ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


28/10/14

Μαϊντανός

Προδρομικός Αρκάς σε κλίμα εθνικής επετείου.

Κάτι η εθνική επέτειος, κάτι που πήγα χτες βράδυ να ακούσω Σαββόπουλο ο οποίος κάθε τόσο φώναζε κάτι τύπου «Ζήτω το Έθνος» και κάτι άλλα ηθικοπλαστικά και πατριωτικά επιπέδου γυμνασιάρχη του ’70 (ίσως και παλιότερου, αλλά εγώ στα τέλη της δεκαετίας του ’70 πήγα γυμνάσιο οπότε αυτές τις παραστάσεις έχω), μπήκα πάλι σε αυτό το κλίμα εθνικής ανάτασης που με πιάνει στις επετείους και αναπολώ τις μέρες της θητείας μου ως Στρ(ΥΠ) στον ΕΣ (οι ενδιαφερόμενοι μπορούν εύκολα να αποκρυπτογραφήσουν τις συντομογραφίες).

Θυμήθηκα λοιπόν τις μέρες της κατάταξης και της βασικής εκπαίδευσης στο ΚΕΥΠ στη Λαμία όπου είχαμε στριμωχτεί στο παλιό πέτρινο κτίριο του στρατοπέδου που λεγόταν επισήμως 1ος Λόχος και ανεπισήμως απλά «πέτρινο» και στο θάλαμο της διμοιρίας είμασταν καμμιά τριανταριά νομάτοι, άλλοι Αθηναίοι, άλλοι Σαλονικιοί, άλλοι από πόλεις της επαρχίας ή και μικροσκοπικά χωριά, άλλοι πιτσιρικάδες απόφοιτοι δημοτικού (ή ούτε καν), άλλοι μεσήλικες με διδακτορικό (καλή ώρα), μερικοί μειονοτικοί διαφόρων ακατονόμαστων μειονοτήτων και όλοι μα όλοι ψαρωμένοι αγρίως τις πρώτες μέρες. Καθώς δεν είχαμε και πολλά να κάνουμε στην αρχή που δεν είχαμε ορκιστεί και δεν υπήρχαν ακόμα υπηρεσίες, περνάγαμε ώρες κουβεντιάζοντας ο ένας με τον άλλο, και σύντομα ξέραμε πολλά για το υπόβαθρο και τις συνήθειες του καθενός, υπόβαθρο και συνήθειες που ενίοτε δεν ξέραμε ότι υπήρχαν καν στο μωσαϊκό που συνθέτει την ελληνική κοινωνία.

Ο στρατός είναι από αυτή την άποψη μεγάλο σχολείο, τουλάχιστον ο στρατός ξηράς, στον οποίο καταλήγει όλος ο κατιμάς που δεν έχει τη δυνατότητα ή την «τύχη» (φυσικά τίποτα δεν είναι τυχαίο...) να υπηρετήσει στα ευγενή όπλα της αεροπορίας και του ναυτικού. Έτσι θέλοντας και μη έρχονται σε επαφή όλοι με όλους, τουλάχιστον στην αρχή. Η περίοδος είναι ό,τι πρέπει για να γίνουν κοινό κτήμα διάφορες επιμέρους συμπεριφορές, στις οποίες πολλοί δεν είχαν ποτέ πριν την ευκαιρία να εκτεθούν. Ας πούμε (τυχαίο το παράδειγμα, ή «τυχαίο» όπως προαναφέραμε), είναι η περίοδος που πάρα πολύ εύκολα μπορεί να διαδοθεί η χρήση ναρκωτικών: και ζήτηση υπάρχει άφθονη, και νέες παρθένες (ενίοτε εντελώς παρθένες) αγορές ανοίγονται στους επιδέξιους επιχειρηματίες (ή υπεργολάβους) του χώρου που έχουν όραμα και φιλοδοξίες. Στο θάλαμό μας, για παράδειγμα, στην αρχή της βασικής εκπαίδευσης υπήρχαν δύο άτομα με εμφανή ροπή στην κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών. Την ημέρα της ορκωμοσίας που ήρθαν και μας παρέλαβαν γονείς και κηδεμόνες, πρέπει να είχαμε απομείνει δύο ή τρεις μόνο εμφανώς ξεμαστούρωτοι.

Φυσικά η αυξημένη ζήτηση προσκαλεί (θα έλεγα, κυριολεκτικά ενίοτε, «εκλιπαρεί») αυξημένη προσφορά. Γυρνώντας από το τριήμερο υποχρεωτικής άδειας μετά την ορκωμοσία είχαμε να αντιμετωπίσουμε ως διμοιρία (εικάζω και ως λόχος, ή ως ΕΣΣΟ μάλλον) δύο καινοφανή προβλήματα. Το πρώτο ήταν η ανάθεση για πρώτη φορά υπηρεσίας, και δη ένοπλης, στη σειρά μας. Το δεύτερο ήταν η αιφνίδια υπερπροσφορά σταφ δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Ένα τρίτο πρόβλημα, συνδυασμός των παραπάνω, ήταν η εμφάνιση διαφόρων φαντάρων οπλισμένων μεν, εμφανώς υπό την επήρεια δε, πράγμα που είχε μερικές συχνά απρόσμενες συνέπειες όπως εκείνη με το σκοπό που πήρε στο κυνήγι την έφοδο ή την περίπολο και παραλίγο να αρχίσει να ρίχνει κατά ριπάς πριν σκοντάψει, η άλλη με τον τύπο που λόγω υπερβολικής μαστούρας δε σηκωνόταν να κάνει το νούμερό του και κατέληξε να τον κυνηγάει ο «χωμένος» σκοπός με την ξιφολόγχη ή η τρίτη με τον τύπο που αφού θεώρησε ότι αρκετά έπαιξε με τα χορταρικά ήρθε η στιγμή να ανέβει σε άλλο επίπεδο και χτύπησε ένα τριπάκι που εν τέλει κόντεψε να τον στείλει αδιάβαστο καθώς σηκώθηκε στη μέση της νύχτας και έτρεχε να κρυφτεί από το τέρας που τον κυνηγούσε (κακό τριπάκι εδώ που τα λέμε), και μάλιστα υπό τους γέλωτες όλου του θαλάμου καθώς το τέρας ήταν μαύρο και δικέφαλο, λέει, οπότε κάποιος σαλονικιός σχολίασε από το βάθος «μη φοβάσαι σειρούλα, ο μΠΑΟΚ είναι» και μετά άντε να σου μείνει άντερο από τα γέλια.

Βέβαια η κατάσταση δεν ήταν ακριβώς για γέλια, καθότι αφενός υπήρχε μια αρκούντως διαταραγμένη πειθαρχία αλλά με μια λογική «ο καθένας για την πάρτη του» που θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες, και αφετέρου υπήρχε μια ικανή μεταφορά εισοδήματος από την καινούργια πελατεία στα βαποράκια κι από κει σε άγνωστους και πάντως πιο επιτήδειους ντήλερ που όλως παραδόξως ήτανε φαίνεται καλά καβατζωμένοι από άκρες εντός και εκτός στρατοπέδου και η ιδέα να τους καταγγείλει κάποιος που πιθανώς θα ήξερε πιο πολλά ήταν εκτός συζήτησης (τη ρουφιανιά άλλωστε πολλοί ηγάπησαν, το ρουφιάνο ουδείς). Live and let live λοιπόν, με εξαίρεση το θλιβερό φαινόμενο του «κατοσταρικάκια» εντός στρατοπέδου, από διάφορους φτωχομπατίρηδες που έψαχναν τίποτα ψιλά να κάνουνε κάνα μπάφο στα μουλωχτά, και μέτρημα των ημερών ανάποδα να τελειώσει η βασική και να βγουν οι μεταθέσεις να πάει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Όπως έλεγα λοιπόν, είχαμε μείνει δυο-τρεις εκτός παιχνιδιού προς το τέλος, άλλοι από φόβο ή δισταγμό, άλλοι από άποψη, άλλοι (καλή ώρα) από σιχασιά (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε) προς το νταλαβέρι που γρήγορα και εύκολα τροποποιούσε συμπεριφορές και έκανε πτωχούς πλην τίμιους βοσκούς από την Κρήτη να άγονται και να φέρονται από κουτοπόνηρους κομοτηναίους που με τη σειρά τους γίνονταν παρατρεχάμενοι ενός τουλάχιστον λούμπεν τύπου που καμάρωνε για το μήκος του τσιγαριλικίου του («μαλάκες, οχτάφυλλο θα στρίψω, μπουρί») και για το γεγονός ότι κάποτε τον είχανε πάει στη Μύκονο να παίξει τον επιβήτορα σε ένα gay event με κάτι διασημότητες.

