ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/11/14

Τάλγκο στα σύρματα


«Θυμάσαι τι γέλια κάναμε; Ίσως γι’ αυτό να γράφω, για να επιζήσει κάτι απ’ όλα αυτά, για να μην τ’ αρπάξει όλα ο χρόνος. Προσπαθώ κάτι να του κλέψω, έστω μερικές στιγμές. Ό,τι θυμάμαι. Στο τέλος θα μας πάρει ως και τις αναμνήσεις μας. Θα είναι σαν να μην έχουμε ζήσει καν.»

(Ελένη, στο Τάλγκο του Βασίλη Αλεξάκη)



Το βιβλίο δεν υπάρχει στην βιβλιοθήκη μου. Το αγόρασα πριν πολλά χρόνια με σκοπό να το χαρίσω στη φίλη μου τη Β. για κάποια γενέθλια ή γιορτή (κοντά πέφτουν άλλωστε) και φυσικά πρώτα το διάβασα και μετά το ξαναδίπλωσα προσεκτικά στη συσκευασία του και της το πήγα. Τα χρόνια εκείνα, φοιτητικά μάλλον ή τα πρώτα μεταφοιτητικά, ζούσα με αρκετή πενία και όπως όλοι ξέρουν πενία τέχνας κατεργάζεται. Επίσης τα χρόνια εκείνα διάβαζα ό,τι μου έπεφτε στα χέρια, οπότε πάντοτε χάριζα τα βιβλία αφού προηγουμένως τα διάβαζα. Φυσικά δεν χάριζα ποτέ χοντρά βιβλία που θα έπαιρνε χρόνο η ανάγνωσή τους (με κίνδυνο να ταλαιπωρηθεί το βιβλίο από την ανάγνωση και να φαίνεται μεταχειρισμένο), χώρια που τα πιο λεπτά βιβλία ήταν και κατά τεκμήριο πιο φτηνά (άρα κατάλληλα για δώρα στο βαθμό που επέτρεπαν τα περιορισμένα οικονομικά μου). Το Τάλγκο ήταν εκατόν εξήντα οκτώ σελίδες· ό,τι ακριβώς έπρεπε.

Τον συγγραφέα, τον κ. Βασίλη Αλεξάκη δεν τον ήξερα καλά (καθότι γράφει συνήθως στα γαλλικά), ήξερα όμως ότι ζούσε στο Παρίσι και έγραφε σενάρια για τις ταινίες του Πανουσόπουλου ή του Τσεμπερόπουλου ή του Περράκη (που στη δεκαετία του ’80 ήταν αυτοκόλλητοι μάλλον, είχαν μια κοινή εταιρία παραγωγής, και στις ταινίες του καθενός οι άλλοι δύο έκαναν τον παραγωγό ή το διευθυντή φωτογραφίας ή κάτι τέλος πάντων). Την εποχή εκείνη εκτός από βιβλιόφιλος ήμουν και κινηματογραφόφιλος, ωστόσο την ταινία που ενέπνευσε το βιβλίο (Ξαφνικός έρωτας, του Τσεμπερόπουλου) δεν την είχα δει στις αίθουσες, παρά μόνο κάμποσα χρόνια αργότερα στην τηλεόραση (αν και είχα ακούσει φυσικά το γκραν σουξέ τραγούδι του Σπανουδάκη από το soundtrack).

Ακόμα και σήμερα δεν έχω καταλήξει αν ο Αλεξάκης είναι με κάποιο τρόπο σημαντικός καλλιτέχνης. Έχω δει άλλες ταινίες που έγραψε το σενάριο ή σκηνοθέτησε και μου φάνηκαν μάλλον αδιάφορες. Πριν λίγα χρόνια η Β. μου έφερε δώρο μετά πολλών επαίνων το βραβευμένο του μυθιστόρημα μ.Χ. που το παράτησα πριν τη μέση (κάτι που πολύ σπάνια κάνω ακόμα και για πασίδηλα κακά βιβλία), αποκαμωμένος μάλλον παρά απλώς απογοητευμένος από το περιεχόμενο. Ωστόσο εκείνη τη μακρινή εποχή το Τάλγκο μου είχε φανεί σα μια μικρή αποκάλυψη. Την ταινία όπως είπαμε δεν την είχα δει ακόμα, οπότε στην αφήγηση της ηρωίδας (της Ελένης) δεν έβλεπα το πρόσωπο της Μπέττυς Λιβανού (μιας γυναίκας που οφείλω να ομολογήσω ότι επί της οθόνης μου προκαλούσε τα χρόνια εκείνα μια ορισμένη αναστάτωση) αλλά φανταζόμουν μια οποιαδήποτε «μεγάλη» γυναίκα (δηλαδή τριανταφεύγα, όπως νόμιζα τότε πως είναι οι μεγάλες).

