ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/11/14

Τάλγκο στα σύρματα


«Θυμάσαι τι γέλια κάναμε; Ίσως γι’ αυτό να γράφω, για να επιζήσει κάτι απ’ όλα αυτά, για να μην τ’ αρπάξει όλα ο χρόνος. Προσπαθώ κάτι να του κλέψω, έστω μερικές στιγμές. Ό,τι θυμάμαι. Στο τέλος θα μας πάρει ως και τις αναμνήσεις μας. Θα είναι σαν να μην έχουμε ζήσει καν.»

(Ελένη, στο Τάλγκο του Βασίλη Αλεξάκη)



Το βιβλίο δεν υπάρχει στην βιβλιοθήκη μου. Το αγόρασα πριν πολλά χρόνια με σκοπό να το χαρίσω στη φίλη μου τη Β. για κάποια γενέθλια ή γιορτή (κοντά πέφτουν άλλωστε) και φυσικά πρώτα το διάβασα και μετά το ξαναδίπλωσα προσεκτικά στη συσκευασία του και της το πήγα. Τα χρόνια εκείνα, φοιτητικά μάλλον ή τα πρώτα μεταφοιτητικά, ζούσα με αρκετή πενία και όπως όλοι ξέρουν πενία τέχνας κατεργάζεται. Επίσης τα χρόνια εκείνα διάβαζα ό,τι μου έπεφτε στα χέρια, οπότε πάντοτε χάριζα τα βιβλία αφού προηγουμένως τα διάβαζα. Φυσικά δεν χάριζα ποτέ χοντρά βιβλία που θα έπαιρνε χρόνο η ανάγνωσή τους (με κίνδυνο να ταλαιπωρηθεί το βιβλίο από την ανάγνωση και να φαίνεται μεταχειρισμένο), χώρια που τα πιο λεπτά βιβλία ήταν και κατά τεκμήριο πιο φτηνά (άρα κατάλληλα για δώρα στο βαθμό που επέτρεπαν τα περιορισμένα οικονομικά μου). Το Τάλγκο ήταν εκατόν εξήντα οκτώ σελίδες· ό,τι ακριβώς έπρεπε.

Τον συγγραφέα, τον κ. Βασίλη Αλεξάκη δεν τον ήξερα καλά (καθότι γράφει συνήθως στα γαλλικά), ήξερα όμως ότι ζούσε στο Παρίσι και έγραφε σενάρια για τις ταινίες του Πανουσόπουλου ή του Τσεμπερόπουλου ή του Περράκη (που στη δεκαετία του ’80 ήταν αυτοκόλλητοι μάλλον, είχαν μια κοινή εταιρία παραγωγής, και στις ταινίες του καθενός οι άλλοι δύο έκαναν τον παραγωγό ή το διευθυντή φωτογραφίας ή κάτι τέλος πάντων). Την εποχή εκείνη εκτός από βιβλιόφιλος ήμουν και κινηματογραφόφιλος, ωστόσο την ταινία που ενέπνευσε το βιβλίο (Ξαφνικός έρωτας, του Τσεμπερόπουλου) δεν την είχα δει στις αίθουσες, παρά μόνο κάμποσα χρόνια αργότερα στην τηλεόραση (αν και είχα ακούσει φυσικά το γκραν σουξέ τραγούδι του Σπανουδάκη από το soundtrack).

Ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλήξει αν ο Αλεξάκης είναι με κάποιο τρόπο σημαντικός καλλιτέχνης. Έχω δει άλλες ταινίες που έγραψε το σενάριο ή σκηνοθέτησε και μου φάνηκαν μάλλον αδιάφορες. Πριν λίγα χρόνια η Β. μου έφερε δώρο μετά πολλών επαίνων το βραβευμένο του μυθιστόρημα μ.Χ. που το παράτησα πριν τη μέση (κάτι που πολύ σπάνια κάνω ακόμα και για πασίδηλα κακά βιβλία), αποκαμωμένος μάλλον παρά απλώς απογοητευμένος από το περιεχόμενο. Ωστόσο εκείνη τη μακρινή εποχή το Τάλγκο μου είχε φανεί σα μια μικρή αποκάλυψη. Την ταινία όπως είπαμε δεν την είχα δει ακόμα, οπότε στην αφήγηση της ηρωίδας (της Ελένης) δεν έβλεπα το πρόσωπο της Μπέττυς Λιβανού (μιας γυναίκας που οφείλω να ομολογήσω ότι επί της οθόνης μου προκαλούσε τα χρόνια εκείνα μια ορισμένη αναστάτωση) αλλά φανταζόμουν μια οποιαδήποτε «μεγάλη» γυναίκα (δηλαδή τριανταφεύγα, όπως νόμιζα τότε πως είναι οι μεγάλες).

Η ιστορία είναι σχετικά απλή και συνηθισμένη: η Ελένη ψιλοβαριέται το γάμο της και το σύζυγο (στην ταινία είναι ο Νικήτας Τσακίρογλου) που περνάει ατελείωτες ώρες στο φωτογραφικό του θάλαμο, γνωρίζεται τυχαία με το Γρηγόρη (στην ταινία ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος) που ζει στη Γαλλία, Έλλην του εξωτερικού και τεχνοκράτης της (τότε...) ΕΟΚ, που όμως τον τρώει η νοσταλγία για την Ελλάδα. Στο βιβλίο παρακολουθούμε την πορεία της σχέσης τους από τη σκοπιά της αφηγήτριας Ελένης, η οποία παραδίνεται σε έναν πρωτόγνωρο, βαθύ έρωτα. Πηγαίνει και βρίσκει τον εραστή της στη Βαρκελώνη όπου φτάνει με ένα τραίνο (το Τάλγκο του τίτλου) από το Παρίσι (στην ταινία η συνάντηση γίνεται στη Λισσαβώνα και υπάρχει μια ωραία σκηνή σε ένα σταθμό τραίνου που τον έχω περπατήσει δεκάδες φορές, αλλά τότε βέβαια δεν μπορούσα να υποψιαστώ το ρόλο που θα έπαιζε αυτή η πόλη αργότερα στη ζωή μου). Η ιστορία εξελίσσεται, κορυφώνεται, φθίνει, και στο φινάλε ο μάλλον αδιάφορος Γρηγόρης δίνει ένα τέλος στη σχέση.

«Καταλαβαίνω τους λόγους που σ’ οδήγησαν σ’ αυτή την απόφαση. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει ένας ακόμη που δεν τον αναφέρεις, μόλο που είναι ο σοβαρότερος. Θέλω να πω, βρε Γρηγόρη, ότι δε μ’ ερωτεύτηκες όπως σ’ ερωτεύτηκα εγώ. Εγώ ερωτεύτηκα όλες τις πτυχές του εαυτού σου, ο έρωτάς μου, σαν την αγάπη της μάνας, σε περιέβαλλε ολόκληρο, κανένα τμήμα του εαυτού σου δεν άφηνε ακάλυπτο. Ερωτεύτηκα τ’ όνομά σου, ερωτεύτηκα τη φωνή σου, ερωτεύτηκα τα γόνατά σου. Αν με είχες αγαπήσει κι εσύ έτσι, οι λόγοι που σ’ έκαναν να δώσεις τέλος στη σχέση μας θα είχαν μετρήσει λιγότερο, μπορεί να μην είχαν μετρήσει και καθόλου, γιατί απλούστατα δε θα μπορούσες να κάνεις χωρίς εμένα.»