Φυσικά το να μένεις έξω από το μέσο όρο στο στρατό δεν είναι και πολύ συνηθισμένο και αργά η γρήγορα η μοίρα σου χτυπάει την πόρτα να ζητήσει τα ρέστα. Μια μέρα βλέπω από μακριά να μου γνέφει να πλησιάσω ένας από τους λοιπούς «έξω απ’ το χορό» που είχε αράξει στα χορταράκια με έναν άλλο (υποψιασμένο, οπωσδήποτε). Έκατσα δίπλα τους και άναψα τσιγάρο, είπαμε τις συνήθεις φανταρικές μαλακίες (που τώρα πια δε θυμάμαι πλέον να αναπαραγάγω) και κάποια στιγμή σκύβει συνωμοτικά ο «απέξω» και μου λέει:

- Καλά, δε φαντάζεσαι τι βρήκαμε...
- Τι βρήκαμε; ρωτάω κι εγώ στον πληθυντικό της μεγαλοπρεπείας.
- Αυτό, μου λέει περήφανα, και μου επιδεικνύει κάτι χαρτάκια στριψίματος χρώματος ροζ.

Δε φάνηκα να εντυπωσιάζομαι, οπότε σκύβει πιο συνωμοτικά και μου λέει:

- Ξέρεις τι είναι αυτό;
- Ξέρω, του λέω. Χαρτάκια.
- Ναι, αλλά τι χαρτάκια! Ξέρεις γιατί είναι ροζ;


Ήξερα, διότι είχα ξαναδεί, αλλά περίμενα να δω τι θα μου πει. Σκύβει ακόμα πιο συνωμοτικά και μου λέει:

- Γιατί είναι ποτισμένα με χασισέλαιο.
- Άντε ρε μαλάκα, σοβαρά;
- Ναι, αμέ. Οπότε ξέρεις τι κάνεις;
- Τι κάνεις;
- Βάζεις μέσα κανονικό καπνό, τα καπνίζεις, την ακούς κανονικά, κι άμα σε πιάσουνε, τι έχεις απάνω σου; Καπνό, μόνο. Κανένας κίνδυνος.


Ο άλλος επιδοκίμασε από δίπλα. Έβγαλε ένα χαρτάκι από τα εν λόγω ροζ και ένα πακετάκι καπνό. Έστριψε ένα στραβοχυμένο τσιγάρο (ήτανε και θεόχοντρα τα χαρτάκια) και το άναψε ρουφώντας ηδονικά. Το έδωσε το διπλανό να τραβήξει κι αυτός.

- Καύλα μαλάκα.
- Είσαι βέβαιος;
ρώτησα μάλλον ρητορικά.
- Δοκίμασε να δεις κι εσύ.

Δεν είχα αυταπάτες διότι όπως είπαμε το είχα ξαναδεί το έργο προ θητείας, αλλά δεν του χάλασα το χατίρι. Φυσικά ήταν όπως τα περίμενα. Καπνός. Και μόνο.

- Πώς σου φαίνεται;
- Να σε ρωτήσω, ο Αγρινιώτης σας την έδωσε αυτή τη μαλακία;


Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και με κοίταξαν αποσβολωμένοι.

- Πού το ξέρεις;
- Διότι τι χασισέλαιο και μαλακίες, αυτό είναι ροζ χαρτάκι παραγωγού. Παλιότερα που δεν κυκλοφορούσαν χαρτάκια, οι καπνοπαραγωγοί είχαν ειδικά χαρτάκια χρώματος ροζ με τα οποία έστριβαν νομίμως τσιγάρα. Ο Αγρινιώτης έχει καπνοχώραφα, άρα πρέπει να του έχουν μείνει τόνοι χαρτί παρακαταθήκη. Δε φαντάζομαι να του το πληρώσατε κιόλας;


Ο ένας πετάχτηκε πάνω μουρμουρίζοντας «θα τον εγαμήσω το πούστη» κι έτρεξε προς το θάλαμο. Ο άλλος έμεινε να κοιτάει περίλυπος τη ροζ γόπα. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό.

- Καύλα μαλάκα, ε;
- Άντε γαμήσου ρε ξερόλα, μας κατέστρεψες τη φαντασίωση
, είπε αηδιασμένος σβήνοντας τη γόπα στα χορταράκια.

Η σειρούλα άναψε άλλο τσιγάρο, φυσιολογικό αυτή τη φορά. Άναψα κι εγώ. Τράβηξε μερικές τζούρες, και μουρμούρισε:

- Κι όμως, θα μπορούσε, δε θα μπορούσε; Δε θα ήταν καλή ιδέα;

Κι ύστερα από λίγο:

- Έχεις ακούσει τίποτα για τις μεταθέσεις;

Νύχτωνε σιγά σιγά στο ΚΕΥΠ.


Μια παραπλήσια ιστορία με άλλους πρωταγωνιστές, που δίνει το όνομα στην ανάρτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: