ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


17/1/14

Ψαρανέκδοτα

Γκράφιτι κάπου πίσω από την Πλατεία Κάνιγγος, Αθήνα (φωτό Δ.Σ.)

Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εκδοχή, όπως υπάρχουν γενικώς στην Ελλάδα τα ποντιακά ανέκδοτα, υπάρχουν στην Κρήτη τα ανωγειανά. Η αλήθεια είναι ότι όσα χρόνια είμαι εδώ έχω ακούσει κάμποσα ανωγειανά ανέκδοτα (αλλά όντως κανένα π.χ. λασιθιώτικο), ωστόσο δεν θεωρώ ότι η σύγκριση είναι απόλυτα σωστή: οι Κρητικοί σαρκάζουν την υποτιθέμενη απλοϊκότητα των Ανωγειανών, αλλά δεν τους προσάπτουν το είδος της συμπεριφοράς που θρυλείται για τους Πόντιους των ανεκδότων (που με τη σειρά τους μάλλον είναι παρεμφερή με αντίστοιχα ανέκδοτα Γάλλων για Βέλγους, Άγγλων για Σκωτσέζους, διαφόρων για Πολωνούς και ούτω καθεξής). Το λέω αυτό επειδή δεν μπορείς να κατασκευάσεις ανωγειανό ανέκδοτο απλά αντικαθιστώντας τον Πόντιο ενός ανεκδότου με Aνωγειανό (ή τον κεμεντζέ με λύρα)· απαιτείται ένα ιδιαίτερο χρώμα, όχι απλό φολκλόρ αλλά μια βαθύτερη γνώση του ψυχισμού που καλλιεργείται στις υπώρειες του Ψηλορείτη.

Μια ειδική υποκατηγορία ανεκδότων με Aνωγειανό πρωταγωνιστή αποτελούν οι ιστορίες του Ψαραντώνη. Λέω επίτηδες «ανέκδοτα» διότι αρνούμαι να δεχτώ ότι ο – ιδιότυπος ομολογουμένως – μουσικός με την αρχετυπικά κρητική, όπως λένε, ιδιοσυγκρασία έχει υπάρξει όντως πρωταγωνιστής τόσων πολλών ιστοριών, που περιστρέφονται κατά κύριο λόγο γύρω από την παροιμιωδώς ερμητική σιωπή του. Ερμητική σε βαθμό παρεξηγήσιμο ενίοτε, όπως λέει εκείνο το ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο μετά από μια συναυλία που έδωσε στην Αθήνα, ο Ψαραντώνης μπαίνει σε ένα ταξί με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Στις πάμπολλες προσπάθειες του ταξιτζή να πιάσει κουβέντα κατά τη διαδρομή, ο Ψαραντώνης δεν ανταποκρίνεται ούτε κατ’ ελάχιστον. Ακόμα κι όταν παρεξηγημένος πια ο ταξιτζής τον εξορκίζει να πει κάτι («Μα τι σου έκανα και δε μιλάς, πες μου») ο Αντώνης δεν παίζει βλέφαρο. Κάποτε φτάνουν στο αεροδρόμιο, χολοσκασμένος ο ταρίφας πάει να ξεφορτώσει βαλίτσες και μουσικά όργανα, όταν άξαφνα σκύβει από πάνω του ο (χιουμορίστας, οπωσδήποτε) Ανωγειανός και του λέει:

- Κι ό,τι είπαμε, νερό κι αλάτι.

Που θα μπορούσε να σημαίνει «κουβέντα μη σου σου ξεφύγει».

