ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


22/6/14

Η Μαλού κι ο Πλάτωνας

Η Regina Duarte ως Μαλού κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70.

Σήμερα ακούμε «βραζιλιάνικο σήριαλ» και φανταζόμαστε το απόλυτο άρλεκιν, αλλά το 1982 που άρχισε να παίζεται στην τότε ΕΡΤ το Malu Mulher (ελληνιστί «Μαλού, μια γυναίκα από τη Βραζιλία»), το εν λόγω σήριαλ αντιπροσώπευε μια τομή για το τι θα μπορούσε να δει κανείς σε μια τηλεόραση συνηθισμένη να δείχνει μόνο καθωσπρέπει μικροαστικές ιστορίες σε στυλ παλιού κακού ελληνικού σινεμά που είτε το έριχνε στο φτηνιάρικο μελόδραμα είτε στη φάρσα, και όπου όλα έπρεπε να είναι καθαρά και τακτοποιημένα και αμέμπτου ηθικής.

Για τα χρόνια εκείνα η Μαλού ήταν υπερβολικά προχωρημένη (και από ό,τι διαβάζω σε κάτι σάιτ με ρετρό ενδιαφέροντα, αρκετά λογοκριμένη όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πλήθος χωρών που παίχτηκε). Η πρωταγωνίστρια, που την έπαιζε η ηθοποιός Regina Duarte που αργότερα θα πρωταγωνιστούσε στην εμβληματική ταινία «Πισότε, το χαμίνι του Σάο Πάολο» με θέμα τη ζωή στις φαβέλες, έπαιζε ένα ρόλο ασυνήθιστο από πολλές απόψεις: χωρισμένη κατ’ επιλογήν, μητέρα μιας δωδεκάχρονης κόρης που τη μεγαλώνει μόνη της, εργασιακά ανασφαλής, διανοούμενη τρόπον τινά (κοινωνιολόγος στο επάγγελμα), κόρη δύο παραδοσιακών γονέων που δεν εγκρίνουν τον τρόπο ζωής της, συναισθηματική και ανεξάρτητη αλλά υποχρεωμένη να μοιράζεται ανάμεσα σε διάφορους ρόλους (κόρης, μητέρας, εργαζόμενης, συντρόφου).

Η σειρά, γυρισμένη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, καταπιανόταν με διάφορα θέματα ταμπού για τα τηλεοπτικά ήθη της εποχής (το διαζύγιο και τη μονογονεϊκή οικογένεια, την ανατροπή των παραδοσιακών ρόλων, ειδικά ως προς τη γυναίκα, τις σχέσεις και το σεξ) και προκαλούσε κάθε Δευτέρα βράδυ που προβαλλόταν σοβαρές απορίες στο δεκατετράχρονο μυαλό μου. Θυμάμαι ας πούμε ένα επεισόδιο που η ηρωίδα πρέπει να συμβάλει στη διευθέτηση μιας οικογενειακής κρίσης μεταξύ των γονιών της, που ανακύπτει επειδή η μαμά της περνάει κλιμακτήριο και θεωρεί ως εκ τούτου ότι η σεξουαλική της ζωή έχει πλέον ολοκληρωθεί, ενώ ο μπαμπάς το βιώνει αυτό ως απόρριψη και συμπεριφέρεται αναλόγως. Η αιτία της κρίσης δεν είναι προφανής από την αρχή του επεισοδίου, και θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μαμά να το αποκαλύπτει στην κόρη της ενώ σιδερώνει πουκάμισα («Δεν θα έχω πια αυτή τη χαρά»). Στο τέλος του επεισοδίου η μαμά αλλάζει εν τέλει άποψη υπό την ασφυκτική πίεση της Μαλού και συμφιλιώνεται με το σύζυγο, πράγμα που εμένα την εποχή εκείνη με είχε σοκάρει διότι υπονοούσε το ανήκουστο ότι οι γέροι (οι πενηντάχρονοι και κάτι δηλαδή) το κάνουν, κάτι που ακόμα και σε ελληνικές ταινίες με τον Κωσταντάρα τρελοπενηντάρη (ό,τι πιο κοντινό στις παραστάσεις μου) αντιμετωπιζόταν ως κάτι κωμικό («τη χούφτωσες; χούφτωσ’ τη!») και φυσικά σε καμμία περίπτωση δεν αφορούσε τις γυναίκες της ηλικίας αυτής.

Το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο που θυμάμαι πάντως, είναι ένα όπου η Μαλού σε αντίθεση με τη γενική προσδοκία ότι θα επανασυνδεθεί με τον πρώην σύζυγο (παρόλο το κέρατο που της έχει φορέσει στο παρελθόν και είναι η αφορμή του διαζυγίου), βρίσκει κάτι σαν γκόμενο στο πρόσωπο ενός τύπου που δε μοιάζει καθόλου με «γκόμενο» - ένας χάλιας, στραβοδόντης, καραφλός και μουσάτος σαραντάρης (στα όρια της τρίτης ηλικίας δηλαδή), καθηγητής της Φιλοσοφίας ή των Αρχαίων Ελληνικών, τον οποίο πετυχαίνει κάνοντας τζόγκιγκ. Ο τύπος την κοιτάζει σε όλο το επεισόδιο με ένα ημιλάγνο-ημιχαζοχαρούμενο βλέμμα και χαμογελά διαρκώς αφήνοντας τα κενά των δοντιών του να ξεπροβάλλουν ανάμεσα στα μούσια και της απαγγέλει αποφθέγματα κλασικών. Σε μια σκηνή σε κρεβάτι που υπονοεί προηγηθείσα ή επικείμενη ερωτική πράξη, τη ρωτάει με το χαζοχαρούμενο χαμόγελο κάτι σαν:

- Ξέρεις, Μαρία-Λουίζα, τι λέει ο Πλάτωνας για τον έρωτα;

Η σκηνή με είχε σοκάρει τότε διότι περιείχε τρεις συνταρακτικές αποκαλύψεις: Πρώτον, ότι το «Μαλού» ήταν υποκοριστικό του «Μαρία-Λουίζα». Δεύτερον, ότι ένα μη παντρεμένο ζευγάρι μπορεί να βρίσκεται στο ίδιο κρεβάτι (εντάξει, ψιλοντυμένοι) και μάλιστα να το δείχνει αυτό η τηλεόραση και όχι με αρνητικά κατ' ανάγκην συμφραζόμενα. Και τρίτον και κυριότερον, ότι ο «πλατωνικός έρωτας» δεν είναι καθόλου «πλατωνικός» – τουλάχιστον όχι κατά τον ίδιο τον Πλάτωνα. Διότι όπως εξηγεί στην απορημένη Μαλού ο χαμογελαστός στραβοδόντης φιλόσοφος, η ιδέα του Πλάτωνα για τον έρωτα δεν είναι καθόλου «πλατωνική» αλλά έχει μια σωματικότητα εντελώς κυριολεκτική. Οι άνθρωποι, λέει ο Πλάτωνας, ήταν κάποτε ένα φύλο, ένα σώμα, σφαιρικό και ολοκληρωμένο και τόσο ευτυχισμένο που οι θεοί ζήλεψαν την ευτυχία του και τους χώρισαν. Από τότε, χωρισμένοι από το άλλο τους μισό, άντρες και γυναίκες κουβαλάνε πάνω τους μια πληγή που αιμορραγεί, και βρίσκουν (για λίγο έστω) θεραπεία και παρηγοριά στις στιγμές που τα σώματά τους ενώνονται και γίνονται πάλι ένα.

Αργότερα στο επεισόδιο ο χάλιας ξαναπάει για τζόγκιγκ και σκοτώνεται ηλιθιωδώς σε ένα τροχαίο (όπου το σήριαλ ξεπέφτει λιγάκι σε μελό), χωρίς να αφήσει εμφανή ίχνη στην ζωή της ηρωίδας στα υπόλοιπα επεισόδια. Άφησε πάντως μια πολύ έντονη εντύπωση στο δικό μου το μυαλό, τόσο που ακόμα και πολλά χρόνια μετά διηγούμαι αυτή την ιστορία όπου βρω ευκαιρία και νομίζω ότι ταιριάζει, ειδικά αν ακούω για πλατωνικούς τρόπον τινά έρωτες (σπάνιο πράγμα στους καιρούς που ζούμε, αναντίρρητα) κι ακόμα περισσότερο για σωματικούς μη έρωτες (απείρως συχνότερο) και σκέφτομαι την απορία τη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της Μαλού και ίσως και των τηλεθεατών της εποχής εξίσου.

Σήμερα δεν βλέπω βραζιλιάνους στην τηλεόραση (ή τηλεόραση γενικά), εξαιρουμένου κανενός Μουντιάλ, και δεν φαντάζομαι να κυκλοφορούν αντίστοιχα πράγματα· ποιος θα κάτσει να δει τις διανοητικές αναζητήσεις μουσάτων καθηγητών της φιλοσοφίας και ιστορίες καθημερινών γυναικών που πασχίζουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μόνες σε έναν αβέβαιο κόσμο; Πάντως τις προάλλες έριξα μια ματιά και εντόπισα την ιστορία με τους σφαιρικούς ανθρώπους στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, στα λόγια ενός από τους συνδαιτυμόνες που λέγεται Αριστοφάνης (εικάζω όχι ο γνωστός, αλλά δεν έκατσα και να το ψάξω). Η ιστορία που διηγείται ο στραβοδόντης προφέσορ ή που έχει πλάσει αναδρομικώς η γηράσκουσα μνήμη μου είναι λίγο πιο στολισμένη από όσο την περιγράφει ο Πλάτωνας (που παρακάτω βάζει στα στόματα των συνδαιτυμόνων άλλες ιδέες πιο κοντά στην κοινή αντίληψη περί πλατωνικού έρωτα), αλλά έτσι λειτουργεί η μνήμη πολλές φορές: Απαλύνει τις οδυνηρές πλευρές, ομορφαίνει τις αφηγήσεις, προσθέτει περιστασιακές αληθοφανείς λεπτομέρειες, κάνει τους πλατωνικούς έρωτες αφόρητα σωματικούς.

Ομορφαίνει ακόμα και την ανάμνηση του πρόσωπου της πρωταγωνίστριας, σε βαθμό που να αναρωτιέμαι ενίοτε αν το σήριαλ είναι εντελώς αμέτοχο στη διαμόρφωση αυτής της τεράστιας συμπάθειας που έχω διαχρονικά στις μελαχροινές με κάπως σταρένιο δέρμα που βρίσκονται στην ακαθόριστη ηλικία των –άντα.

Πλατωνικής συμπάθειας φυσικά, το σωστό να λέγεται.

16/6/14

Φυσική ιστορία

Albinaria puella, Κάστρο Κοσκινά, Ικαρία. Φωτό © Ροβυθέ, 2009.

Το γεγονός ότι περιφέρομαι ανά τον κόσμο εξασκώντας την επιστήμη της Βιολογίας, κατά καιρούς μου έχει δημιουργήσει κάποια θεματάκια, ειδικά σε ικαριακά περιβάλλοντα. Μερικοί, ας πούμε, με συστήνουν σε άλλους με τρόπο ελαφρώς παρεξηγήσιμο:

- Κι από δω ο Βασιλάκης της Καλίτσας, ο Καθηγητής.

Αντιπαρέρχομαι τον ετεροπροσδιορισμό ως προς τη μάνα μου (παλιό και αθεράπευτο ικαριακό σύμπτωμα), και εστιάζω στο ότι δεν έχω ποτέ διδάξει πουθενά, άρα Καθηγητής δεν είμαι. Οι συνομιλητές απορούν.

- Μα σε Πανεπιστήμιο δεν δουλεύεις;
- Όντως.
- Άρα καθηγητής δεν είσαι, τι είσαι;


Εξηγώ ότι εργάζομαι ερευνητικά, όχι εκπαιδευτικά. Η λέξη έρευνα δεν λέει πολλά στους περισσότερους (εντός και εκτός Ικαρίας, τίποτα περίεργο ως εδώ). Είναι η κατάρα του επαγγέλματος· εφόσον δεν θεραπεύεις τον καρκίνο ή δε μελετάς έστω τη μακροζωία, κανείς δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς κάνεις, ούτε καν η μαμά σου. Βέβαια προ πολλών ετών που είχαν βγει ο Κλίντον και ο Μπλερ αντάμα να ανακοινώσουν την ολοκλήρωση (στο περίπου...) της αλληλουχίας του ανθρώπινου γονιδιώματος (λες και αυτοί την έκαναν τη δουλειά, αλλά τέλος πάντων...) το έπαιζε η τηλεόραση πρώτη είδηση οπότε χάρηκε και η μάνα μου που το είδε.

- Επιτέλους, κατάλαβα τι δουλειά κάνεις. Το είπε αυτός ο Γκλίντον.
- Και τι κάνω ρε μάνα;
- Θεραπεύεις τον καρκίνο κι ας μην είσαι γιατρός.


Βέβαια οι περισσότεροι ξέρουν πια ότι δεν θεραπεύω τίποτα οπότε γλυτώνω προσώρας τη μήνυση για αντιποίηση ιατρικού επαγγέλματος, αρκετοί όμως νομίζουν ότι έχω γνώσεις επί όλων των όψεων του φυσικού κόσμου, ή έστω των ζωντανών οργανισμών. Φταίω κι εγώ βέβαια που όταν ήμουν νέος άνοιγα το στόμα μου λίγο περισσότερο σχετικά με το αντικείμενο της δουλειάς μου, ειδικά μια εποχή προ εικοσαετίας περίπου που μάζευα σαλιγκάρια στα πλαίσια μιας διατριβής. Θυμάμαι μια φάση που μάζευα από τον τοίχο του Γυμνασίου στον Εύδηλο. Σταματάει ένα μηχανάκι μ’ ένα μικρό και με περιεργάζεται.

- Είντα κάνεις εκεδά;
- Μαζεύω σαλιγκάρια.
- Καριβόλους; Μα ‘εν ειν η εποχή τους. Είντα καριβόλους, πασπαρίτες για μαρμαρίτες;
- Ξέρω γω; Αλμπινάριες. Δεν τρώγονται, είναι πολύ μικρές.
- Και είντα διάολο σ’ έπιασε και τις μαζεύεις άμα ‘εν τρώγονται;


Δεν ξέρω τι πήγε και διέδωσε στην πλατεία, πάντως οι φίλοι μου με περίμεναν στο καφενείο με ανήσυχο ύφος:

- Είναι αλήθεια ότι πας και μαζεύεις βατράχια στον Ποταμό;

Δεν ήταν, αλλά καλού κακού έκοψα την πολλή κουβέντα μη μου βγει κάνα όνομα. Με τον καιρό αντάλλαξα και τα σαλιγκάρια με κάτι εξωτικούς μεταξοσκώληκες και πεταλούδες (με την έμφαση στα γονίδια και το DNA) και το πράγμα ψιλοξεχάστηκε, αν και από καιρού εις καιρόν ακούω κάτι «επιστημονικά» ερωτήματα που με αφήνουν άφωνο, και σχεδόν πάντα αφορούν κάτι που έχει να κάνει με τη χλωρίδα και την πανίδα, που για κάποιο λόγο όλοι είναι επαΐοντες ή ξέρουν κάποιον που ξέρει κάποιον που τους είπε κάτι μεγαλοπρεπές.