Η Ελένη γυρίζει κάποτε στο σπίτι, όπου (σε μια σκηνή που μου έχει εντυπωθεί βαθιά, αλλά μπορεί και να την έχει ανασυστήσει η φαντασία μου με τα χρόνια πολύ πιο γκράντε και σημαντική από ό,τι στ' αλήθεια είναι στο βιβλίο) διαπράττει μια υπέρβαση και μπαίνει στο άδυτο: στο φωτογραφικό θάλαμο του συζύγου (ο οποίος μέχρι τότε είναι απλά ένα είδος ντεκόρ στο μυθιστόρημα) ίσα ίσα για να ανακαλύψει εκατοντάδες ίσως φωτογραφίες της που ο (ερωτευμένος, τελικά) σύζυγος την έχει τραβήξει σε ανύποπτο χρόνο. Το μυθιστόρημα (νομίζω και η ταινία) κάπου εκεί τελειώνει, αλλά στα χρόνια που μεσολάβησαν εγώ έχω συλλάβει τον εαυτό μου πολλές φορές να σκέφτεται με συμπάθεια έναν μοναξιασμένο τύπο που βλέπει στο αχνό κόκκινο φως την εικόνα της γυναίκας που αγαπάει (κι ενώ εκείνη δεν τον αγαπάει πια) να εμφανίζεται αργά στο φωτογραφικό χαρτί· πιο πολύ τον βλέπω με συμπάθεια επειδή δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) ο αληθινός πρωταγωνιστής του ρομάντσου αλλά μάλλον ένας δευτερεύων, συμπληρωματικός χαρακτήρας. Ο Ρόζενκρατς, όχι ο Άμλετ.

Κι εκεί που έλεγα πως εντάξει, τέλειωσε η ανάρτηση, σκέφτηκα να βάλω κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο, αλλά όπως είπαμε πιο πάνω, το βιβλίο δεν υπάρχει στη βιβλιοθήκη μου και για να γράψω την ανάρτηση στηρίχτηκα στη μνήμη και η μνήμη όπως όλοι ξέρουμε παίζει παράξενα παιχνίδια (φτιάχνοντας, καμμιά φορά, ακόμα και πράγματα που δεν υπάρχουν). Ψάχνοντας λοιπόν μερικές πληροφορίες από το διαδίκτυο βρήκα ένα άρθρο [Το μυθιστόρημα «Τάλγκο» και η ταινία «Ξαφνικός έρωτας» της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου] στο οποίο εντόπισα πράγματι τα παραπάνω αποσπάσματα, τα αντέγραψα και ετοιμάστηκα χαρούμενος να τελειώσω την ανάρτηση στα γρήγορα. Ωστόσο συνέχισα να διαβάζω και πιο κάτω· στάθηκα στην τελευταία παράγραφο:

«Κοίταξα ψηλά στον ουρανό που ήταν ακόμη φωτεινός. Είδα τα πουλιά που κάθονταν στα σύρματα του ηλεκτρικού. Τόσες και τόσες φορές έχω δει τα πουλιά στα σύρματα του ηλεκτρικού, πρώτη φορά πρόσεξα ότι τα σύρματα ήταν πέντε κι ότι τα πουλιά έμοιαζαν με νότες μουσικής.»

Βέβαια η ιδέα δεν είναι φοβερά πρωτότυπη, ειδικά αν έχει δει κανείς αυτό:



Και μέσα από την εικόνα αυτή, θυμήθηκα ξαφνικά το Bird on the wire του Λέοναρντ Κοέν. Κι άρχισα λίγο να το σκαλίζω. Διαβάζω στη Wikipedia ότι το τραγούδι ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 1968 (όταν εγώ ήμουν ακόμα λίγων μηνών). Στη δεκαετία του 1960, ο Κοέν ζούσε στην Ύδρα με μια κοπέλα ονόματι Marianne (για την οποία έχει γράψει κι άλλα τραγούδια όπως το So long, Marianne). Σε μια φάση μάλλον σκοτεινή που περνούσε τότε και τον είχε ρίξει σε κατάθλιψη, η κοπέλα τον βοήθησε να βγει από το πηγάδι δίνοντάς του την κιθάρα του, κι εκείνος άρχισε να συνθέτει το τραγούδι, εμπνευσμένος – λέει – από ένα πουλί που καθόταν σε ένα από τα μόλις εγκατεστημένα τηλεφωνικά σύρματα της Ύδρας κι από αναμνήσεις υγρών νυχτών στο νησί (με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει). Το τραγούδι τελείωσε σε ένα μοτέλ στο Χόλυγουντ, «μαζί με οτιδήποτε άλλο» όπως λέει ο ίδιος. Ακούγοντάς το, βέβαια, νομίζεις ότι θα ήθελε, ίσως, να μην έχουν όλα τελειώσει.



Είδα έναν ζητιάνο που στεκόταν στο ξύλινο δεκανίκι του,
μου είπε, «Δεν πρέπει να ζητάς τόσα πολλά.»
Και μια όμορφη γυναίκα που ακουμπούσε στη σκοτεινιασμένη πόρτα της,
μου φώναξε, «Έι, γιατί να μη ζητήσεις κάτι παραπάνω;»

Ω, σαν πουλί πάνω στο σύρμα,
σα μεθυσμένος σε κάποια παλιά καντάδα* τα μεσάνυχτα
προσπάθησα, με τον τρόπο μου, να είμαι ελεύθερος.


Για κάποιο παράξενο λόγο, αν και το ξέρω ότι δεν κολλάει, σκέφτομαι έναν νεαρό Κοέν να εμφανίζει φωτογραφίες αγαπημένων γυναικών.

Αργά, αχνά σχηματίζονται στο χαρτί τα πρόσωπα.



(*Αν και το midnight choir δεν μεταφράζεται ακριβώς έτσι, οι παρέες των μεθυσμένων που τραγουδούν στο δρόμο τα μεσάνυχτα πιο κοντά σε καντάδα μου φέρνουν, παρά σε χορωδία – ειδικά σε ένα ελληνικό νησί).

25/11/14

Σεξουαλική έλξη και επικοινωνία

Στο επίμαχο μπαλκόνι, με ασορτί τασάκι. Βέβαια το τσιγάρο εν τέλει το έκοψα πριν φθινοπωριάσει καλά.

Πρέπει να την πρωτοείδα σε ένα συνέδριο στο Άμστερνταμ πριν λίγους μήνες. Προΐστατο σε κάποια από τις επιμέρους συνεδρίες και φρόντιζε οι ομιλητές να κρατάνε το χρόνο τους με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια. Επίσης έκανε από μικροφώνου μερικά σχόλια, συνήθως επαινετικά για το πόσο φανταστική, υπέροχη και – κατά λέξη – ερεθιστική (stimulating ) και γονιμοποιητική (inseminating) ήταν η επιστημονική παρουσίαση που προηγήθηκε. Όταν ήρθε η σειρά της να παρουσιάσει αναφέρθηκε αρχικά στη μετακόμιση της ερευνητικής της ομάδας από τη Γερμανία στην πατρογονική Ολλανδία. Μετά άρχισε να μιλάει για τα αποτελέσματά της, αλλά εγώ είχα αφαιρεθεί ήδη σκεπτόμενος τις δουλειές που έπρεπε να τακτοποιήσω πριν φύγω. Με τη σκέψη να ταξιδεύει, επανήλθα διανοητικά στο συνέδριο μόνο από το χειροκρότημα στο τέλος. Την είδα που κοιτούσε το ακροατήριο με εκείνο το μίγμα ανακούφισης και περηφάνιας που έχεις όταν τελειώνεις ένα επίπονο έργο. Ήταν προφανές ότι τη διακατείχε ένα ορισμένο άγχος, που διαλυόταν τώρα που όλα είχαν πάει καλά.

Την ξαναείδα ένα-δυο μήνες αργότερα σε ένα άλλο συνέδριο στην Κρήτη, πιο θεματικό αυτή τη φορά. Έστριβα ένα τσιγάρο με τον ολλανδικό καπνό που είχα αγοράσει στο προηγούμενο ευρωπαϊκό ταξίδι όταν πλησίασε χαρούμενα την ομήγυρη όπου βρισκόμουν, έδειξε το πακέτο και τα χαρτάκια και αναφώνησε:

- Α, επιτέλους ένα τσιγάρο που μπορώ να καπνίσω!

Της πρόσφερα φυσικά. Μου είπε ότι με θυμόταν από το προηγούμενο συνέδριο. Της είπα «παρομοίως». Μου συστήθηκε επισήμως· είχε το μικρό όνομα μιας αρχαίας Σκανδιναβής βασίλισσας που απαντάται σε όλη τη βόρεια Ευρώπη. Το επίθετό της υπέφερε από αυτή την ολλανδική προφορά του G που ακούγεται σαν βαρύ χι, λίγο σα να καθαρίζεις το λαιμό σου. Μου το διευκρίνισε ότι γράφεται μεν έτσι αλλά προφέρεται...

