ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


26/10/14

Δαίδαλος

Η σημαία της Ελευθέρας Πολιτείας Ικαρίας ανεμίζει στα ξάρτια.

Μέχρι την τελευταία στιγμή ψάχναμε για πλήρωμα· ο ένας δεν ευκαιρούσε επειδή μπάρκαρε αιφνιδίως για τη Νότια Αφρική, ο άλλος ανάρρωνε από έκτακτο τριπλό μπαϊπάς, μερικοί άλλοι υποψήφιοι δεν ευκαιρούσαν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, κάποια στιγμή είχαμε απελπιστεί ότι θα πηγαίναμε μόνοι μας, ο – ας τον πούμε – κυβερνήτης (και ιδιοκτήτης του σκάφους, εννοείται) και φυσικά ο λοστρόμος. Δηλαδή εγώ. Τελευταία στιγμή εμφανίστηκαν άλλοι δύο, ένας σχετικά πιο έμπειρος από ιστιοπλοϊκής απόψεως που θα αναλάμβανε αυτοδικαίως «δεύτερος», και ο κουνιάδος ή γαμπρός ή μπατζανάκης του (όπως μπορούσε να μεταφραστεί το “brother-in-law” που μου μετέφερε ο κυβερνήτης) που δεν είχε ξαναμπεί σε σκάφος μάλλον, και θα είχε καθήκοντα ναύτη ή καμαρότου ή κατά την σχετική αργκό «φερερέ».

- Φέρε ρε συ καμιά μπύρα πάνω.
- Α, και μια και πας κάτω, φέρε ρε και το καπέλο μου.


Συναντηθήκαμε στο Βόλο μεσημεράκι Σαββάτου. Είχα φύγει από το Ηράκλειο βράδυ Παρασκευής και μετά από μια αρκούντως δύσκολη νύχτα κατάφερα να χωθώ εγκαίρως στο ΚΤΕΛ Μαγνησίας εφοδιασμένος με την αχρησιμοποίητη από ετών νιτσεράδα μου, δυο αλλαξιές ρούχα, καπελάκι με κορδόνι περαστό, άλλα κορδονάκια για γυαλιά (ηλίου και μυωπίας), φορτισμένο κινητό και φωτογραφική μηχανή, και ένα βιβλίο του φρεσκονομπελισμένου Μοντιανό που τσίμπησα από ένα σταντ στο σταθμό της Λιοσίων μπας και καταλάβω σε ποιους δίνουν Νόμπελ και γιατί (ξέρετε, με την κρυφή ελπίδα ότι κι εγώ μια μέρα θα βγάλω λόγο στη σουηδική ακαδημία κλπ., και μια και για τα επιστημονικά βραβεία το έχουμε χάσει πλέον το τραίνο, ποντάρουμε στο λογοτεχνίας μάλλον παρά στο ειρήνης).

Ο κυβερνήτης με παρέλαβε μαζί με ένα πακέτο ντοματοκεφτέδες (παραγγελία) και μερικά ψώνια από το σουπερμάρκετ που έφερνε ο ναύτης. Ξεφορτώσαμε στο «Δαίδαλο» που γέμιζε με καύσιμα λίγο παραπέρα· μέχρι να τακτοποιήσω τα πράγματά μου στην καμπίνα και να φορέσω φόρμα εργασίας είχαμε αποπλεύσει. Ανέβηκα ίσα ίσα για να παραστώ στην τελετή έπαρσης της σημαίας. Όχι όποιας κι όποιας σημαίας, αλλά του γνωστού λαβάρου της Ελευθέρας Πολιτείας της Ικαρίας του 1912 που τελευταία έχει γίνει της μοδός κάπως. Διότι παραλείψαμε να αναφέρουμε ότι ο Δαίδαλος είναι ικαριακής πλοιοκτησίας, εξ’ ου και έχει την πολυτέλεια να περιλαμβάνει στο τσούρμο του καριώτες λοστρόμους της προσκολλήσεως.