- Ήξερες ότι ο κορκόφυλλας υπάρχει μόνο στην Ικαρία;
- Μα δεν υπάρχει μόνο στην Ικαρία, υπάρχει σε πολλά μέρη. Λέγεται Agama stellio. Ή μάλλον λεγόταν, διότι τώρα λέγεται Laudakia stellio. Είναι αρκετά κοινό είδος.
- Στέλιο το λένε; Σιγά μην το λένε και Μπάμπη...


Στεναχωριέμαι λίγο όταν τους χαλάω τη φαντασίωση πως έχουμε κάτι στην Ικαρία που δεν υπάρχει αλλού ή είναι τέλος πάντων σπάνιο, αλλά εδώ πιστεύει ο κόσμος άλλα κι άλλα, στο Στέλιο θα κολλήσουμε; Προ ετών στην Ολλανδία μιλούσα με κάτι Ιταλούς που είχαν έρθει στην Ικαρία κάποτε να ψάξουν να βρουν βίδρες.

- Βίδρες;
- Ναι. Όχι ακριβώς τις ίδιες, τα βιοδηλωτικά ίχνη της παρουσίας τους.

Βιοδηλωτικά ίχνη είναι ένας ευφημισμός που χρησιμοποιούν οι φυσιοδίφες για τα κόπρανα των ζώων: όταν το ζώο δεν φαίνεται, ψάχνουμε ότι αφήνει πίσω του.

- Μα οι βίδρες θέλουν νερά, ποτάμια, πού θα βρεθούν αυτά;
- Και τι θες να μου πεις δηλαδή, ότι δεν έχει βίδρες;


Δεν είναι της ειδικότητάς μου, αλλά επειδή μου συνέμπε ρώτησα κάτι φίλους στο WWF που το πάνε το γράμμα με τα οικολογικά και τις πανίδες. Κουνάγανε το κεφάλι τους με δυσπιστία, να λέγεται. Βέβαια προ καιρού διάβασα στο ikariamag ότι μια βίδρα κατέβηκε για ψώνια στις Ράχες, οπότε αν και δεν πιστεύω ό,τι διαβάζω στο Ίντερνετ, λέω να κρατάω και μικρό καλάθι. Εδώ ο κάπτεν Έιχαμπ βρήκε το γιγάντιο καλαμάρι στις νότιες θάλασσες (άσε πια το Μόμπυ Ντικ αυτοπροσώπως), δε θα βρεθεί μια βίδρα στις Ράχες, ακόμα και μεταμφιεσμένη σε ατσίδα; Ή σε ρασκό; Άσε που έχει βρεθεί λεοπάρδαλη στη Σάμο (εκτίθεται κιόλας, «το καπλάνι της βιτρίνας» που λένε), οπότε ας κρατάμε μια πισινή...

Καλού κακού εσχάτως αποφεύγω να απαντάω σε ερωτήσεις που δεν αφορούν ειδικώς έντομα (και μάλιστα το DNA τους, όχι τη φάτσα), αλλά την ταλαιπωρία με τη φυσική ιστορία δεν τη γλυτώνω. Πριν λίγο, ας πούμε, μου στέλνει μήνυμα μια φίλη:

- Τι ξέρεις για την πεταλουδίτσα Polyommatus icarus;

Τίποτα φυσικά, αλλά με ένα ψαξιματάκι στη wikipedia βρίσκω ότι το συμπαθές λεπιδόπτερο έχει παλαιοαρκτική διασπορά, δηλαδή καμμία σχέση. Η απογοήτευση στην άλλη άκρη του chat δεν κρύβεται:

- Κρίμα, κι εγώ συγκινήθηκα που έχουμε πεταλούδα δικιά μας...

Εξηγώ ότι τα λατινικά ονόματα των ειδών δεν σημαίνουν υποχρεωτικά κάτι ιδιαίτερο για την προέλευσή τους (αν και συχνά συμβαίνει) και ότι icarus σημαίνει Ίκαρος, όχι Ικαριακός, στην οποία περίπτωση θα ήταν ikariae. Και επιτόπου αρχίζω και σκαλίζω τις πηγές και βρίσκω ένα «δικό μας» σκνιπάκι (Thaumalea ikariae) και θυμάμαι αμυδρά και μια σκολόπεντρα Geophilus ή κάπως έτσι, και ψάχνοντάς την πέφτω πάνω στον πασίγνωστο Galanthus ikariae που βέβαια είναι της χλωρίδας και όχι της πανίδας, και μετά από λίγη ώρα διαβάζω εμβριθώς εκατοντάδες ονόματα φυτών σε ένα άρθρο με τίτλο The Flora of Ikaria που έχει γράψει ένας (αληθινός) καθηγητής πανεπιστημίου και λέω όπου να ‘ναι να το κόψω το σπορ διότι με βλέπω να καταλήγω να κυνηγάω κι εγώ τίποτα βίδρες οσονούπω, ή έστω κανένα εκτός εποχής σαλιγκάρι, κι ας μην τρώγεται.

Τουλάχιστον αυτό δεν τρέχει να φύγει μόλις πλησιάσεις, οπότε μπορείς να το μαζέψεις άνετα.


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 12/6/2014, με έναν λίγο πιο πιασάρικο τίτλο επιλογής της σύνταξης της ιστοσελίδας.

13/6/14

Ψευδαίσθηση (Gabriel Garcia Marquez)


[…] Η αλήθεια είναι πως είχε πάρει τα πηγαινέλα της καμέλιας για ερωτικό αστείο και ποτέ δεν σκέφτηκε πως ήταν μια παγίδα της μοίρας της. Αλλά, όταν έφτασε η επίσημη πρόταση ένιωσε να της βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό. Πανικόβλητη το είπε στην θεία Εσκολάστικα κι εκείνη ανέλαβε να την συμβουλεύσει με το θάρρος και τη διαύγεια που δεν είχε στα είκοσί της χρόνια, όταν βρέθηκε αναγκασμένη ν’ αποφασίσει για την ίδια της την τύχη.
    «Απάντησέ του ναι», της είπε. «Ακόμα κι αν πεθαίνεις από το φόβο σου, ακόμα κι αν μετανοιώσεις αργότερα, γιατί, έτσι κι αλλιώς, θα μετανοιώνεις μια ολόκληρη ζωή αν του απαντήσεις όχι».
    Η Φερμίνα Δάσα, ωστόσο, τα είχε τόσο χαμένα που ζήτησε μια προθεσμία για να το σκεφτεί κι όταν πέρασε κι ο τέταρτος μήνας χωρίς απάντηση πήρε ξανά την άσπρη καμέλια, αλλά όχι μόνη της μέσα στο φάκελο όπως τις άλλες φορές, μα με το κατηγορηματικό σημείωμα πως αυτή ήταν η τελευταία: ή τώρα ή ποτέ. Τότε ήταν που ο Φλορεντίνο Αρίσα είδε το θάνατο καταπρόσωπο, όταν το ίδιο εκείνο απόγευμα πήρε ένα φάκελο με μια λουρίδα χαρτί, κομμένο από το περιθώριο του σχολικού τετραδίου και με την απάντηση γραμμένη με μολύβι σε μια μόνο γραμμή: Εντάξει, θα σας παντρευτώ αν μου υποσχεθείτε πως δε θα με βάζετε να τρώω μελιτζάνες.

- . - . -

[...] Από πίσω της, τόσο κοντά στα αυτί της που μόνο εκείνη μπορούσε να την προσέξει μες στη φασαρία, είχε ακούσει μια φωνή.
    «Αυτό εδώ το μέρος δεν είναι κατάλληλο για μια θεά».
    Εκείνη γύρισε το κεφάλι κι είδε, δυο πιθαμές από τα μάτια της, τ’ άλλα παγωμένα μάτια, το μπλαβί πρόσωπο, τα παγωμένα από το φόβο χείλια, έτσι ακριβώς όπως τα είχε δει στην ολονυχτία, όταν για πρώτη φορά εκείνος βρέθηκε τόσο κοντά της, με τη διαφορά μόνο πως τώρα δεν ένιωσε την ταραχή του έρωτα, αλλά την άβυσσο της απογοήτευσης. Σε μια στιγμή αποκαλύφτηκε μέσα της ολόκληρο το μέγεθος του ίδιου της του λάθους κι αναρωτήθηκε κατατρομαγμένη πώς είχε μπορέσει να κρατήσει κρυφά, τόσο καιρό και με τόση δύναμη, τέτοια χίμαιρα μες στην καρδιά της. Μόλις που πρόλαβε να σκεφτεί «Θεέ μου, ο καημένος!» Ο Φλορεντίνο Αρίσα χαμογέλασε, προσπάθησε να πει κάτι, προσπάθησε να την ακολουθήσει, αλλά εκείνη τον έσβυσε από τη ζωή της με μια κίνηση του χεριού.
    «Όχι, παρακαλώ», του είπε. «Ξεχάστε το».
    Εκείνο το απόγευμα, ενώ ο πατέρας της έπαιρνε το μεσημεριανό του ύπνο, του έστειλε με τη Γκάλα Πλασίδια ένα γράμμα δυο σειρές: Σήμερα που σας είδα κατάλαβα πως αυτό που έχουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση.

 
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

9/6/14

Κυριακή, γιορτή και σκόλη

Ημέρα των γενεθλίων της βασιλομήτορος (2010) σε ένα δρομάκι κεντρικό δρόμο του Άμστερνταμ. Είναι η μόνη μέρα που επιτρέπεται (για να μην πω επιβάλλεται) η αγοραπωλησία χωρίς παραστατικά, και τα παιδάκια βγαίνουν στο δρόμο και στήνουν πάγκους όπου πουλάνε τα παλιά τους παιχνίδια. Από μικροί στο work ethic του έθνους.

Πριν καμμιά δεκαετία και βάλε που εργαζόμουν σε ένα ερευνητικό ίδρυμα της Αθήνας, θυμάμαι μια παράξενη εμπειρία που είχα μια Τρίτη του Ιουνίου, ακριβώς μετά τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Μας μαζεύει όλους ο διευθυντής του εργαστηρίου, και ρωτάει με αυστηρό ύφος:

- Πού ήσασταν όλοι χτες;

Κοιταζόμαστε εμείς παραξενεμένοι και απαντάμε ομοθυμαδόν.

- Μα χτες ήταν αργία.
- Αργία είναι για τους δημοσίους υπαλλήλους. Είναι κανείς από σας δημόσιος υπάλληλος;


Με την αυστηρή έννοια όχι, αν και κάποιοι ήταν υπάλληλοι ΝΠΔΔ· ο ίδιος, ας πούμε. Του λέμε «μα» και «μου», τίποτα αυτός, ανένδοτος.

- Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο. Να μην ξανασυμβεί. Άδεια θα παίρνετε όταν σας δίνω εγώ, όχι από τη σημαία.

Το αστείο ήταν ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια φεύγαμε κανονικά τριήμερο την Πεντηκοστή (και ο ίδιος) χωρίς ποτέ να σκεφτεί αν είμαστε «υπάλληλοι» οποιουδήποτε είδους. Κουβέντα στην κουβέντα ανακαλύψαμε ότι το πρόβλημα ειδικά εκείνη τη χρονιά είχε δημιουργηθεί από το γεγονός ότι ο οιονεί «υπαρχηγός» του, ένα παλληκάρι δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής και αμερικανικών συνηθειών, είχε σκάσει Δευτέρα στο εργαστήριο χωρίς να είναι ενήμερος περί της αργίας (εκείνη τη χρονιά το Ορθόδοξο Πάσχα άρα και η Πεντηκοστή ήταν πολύ μακριά από το Καθολικό που ήξερε αυτός), δεν βρήκε κανέναν, και φρίκαρε. Πρωί πρωί την Τρίτη βρήκε τον διευθυντή και τον φιτίλιασε.

Με τα πολλά βρήκαμε κάποιον από τη διεύθυνση διοικητικού που διαβεβαίωσε ότι μια χαρά αργία ήταν (για όλους) η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος και το μαγαζί ήταν κλειστό κανονικά και με το νόμο. Ελαφρώς έκπληκτος ο διευθυντής (αμερικανοθρεμμένος κι αυτός) αναφώνησε «Έλεος! Αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν!» και το πράγμα έληξε εκεί.

Την επόμενη χρονιά θυμάμαι καλά ότι μας ρώταγε πριν το τριήμερο αν θα πάμε πουθενά και μετά το τριήμερο πώς περάσαμε – κι εκείνος είχε πάει στο εξοχικό του και είχε περάσει μούρλια. Ο υπαρχηγός δεν θυμάμαι τι ακριβώς έκανε, πάντως φασαρία δεν έκανε. Νομίζω κάποιος του είχε υποδείξει τις επίσημες αργίες να τις έχει υπόψη του και να μην εμφανίζεται ούτε 25η Μαρτίου ούτε Καθαρή Δευτέρα τζάμπα και βερεσέ (ή τέλος πάντων να μην παίρνει άλλους στο λαιμό του), και με τα χρόνια νομίζω το έμαθε.

Πάντως είχα μείνει κι εγώ με την εντύπωση ότι αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν και μάλιστα επειδή ήμουνα σεσημασμένος λόγω γενικευμένης ικαριακότητας, όταν έφευγα για το εξωτερικό και πέρασα από την Αθήνα να χαιρετήσω τους πρώην συναδέλφους, ο παλιός διευθυντής μου δεν παρέλειψε να σχολιάσει ελαφρώς σαρκαστικά:

- Επιτέλους, τώρα θα δεις και λίγο σοβαρά ευρωπαϊκά work ethics.

Βρέθηκα λοιπόν στην Ολλανδία με έναν αδιόρατο φόβο για το επικείμενο προτεσταντικό εργασιακό ήθος, αφού αυτά που ήξερα μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν άλλωστε. Έφτασα στη χώρα τέλη Απριλίου, και παρουσιάστηκα στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού δια τα περαιτέρω. Η κυρία που με υποδέχτηκε κατόπιν ραντεβού (φυσικά) μου εξήγησε ότι ορισμένες διαδικασίες θα καθυστερούσαν λίγο, διότι είχανε κονεγκίνεννταχ. Δεν κατάλαβα.

- Κονεγκίνεννταχ. Τα γενέθλια της βασίλισσας.
- Α, μάλιστα. Να τη χαίρεστε. Οπότε να έρθω τη Δευτέρα;
- Α, δεν γίνεται. Αρχίζουν οι ανοιξιάτικες διακοπές και θα λείπω δύο εβδομάδες. Θα έρθετε μετά τις 17 Μαΐου.
- Μα δεν υπάρχει κάποιος αντικαταστάτης όσο λείπετε;
- Όχι βέβαια
, είπε κάπως αυστηρά. Αυτά είναι δικές μου υποθέσεις. Μην ανησυχείτε όμως, θα κανονίσω να τακτοποιηθούν όλα μετά τις 17. Απλά θα περιμένετε.

Περίμενα λοιπόν, πηγαίνοντας καθημερινά στο καινούργιο εργαστήριο τις επόμενες μέρες, μέχρι που την Πέμπτη κάποιος με ρώτησε:

- Τι θα κάνεις το τριήμερο;
- Ποιο τριήμερο;
- Μα είναι 5 Μαΐου. Η ημέρα της νίκης.


Είχα παρατηρήσει κάτι σημαιοστολισμούς, αλλά νόμιζα ότι είχαν ξεμείνει από τα γενέθλια της (μαμάς της) βασίλισσας. Μου είπαν ότι γιόρταζαν την επέτειο της νίκης στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμείς δεν τη γιορτάζαμε; Τους είπα ότι εμείς γιορτάζαμε την είσοδό μας στον πόλεμο, όταν έγινε η έξοδος είμασταν απασχολημένοι με έναν υπό προετοιμασία εμφύλιο.

Δυο Πέμπτες αργότερα, πήγα κανονικά στο εργαστήριο. Δε βρήκα ψυχή, εκτός από μια Πολωνέζα που μου εξήγησε ότι ήταν αργία.

- Μα τι αργία;
- Της Ανάληψης. Δεν είναι αργία στην Ελλάδα;


Δεν ήταν. Το αστείο είναι ότι καθώς η Ανάληψη είναι πάντα Πέμπτη, ήταν αργία και η Παρασκευή.

- Δηλαδή την παίρνετε άδεια;
- Καλέ τι άδεια; Αργία. Για όλους.


Πήρα λοιπόν κι εγώ την αργία για όλους και καμιά βδομάδα αργότερα είχα την πρόνοια να ρωτήσω αν η επομένη της Πεντηκοστής (του Αγίου Πνεύματος στα καθ’ ημάς) είναι εργάσιμη. Με κοίταξαν ως εξωγήινο.

- Πλάκα κάνεις; Φυσικά και είναι αργία.
- Ρε παιδιά, σαν πολλές αργίες δεν έχετε;
- Μόνο την άνοιξη. Η επόμενη είναι τον Οκτώβρη, η επέτειος της πολιορκίας του Λέιντεν.


Ησύχασα κάπως, αλλά όταν ξαναπήγα στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού, καλού κακού έθεσα το ερώτημα, διευρυμένα κάπως:

- Συγγνώμη, πόσος ακριβώς είναι ο εργάσιμος χρόνος;

Η κυρία με κοίταξε προβληματισμένη. Μου έδωσε μια απάντηση σε ώρες ανά έτος. Έκανα εν τάχει τη διαίρεση – έβγαιναν 38 μέρες άδειας. Χωρίς τα σαββατοκύριακα. Επανέλαβα την ερώτηση με άλλη διατύπωση.

- Και οι επίσημες αργίες;

Η κυρία μου εξήγησε ότι οι αργίες είναι υπολογισμένες στο χρόνο της άδειας. Και οι πέντε.

- Πέντε;
- Ναι.
- Άρα περισσεύουν 33 μέρες άδειας το χρόνο.
- Εξαρτάται από το ωράριό σας. Για σας, 32,7 περίπου.


Ρώτησα πώς προκύπτει η υποδιαστολή. Η κυρία αναστέναξε και με κοίταξε σα να μιλάει με καθυστερημένο.

- Εργάζεστε 40 ώρες εβδομαδιαίως, όμως εμείς σας πληρώνουμε μόνο τις 38. Τις άλλες δύο τις συγκεντρώνετε και τις παίρνετε ρεπό. Άδεια.
- Δηλαδή έχω 21 μέρες κανονική άδεια και προσθέτω ένα ρεπό το μήνα.
- Περίπου. Αλλά εσείς δεν έχετε προσληφθεί από την αρχή του χρόνου οπότε δεν βγαίνει ακριβώς. Καταλάβατε;


Κατάλαβα. Τόσο καλά που το επαναλάμβανα διαρκώς. Το είπα και στους Έλληνες φίλους μου στο Άμστερνταμ που εργάζονταν ερευνητικά σε ένα νοσοκομείο. Κούνησαν το κεφάλι με οίκτο.

- Ρε τους φουκαράδες, 38 ώρες...
- Γιατί, εσείς πόσες δουλεύετε;
- Σαράντα, αλλά πληρωνόμαστε τυπικά τις 36.
- Και το τετράωρο;
- Το παίρνουμε ρεπό.
- Δηλαδή κάθε δυο βδομάδες έχετε μια μέρα όφ;
- Κάπου τόσο.
- Δηλαδή εκτός από τις 21 κανονικές έχετε άλλες 24 ρεπό;
- Ε, ναι, κάπου εκεί. Βέβαια δεν έχουμε την πολιορκία του Λέιντεν εδώ πέρα, αλλά όλο και κάτι βρίσκεται.


Την ίδια εποχή, στην Ελλάδα του μνημονίου συζήταγαν πόσο τεμπέληδες είμαστε. Και στην Πορτογαλία του μνημονίου, το ίδιο. Όταν βρέθηκα εκεί, ήταν όλο ενοχές για τις θρησκευτικές τους αργίες (θα ήταν καμμιά δεκαριά, μερικές χωρίς αντιστοιχία στα καθ’ ημάς). Κατά παράδοξο τρόπο, του Αγίου Πνεύματος δεν ήταν αργία. Ούτε η Δευτέρα του Πάσχα. Ούτε η επομένη των Χριστουγέννων. Είχαν βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, κάτι Ιερές Καρδιές, μια Άσπιλη Σύλληψη και τον Άγιο Αντόνιο τον προστάτη της Λισσαβώνας. Σχολίαζαν πάντως αρνητικά την κατάσταση, καθότι το είχε επισημάνει και η Μέρκελ σε μια συνέντευξη, ότι ο νότος βρίθει αργιών.

- Αυτά μόνο στην Πορτογαλία συμβαίνουν.

Κουνούσα κι εγώ το κεφάλι με κατανόηση, αλλά καθόριζα το πρόγραμμά μου με βάση τα ολλανδικά στάνταρντ στις άδειες και τα πορτογαλικά στις αργίες. Βορειοευρωπαϊκά work ethics και νοτιοευρωπαϊκή μενταλιτέ. Είναι από τα λίγα πράγματα που νοσταλγώ κάπως τώρα που ξαναήρθα στην πατρίδα.

Σήμερα, Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος επικοινώνησα με διαφόρους φίλους στο εξωτερικό. Στην Ολλανδία φυσικά τριήμερο. Στη Γερμανία, βρήκα ένα φίλο που έψαχνα για κάτι. Ρώτησα δήθεν αδιάφορα:

- Αργία;
- Ο γιές!

Μου εξήγησε ότι δεν έχουν πολλές αργίες πάντως. Και ο ίδιος παίρνει «μόνο» 30 μέρες άδεια, άμα σκεφτείς ότι ο τεχνικός του παίρνει 35. Ξέχωρα από τις αργίες, εννοείται.

Αυτά μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν, να λέγεται.


Σ.Σ. Και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, το work ethic εκεί στα βορειοδυτικά δεν έχει να κάνει με το χρόνο εργασίας αλλά με την αξιοποίησή του. Έχω να λέω ότι από τις 38 ώρες που δούλευαν οι Ολλανδοί, τις 30 και βάλε τις αξιοποιούσαν παραγωγικά εργαζόμενοι με προσήλωση. Από τις 45-50 ώρες που δουλεύουμε εδώ (άγνωστο πόσες πληρωνόμαστε και αν), πάνω από τις μισές φεύγουν είτε σε σαχλαμάρες άσχετες με το αντικείμενο της δουλειάς, είτε σε προσπάθειες, συχνά ατελέσφορες, να υπερβούμε δυσλειτουργίες του μηχανισμού, προβληματικές υποδομές κλπ. με διάφορες «πατέντες» και άφθονο πατριωτισμό των Ελλήνων (ή των Πορτογάλων κλπ.).

Το ισοζύγιο δεν είναι υπέρ μας· νομίζω μια μαρξιστική ανάλυση για τις επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου σε σχέση με τις επιχειρήσεις έντασης εργασίας θα είναι διδακτική.

Για την ιστορία, στην Ολλανδία κόπηκε το κονεγκίνεννταχ. Ή για την ακρίβεια, έγινε κόνεγκνταχ ή κάπως έτσι, και μετακινήθηκε μια μέρα, καθότι η βασίλισσα παρητήθη υπέρ του υιού της και τώρα έχουν βασιλιά, με γενέθλια μια βολική ημερομηνία, καθότι η πρώην βασίλισσα είχε γεννηθεί μεσοχείμωνο και φυσικά ουδείς διενοήθη να μετακινήσει την προγενέστερη αργία που ήταν τέλη Απριλίου και να την πάει σε μια εποχή του χρόνου που κανείς δε μπορεί να περιφέρεται στους δρόμους με μια μπύρα στο χέρι για ώρες...


8/6/14

Οι δανεικοί αυτόχειρες (Γιώργος Z. - Allu fun marx)

10/04/2006


Πληκτρολογούν τον κωδικό τους. Μπαίνουν
στο blog που τόσο έχουν αγαπήσει…
Διαβάζουν post και το ποντίκι σέρνουν
(Τά’παιξε μάλλον από την πολύ την χρήση.)

Ήταν το blogging λένε ,τραγωδία.
Θεέ μου, τα φριχτά comment των ανωνύμων…
Πώς χάθηκε με μιάς τόση μαγεία;
Κόσμε των blog, δεν είσαι ελεήμων…

Ανοίγουν το free counter, κοιτάνε
“πόσο ανέβηκαν απόψε οι επισκέψεις;”
Την περασμένη δόξα αναμετράνε
και στο μυαλό χορεύουν χίλιες σκέψεις.

Όλα τελείωσαν. Το τελευταίο post νάτο,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει:
“Φεύγω. Κλείνω το blog μου το γαμάτο.
Δε θα χαθούμε, μη σας φάει το μαράζι.”

Βλέπουν την οθόνη, βλέπουν την ώρα.
“Δένει η φωτογραφία ή είναι λάθος;”
“Όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”,
Βέβαιοι πως θα επιστρέψουν κατά βάθος.


(Σ.Σ. Λίγο τον διάβαζα τον allu fun marx, αλλά σήμερα που διάβασα στο ιστολόγιο του Σαραντάκου μια, ας πούμε, νεκρολογία του, καθότι πέθανε μήνες πριν αλλά μόλις τώρα έγινε γνωστό στη μπλογκόσφαιρα, με έπιασε μια παράξενη στεναχώρια - τις τελευταίες μέρες όλο θανάτους νέων ανθρώπων ακούω έτσι κι αλλιώς κι ήρθε κι έδεσε το πράγμα. Μου θύμισε πάντως ο Νίκος την άνωθεν παρωδία του ποιήματος του Καρυωτάκη «Ιδανικοί αυτόχειρες», που ο ΑΦΜ έγραψε χρόνια πριν, σε μια πιο «αθώα» ίσως εποχή των ιστολογίων, πριν ακόμα ανακατευτούν κάτι τύποι σαν εμένα με το σπορ. Το «ποίημα» το είχα διαβάσει χρόνια πριν και είχα ξεχάσει με τον καιρό τον ποιητή του, αλλά δεν είχα ξεχάσει την ξεχωριστή ευφορία που μου προκαλούσε η ανάγνωσή του.

Στη μνήμη του Γιώργου Ζ. που δεν τον ήξερα και μερικών ακόμα ανθρώπων που ήξερα καλά, ας μου επιτραπεί να αναρτήσω ένα ταιριαστό τραγουδάκι του Θανάση Παπακωνσταντίνου, κάπως σαν αποχαιρετισμό.)



Κι όσους ρωτούν για συγγενείς, να λες πως δεν τους είδες

6/6/14

Καπνός

Ο Λούκυ το στρίβει, από εδώ. Λόγω της πολίτικαλυ κορέκτ πρόσφατης εποχής, στα νεώτερα κόμικ δεν καπνίζει, αλλά μασουλάει ένα στάχυ.

Εκείνη την εποχή ήμουν έφηβος, όχι ακριβώς στην ηλικία με τα μπιμπίκια, αλλά λίγο μετά που προσπαθείς να κάνεις διάφορα επαναστατικά (τέλος πάντων, ρηξικέλευθα για τα μέτρα του πώς έχεις μεγαλώσει) και να δείξεις ακριβώς ότι έχεις μεγαλώσει, ή ακόμα ακόμα απλώς να δείξεις κάτι, οτιδήποτε φαίνεται να σου δίνει μια αίσθηση ταυτότητας και να σε κάνει να ξεχωρίζεις. Εκείνη η εποχή ήταν στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, μια περίοδος μάλλον άχαρη γενικότερα, με στενά τζην και ενδεχομένως άσπρες κάλτσες, με προσδοκίες που καθόλου μα καθόλου δεν απεικονίζονται στις τυποποιημένες βιντεοταινίες της εποχής με τον Ψάλτη και το Σταμάτη Γαρδέλη, παρότι τα κουρέματα ήταν πάνω-κάτω τα ίδια (φρίκη...) και η γλώσσα περιελάμβανε κάμποσα «δικέ μου» και «μου τη δίνει» και χαρακτηριστικούς διαλόγους που μπορεί τυχόν να εντοπίσει κανείς σήμερα στα πρώιμα βιβλία του Πέτρου Τατσόπουλου ή του Βαγγέλη Ραπτόπουλου (αν κυκλοφορούν ακόμα), πριν την επέλαση της έπαρσης που χαρακτήρισε το δεύτερο μισό της δεκαετίας και επώασε τον κυνισμό και το lifestyle της δεκαετίας του ’90.

Εκείνη την εποχή ήμουν έφηβος και όπως οι περισσότεροι έφηβοι βαριόμουνα φριχτά το σπίτι και το σχολείο και τη γειτονιά και την κάπως γκρίζα ατμόσφαιρα στο κλίμα που μπορεί να δει κανείς σε μερικά πλάνα από την ταινία «Οι Απέναντι» του Πανουσόπουλου όπου ένας κάπως στραβοχυμένος μαθητής ή φοιτητής Άρης Ρέτσος μπανίζει μια εκπάγλου καλλονής δήθεν «νοικοκυρά» Μπέττυ Λιβανού (που αν και όχι στην πρώτη της νιότη το 1981 που βγήκε η ταινία, δεν την έλεγες και μέση νοικοκυρά ακριβώς). Εγώ αντιθέτως μπάνιζα μια συμμαθήτρια ασχημούλα και αλλοπαρμένη, τόσο αλλοπαρμένη που δεν πρόσεχες καν ότι ήταν ασχημούλα, που είχε την αμφίβολη τιμή να εγκαινιάσει μια εισέτι μακρά σειρά γυναικών (έως της σήμερον) που με λατρεύουν ως άτομο μεν, αλλά δεν με θέλουν ως γκόμενο δε. Δεν ξέρω αν υπάρχει χειρότερη ατάκα να σου πουν από το «σε αγαπώ πολύ αλλά σε βλέπω σα φίλο» όπως διαπίστωνε όψιμα και ο Φοίβος Δεληβοριάς σε ένα τραγουδάκι, και σήμερα φυσικά θα έφευγα τρέχοντας και βρίζοντας αν άκουγα τη συγκεκριμένη διατύπωση ή κάποια παραπλήσια.

Εκείνη την εποχή όμως, φυσικά δεν παραδεχόμουν την ήττα και ως αντίδραση της αφιέρωνα ποταμούς από παθιασμένους ερωτικούς στίχους (μοτίβο που ευτυχώς μετρίασα με τον καιρό και εγκατέλειψα οριστικά όταν κάποτε διάβασα αληθινή ποίηση), στίχους που σήμερα ελπίζω η κοπέλα - καλή της ώρα όπου βρίσκεται - να τους έχει ανακυκλώσει ή βάλει στο τζάκι για προσάναμμα διότι δε θα αντέξω το ρεζιλίκι να τους ξαναβρώ μπροστά μου, εκτός από δυο-τρεις κάπως λιγότερο παθιασμένους που ίσως θα έστεκαν σε κανένα εφήμερο σουξεδάκι καμιάς παρακμιακής μπάντας της γειτονιάς, κάτι σαν πρώιμους Φατμέ ίσως, ωστόσο τον καλύτερο στίχο «τα παλιά καλά τραγούδια μας αφήσαν, θέλει θάρρος να το λες / κι οι παλιές μου θεωρίες δεν μου φτάνουν να σ’ αγγίξω όταν κλαις» πρόλαβε και τον έγραψε ο Πορτοκάλογλου πριν τον σκεφτώ εγώ, γαμώτο.

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ίντερνετ και κινητά τηλέφωνα, κι όταν στις αρχές του καλοκαιριού το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μου πήγε οικογενειακώς να επισκεφτεί κάτι συγγενείς στη Γερμανία, έμεινα να περιφέρομαι περίλυπος στους δρόμους ασκόπως παρέα με κάτι συμμαθητές που με είχαν πάρει μυρωδιά και με δούλευαν με όλη την άνεση και τη σκληράδα της εφηβείας.

- Τι έγινε ρε, σε άφησε αυτή με τα πατομπούκαλα και πήγε να βρει κάνα γκόμενο στη Γερμανία;
- Κοίτα το μαλάκα που από τόσες γκόμενες που κυκλοφορούνε πήγε και καρφώθηκε στην Πίπη τη φακιδομύτη.


Εκείνη την εποχή ασκούσα την υπομονή μου και απέφευγα να απαντήσω στις προσβολές, παρότι και χοντρά γυαλιά φορούσε ο έρωτάς μου και φακίδες είχε άφθονες, και μουρμούραγα απλώς «δε με χέζετε, μαλάκες, σας είδαμε κι εσάς» και περίμενα να περάσουν οι μέρες παίρνοντας που και που κανένα τηλέφωνο στο πατρικό της μήπως είχε γυρίσει, κι άφηνα εις μάτην να χτυπάει δέκα και δεκαπέντε φορές μπας και το σηκώσει κάποιος που θα σήμαινε ότι γύρισαν επιτέλους. Αλλά μια μέρα χτύπησε το δικό μας τηλέφωνο και άκουσα τη φωνή της να μου λέει ότι ναι, γύρισαν, και μου είχε φέρει κάτι από τη Γερμανία, ένα δώρο, και ήθελε να μου το δώσει. Κι εμένα βέβαια η καρδιά μου σκίρτησε (ξέρετε τώρα, εφηβικά πράγματα) και κλείσαμε ραντεβού να πάμε το βράδυ σινεμά σε ένα θερινό που έπαιζε κάποια εμπορική αηδία που δε θυμάμαι τώρα (καθότι το ποθούμενον ούτε απέξω δεν πέρναγε από τα κουλτουριάρικα που πήγαινα εγώ), όπου αφού απέκρουσε αποφασιστικά για πολλοστή φορά τις απόπειρές μου να εκφράσω τα μεγαλειώδη μου αισθήματα, μου ενεχείρισε ένα πακετάκι καπνό Σάμσον.

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καπνός στο εμπόριο, ούτε χαρτάκια επιτρεπόταν να κυκλοφορούν (για να μη στρίβουν τσιγαριλίκια οι χασικλήδες, δήθεν, αλλά μάλλον για να προστατεύονται οι εθνικές καπνοβιομηχανίες). Οι κοινότατες σήμερα εικόνες στριψίματος τσιγάρων, μπορούσαν τότε να ειδωθούν μόνο σε μερικά καρεδάκια Λούκυ Λουκ ή σε κάνα παλιό γουέστερν. Σε παλιά λογοτεχνικά κείμενα είχα διαβάσει τη λέξη «καπνοσακούλα» που παρέπεμπε σε μια εποχή προϊστορική, πριν ανακαλυφθούν τα περίπτερα και τα περιεχόμενά τους. Τώρα είχα ό,τι πλησιέστερο σε αυτό ακριβώς μπροστά μου. Μου φάνηκε αρχαϊκό, σχεδόν απίστευτο.

- Τι είναι αυτό; ρώτησα με απορία.
- Καπνός, μου απάντησε με απροσποίητη υπερηφάνεια. Τον πήρα για σένα από το ντιούτι-φρη.
- Για μένα;
- Ναι, αφού καπνίζεις.


Εκείνη την εποχή η μαύρη αλήθεια ήταν ότι δεν κάπνιζα εν γένει, αν και σε κάνα πάρτι έκανα καμμιά τράκα κάνα Μαλμποράκι (όχι πολύ συχνά ώστε να μη με αποφεύγουν ως τρακαδόρο, εννοείται) και η κοπέλα με είχε δει μερικές φορές να ανάβω τσιγάρο ώστε να μετριάσω την αμηχανία ή την απογοήτευση από τη διαρκή χυλόπιτα. Της είπα «ευχαριστώ» με μισό στόμα κι εκείνη έφυγε τρέχοντας διότι την περίμεναν σπίτι νωρίς, λέει. Γύρισα κι εγώ στο δικό μου, όπου οι γονείς μου σιγά σιγά ετοίμαζαν την καλοκαιρινή εκστρατεία στην Ικαρία (Ιούλιος ήτανε) κι έκρυψα το πακετάκι με τον καπνό, σφιχτά τυλιγμένο στην κίτρινη σακούλα του ντιούτι φρη για να μη μυρίζει (φυσικά μύριζε), σε ένα συρτάρι ενός γραφείου που κανείς ποτέ δεν άνοιγε, καθώς αν με τσάκωναν οι δικοί μου με τσιγάρα θα είχαμε πολύ κακά ξεμπερδέματα.

Εκείνη την εποχή στην Ικαρία κατεβαίναμε με το «Ίκαρος», που πήγαινε Εύδηλο Τετάρτη-Παρασκευή και εκτάκτως Κυριακή. Την παραμονή της αναχώρησης έχωσα το κίτρινο σακουλάκι στη θήκη της κιθάρας κι έβγαλα όλο το ταξίδι κρατώντας την κιθάρα σφιχτά στο χέρι κι όταν φτάσαμε κάτω έκρυψα το πολύτιμο αντικείμενο σε ένα αποθηκάκι έξω από το σπίτι και το χώρο ευθύνης της μάνας μου. Ένα-δυο βράδια αργότερα το ξετρύπωσα και το έχωσα στην εσωτερική τσέπη του τζην μπουφάν (άλλο χαρακτηριστικό ένδυμα της εποχής) και κατηφόρισα για την πλατεία με έναν ανάλαφρο ίλιγγο.

Εκείνη την εποχή υπήρχε ακόμα θερινό σινεμά στην κάτω πλατεία του Ευδήλου, και πήγαμε με το φίλο μου το Ν. να δούμε κάτι σαν το «Τρεις ημέρες του Κόνδορα» ή ίσως το «Ο σταθμός 13 δέχεται επίθεση» αλλά ως συνήθως ο σινεματζής είχε μερικά προβλήματα με τη μηχανή προβολής και η ταινία κοβόταν συνεχώς (πράγμα που του είχε στοιχίσει στο παρελθόν την ατάκα «Σινεματζή, άσε το πουλί σου και πιάσ’ τη μηχανή σου» από κάτι αγαναχτισμένους κινηματογραφόφιλους στη γαλαρία), οπότε είχαμε κάμποσα μακρά διαλείμματα που τα φώτα άναβαν κι εμείς κοιτάγαμε γύρω γύρω για γνωστούς (εύκολο, όλοι γνωστοί ήταν) και πιάναμε κουβέντα, κι όταν εγώ βεβαιώθηκα ότι οι γύρω ήταν μεν γνωστοί αλλά όχι τόσο γνωστοί που να κινδυνεύω σοβαρά με άμεση διάχυση πληροφορίας προς την οικογένεια έκανα τη μαγική κίνηση και έβγαλα από την εσωτερική τσέπη το εξωτικό της περιεχόμενο. Ακούστηκε ένα «πω πω» από αριστερά μου που ήταν ο Ν. κι ένα «όπα ρε» από δεξιά που ήταν ένας γνωστός μας, αυτόχθων καριώτης βέβαια και όχι «Αθηναίος» σαν εμάς και μετά ταυτόχρονα και από τις δύο κατευθύνσεις ένα «Μαλάκα, θα μου στρίψεις ένα;»

Εκείνη την εποχή δεν ήξερα ακόμα να στρίβω τσιγάρα. Είχα δει τα τρία καρεδάκια στο Λούκυ Λουκ που λέγαμε και σκέφτηκα ότι θα ήταν εύκολο. Έβγαλα ένα χαρτάκι από το συνοδευτικό πακετάκι με τα τσιγαρόχαρτα, άνοιξα και το σακουλάκι (ο καπνός μοσχομύρισε γύρω και η περιέργεια ή ίσως η ζήλια χτύπησαν κόκκινο), πήρα ύφος βαθιάς γνώσης, έπιασα μια μπόλικη δόση καπνού, την τοποθέτησα στο χαρτάκι και δοκίμασα να το περιστρέψω. Τζίφος· η γενναία μου δόση έπεσε ανάμεσα στα χαλίκια που αποτελούσαν το δάπεδο του σινεμά. Ξαναδοκίμασα (με λιγότερο υφάκι) προσέχοντας να μη μου πέσει. Καμμία τύχη· δεν ξέρω πώς το έκανε ο Λούκυ Λουκ, πάντως εμένα από τη μία έκλεινε κι από την άλλη άνοιγε, ίνες καπνού πεταγόντουσαν δεξιά κι αριστερά, σάλιωνα και ξεσάλιωνα ματαίως. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα γελάκι, και πάνω που ετοιμαζόμουνα να πάρω χρώμα μελιτζανί ο εκ δεξιών παρακαθήμενος μου βούτηξε καπνό και χαρτάκια και σε περίπου τέσσερα δευτερόλεπτα είχε στρίψει ένα ωραιότατο και ολοστρόγγυλο άφιλτρο τσιγαράκι. Σε άλλα τέσσερα δευτερόλεπτα έστριψε ένα δεύτερο και το έδωσε στο Ν. Ύστερα με ρώτησε με εμφανή ειρωνεία:

- Να σου στρίψω κι εσένα;

Εκείνη την εποχή η αίσθηση του χιούμορ που είχα ήταν λιγότερο ανεπτυγμένη από ό,τι αργότερα κι απόμεινα να τραυλίζω κάτι ακατάληπτα (ενώ πνιχτά γελάκια ακούγονταν εδώ κι εκεί) μέχρι που ο σινεματζής επισκεύασε όπως όπως τη μηχανή του αφήνοντας ενδεχομένως ό,τι άλλο κράταγε και τα φώτα έσβησαν πάλι και η ταινία συνεχίστηκε. Αλλά δεν την έβλεπα πια. Έβλεπα μόνο τις καύτρες, δεξιά και αριστερά μου, και τολύπες καπνού που υψώνονταν αργά και μου θόλωναν το οπτικό πεδίο, και διαλύονταν αργά στο νυχτερινό αέρα παρασύροντας μαζί τους θραύσματα συντετριμμένης υπερηφάνειας, καθώς και μια ξέθωρη ανάμνηση γυναίκας αγαπημένης (λέμε τώρα...) που διαλυόταν επίσης. Το υπέμεινα στωικά, όσο γίνεται να τα υπομένει κανείς στωικά αυτά τα πράγματα.

Κοντά τριάντα χρόνια μετά, θυμάμαι αυτό το πρώτο μου πακετάκι καπνού καθώς έχω μόλις ξετρυπώσει από ένα συρτάρι το «τελευταίο»: τον καπνό που αγόρασα πριν έντεκα χρόνια περίπου, μια-δυο μέρες πριν κόψω το τσιγάρο «για λίγο, μέχρι να καθαρίσει ο λαιμός μου κάπως» και το κράτησα καβάτζα άμα μου έρθει άξαφνα η επιθυμία, ώστε να μην τρέχω μες στη νύχτα να ψάχνω περίπτερο στην άδεια πόλη και γίνω ρεζίλι. Έχει πια ξεραθεί τελείως μετά από τόσον καιρό, και φυσικά είναι εντελώς άχρηστος για οποιαδήποτε μη συμβολική χρήση, αλλά μυρίζει ακόμα αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά. Τέσσερα ευρώ και ενενηνταεννέα λεπτά για μια συσκευασία πενήντα γραμμαρίων (σήμερα η συσκευασία των τριάντα γραμμαρίων κάνει περίπου έξι και εξήντα, από ό,τι βλέπω, δηλαδή αναλογικά τα διπλά και κάτι ακόμα.

Ο καιρός περνάει βέβαια, πώς να το κάνουμε.



Κι οι αλήτες γυροφέρνουνε στα πάρκα και στα τρίστρατα, άντε να δούμε τι θα ξανάβρουν.