- Ξέρω, ξέρω, ζούσα δυο χρόνια στην Ολλανδία.

Συμπέρανε ότι από εκεί τσίμπησα τη συνήθεια του ολλανδικού καπνού. Της εξήγησα ότι η συνήθεια είναι πολλών δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων σταμάτησα κιόλας να καπνίζω. Απλά με είχε πετύχει σε μια ιδιάζουσα συγκυρία· θα το έκοβα σε λίγο καιρό. Φυσικά δε με ρώτησε παραπάνω (αλίμονο, στην Ολλανδία άλλωστε δε σε ρωτάνε τίποτα προσωπικό δεν πάει να πεθαίνεις δίπλα, σε αντίθεση με κάτι άλλες χώρες που ξέρω όπου πεθαίνουν αυτοί μπας και μάθουν οτιδήποτε προσωπικό σου). Έσβησε το τσιγάρο (κάπνιζε βιαστικά, με γρήγορες ρουφηξιές) και λίγο πριν σηκωθεί να φύγει τη ρώτησα (με ένα είδος αμήχανης περιέργειας μάλλον) με τι ασχολείται ακριβώς.

- Α, το βασικό ενδιαφέρον μου είναι η σεξουαλική έλξη και επικοινωνία...

Δεν ξέρω αν φταίει που την κοίταξα κάπως ασκαρδαμυκτί ή αν της είχε ξανασυμβεί (μάλλον το δεύτερο), πάντως έσπευσε να συμπληρώσει:

- ...στα Λεπιδόπτερα.

Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση· άλλωστε σε συνέδριο Λεπιδοπτέρων βρισκόμασταν. Καληνύχτισε κι έφυγε.

Λίγη ώρα αργότερα ανέβηκα κι εγώ στο δωμάτιό μου και καθόμουν στη βεράντα ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων και καπνίζοντας, ενώ ταυτόχρονα είχα ανοιχτό το λάπτοπ διαβάζοντας επαγγελματικά μέιλ. Η βεράντα ήταν κοινή για όλα τα δωμάτια του ορόφου αλλά κανείς άλλος δεν ήταν έξω, μέχρι που κάποια στιγμή είδα τη χαρακτηριστικά ψηλή φιγούρα της να ξεπροβάλλει από το δωμάτιο αριστερά· με κοίταξε με μια ορισμένη έκπληξη. Της χαμογέλασα και της πρότεινα πάλι τον ολλανδικό καπνό· μου εξήγησε ότι γενικά δεν καπνίζει, απλά νωρίτερα της είχε φανεί ωραία ιδέα, πιο πολύ ως tribute στην πατρίδα, ένα είδος νοσταλγίας. Όχι τίποτα φοβερό βέβαια, ολλανδική νοσταλγία, με δοσομετρητή.

Με ρώτησε μερικά πράγματα για την Κρήτη. Της είπα ότι δεν ξέρω πολλά για τα δυτικά του νησιού καθότι ζω από την άλλη, αλλά εκείνη μου διευκρίνισε ότι είχε ήδη γυρίσει αρκετά, δυτικά και νότια, είχε κολυμπήσει, είχε κάνει κάμπινγκ και καταδύσεις. Φαινόταν βέβαια στο χρώμα της που παραήταν σκούρο, αλλά θα μπορούσε να το έχει αποκτήσει και αλλού. Στο τέλος με ρώτησε αν τυχόν θα πήγαινα προς Ηράκλειο το Σάββατο το πρωί. Η πτήση της ήταν από Ηράκλειο και θα τη βόλευε ίσως αν μπορούσα να την πετάξω ως εκεί, χωρίς όμως να χάσει την «κρητική βραδιά» της Παρασκευής. Της είπα ότι εμένα σχεδόν όλες μου οι βραδιές ήταν κρητικές πλέον, οπότε ο προγραμματισμός μου προέβλεπε αναχώρηση με τη λήξη του συνεδρίου, την Παρασκευή το μεσημέρι, χωρίς τουριστικά events. Είχα και κάποιες υποχρεώσεις στο Ηράκλειο Παρασκευή βράδυ. Μου είπε ότι θα το σκεφτεί. Με χαιρέτησε μάλλον εγκάρδια για τα ολλανδικά δεδομένα και ξαναχώθηκε στο δωμάτιό της.

Την επομένη, μετά το τέλος και της τελευταίας συνεδρίας, έκατσε απέναντί μου στο δείπνο. Μου ανακοίνωσε ότι δεν θα έρθει μαζί μου στο Ηράκλειο την Παρασκευή, διότι θέλει οπωσδήποτε να δει την κρητική βραδιά. Της είπα ότι κατανοώ απολύτως τα κίνητρά της. Ύστερα φάγαμε, ήπιαμε, ξαναήπιαμε, της προσέφερα τσιγάρο (το πήρε), ξαναήπιαμε, και κουβεντιάσαμε για τα λεπιδόπτερα, για τα προτεσταντικής προέλευσης ολλανδικά ήθη, τις ομορφιές της Κρήτης, τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στον ακαδημαϊκό χώρο, τις πεταλούδες του Μαλάουι, τη μοναδική γυναίκα (και μάλιστα Ελληνίδα) συγκλητικό στους πέντε αιώνες ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λέιντεν, τις Ολυμπιάδες Βιολογίας, την κουλτούρα του ανταγωνισμού μέχρις εσχάτων που επικρατεί μεταξύ των φοιτητών ιδιαίτερα με καταγωγή από την περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας και φυσικά κουβεντιάσαμε πολύ για το κυρίως θέμα: για σεξουαλική έλξη και επικοινωνία. Όχι μόνο λεπιδοπτέρων.

Από μια σκοπιά στα λεπιδόπτερα είναι απλά τα πράγματα: το ένα φύλο εκκρίνει φερομόνες, το άλλο τις αναγνωρίζει, ζευγαρώνουν. Λίγο διαφορετικά στις πεταλούδες: πρέπει να υπάρχει ένα οπτικό ερέθισμα, να ακολουθήσουν μια τελετουργία λιγότερο βασισμένη στη μυρωδιά. Στους ανθρώπους όμως είναι πιο μπερδεμένα τα πράγματα. Η συνομιλήτριά μου αποδέχεται φυσικά μια σειρά από πολιτισμικούς παράγοντες, και διαχωρίζει το «απλό» σεξ που βρίσκεται σε υπερπροσφορά, από το «εξελικτικά παραγωγικό» αντίστοιχο που είναι σοβαρά μπλεγμένη υπόθεση. Χρησιμοποιεί αυστηρά επιστημονική, ουδέτερη ορολογία (σα να μιλάει για λεπιδόπτερα). Εκφράζω κάποιες ενστάσεις, ότι σε πολλές ανθρώπινες κοινωνίες το «εξελικτικά παραγωγικό» σεξ δεν υπήρξε πάντα επιλογή των ενδιαφερομένων, ειδικά μάλιστα των γυναικών, καθώς υπεισέρχεται μια σειρά από άλλους παράγοντες που μπορούν να ανακατέψουν γονίδια ανθρώπων που δεν γνωρίζονταν πριν (ακόμα και σήμερα σε εκτεταμένες περιοχές του κόσμου οι γάμοι ενδέχεται να κανονίζονται ερήμην των ενδιαφερομένων). Δεν διαφωνεί, αλλά η συζήτηση είναι πώς λειτουργεί «φυσικά» ο μηχανισμός, δεν είναι;

Αν και δεν την έχουν πάρει τα χρόνια (είναι μάλλον κατά τι πιο νέα από εμένα), απορεί με τη σημερινή γενιά που ψαρεύει τους ερωτικούς της συντρόφους στο διαδίκτυο, στα σόσιαλ μήντια και σε αντίστοιχα σάιτ. Όχι φυσικά για ηθικούς λόγους (είπαμε, έχει μια ουδέτερη, επιστημονική προσέγγιση στο θέμα) αλλά επειδή αρκούνται να κινητοποιούν μόνο οπτικά ερεθίσματα, και όχι ακουστικά ή οσφρητικά. Εξηγεί ότι ο τόνος της φωνής είναι πολύ σημαντικός στη σεξουαλική επικοινωνία. Τη ρωτάω για τις μυρωδιές, αν υπάρχει κάτι αντίστοιχο με τις φερομόνες που να λειτουργεί στους ανθρώπους (αν και νομίζω πως ψιλοξέρω την απάντηση, θεωρώ ότι είναι καλή πάσα για να μιλήσει περισσότερο). Γελάει, οικτίροντας τα θύματα διαφόρων απατεώνων που πουλάνε δήθεν θαυματουργές «φερομόνες» που και καλά φέρνουν όλες τις γυναίκες στα πόδια σου (το πολύ πολύ, λέει, να μαζέψεις τίποτα ξεστρατισμένες νυχτοπεταλούδες). Εξηγεί όμως ότι η μυρωδιά είναι πολύ σημαντική, όχι γιατί σε ελκύει, αλλά επειδή μπορεί να σε απωθήσει. Δεν πας με κάποιον που «μυρίζει ωραία», αλλά συχνά φεύγεις από κάποιον που «μυρίζει άσχημα». Όπου «άσχημα» (κι εδώ είναι το χαριτωμένο) σου μυρίζει κάποιος που έχει παρόμοια μυρωδιά με τη δική σου.

- Ένα εξελικτικά επιτυχημένο ζευγάρωμα απαιτεί διαφορετικά αλληλόμορφα στο μείζον σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας, κατάλαβες; Αν μοιάζεις με τον άλλο, τα παιδιά σας θα είναι αδύναμα από ανοσολογική άποψη, ενώ αν είστε διαφορετικοί τα παιδιά σας θα έχουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία, άρα θα είναι πιο ισχυρά.
- Κατάλαβα, είναι αυτό που λέμε ότι τα ετερώνυμα έλκονται.
- Από πλευράς μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας, σίγουρα.
- Ναι αλλά αν είναι πολύ διαφορετικοί οι άνθρωποι μπορεί να μην κάνουν μαζί και να χωρίζουν.
- Από εξελικτική άποψη, αυτό είναι αδιάφορο. Αρκεί να κάνουν εξελικτικά παραγωγικό σεξ. Δηλαδή παιδιά. Κατάλαβες;


Κατάλαβα. Ήπιαμε και καπνίσαμε λίγο ακόμα μιλώντας για ολλανδικά παράθυρα χωρίς κουρτίνες. Της πρότεινα κάποιες κοντινές παραλίες για μπάνιο, αλλά είχε ήδη πάει. Είπαμε, ήταν κάμποσο καιρό στο νησί.

Λίγες μέρες αργότερα έπινα καφέ παρέα με μια παλιά μου φίλη (χωρίς πτυχίο βιολογίας) στην οποία περιέγραφα με λεπτομέρεια τις συνεδριακές γνωριμίες μου και τις νεοαποκτηθείσες επιστημονικές μου γνώσεις.

- Έμαθα που λες, πως άμα σου μυρίζει κάποιος άσχημα, φεύγεις.
- Σιγά τη γνώση, λες και δεν το ξέρω. Μου 'χει τύχει κιόλας.
- Πω, πω... Άπλυτος ήτανε ο τύπος;
- Όχι ρε, μια χαρά πεντακάθαρος και περιποιημένος. Αλλά κάτι στη φυσική μυρωδιά του ήτανε... Πώς να το πω ρε παιδί μου... Ξενέρωνα. Ξέρεις μωρέ, ο Τάδε.
- Μα με τον Τάδε ήσασταν τόσο καιρό μαζί, πόσο σου πήρε να ξενερώσεις;
- Δυόμισι χρόνια αλλά όχι μαζί. Ο ένας εδώ, ο άλλος εκεί, συνολικά δεν ξέρω αν είμασταν «μαζί» δυο μήνες. Και ξέρεις τώρα, μέχρι να το δεις, να καταλάβεις τι σου φταίει, να το πάρεις απόφαση... Όταν δεν είστε και κοντά δεν τρίβεσαι και πάνω στον άλλο όλη μέρα, μπορεί να πάρει καιρό. Είχα και κάποιες ενοχές, τι να σου λέω τώρα. Αλλά τελικά του εξήγησα ότι δεν γίνεται.
- Και του είπες ότι δε γίνεται επειδή σου μυρίζει
κάπως;
- Όχι, του είπα ότι πρέπει να μείνω λίγο μόνη μου να σκεφτώ, ότι δεν είμαι πολύ καλά, ότι... ξέρεις μωρέ, αυτά που λένε σ’ αυτές τις περιπτώσεις...


Ναι, βέβαια, ξέρω.

Ίσως και να φταίει η μυρωδιά τελικά. Το μείζον σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας, πως το λένε.

Αυτό, αυτό θα φταίει.



Η Πάτι Σμιθ στο Smells like teen spirit των Nirvana. Εγώ βέβαια ήθελα να βάλω το «Τελευταία σκηνή» από το δίσκο «Ψέμματα» των Φατμέ, αλλά αυτά είναι παμπάλαια και δεν τα βρίσκεις στο youtube, οπότε δείτε τώρα αυτό που μυρίζει και πιο ωραία.

Ήθελα να βάλω τίτλο «Όσφρηση και σεξ» αλλά τον έχω ξαναχρησιμοποιήσει εδώ, οπότε έβαλα τα επιστημονικά ενδιαφέροντα της συναδέλφου (όλο και κάποια επιπλέον κλικ θα μαζέψω).


17/11/14

Εφημερόπτερα

Το επίμαχο απόσπασμα του Αριστοτέλη, όπως έχει διασωθεί από σκονάκι συμμαθητή του στο Δημοτικό.

Όταν ο καθηγητής της Ζωολογίας στο δεύτερο έτος μπήκε να κάνει μάθημα για πρώτη φορά, φορούσε μια άσπρη ποδίτσα πάνω από το αψεγάδιαστο κουστούμι του. Στην τσέπη της ποδίτσας είχε τρεις μαρκαδόρους χρώματος μαύρου, μπλε, και κόκκινου. Πίσω του ακολουθούσε ένας σφουκοκωλάριος (υποψήφιος διδάκτωρ, επισήμως) που κουβάλαγε τον άσπρο πίνακα πάνω στον οποίο προορίζονταν να γράψουν οι μαρκαδόροι, καθότι ο επίσημος πίνακας του αμφιθεάτρου ήταν από αυτούς τους παλιούς με την κιμωλία και ο προφέσορ μάλλον δε μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει υπό το φόβο ότι η κιμωλία ενδεχομένως να του λέρωνε το αψεγάδιαστο. Έτσι λοιπόν πήρε έναν από τους μαρκαδόρους (νομίζω τον κόκκινο) και έγραψε στον άσπρο πίνακα τη λέξη «Αριστοτέλης». Μετά την υπογράμμισε, για έμφαση.

Την επόμενη ώρα ακούσαμε ότι ο Αριστοτέλης είναι ο πατήρ της Ζωολογίας γύρω στις τριανταδύο φορές και με τριανταδύο εναλλακτικές διατυπώσεις. Το είχαμε εμπεδώσει τόσο πολύ που ο φίλος μου ο Σπύρος έσκυψε κάποια στιγμή και μου ψιθύρισε ότι για να έχει τέτοια εμμονή με τον Αριστοτέλη ο προφέσορ, πρέπει να ήτανε κολλητοί φίλοι, ενδεχομένως συμμαθητές στο σχολείο, κάτι που ο φαινότυπος του καθηγητή μας δεν απέκλειε ολοσχερώς, καθότι με την χαριτωμένη του καθαρεύουσα και την προσφώνηση «αγαπητοί συνάδελφοι» με την οποία αποκαλούσε εμάς τους δευτεροετείς και το όλο αρχαϊκό του στυλάκι έμοιαζε στ’ αλήθεια παμπάλαιος, ένα είδος ζωντανού απολιθώματος, έξω από τα δεσμά του χρόνου. Δεν με εξέπληξε που χρόνια μετά, όταν κάποτε συνταξιοδοτήθηκε δόξη και τιμή, οι λοιποί συνάδελφοι του Τομέα του (κατά μια εκδοχή συγγενείς εξ’ αίματος και αγχιστείας, ανήψια και βαφτιστήρια και λοιποί παρατρεχάμενοι) τον έκαναν αμέσως αίθουσα και διάδρομο και όροφο και άλλες τιμές που ο Αριστοτέλης ο ίδιος αν και πατέρας της Ζωολογίας δεν αξιώθηκε ποτέ να δει εν ζωή.