Η ιστορία είναι σχετικά απλή και συνηθισμένη: η Ελένη ψιλοβαριέται το γάμο της και το σύζυγο (στην ταινία είναι ο Νικήτας Τσακίρογλου) που περνάει ατελείωτες ώρες στο φωτογραφικό του θάλαμο, γνωρίζεται τυχαία με το Γρηγόρη (στην ταινία ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος) που ζει στη Γαλλία, Έλλην του εξωτερικού και τεχνοκράτης της (τότε...) ΕΟΚ, που όμως τον τρώει η νοσταλγία για την Ελλάδα. Στο βιβλίο παρακολουθούμε την πορεία της σχέσης τους από τη σκοπιά της αφηγήτριας Ελένης, η οποία παραδίνεται σε έναν πρωτόγνωρο, βαθύ έρωτα. Πηγαίνει και βρίσκει τον εραστή της στη Βαρκελώνη όπου φτάνει με ένα τραίνο (το Τάλγκο του τίτλου) από το Παρίσι (στην ταινία η συνάντηση γίνεται στη Λισσαβώνα και υπάρχει μια ωραία σκηνή σε ένα σταθμό τραίνου που τον έχω περπατήσει δεκάδες φορές, αλλά τότε βέβαια δεν μπορούσα να υποψιαστώ το ρόλο που θα έπαιζε αυτή η πόλη αργότερα στη ζωή μου). Η ιστορία εξελίσσεται, κορυφώνεται, φθίνει, και στο φινάλε ο μάλλον αδιάφορος Γρηγόρης δίνει ένα τέλος στη σχέση.

«Καταλαβαίνω τους λόγους που σ’ οδήγησαν σ’ αυτή την απόφαση. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει ένας ακόμη που δεν τον αναφέρεις, μόλο που είναι ο σοβαρότερος. Θέλω να πω, βρε Γρηγόρη, ότι δε μ’ ερωτεύτηκες όπως σ’ ερωτεύτηκα εγώ. Εγώ ερωτεύτηκα όλες τις πτυχές του εαυτού σου, ο έρωτάς μου, σαν την αγάπη της μάνας, σε περιέβαλλε ολόκληρο, κανένα τμήμα του εαυτού σου δεν άφηνε ακάλυπτο. Ερωτεύτηκα τ’ όνομά σου, ερωτεύτηκα τη φωνή σου, ερωτεύτηκα τα γόνατά σου. Αν με είχες αγαπήσει κι εσύ έτσι, οι λόγοι που σ’ έκαναν να δώσεις τέλος στη σχέση μας θα είχαν μετρήσει λιγότερο, μπορεί να μην είχαν μετρήσει και καθόλου, γιατί απλούστατα δε θα μπορούσες να κάνεις χωρίς εμένα.»

Η Ελένη γυρίζει κάποτε στο σπίτι, όπου (σε μια σκηνή που μου έχει εντυπωθεί βαθιά, αλλά μπορεί και να την έχει ανασυστήσει η φαντασία μου με τα χρόνια πολύ πιο γκράντε και σημαντική από ό,τι στ' αλήθεια είναι στο βιβλίο) διαπράττει μια υπέρβαση και μπαίνει στο άδυτο: στο φωτογραφικό θάλαμο του συζύγου (ο οποίος μέχρι τότε είναι απλά ένα είδος ντεκόρ στο μυθιστόρημα) ίσα ίσα για να ανακαλύψει εκατοντάδες ίσως φωτογραφίες της που ο (ερωτευμένος, τελικά) σύζυγος την έχει τραβήξει σε ανύποπτο χρόνο. Το μυθιστόρημα (νομίζω και η ταινία) κάπου εκεί τελειώνει, αλλά στα χρόνια που μεσολάβησαν εγώ έχω συλλάβει τον εαυτό μου πολλές φορές να σκέφτεται με συμπάθεια έναν μοναξιασμένο τύπο που βλέπει στο αχνό κόκκινο φως την εικόνα της γυναίκας που αγαπάει (κι ενώ εκείνη δεν τον αγαπάει πια) να εμφανίζεται αργά στο φωτογραφικό χαρτί· πιο πολύ τον βλέπω με συμπάθεια επειδή δεν είναι (δεν ήταν ποτέ) ο αληθινός πρωταγωνιστής του ρομάντσου αλλά μάλλον ένας δευτερεύων, συμπληρωματικός χαρακτήρας. Ο Ρόζενκρατς, όχι ο Άμλετ.

Κι εκεί που έλεγα πως εντάξει, τέλειωσε η ανάρτηση, σκέφτηκα να βάλω κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο, αλλά όπως είπαμε πιο πάνω, το βιβλίο δεν υπάρχει στη βιβλιοθήκη μου και για να γράψω την ανάρτηση στηρίχτηκα στη μνήμη και η μνήμη όπως όλοι ξέρουμε παίζει παράξενα παιχνίδια (φτιάχνοντας, καμμιά φορά, ακόμα και πράγματα που δεν υπάρχουν). Ψάχνοντας λοιπόν μερικές πληροφορίες από το διαδίκτυο βρήκα ένα άρθρο [Το μυθιστόρημα «Τάλγκο» και η ταινία «Ξαφνικός έρωτας» της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου] στο οποίο εντόπισα πράγματι τα παραπάνω αποσπάσματα, τα αντέγραψα και ετοιμάστηκα χαρούμενος να τελειώσω την ανάρτηση στα γρήγορα. Ωστόσο συνέχισα να διαβάζω και πιο κάτω· στάθηκα στην τελευταία παράγραφο:

«Κοίταξα ψηλά στον ουρανό που ήταν ακόμη φωτεινός. Είδα τα πουλιά που κάθονταν στα σύρματα του ηλεκτρικού. Τόσες και τόσες φορές έχω δει τα πουλιά στα σύρματα του ηλεκτρικού, πρώτη φορά πρόσεξα ότι τα σύρματα ήταν πέντε κι ότι τα πουλιά έμοιαζαν με νότες μουσικής.»

Βέβαια η ιδέα δεν είναι φοβερά πρωτότυπη, ειδικά αν έχει δει κανείς αυτό:



Και μέσα από την εικόνα αυτή, θυμήθηκα ξαφνικά το Bird on the wire του Λέοναρντ Κοέν. Κι άρχισα λίγο να το σκαλίζω. Διαβάζω στη Wikipedia ότι το τραγούδι ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 1968 (όταν εγώ ήμουν ακόμα λίγων μηνών). Στη δεκαετία του 1960, ο Κοέν ζούσε στην Ύδρα με μια κοπέλα ονόματι Marianne (για την οποία έχει γράψει κι άλλα τραγούδια όπως το So long, Marianne). Σε μια φάση μάλλον σκοτεινή που περνούσε τότε και τον είχε ρίξει σε κατάθλιψη, η κοπέλα τον βοήθησε να βγει από το πηγάδι δίνοντάς του την κιθάρα του, κι εκείνος άρχισε να συνθέτει το τραγούδι, εμπνευσμένος – λέει – από ένα πουλί που καθόταν σε ένα από τα μόλις εγκατεστημένα τηλεφωνικά σύρματα της Ύδρας κι από αναμνήσεις υγρών νυχτών στο νησί (με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει). Το τραγούδι τελείωσε σε ένα μοτέλ στο Χόλυγουντ, «μαζί με οτιδήποτε άλλο» όπως λέει ο ίδιος. Ακούγοντάς το, βέβαια, νομίζεις ότι θα ήθελε, ίσως, να μην έχουν όλα τελειώσει.



Είδα έναν ζητιάνο που στεκόταν στο ξύλινο δεκανίκι του,
μου είπε, «Δεν πρέπει να ζητάς τόσα πολλά.»
Και μια όμορφη γυναίκα που ακουμπούσε στη σκοτεινιασμένη πόρτα της,
μου φώναξε, «Έι, γιατί να μη ζητήσεις κάτι παραπάνω;»

Ω, σαν πουλί πάνω στο σύρμα,
σα μεθυσμένος σε κάποια παλιά καντάδα* τα μεσάνυχτα
προσπάθησα, με τον τρόπο μου, να είμαι ελεύθερος.


Για κάποιο παράξενο λόγο, αν και το ξέρω ότι δεν κολλάει, σκέφτομαι έναν νεαρό Κοέν να εμφανίζει φωτογραφίες αγαπημένων γυναικών.

Αργά, αχνά σχηματίζονται στο χαρτί τα πρόσωπα.



(*Αν και το midnight choir δεν μεταφράζεται ακριβώς έτσι, οι παρέες των μεθυσμένων που τραγουδούν στο δρόμο τα μεσάνυχτα πιο κοντά σε καντάδα μου φέρνουν, παρά σε χορωδία – ειδικά σε ένα ελληνικό νησί).

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Για τα πουλιά στο σύρμα δες και:

TOM WAITS: Wow. Steve Allen used to take the telephone line, and then when different birds would set at different places on the wire, he would write it out and look at the lines of the telephone wires as a staff, and he would put the birds where the notes would be and he would play it. On a TV show...

Από εδώ, σε συζήτηση/συνέντευξη μαζί με τον Elvis Costello: http://tomwaitsfan.com/Official%20Tom%20Waits/html/tomwaits/i_twec.htm

Λίγο αργότερα, ο Costello θα γράψει τους στίχους:

We'll I'm the lucky goon,
who composed this tune,
from birds arranged on the high wire...

https://www.youtube.com/watch?v=74B0ZuMh71Y

Νίκος Βεντούρας

Ανώνυμος είπε...

Oops, κανονικός σύνδεσμος για το τραγούδι του Costello, το άλλο είναι μια σαχλή διασκευή:

https://www.youtube.com/watch?v=9RLcPXPLshE