόδρομο έργο του μοντερνισμού. Στο μεταξύ βέβαια ο συγγραφέας του είχε πεθάνει περίπου λησμονημένος οπότε δεν μάθαμε ποτέ την άποψή του για το μοντερνισμό, αλλά σίγουρα ξέρουμε ότι το magnum opus του σήμερα είναι βασικό συστατικό του «κανόνα» της αμερικανικής λογοτεχνίας, όχι μόνο του 19ου αιώνα.

Διάβασα το «Μόμπυ Ντικ» μεγάλος, από μια έκδοση του οίκου Gutenberg σε μετάφραση Α.Κ. Χριστοδούλου. Ο όγκος του κειμένου ήταν αρκούντως αποτρεπτικός στο να αποπειραθώ να το διαβάσω στο αγγλικό πρωτότυπο, και δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να αναρωτηθώ αν η γλώσσα του Χέρμαν Μέλβιλ είναι προσιτή στο μέσο αναγνώστη του 20ου (ή πλέον 21ου) αιώνα. Το βιβλίο ξεκινάει με τον αφηγητή, τον Ισμαήλ, να αυτοσυστήνεται. Μετά χάνεται από τα μάτια μας, και απλώς τον ακούμε να περιγράφει τη ζωή των φαλαινοθήρων στο Ναντάκετ και το επικείμενο ταξίδι του με το Πίκουοντ. Γνωρίζουμε το πλήρωμά του, και τον αλλοπαρμένο καπετάνιο του, τον Αχαάβ.

Το ταξίδι του Pequod κατά Everett Henry (1893-1961)

Στις εκατοντάδες σελίδες του Μόμπυ Ντικ, ο πιο έντονος χαρακτήρας γύρω από τον οποίο πλέκεται η αφήγηση είναι αυτός ο μισότρελος καπετάνιος, με το παράδοξα βιβλικό όνομα (ενός ασεβέστατου βασιλιά του Ισραήλ, καθότι ο πατέρας τού του έδωσε το πρώτο όνομα που συνάντησε ανοίγοντας τη Βίβλο), το κομμένο πόδι, και τη μανία της εκδίκησης ενάντια στη μεγάλη άσπρη φάλαινα, το Μόμπυ Ντικ του τίτλου. Η αφήγηση ξετυλίγεται στις νότιες θάλασσες και στις σκοτεινές ψυχές, στο καλό και στο κακό, στο όριο της ύπαρξης και στα κατάβαθά της. Το ταξίδι είναι πραγματικό και συμβολικό μαζί, με κέντρο αυτό τον «άνθρωπο που δε φοβάται Θεό, που μοιάζει με Θεό, είναι υπέροχος άνθρωπος ο Καπετάν Αχαάβ». Ο Αχαάβ οδηγεί το πλήρωμά του στην τελική σύγκρουση αδιαφορώντας για τους οιωνούς και τη μοίρα, κυριευμένος από τη δύναμη της θέλησης (τη δύναμη της θέλησης που γίνεται Ύβρις), στις εσχατιές του κόσμου και στα όρια της αντοχής. Όπως είναι φυσικό, ηττάται, συντρίβεται, και παρασέρνει μαζί του στον όλεθρο και το πλήρωμά του.

Σε μια παράξενη και εξόχως συμβολική εικόνα, ο αφηγητής Ισμαήλ επανεμφανίζεται ανάμεσα στα συντρίμμια του ναυαγίου, αρπαγμένος από ένα φέρετρο, μέσα στο οποίο τον βρίσκουν εν τέλει οι διασώστες του από ένα άλλο φαλαινοθηρικό. Στις εκατοντάδες σελίδες του Μόμπυ Ντικ μαθαίνουμε ελάχιστα πράγματα για αυτόν τον Ισμαήλ. Στο τέλος μόνο διαβάζουμε την (παράξενη, για τον αναγνώστη του 21ου αιώνα) εικασία του ότι η θεία πρόνοια τον επέλεξε να ζήσει, μόνος αυτός, από το πλήρωμα του Pequod, για ένα και μόνο λόγο: για μπορέσει να διηγηθεί κάποτε την ιστορία.

- . - . -

Αγαπώ τους δευτεραγωνιστές. Το λέω με κάθε ευκαιρία, το έχω ξαναπεί εδώ κι εδώ. Ίσως γι’ αυτό στο ιστιοπλοϊκό role playing game της παρέας επέλεξα να κάνω το λοστρόμο αντί για τον καπετάνιο (άσε που είναι μικρότερος ο ανταγωνισμός). Επίσης αγαπώ τους ταξιδιώτες – όχι απλώς και μόνο τους ναύτες, αλλά και όλους όσοι δεν αφήνονται να μείνουν σε έναν τόπο, σε μια ιδέα, σε μια βολική αυταπάτη. Τέλος, αγαπώ τους ανθρώπους που λένε ιστορίες, που γράφουν ιστορίες, που γεννάνε ιστορίες, όχι απαραίτητα μεγάλες ιστορίες με πολέμους και εκστρατείες, αλλά και μικρές ιστορίες, ιστορίες δικές σου και δικές μου, ιστορίες απλών ανθρώπων και ιστορίες που κάποιος που ταξίδεψε μπορεί να πει σ΄ εκείνους που δεν ταξίδεψαν ποτέ.

Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που έλεγε ο (ναυτικός) πατέρας μου στο κυριακάτικο τραπέζι. Μ’ αρέσει η Οδύσσεια, περισσότερο από την Ιλιάδα. Μου άρεσε το ταξίδι του Μάρκο Πόλο που διάβασα έφηβος σε ένα βιβλίο για τους μεγάλους εξερευνητές, ο δρόμος του μεταξιού και τα νησιά των μπαχαρικών, οι ανθρωποφάγοι ιθαγενείς της Χαβάης που μασούλησαν τον κάπτεν Τζέημς Κουκ του αγγλικού ναυαρχείου (υπάρχουν όπως και να το κάνουμε οι κίνδυνοι του επαγγέλματος όπως θα έπρεπε να γνωρίζει και ο Μαγγαλιάες/Μαγγελάνος και ο Αχαάβ), η λέξη «παπαφίγγος» ή «πανιόλα» ή «γραιγολεβάντες», το γιγαντιαίο καλαμάρι Architeuthis που τζάμπα κυνηγούσε το Pequod στο νότιο ωκεανό.

Ίσως γι’ αυτό, με κάπως προχωρημένο πια τον 21ο αιώνα, ψάχνω ένα νόημα στη ζωή μου που διέρχεται ταχέως και έχει μάλλον περάσει πλέον τα σημεία καμπής της, και άλλο νόημα δεν βρίσκω παρά αυτό ίσως που είχε η σύντομη σχετικά ζωή του Πιγκαφέττα ή ακόμα καλύτερα η λογοτεχνική ζωή του κατά Μέλβιλ Ισμαήλ: αυτός που προορίζεται να ζήσει για να διηγηθεί την ιστορία.

Τώρα δε μένει παρά να βρούμε ποια θα είναι η ιστορία αυτή.

4/12/14

Με λίγη βοήθεια


O Μπίλι Σήαρς (ο ένας και μοναδικός) τραγουδάει Μπήτλς στο Sgt Pepper's Lonely Hearts Club Band.

Είμαι κρυωμένος από το Σεπτέβρη περίπου, με ελάχιστα διαλείμματα. Κάθομαι να φτιάξω ένα ζεστό, και διαλέγω ένα μίγμα δίκταμο-μαλοτήρα-τσάι του βουνού που μου είχε δώσει η Έλενα στις αρχές αυτού του ατελείωτου κρυολογήματος. Με πιάνει μια ελαφριά πείνα, και βγάζω από το ψυγείο κάτι υπολείμματα από πιπεριές και κρεμμύδια που πήρε ο Χριστόφορος, μαζί και ένα κομματάκι πανσέτα καπνιστή, τα τσιγαρίζω και ρίχνω δυο αυγουλάκια. Μου φαίνεται κάπως φτωχικό, οπότε παίρνω και μερικά από τα μανιτάρια του, και τα φτιάχνω α λα κρεμ με την κρέμα γάλακτος που μου άφησε η Μίλιτσα. Θυμάμαι και κάτι μπουκίτσες παξιμαδάκι σφακιανό που μου έχει επίσης αφήσει, καλή της ώρα, και τις τσιμπολογάω με λίγη από τη μυζήθρα της. Επιθεωρώ το ψυγείο και σκέφτομαι ότι μάλλον πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξω το κρασί που έφερε ο Κωστής και είχα φυλάξει για μια πιο γιορταστική στιγμή που δε γιορτάστηκε ποτέ τελικά, όπως άνοιξα τελικά τη γκράπα που είχε φέρει ο Θανάσης την Πρωτοχρονιά (όχι πολύ παλιά αλλά με κάποιο τρόπο έτη φωτός μακριά).

Ελπίζω τις επόμενες μέρες να τακτοποιηθεί το θέμα με το κρεβάτι που θα μου δώσει η Βαγγελιώ, αν καταφέρουμε να χώσουμε κάπου για μεταφορά το στρώμα. Ίσως θα μπορούσα να πάρω το αμάξι που μου έχει αφήσει ο Αναστάσης και είναι πιο ευρύχωρο από το δικό μου αλλά από την άλλη άντε να το φέρνεις εδώ στο κέντρο που έχουν το σπίτι τους ο Μιχάλης και η Μάουρα που με φιλοξενούν, καθότι παρέλειψα να αναφέρω ότι τίποτα σχεδόν στο σπίτι (τους) που μένω δεν είναι δικό μου, εκτός ίσως από το φωτιστικό δίπλα στο κρεβάτι που μου πήραν παλιότερα ο Νίκος με τη Μπέτυ, το κάδρο με τη ζωγραφιά που μου έδωσε η Λίτσα και κάτι συλλογές από βιβλία, σιντί και φωτογραφίες, άντε και το λάπτοπ όπου γράφω αυτές τις γραμμές.

Φίλοι μου αγαπημένοι, καλή μας όρεξη και περαστικά· wish you were here.