Όχι ότι ήτανε κακός βέβαια ο προφέσορ, μια χαρά μπροστά από την εποχή του ήτανε το 1955 που τον φέρανε να αναλάβει την έδρα, αλλά το 1986 ήτανε ήδη παρωχημένος μέχρι εξαντλήσεως, τόσο που τη δεύτερη ώρα του μαθήματος δεν αξιωθήκαμε να πάμε να τον παρακολουθήσουμε να μιλάει για τίποτα αμοιβάδες (που προφανώς θα ήταν συμμαθητές του στο δημοτικό - κατά τον Σπύρο πάντα - αλλά από τότε πρόλαβαν να εξελιχθούν τα μετάζωα μέχρι τα σπονδυλωτά ολότελα) και πήγαμε να πάρουμε ένα φραπέ εναλλακτικά και τις υπόλοιπες δώδεκα εβδομάδες του εξαμήνου δεν ξαναπατήσαμε στο μάθημά του αλλά με λίγη καλή διάθεση και βοηθούντων μερικών ανηψιών και βαφτιστηριών μια χαρά τα πήγαμε στις τελικές εξετάσεις και πήραμε ένα εφταράκι-οχταράκι φιλική τιμή διαβάζοντας από κάτι κωλοσημειώσεις εκατό σελίδων που κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι φωτοτυπία και τζάμπα περιμέναμε το θέμα-ΣΟΣ «ποιος είναι ο πατέρας της Ζωολογίας», αν και είναι βέβαιο ότι άλλοι θα γράφανε ο Αριστοτέλης και άλλοι ο Αριστοτέλης Ωνάσης ή ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης οι πιο παραδοσιακοί, πάντως το θέμα αυτό δεν έπεσε και πέσανε κάτι άλλα για σπόγγους, κνιδόζωα και ακοιλωματικά διπλοβλαστικά μετάζωα, πάντως η δουλειά μας έγινε και πήγε ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του και ο Σπύρος πήγε κάποτε μετανάστης στη Νότια Αμερική κι εγώ πολλά χρόνια αργότερα πήγα μετανάστης στην Ολλανδία και μετά στην Πορτογαλία και για να μορφωθώ για την καινούργια χώρα άρχισα να διαβάζω Σαραμάγκου και μάλιστα την «Ιστορία της πολιορκίας της Λισσαβώνας», ελληνικά εννοείται, μπας και πάρω πρέφα λογοτεχνικώ τω τρόπω τι επίκειται στις ακτές του Ατλαντικού, κι εκεί που διάβαζα ανακαλύπτω ότι ένας οργίλος αφηγητής, διορθωτής λογοτεχνικών κειμένων και alter ego του Σαραμάγκου, καταριέται τον Αριστοτέλη, πατέρα της Ζωολογίας, που έγραψε ότι οι μύγες έχουν λέει τέσσερα πόδια, και επί δεκαπέντε αιώνες πλήθη αντιγραφέων και καθηγητών της Ζωολογίας αναπαράγουν το ανακριβές διότι το είπε η αυθεντία του πατρός της Ζωολογίας, και πιστεύουν τα αυτιά τους μάλλον παρά τα ίδια τους τα μάτια που διαβεβαιώνουν ότι σαν όλα τα έντομα η μύγα έχει έξι πόδια, ούτε ένα παραπάνω ή παρακάτω, αλλά αφού ο Αριστοτέλης είπε ότι είναι τέσσερα κάτι παραπάνω θα ξέρει σου λέει, και ευσυνειδήτως αναπαράγουν το παραδεδομένο και ανακριβές περί τεσσάρων ποδιών που όποιο παιδάκι έχει βαρέσει μύγες στη ζωή του ξέρει εμπειρικά πως είναι λάθος, αλλά μόλις πάει να σπουδάσει π.χ. Ζωολογία του λένε ότι με βάση την αυθεντία του πατρός δεν είναι έξι αλλά μόνον τέσσερα και το παιδάκι σου λέει ποιος είμαι εγώ μπροστά στον Αριστοτέλη και αρχίζει να τα βλέπει τέσσερα κι έτσι περνάνε καμιά δεκαπενταριά αιώνες μέχρι να έρθει δεν ξέρω 'γω η Αναγέννηση ή ο Διαφωτισμός ή κάποιος άλλος πιο βαρύγδουπος και να πει μωρ’ δε με χέζετε, εγώ έξι βλέπω, έξι θα γράψω, κι από δω παν κι άλλοι.

Από μια σκοπιά δε με παραξένεψε και τόσο η επισήμανση του οργίλου Σαραμάγκου, ο οποίος ως γερο-γκρινιάρης κρυπτοκομμουνιστής που ήτο και αυτός και ο ήρωάς του (και όλοι του οι ήρωες, εδώ που τα λέμε) δικαιούται να γκρινιάζει και έχει όλη μου τη συμπάθεια, ειδικά που προς το τέλος του βιβλίου παίρνει και το κορίτσι (σε αντίθεση με κάτι άλλους γερο-γκρινιάρηδες που ξέρω στα καθ’ ημάς που μένουνε με τη γκρίνια και το κορίτσι γυρνάει τα βράδια με κάτι άλλους πιο μοδάτους και αβαν-γκαρντ κάπως, μην πω και πιο ωραίους οπωσδήποτε). Αν σκεφτείς μάλιστα ότι δεν είναι η μοναδική περίπτωση, καθότι όλοι π.χ. ξέρουν τι σημαίνει «στρουθοκαμηλισμός» και κυριολεκτικά και μεταφορικά και είναι έτοιμοι να φωνάξουν στους άλλους «σταμάτα να χώνεις το κεφάλι σου στην άμμο» και καμαρώνουν ότι είπαν κάτι πολύ έξυπνο, μια και φυσικά όλοι μα όλοι ξέρουμε ότι οι στρουθοκάμηλοι χώνουν το κεφάλι στην άμμο και νομίζουν ότι δεν τις βλέπουν, όλοι βέβαια εκτός από τις ίδιες τις στρουθοκαμήλους, που σε αντίθεση με ό,τι νομίζει ο πολύς κόσμος, δεν «στρουθοκαμηλίζουν» ποτέ, δηλαδή ποτέ δε χώνουν κάπου το κεφάλι τους νομίζοντας ότι δεν τις βλέπουν και κανένας ποτέ δεν τις έχει δει να κάνουν κάτι τέτοιο, έλα μου όμως που κάτι σχετικό αναφέρει στη «Φυσική Ιστορία» του ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, φυσιοδίφης (μεταξύ άλλων) της ρωμαϊκής εποχής, και ως εκ τούτου «αυθεντία» σε ανάλογα θέματα για όλους τους λατινοσπουδαγμένους επί πολλούς αιώνες, κι αφού ο Πλίνιος (πριν πάει στην Πομπηία να καταγράψει την έκρηξη του ηφαιστείου και τον καταπιεί εν τέλει η έκρηξη, θύμα κι αυτός της επιστημονικής του περιέργειας) είδε στρουθοκαμήλους να χώνουν το κεφάλι στην άμμο, ποιοι είμαστε εμείς που θα πούμε ότι όχι, δεν χώνουν τίποτα πουθενά, κι έτσι όλοι ξέρουν ότι οι στρουθοκάμηλοι στρουθοκαμηλίζουν, και όχι μόνο οι στρουθοκάμηλοι αλλά και πολλοί άνθρωποι που κάνουν πως δε βλέπουν και ασχολούνται μόνο με τα προσχήματα, οπότε μια χαρά μπορούν να πιστεύουν τα αυτιά τους μάλλον παρά τα μάτια και να λένε ότι οι μύγες έχουν τέσσερα πόδια μόνο.