Ο Δαίδαλος είναι 45 πόδια και στρουμπουλός κάπως (σχεδιασμένος για σχετικά άνετη διαβίωση και διακοπούλες, όχι για ταχύτητες και αγώνες) αλλά με τα πανιά υπό τις δεδομένες συνθήκες έπιανε άνετα πεντέμισι-έξι κόμβους. Βέβαια ο κυβερνήτης μας ήθελε να φτάσουμε στο Παλαιό Τρίκερι πριν νυχτώσει οπότε άφησε τις ευγένειες και έβαλε τη μηχανή ενώ εγώ με τον δεύτερο ακόμα ψιλοδιαφωνούσαμε κάπως για το τριμάρισμα και τις πλεύσεις. Ο Παγασητικός είναι ό,τι πρέπει για ιστιοπλοϊκές εξορμήσεις· καθότι κλειστός κόλπος δεν έχει σχεδόν καθόλου κύμα, αλλά μπορεί ανέτως να έχει αέρα. Καλή ώρα όπως είχε εκείνες τις μέρες.

Το δελτίο προέβλεπε ένα σίγουρο πεντάρι με τάσεις εξαριού για το Σάββατο, αλλά την Κυριακή θα γέμιζε έτι περαιτέρω και στο Κάβο Ντόρο θα είχαμε εφτάρι σίγουρο και για λίγες ώρες μπορεί και κάτι παραπάνω. Αυτός δεν είναι καιρός για ιστιοπλοΐα φυσικά (εκτός αν είσαι πάρα πολύ άρρωστος), ειδικά αν είσαι ο ιδιοκτήτης του σκάφους και δε θέλεις να ψάχνεις το άλμπουρό σου (ή και το πλήρωμά σου) εδώ κι εκεί μετά το πρώτο broach. Αποφασίσαμε λοιπόν να ακολουθούμε τον καιρό με μερικές ώρες απόσταση, ώστε να δώσουμε στο εφτάρι τη δυνατότητα να ξαναγίνει εξάρι ή πεντάρι πριν περάσουμε στο Νότιο Ευβοϊκό. Το πρόβλημα ήταν ότι ο λοστρόμος (yours truly) έπρεπε να είναι στο Ηράκλειο Τρίτη πρωί, οπότε έπρεπε το ταξίδι να έχει ολοκληρωθεί Δευτέρα βράδυ κατά προτίμηση. Δεν είχαμε και πολλά περιθώρια.

Κυριακή πρωί σηκωθήκαμε με βροχή. Περιμέναμε να ανοίξει το μοναδικό μπακάλικο στο νησί για να πάρουμε μέλι και βούτυρο για να αλείψουμε το ψωμάκι που συνόδευε τον καφέ μας. Φύγαμε περασμένες δέκα· μάλλον αργά για την περίσταση. Ξεμυτίσαμε από τον Παγασητικό σε ένα Αιγαίο που έβραζε, με γεμάτο εξάρι. Γρήγορα παραιτηθήκαμε από την ιδέα των ανοιχτών πανιών παρόλο που είχαμε τον καιρό δευτερόπρυμα, και αρκεστήκαμε σε μια τραβηγμένη, μουδαρισμένη μαΐστρα για λόγους ισορροπίας. Κατευθυνθήκαμε μηχανάδα νοτίως των Σποράδων. Τα νησιά έκοβαν το πολύ κύμα και μας κρατούσαν σε αποδεκτά επίπεδα κουνήματος (ειδικά αν δεν οδηγούσε ο αυτόματος αλλά ο κυβερνήτης ή ο δεύτερος που μπορούσαν κάπως να καβαλάνε το κύμα και να φέρνουν το σκάφος να σερφάρει πιο γλυκά). Πάντως ο κυβερνήτης προειδοποίησε ότι από ιστιοπλοϊκής απόψεως ο Θεός μέχρι το Σκάτζουρα ζωγράφιζε, αλλά από κει κάτω προφανώς πήγε προς νερού του.