Κάπως έτυχε μια φορά και κάτσαμε στην ίδια παρέα με ένα γιο του Αντώνη, τον Λάμπη (που παίζει ειρήσθω εν παρόδω εξαιρετικό ούτι), από τον οποίο για κάνα δίωρο ξεκολλήσαμε τρεις κουβέντες τύπου «Ώρα καλή», «Ναι», «Καληνύχτα», και δε νομίζω να μου διαφεύγει κάτι. Ρώτησα αργότερα τους κρητικούς συνδαιτυμόνες αν η τόση πολυλογία είναι οικογενειακό τους χαρακτηριστικό· με διαβεβαίωσαν ότι ο Λάμπης ήταν εκείνο το βράδυ κοινωνικότατος αναλογικά και ότι από τον πατέρα του δεν θα παίρναμε ούτε αυτές τις τρεις κουβέντες. Δεν το πίστεψα, καθώς είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι ο μύθος του ανδρός ξεπερνούσε σε πολλά την πραγματικότητα, ωστόσο κάποτε η Μαρίστρα μου διηγήθηκε μια ιστορία (δεύτερο χέρι βέβαια) που με προβλημάτισε αρκετά.

Συναντάει τυχαία μια μέρα στο Ηράκλειο ο Ψαραντώνης τον αδελφό ενός γνωστού μουσικού της περιοχής. Σε μια έξαρση ομιλητικότητας, του λέει «Κάτσε Μανόλη να τα πούμε που έχω να σε δω καιρό». Ο Μανόλης είναι λίγο βιαστικός και διστάζει, αλλά ο Αντώνης επιμένει και εν τέλει καταλήγουν στον Ηριδανό μπροστά από δύο καφέδες, όπου κάθονται για κάνα σαραντάλεπτο.

- Ε, και;
- Τι και; Δεν άνοιξε το στόμα του να πει κουβέντα.
- Και μετά;
- Τίποτα, σηκώθηκε μετά από σαράντα λεπτά σιωπής, του λέει «χάρηκα που τα είπαμε, Μανολιό, χαιρετισμούς στον αδελφό σου», κι έφυγε.


Γελάω λιγάκι, και διερωτώμαι μεγαλοφώνως αν αυτός ο Ψαραντώνης είναι τόσο αμίλητος πια όσο λένε και πόση δόση υπερβολής υπάρχει στη σχετική φιλολογία. Η Μαρίστρα με επαναφέρει στην τάξη:

- Κοίτα, βαρύς τύπος είναι, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά πάλι εμένα μια φορά μου μιλούσε συνέχεια πάνω από μισή ώρα.


Η δήλωση προκαλεί το ενδιαφέρον της παρέας και επιφωνήματα έκπληξης. Η Μαρίστρα συνεχίζει:

- Κάπου είμασταν ένα βράδι και καταλήξαμε στο Γάζι σε ένα καφενείο, όπου ήταν κι ο Ψαραντώνης κι έπινε ρακές. Οι φίλοι μου ήταν γνωστοί του και κάτσαμε μια παρέα όλοι μαζί, οπότε βρέθηκε κάποια στιγμή δίπλα μου. Γυρίζει τότε κι αρχίζει να λέει. Έλεγε, έλεγε, γλώσσα δεν έβαλε μέσα. Εγώ δεν πρόλαβα να πω κουβέντα, μόνο κάτι «ναι» και «α» προλάβαινα να αρθρώσω που και που. Πάνω από μισή ώρα μιλούσε.
- Και τι σου έλεγε;
- Τι να σας πω ρε παιδιά, έλεγε αυτός, αλλά εγώ λέξη δεν κατάλαβα.


(Πάντως μην ακούς τι λένε, Αντώνη μου, εμείς σε καταλαβαίνουμε μια χαρά, έτσι να τα λες πάντα. Άντε και πολύχρονος, να χαίρεσαι το όνομά σου).



Σε μια κάπως απροσδόκητη εκτέλεση του «Όσο βαρούν τα σίδερα» με την ορχήστρα της Nederlands Blazers Ensemble την πρωτοχρονιά του 2013 στο Concertgebouw του Άμστερνταμ.


(Σ.Σ. Κατόπιν παρέμβασης της Μαρίστρας διεγράφησαν ορισμένες κάπως ανακριβείς λεπτομέρειες).