Κι εκεί που καμαρώνεις προ διετίας και βάλε που διαβάζεις και Σαραμάγκου ταιριαστά σε ένα μοναχικό δωμάτιο στο Οέιρας περιμένοντας το κορίτσι να πάρει τηλέφωνο και βγάζεις και τον Αριστοτέλη αδιάβαστο, σε πιάνει μια απορία πώς είναι δυνατόν κοτζάμ πατέρας της Ζωολογίας να μην έχει προσέξει κάτι τόσο προφανές που βγάζει μάτι, παρόλο που οι οικιακές μύγες αρέσκονται ενίοτε να τρίβουν μεταξύ τους τα μπροστινά τους πόδια, πάντως είναι σαφές ότι όπως και να τα μετρήσεις έξι είναι τα πόδια της μύγας και δε χρειάζεται να είσαι αυθεντία στο evolution of body plans για να καταλάβεις ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα αλλά κάπου εκεί παίρνει το κορίτσι τηλέφωνο και σπεύδεις να μάθεις τα νέα της Ελλάδας και ξεχνάς τα πόδια της μύγας και το πράγμα ξεχνιέται και δεν περνάνε παρά δυο χρόνια ολόκληρα και κάτι ακόμα μέχρι μια μέρα που στο τζάμι σου στην Κρήτη βλέπεις μια μύγα να τρίβει τα μπροστινά της πόδια και θυμάσαι το φουκαρά τον Αριστοτέλη και λες «χο χο χο, τώρα θα τον κατατροπώσω τον πατέρα της Ζωολογίας ο τρισμέγιστος», μπλογκοσφαιρικώς εννοείται, τη ευγενή φροντίδι του συντρόφου Ζοζέ Σαραμάγκου, βραβείον Νόμπελ, Θεός σχωρέστον, και του γερο-γκρινιάρη ήρωά του, και για να μην ψάχνεις στα κιτάπια ψάχνεις στο διαδίκτυο «Αριστοτέλης-μύγα-τέσσερα πόδια» ή κάπως έτσι και κάποια στιγμή σκάει ένα blog κάποιου επιστήμονα που έχει ακριβώς το θέμα που θέλεις και μάλιστα την πρωτογενή πηγή, τι Σαραμάγκου και αηδίες, κατευθείαν μέσα από το έργο «Περὶ τὰ Ζῷα Ἱστορίαι», από τον Αριστοτέλη, και βρίσκεις την αναφορά και ω του δαίμονος ανακαλύπτεις (μέσω του κ. Τζον Σ. Γουίλκινς, Πανεπιστήμιο Σίδνευ ή Κουηνσλανδίας ή κάπου εκεί κάτω στην Αυστραλία τέλος πάντων) ότι ο Αριστοτέλης ΠΟΤΕ δεν έγραψε αυτό για τον οποίο τον κατηγορεί ο οργίλος διορθωτής που αποτελεί το άλτερ έγκο του Σαραμάγκου, διότι δεν μιλάει για μύγες (γενικώς) αλλά για εφημερόπτερα (ειδικώς) που βέβαια πάλι έντομα είναι, αλλά δεν λέει πόσα πόδια έχουν, αλλά με πόσα πόδια περπατάνε, ιδιότητα που σε ότι αφορά τα εφημερόπτερα μια απλή παρατήρηση αρκεί για να επιβεβαιώσει ότι ο πατήρ της Ζωολογίας μια χαρά τα είδε τέσσερα (καθότι τα δύο μπροστινά στα εφημερόπτερα χρησιμεύουν μόνο για να γαντζώνουν τη γκόμενα και πέραν ου), ωστόσο αυτοί που τον διάβασαν και τον μετέφρασαν το φουκαρά τον Αριστοτέλη δέκα-δεκαπέντε αιώνες παρακάτω είχαν μια δυσκολία να ξεχωρίσουν το ειδικό (εφημερόπτερα) από το γενικό (μύγες, έντομα) και τα συμφραζόμενα (περπατάει με...) από τη δήλωση αριθμού ποδιών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αθεράπευτη εισέτι βιβλιογραφική σύγχυση που παραπλάνησε εν τέλει και τον διορθωτή-ήρωα του Σαραμάγκου που πήρε μεν το κορίτσι αλλά τζάμπα τσαντίστηκε με τον Αριστοτέλη, όπως συχνά συμβαίνει να τσαντιζόμεθα τζάμπα και βερεσέ ημείς οι γερο-γκρινιάρηδες, οπότε δράττομαι κι εγώ της ευκαιρίας και ανοίγω το παράθυρο ώστε να απελευθερωθεί η μύγα που τρίβει τα μπροστινά της πόδια τόση ώρα πάνω στο τζάμι και όντως πετάει έξω και φεύγει στον εναέριο χώρο του Ηρακλείου, κι εγώ σκέφτομαι ότι πρέπει να ρωτήσω τον ιδιοκτήτη του παραθύρου (και όλου του σπιτιού εννοείται) που είναι σαφώς πιο ειδήμων στο evolution of body plans σε σχέση με εμένα για τα μπροστινά πόδια των εφημεροπτέρων και σκέφτομαι ακόμα ότι ίσως έπρεπε το μακρινό 1986 ή 87 να είχα παρακολουθήσει λίγο περισσότερη συγκριτική Ζωολογία αντί να πίνω φραπέδες με το Σπύρο αλλά από την άλλη ποτέ δεν είναι αργά να μάθεις για τα εφημερόπτερα, ενώ σήμερα άντε να βρεις άνθρωπο να τσακωθείς για την εντελέχεια και άλλες Αριστοτελικές έννοιες· το πολύ πολύ να τσακωθείς για μια λέξη που καθορίζει αν οι σταυροφόροι βοήθησαν ή ΔΕΝ βοήθησαν στην πολιορκία της Λισσαβώνας τελικά και να γίνεις γερο-γκρινιάρης μυθιστορηματικός ήρωας του συχωρεμένου του Σαραμάγκου που παίρνει το κορίτσι ή (χειρότερα, μάλλον) real-life γερο-γκρινιάρης σκέτο που κλείνει το παράθυρο μη μπούνε άλλες μύγες μέσα και ανοίγει ένα Καμπερνέ τριών ευρώ, προσφορά του σουπερμάρκετ τάδε, κι ετοιμάζεται να ποστάρει στο ιστολόγιο ιστορίες για μύγες με τέσσερα πόδια και καθηγητές Ζωολογίας που έγιναν όροφοι όπως ο Αριστοτέλης έγινε οδός, ξέρεις τώρα, Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη, ναι, ναι, εκεί που γερνάς.

Πάλι καλά να λες· τα εφημερόπτερα ζουν, λέει, μια μέρα μόνο.


(Σ.Σ. Και για να είμαστε επιστημονικώς ακριβολόγοι, να θεωρηθεί πλέον ή βέβαιον ότι τα εφημερόπτερα ζουν πολλές πολλές μέρες πριν φτάσουν εν τέλει στη μία (;) μέρα που «ζουν» ως ενήλικα, έτσι;

Το είδος υποψηφίου διδάκτορα που εκαλείτο σκωπτικώς «σφουκοκωλάριος» κατά το βυζαντινό έθος, εξέλιπε σιγά σιγά στη δεκαετία του '80 με την παρακμή της "Έδρας" και της καθέδρας οπότε οι σημερινοί φοιτητές μπορεί να μην αναγνωρίσουν το κατάλοιπο του «βοηθού της έδρας» αν και οι παλαιότεροι κάτι θα έχουν να θυμούνται. Τώρα τελευταία που αναβαθμιζόμεθα πανεπιστημιακώς και επικρατεί, λέει, αξιοκρατία και αξιολόγηση και νομιμότητα και άλλα ηχηρά παρόμοια, προβλέπω πλήθη σφουκοκωλάριων να συνωθούνται για να καταλάβουν τις βαθμίδες και τα πόστα, αλλά εγώ είμαι γερο-γκρινιάρης είπαμε, και η γνώμη μου δε μετράει, ξέρουν καλύτερα οι τηλεμαϊντανοί, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι και τα social media.)


12/11/14

Piedra de Sol (Οκτάβιο Πας)



[...]   μια ιτιά κρυστάλλινη, μια υδρόεσσα λεύκα,
ένα ανεμοδαρμένο σιντριβάνι,
ένα δέντρο βαθύ που όμως χορεύει,
το πέρασμα ενός ποταμού που ελίσσεται,
μακραίνει, αναποδίζει, αλλάζει κοίτη
και πάντα εκβάλλει:
μία πορεία γαλήνια
άστρου ή άνοιξης που δεν επείγει,
νερό που με τα βλέφαρα κλεισμένα
όλη τη νύχτα μαντικό αναβλύζει,
μια ομόφωνη ροή κύμα το κύμα
ώσπου να κρύψει η τρικυμία τα πάντα,
μια πράσινη επικράτεια δίχως δύση
όπως η λάμψη η άγρια των φτερούγων
σαν ξεδιπλώνουν στ' ουρανού τη μέση,

μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,
οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,

μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...]




γραφή φωτιάς επάνω στον νεφρίτη,
άνασσα των φιδιών, σχισμή στον βράχο,
στήλη του ατμού, πηγή μέσ' απ' την πέτρα,
αυλή του φεγγαριού, αετοράχη,
σπέρμα γλυκάνισου, θανάτου αγκάθι
ελάχιστο που δίνει αθάνατα άλγη,
ποιμένισσα κοιλάδων υποβρύχιων,
επόπτρια μες στην κοιλάδα του Άδη,
λιάνα πιασμένη απ' τους γκρεμούς του ιλίγγου,
φυτό που αναρριχάται όλο φαρμάκι,
λουλούδι ανάστασης, ζωής σταφύλι,
κυρά της αστραπής και της φλογέρας,
βραγιά των γιασεμιών, στο τραύμα αλάτι,
μπουκέτο ρόδα στον τουφεκισμένο,
σελήνη της αγχόνης, χιόνι Αυγούστου,
γραφή θαλάσσης πάνω στον βασάλτη,
πάνω στην έρημο η γραφή του ανέμου,
μια διαθήκη του ήλιου, ρόδι, στάχυ,

όψη καμένη, καταφαγωμένη,
όψη εφηβική, κατατρεγμένη,
χρόνια φαντάσματα, κύκλιες ημέρες
που σ' ίδια αυλή οδηγούν, στον ίδιο τοίχο,
καίει η στιγμή, κι είναι μια όψη μόνο
οι όψεις οι διαδοχικές της φλόγας,
ένα όνομα όλα τα ονόματα είναι,
όλα τα πρόσωπα είναι ένα μόνο,
μονάχα μια στιγμή όλοι οι αιώνες,
και πάντα στους αιώνες των αιώνων
θα φράζουν του αύριο την οδό δυο μάτια,

τίποτα εμπρός μου, μια στιγμή μονάχα
ανακτημένη απόψε, ονειρεμένη
πέρ' απ' του ονείρου τις μεικτές εικόνες,
στ' όνειρο επάνω βίαια λαξεμένη,
απ' το μηδέν βγαλμένη αυτής της νύχτας,
με τα δικά μου χέρια αναστημένη
γράμμα το γράμμα, ενώ έξω επείγει ο χρόνος
και της ψυχής μου κρούει σκαιά τις πόρτες
ο κόσμος με ωράριο σαρκοβόρο  [...]



όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι
κι οι νόμοι φαγωμένοι απ' τα ποντίκια,
κάγκελλα τραπεζών, δεσμωτηρίων,
συρματοπλέγματα, χάρτινες γρίλιες,
τ' αγκάθια, τα κεντριά και οι σφραγίδες,
το μονόχορδο κήρυγμα των όπλων,
μελίρρυτοι σκορπιοί με πετραχήλι,
ο τίγρης με το ημίψηλο που ηγείται
του Ερυθρού Σταυρού ή των Χορτοφάγων,
όνοι παιδαγωγοί κι εθνοπατέρες,
κροκόδειλοι που κάνουν τους σωτήρες,
ο Ηγέτης, το τσακάλι, ο εργολάβος
του μέλλοντος, το ένστολο γουρούνι,
ο υιός ο εκλεκτός της Εκκλησίας
που πλένει μ' αγιασμό τα μαύρα δόντια
κι ακούει μαθήματα αγγλικών κατ' οίκον
ή και δημοκρατίας, αθέατοι τοίχοι
και σάπιες προσωπίδες που χωρίζουν
τον άνθρωπο απ' τους άλλους τους ανθρώπους,
τον άνθρωπο απ' τον ίδιο,
καταρρέουν
σε μια αχανή στιγμή καθώς για λίγο
νιώθουμε τη χαμένη ενότητά μας,
τη δόξα και την ερημιά του ανθρώπου
που θάνατο, ήλιο και ψωμί μοιράζει,
το ξεχασμένο σάστισμα πως ζούμε  [...]



Από το βιβλίο: ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ, Ηλιόπετρα, μετάφραση-επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης, δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007


Σ.Σ. Το ποίημα δεν το ήξερα, άκουσα όμως το ομώνυμο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου που βασίζεται σε αυτούς τους στίχους και αναζήτησα το αρχικό κείμενο. Εκτός από αναφορές στην ημερολογιακή πέτρα των Αζτέκων, βρήκα τη σχετική σελίδα του Κώστα Κουτσουρέλη (http://koutsourelis.gr) την οποία φυσικά λεηλάτησα, και τώρα περιμένω μήπως κάποιο βιβλιοπωλείο του Ηρακλείου φέρει την (εξαντλημένη, μάλλον) δίγλωσση έκδοση του ποιήματος (ισπανικά δεν ξέρω, οπότε θα αρκεστώ στην ποιητικότατη μετάφραση του Κ.Κ.)

Για το τραγούδι του Θανάση ευχαριστίες στη Ρ. που μου άνοιξε τα μάτια. Ξανά.




2/11/14

Της ωραίας τα χείλη

Ικαριακή αυλή, Καλοκαίρι 2014 (Φωτό © Ροβυθέ)

Δεν είμαι καλός με τα φυτά. Στο πρώτο μου σπίτι (στο πρώτο δικό μου σπίτι) βρήκα ένα γεράνι απότιστο για μήνες καθότι το σπίτι ήταν κλειστό για καιρό. Είναι εκπληκτικό πόσο αντέχουν τα γεράνια· το πότισα, του έριξα λίπασμα, το μεταφύτεψα, κάποτε μεγάλωσε τόσο που δε χώραγε πουθενά. Φεύγοντας το πήγα στο πατρικό μου όπου εν τέλει το ξεπάστρεψε μια κακοκαιρία. Δεν πρόκοψε.

Στην Κρήτη την πρώτη φορά φοβήθηκα να βάλω φυτά. Ήξερα φαίνεται ενδομύχως πως είμαι προσωρινός, και το απέφυγα. Γύριζα και από σπίτι σε σπίτι στο τέλος, άντε τώρα να τραβολογάς και γλάστρες. Βέβαια σε ένα από τα σπίτια ένας φίλος μου κουβάλησε μια χαρουπιά, μάλλον δώρο στην οικοδέσποινα. Η κοπέλα μετακόμισε προσφάτως και μου ανακοίνωσε ότι επειδή στο τέλος είχε μεταφυτεύσει τη χαρουπιά στο χώμα, θα παρέμενε εκεί και θα τη χαιρόταν πλέον κάποιος άλλος. Βέβαια πολλά μπορεί κανείς να φυτέψει και να τα χαίρονται άλλοι στο τέλος, έτσι είναι η ζωή, λένε. Άλλωστε κι εγώ το γεράνι που λέγαμε το βρήκα, δεν το φύτεψα.

Στο Λέιντεν είχε πολύ κρύο για φυτά. Δεν έχει και μπαλκόνια γενικά οπότε γύρω γύρω δεν έβλεπα και πολλά φυτεμένα, παρότι οι Ολλανδοί τρελαίνονται για λουλούδια. Μια μέρα πρόσεξα ότι ο από κάτω είχε σε ένα μικροσκοπικό περβάζι ακριβώς πέντε γλαστράκια, δύο μεγάλα και τρία μικρά, όλα με το ίδιο φυτό: τα νομίμως επιτρεπόμενα πέντε φυτά κάνναβης. Δεν τα λες και καλλωπιστικά εδώ που τα λέμε. Φεύγοντας πήρα μαζί μου μια γλάστρα καλαμπόκι· για να λέμε την αλήθεια απλώς και μόνο για να τσιμπολογάνε οι κάμπιες της πεταλούδας που στην πραγματικότητα κουβάλαγα, ίσαμε να φτάσουμε στη Λισσαβώνα. Ούτε αυτό το λες καλλωπιστικό.

Ούτε στη Λισσαβώνα φύτεψα τίποτα. Εκεί έχουν τη συνήθεια να κλείνουν τα μπαλκόνια με κάτι ψευδοκατασκευές που μέχρι και στην Ελλάδα θα ξεσήκωναν κύματα αγανάκτησης ως αυθαίρετα, αλλά για τα πορτογαλικά έθιμα είναι στάνταρ. Τότε βέβαια άλλαξε λίγο το πλάνο και έκανα σχέδια πως όταν γυρίσω στην Ελλάδα θα ριζώσω, λέει, κάπου, και μαζί θα ριζώσουν και διάφορα άνθη του καλού. Φυσικά όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει, λένε (αν και δεν είμαι βέβαιος απολύτως για το χιούμορ Του). Πάντως έκανα σχέδια τότε, και μάλιστα για μια περίοδο που έμεινα στην Αθήνα τα ανέπτυξα έτι περαιτέρω. Στο πιο μεγαλεπήβολο κιόλας. Ας πρόσεχα.

Όταν έφτασα στην Κρήτη για επανεγκατάσταση, το σπίτι ήταν επίσης έρημο για μήνες. Βρήκα ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά τρία ολόκληρα μισοξεραμένα γεράνια στο μπαλκόνι. Επίσης βρήκα ένα αναρριχώμενο που είχε ρίξει τα φύλλα του αλλά ξαναέβγαλε φρέσκα μόλις ποτίστηκε. Κάποια στιγμή έπιασα να ποτίζω κάτι γλάστρες με ξερό χώμα, σχεδόν για πλάκα. Οι πιο πολλές έβγαλαν γλιστρίδα, τριφύλλι και κάτι άλλα εποχικά αγριόχορτα. Μία έβγαλε κάτι ροζ κρινάκια· ο ιδιοκτήτης του σπιτιού μου διευκρίνισε ότι φεύγοντας προ μηνών είχε γεμίσει τη συγκεκριμένη γλάστρα με βολβούς, οπότε δεν ήταν παράξενο. Μια άλλη πάλι έβγαλε ένα παχύφυτο με κάτι μικροσκοπικά μωβ ανθάκια. Λίγο καιρό αργότερα, μέσα από τις γλιστρίδες και τα τριφύλλια μιας τρίτης γλάστρας ξεπρόβαλε ένα άλλο φυτό που κάτι μου θύμιζε.

- Αυτό είναι πικροδάφνη; ρώτησα την ειδικό επί βοτανικών θεμάτων που κάναμε τα μεγαλεπήβολα σχέδια παρέα.
- Όχι καλέ, τι πικροδάφνη; Καμμία σχέση, αποφάνθηκε.

Ύστερα μου έδειξε καταχαρούμενη τα καινούργια φυτά που είχε φυτέψει: βασιλικό και λεμονοθύμαρο και ένα-δυο άλλα από το γειτονικό ανθοπωλείο που δε θυμάμαι πια πως τα λέγανε. Ακόμα, κούρεψε μια ρίγανη που πήρε τα πάνω της. Μια φίλη μας έδωσε δυόσμο και αλόη· φυτεύτηκαν και αυτά με τη δέουσα προσοχή.

- Μην αμελείς να κουρεύεις το δυόσμο, καλό του κάνει. Και το βασιλικό.

Αμέλησα φυσικά, αλλά ο δυόσμος δεν έπαθε και τίποτα σοβαρό, ο δε βασιλικός έγινε τεράστιος. Πάντως λίγο αργότερα όλα τα φυτά δέχτηκαν μανιασμένη επίθεση από ακάρεα (ο ιδιοκτήτης με είχε προϊδεάσει ότι υπάρχει τέτοιο ζήτημα στη βεράντα). Ακόμα και η γλιστρίδα. Ύστερα δέχτηκαν επίθεση από το κρύο· ο χειμώνας ήταν κάπως σκληρός. Ο βασιλικός ξεπατώθηκε ολοσχερώς μέσα σε μια νύχτα σχεδόν. Η ρίγανη πνίγηκε από τα πολλά νερά. Το λεμονοθύμαρο επίσης. Μετά ήρθε η άνοιξη και ένα μακρύ, ζεστό καλοκαίρι. Πολλά ξεράθηκαν, παρότι κάποιες φίλες πότιζαν από καιρού εις καιρόν όσο εγώ έλειπα. Λίγα επιβίωσαν. Ο δυόσμος, ας πούμε, που μας προέκυψε παντός καιρού. Η αλόη, που γέννησε και μικρά φυταράκια-παραφυάδες που μετέφερα στις (άφθονες πια) άδειες γλάστρες. Τα τρία γεράνια φυσικά, ανθεκτικά στις κακουχίες. Και το παράξενο φυτό που κάτι μου θύμιζε και δεν ήταν πικροδάφνη. Είχε βγάλει κάτι ανθάκια ροζ-μωβ.

Το ξανασυνάντησα άξαφνα στην αυλή της μάνας μου, στην Ικαρία. Το φωτογράφησα· βλέπετε τη φωτογραφία στην κορυφή. Ρώτησα τη μάνα μου το όνομα του φυτού· δεν το θυμόταν πια. Ύστερα βάλθηκα να ρωτάω όποιον περνούσε από κει.

- Ποιο, ρώτησε η Μαρία, αυτό με τα λουλουδάκια; Το έχει και η θεία σου δίπλα με άσπρα.
- Ναι, αυτό. Πώς το λένε;
- Της ωραίας τ’ αχείλι.
- Της ωραίας τα χείλη τι πράγμα;
- Της ωραίας τ’ αχείλι το λένε το λουλούδι. Αυτό είναι το όνομά του.


Τώρα που ξανάρχεται ο χειμώνας και τα σχέδια όλα στο βρόντο έχουν πάει, κοιτάζω το μπαλκόνι και σκέφτομαι πως όταν φύγω θα αφήσω στον επόμενο τα τρία γεράνια και το αναρριχώμενο που δεν μου ανήκουν. Θα αφήσω ακόμα την αλόη και το δυόσμο, αναγκαστικά βέβαια, καθότι είναι σε παρτέρια και χωνευτές γλάστρες και δεν φεύγουν. Ο βασιλικός πάλι δεν φυτρώνει πια εδώ· σε άλλες αυλές τώρα τον φυτεύουν, άλλοι τον χαίρονται ή τον κουρεύουν (ή μπορεί και να ‘ναι το είδος του τέτοιο, όμορφος μα περαστικός σαν εφήμερη υπόσχεση).

Όμως της ωραίας τ’ αχείλι σκέφτομαι πως πρέπει να βρω έναν τρόπο να το πάρω μαζί μου. Άλλωστε αυτό το λουλουδάκι μόνο του φύτρωσε στο μπαλκόνι μου, κανείς δε μου το φύτεψε. Σε κανέναν δεν το χρωστάω.

- Από δω τον κουβάλησες το σπόρο, πάνω σου, θριαμβολογεί η μάνα μου, για να σου θυμίζει το σπίτι μας.
- Λες να είναι καριωτάκι ξενιτεμένο και το φυτό ρε μάνα;

Μόνο να βγάλει το βαρύ χειμώνα, να ζήσει, σκέφτομαι, της ωραίας τ’ αχείλι.

Όσο για τα φιλιά, θα τα βρούμε άμα έρθει η ώρα.


Κόκκιν' αχείλι σε μια εκδοχή από τις Δυνάμεις του Αιγαίου.