Δεν αργήσαμε να διαπιστώσουμε την αλήθεια του ισχυρισμού. Αν και υποτίθεται ότι όσο περνούσε η ώρα ο καιρός έφτιαχνε σιγά σιγά, το δεύτερο μισό της διαδρομής προς τη Σκύρο ήταν αρκούντως βασανιστικό για όλους. Ένας ένας βγαίναμε εκτός μάχης, κάτι το κρύο που θέριζε, κάτι το κύμα που τράνταζε το Δαίδαλο διαρκώς, κάτι η μακαρονάδα με τόνο που ταΐστηκε άσπλαχνα στα ψάρια (παρότι την είχαμε καταβροχθίσει κανονικά προγενέστερα), κάτι η κούραση μετά από τόσες ώρες, στο τέλος μέχρι και ο κυβερνήτης μας δήλωσε ότι δεν περνάει τη Βαλάξα νύχτα, διότι το πέρασμα είναι θεόστενο και θέλει φως. Αποφασίσαμε εν τέλει να αγκυροβολήσουμε αρόδου στον όρμο του Αγίου Φωκά, με την ελπίδα να μην είναι μέσα κανένας άλλος. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς, εκτός από κάτι σκυλιά που μας γαύγιζαν από μια στάνη στην παραλία όπως μπαίναμε στον όρμο κατά τις δέκα το βράδυ. Είμασταν εξαντλημένοι πια, μασουλήσαμε όπως-όπως κάτι κράκερ και κάτι πατατάκια για αναπλήρωση αλάτων και υγρών. Χαζέψαμε για λίγο τον ουράνιο θόλο με τα χιλιάδες αστέρια που σπίθιζαν μέσα στο απόλυτο σκότος, και δεν αργήσαμε να πέσουμε ξεροί στα κρεβάτια μας μέχρι το πρώτο φως.

Δευτέρα πρωί ξεμυτίσαμε από τον όρμο πριν βγει ο ήλιος. Περάσαμε το στενό πέρασμα της Βαλάξας με όλη μας την άνεση και είδαμε τον ήλιο να βγαίνει πίσω από τη Λιναριά. Έπεσε μια σκέψη να κατευθυνθούμε προς Κύμη και να ξεφορτώσουμε εκεί τους βιαστικούς λοστρόμους, αλλά ο κυβερνήτης διαβεβαίωσε ότι θα είμαστε στο Λαύριο ως τις οχτώ το βράδυ, και στο Καλαμάκι ως τα μεσάνυχτα ή και νωρίτερα. Σημαδέψαμε λοιπόν το Κάβο Ντόρο, με τον καιρό ενοχλητικά πρύμο (τα πανιά κρεμόντουσαν ψόφια καθώς δε φύσαγε πάνω από δέκα κόμβους). Κάναμε μερικές προσπάθειες να παραλλάξουμε λίγο την πορεία μπας και φυσήξει, ανοίγαμε και κλείναμε τζένοες και μαΐστρες, πιο πολύ για να περνάει η ώρα, προσπαθήσαμε λίγο να βάλουμε το κύμα να μας σπρώξει. Με τούτα και μ’ εκείνα φτάσαμε στο στενό του Καφηρέα απόγευμα, με τον καιρό κατάπρυμα και χαμηλό κυματάκι πια. Αφήσαμε δεξιά την Κάρυστο και σημαδέψαμε την κάτω πλευρά της Μακρονήσου. Ύστερα μας ήρθε η καταπληκτική ιδέα να κάνουμε πλαγιοδρομία και αλλάξαμε πορεία σημαδεύοντας την πάνω πλευρά. Κάναμε δυο-τρεις τσίμες παλεύοντας να βρούμε καλό αέρα και να εκμεταλλευτούμε τη μπουκαδούρα από το Νότιο Ευβοϊκό. Με λίγη καλή διάθεση (και τη μηχανή πάντα ανοιχτή καλού κακού) φτάσαμε κάποια στιγμή να γράφουμε εννιά-δέκα κόμβους. Όχι για πολλή ώρα, αλλά αρκετή για να μας δώσει θάρρος ότι θα φτάσουμε την ίδια μέρα στο Καλαμάκι.

Ηλιοβασίλεμα στο Νότιο Ευβοϊκό. Αριστερά η Τζιά, στο βάθος η Μακρόνησος και η Αττική.

Αφήσαμε αριστερά τη Γυάρο και τη Τζιά και χωθήκαμε στο στενό ανάμεσα στη Μακρόνησο και την Αττική λίγη ώρα μετά τη δύση του ήλιου. Περάσαμε δίπλα από κατάφωτα αγκυροβολημένα πλοία και από άλλα θεοσκότεινα, περάσαμε δίπλα από τις φωτισμένες κολώνες στο Σούνιο, σημαδέψαμε το φανάρι στον Πάτροκλο, περάσαμε εσωτερικά και βγήκαμε στο Σαρωνικό όπου επιτέλους μπορέσαμε να κάνουμε όρτσα με πλήρη ιστιοφορία και να ευχαριστηθούμε ταχύτητα και φουσκωμένα πανιά έστω και την τελευταία ώρα δίπλα στο Δίαυλο, σημαδεύοντας τις Φλέβες. Αποφύγαμε την τελευταία στιγμή τη σύγκρουση με κάτι υπερφωτισμένα παραγάδια που ενδημούν στα νερά του Σαρωνικού, και είδαμε δεξιά μας τα ανάποδα φανάρια της μαρίνας (ανάποδα καθότι η είσοδος κοιτάει προς τον Πειραιά οπότε όπως έρχεσαι από νότο μπερδεύεσαι).

Κατεβάσαμε πανιά και χωθήκαμε όπως-όπως στη μαρίνα ακριβώς τα μεσάνυχτα, μετά από δεκάξι ώρες ταξίδι. Δέσαμε βιαστικά, χώσαμε στις τσάντες τα πράγματα στα γρήγορα, και φωνάξαμε ταξί να μας μαζέψουν. Αποχαιρετιστήκαμε με υποσχέσεις για το επόμενο ταξίδι, θεωρητικά από την Τουλόν μέχρι το Καλαμάκι, πέντε-έξι μέρες χειμωνιάτικες. Ο ναύτης δε θα μπορέσει, φεύγει μετανάστης στην Αμερική στο μεταξύ. Οι υπόλοιποι τρεις λέμε να προσλάβουμε άλλους δύο εύκαιρους και να το δοκιμάσουμε (αλλά χειμώνα καιρό, με μόνη στάση στο Λίπαρι για ανεφοδιασμό, θα πρέπει να είναι μεγάλο αγγούρι). Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει τα όριά του κάποτε.

Το πρωί το λεωφορείο άργησε να έρθει και έπεσε και σε κίνηση στο δρόμο (μια και το μποτιλιάρισμα φαίνεται να επανακάμπτει μαζί με τους ρυθμούς ανάπτυξης όπως λένε σαρκαστικά ορισμένοι) με αποτέλεσμα να φτάσω αεροδρόμιο στο τσακ. Ο συγκάτοικος με περίμενε στην πύλη με το αχρείαστο boarding pass που του είχα ζητήσει να μου τυπώσει καλού κακού.

- Πώς περάσαμε; Κατακόκκινο σε βλέπω.

Είχα πάρει αυτό το περίεργο οιονεί μαύρισμα που έχουν καμμιά φορά οι σκιέρ: περιμετρικά του προσώπου (εκεί που δεν σκεπάζει η κουκούλα) και με καθαρό το αποτύπωμα των γυαλιών.

Από το παράθυρο του αεροπλάνου έριξα μια ματιά στη θάλασσα μετά την απογείωση: περνάγαμε πάνω από τη Μακρόνησο πάλι. Από εδώ πάνω φαινόταν ένα μικρό βηματάκι μόνο μέχρι το Λαύριο. Το προηγούμενο βράδυ θυμάμαι πως κοίταζα από τη μια τη Γυάρο κι από την άλλη τη Μακρόνησο: απόηχοι ενός άδοξου παρελθόντος.

Ή ίσως, σκέφτομαι τώρα, προεικονίσεις εξίσου άδοξες, μιας άλλου τύπου εξορίας που φοβάμαι καμιά φορά πως μας μέλλεται.


Η Νένα Βενετσάνου σε στίχους Στέλλας Χρυσουλάκη με έναν προβληματισμό που τέμνεται κάπως με τα παραπάνω.


(Σ.Σ. Και από αυτή τη θέση δράττομαι της ευκαιρίας να ευχαριστήσω τους φίλους και κουμπάρους που προ ετών με προίκισαν εν είδει δώρου με νιτσεράδες, αδιάβροχα, σκουφιά και θερμοεσώρουχα, ώστε να δύναμαι να ανταπεξέλθω σήμερα πλέον στις απαιτήσεις του ταξιδιού. Αγόρια μου, ενόψει Τουλόν θα χρειαστώ ακόμα κάνα-δυο φλισάκια χοντρά, ατομικό σωσίβιο-γιλεκάκι με κάψουλα, ένα ζευγάρι γαλοτσάκια ασορτί με τη νιτσεράδα και γαντάκια ιστιοπλοΐας με το μισό δαχτυλάκι έξω, ξέρετε εσείς, εντάξει; Περιμένω...)

Δεν υπάρχουν σχόλια: