ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


12/10/14

Σουαχίλι

Ζανζιβάρη, Τανζανία (φωτό © Ε. Μώρου, 2012)

Hakuna kubwa lisilo mwisho
(αφρικανική παροιμία)

Τον θυμήθηκα το Μ. τις προάλλες που έβλεπα τους πρωτοετείς φοιτητές να σκάνε μύτη δειλά δειλά και να περιεργάζονται το κτίριο, τα εργαστήρια, και τους ανθρώπους που δουλεύουν στα εργαστήρια, δηλαδή εμάς. Μου έκανε μια ορισμένη εντύπωση το γεγονός ότι αρκετοί είχαν σκάσει μύτη μαζί με τη μαμά τους (οι πατεράδες μάλλον συμμετέχουν λιγότερο σε αυτά τα rituals αλλά φυσικά μπορεί και να κάνω λάθος) και σχολίασα ότι στον καιρό μου αναζητούσαμε μόνοι μας τα κτίρια των σχολών του Πανεπιστημίου, αν και οι συναδέλφισσες με διαβεβαίωσαν ότι μια χαρά με τη μαμά τους είχανε πρωτοέρθει τω καιρώ εκείνω. Βέβαια ο καιρός των συναδελφισσών είναι πριν καμμιά δεκαετία το πολύ, ενώ από τον καιρό το δικό μου κοντεύει να κλείσει τριακονταετία οσονούπω, οπότε πολλά έχουν αλλάξει μάλλον και σίγουρα η ποιότητα της μνήμης μας που τείνει να αδιαφορεί για τις άβολες περιστασιακές λεπτομέρειες και να διατηρεί μάλλον τις καλύτερες, πιο ευχάριστες αναμνήσεις.

Θυμάμαι πάντως ότι ο Μ. ήταν ο πρώτος συμφοιτητής με τον οποίο μίλησα τη μέρα που είχα πάρει το λεωφορείο που έγραφε «Πανεπιστημιούπολη» και περιφερόμουν εξερευνώντας το τεράστιο (όπως μου φαινόταν) σύμπλεγμα κτιρίων των Ιλισίων μέσα σε μια εκκωφαντική ησυχία όπου τα βήματά μου αντηχούσαν στους έρημους διαδρόμους. Ξεπρόβαλε από έναν άλλο έρημο διάδρομο, με κοίταξε με ένα μίγμα προσμονής και απορίας και ρώτησε:

- Πρωτοετής;

Περιπλανηθήκαμε λίγο μαζί στο άδειο κτίριο, στη διαδρομή πετύχαμε και κανα-δυο άλλους περιφερόμενους wannabe συμφοιτητές, ανταλλάξαμε κάτι τυπικές πληροφορίες, πού μένεις, από πού είσαι, σε ποιο σχολείο ήσουνα, μήπως ξέρεις έναν έτσι κι έτσι και άλλα τέτοια αμήχανα, και στο τέλος πήρε ο καθένας το δρόμο του και ξαναβρεθήκαμε στη μεγάλη μάζωξη των εγγραφών (που όμως είχαν γίνει στο παλιό Χημείο στη Σόλωνος και όχι στην Πανεπιστημιούπολη ευτυχώς) όπου χαιρετηθήκαμε σαν παλιοί γνωστοί μέσα στο πολύχρωμο πλήθος που θα γινόταν «το έτος» μας.

Διατηρήσαμε μια συμπάθεια παρότι ποτέ δεν κάναμε παρέα τελικά. Δεν είμασταν το ίδιο στυλ όσο να ‘ναι· θυμάμαι κάποια στιγμή που τον συνάντησα στο πανηγύρι της Ακαμάτρας ένα καλοκαίρι που είχαν έρθει οικογενειακώς στην Ικαρία για διακοπές: εγώ ήμουν ολομέθυστος και τρισευτυχισμένος κι ο Μ. μουρμούρης και βαριεστημένος. Πάνω στη φάση μου αποκάλυψε ότι το περίφημο φελλόδεντρο που μοστράρουμε οι καριώτες στο Μονοκάμπι δεν είναι καθόλου φελλόδεντρο, αλλά ένα κοινό δέντρο (δε θυμάμαι τώρα το είδος) με κρίση φελλώματος (το φέλλωμα είναι ένας ειδικός ιστός στους βλαστούς των φυτών – όλων των φυτών). Η αποκάλυψη δε με συγκλόνισε, αλλά μου θύμισε ότι του άρεσε η Βοτανική από τότε.

Στα πλαίσια αυτά βρέθηκε μετά το πτυχίο να εκπονεί μια διατριβή περί φυτικών κυττάρων. Όταν την τελείωσε και την παρουσίασε, δέκα χρόνια μετά την πρώτη μας συνάντηση, πήγα να τον παρακολουθήσω. Δεν κατάλαβα και πολλά (έχω πλήρη άγνοια περί φυτών και μάλλον περιορισμένη αντίληψη περί κυττάρων), θυμάμαι όμως ότι μια από τις τελευταίες ερωτήσεις που του έγιναν αφορούσε δυο φράσεις σε γλώσσα μάλλον σουαχίλι που είχαν μυστηριωδώς παρεισφρήσει στο κείμενο της διατριβής του. Μας εξήγησε χαμογελώντας ότι η φράση “Bandzu, bandzu ramala gogo” έχει τη μεταφορική σημασία ότι «το λίγο λίγο γίνεται πολύ» (κυριολεκτικά σημαίνει κάτι σαν «πετραδάκι πετραδάκι χτίστηκε το τοιχαλάκι» ή κάπως έτσι). Σε ανύποπτο χρόνο είχε βρεθεί στην Αφρική και είχε περάσει κάποιο καιρό στην Κένυα ή την Τανζανία· η εμπειρία τον πλούτισε μάλλον με παραπάνω πράγματα από πέντε λέξεις σουαχίλι.

Μετά πήγε φαντάρος· θυμάμαι ότι με κάποια έκπληξη είχα λάβει ένα γράμμα του από το κέντρο εκπαίδευσης, με αναλυτικές περιγραφές της στρατιωτικής ζωής και φωτογραφίες, χαιρετισμούς σε κοινούς γνωστούς και διάφορα χιουμοριστικά. Όταν πήγα κι εγώ φαντάρος κατάλαβα το σκεπτικό· οι ατελείωτες ώρες του εγκλεισμού απαιτούν κάποια επαφή με τον έξω κόσμο: στο τέλος αρχίζεις να στέλνεις γράμματα ακόμα και σε πολύ μακρινούς γνωστούς. Σήμερα με τα κινητά φαντάζομαι αυτό θα έχει αλλάξει κάπως, αλλά τότε ένα γράμμα ήταν σημαντικό. Η διαδικασία του να γράψεις, αλλά κυρίως να το λάβεις. Είναι μια παρηγοριά.

Το κατάλαβα καλύτερα μια μέρα της δικής μου θητείας, δυο-τρία χρόνια αργότερα. Ήταν μια μάλλον βροχερή Κυριακή απόγευμα έξω από ένα χωριό κάπου στο βόρειο Έβρο που άκουσα από τα μεγάφωνα το όνομά μου: «Ο Στρ(ΥΠ) Β. στην πύλη, επισκεπτήριο». Κατηφόρισα προς την πύλη απορημένος· ποιος να μου κάνει επίσκεψη απροειδοποίητα στην άκρη του κόσμου; Ο σκοπός μου έδειξε ένα αμάξι που περίμενε λίγο πιο έξω, με μια κοπέλα άγνωστη. Θεώρησα ότι ήταν κάποιο λάθος μέχρι που άκουσα από αριστερά τη φωνή του Μ. που φωτογράφιζε την κοπέλα υπό την καθοδήγηση του αλφαμίτη («όχι με φόντο το στρατόπεδο, απαγορεύεται»). Γούρλωσα τα μάτια από την έκπληξη.

- Μου είπαν ότι είσαι εδώ γύρω κάπου, οπότε είπα να αρχίσω να χτυπάω πόρτες μήπως σε πετύχω και να που σε πέτυχα.
- Καλά, τι κάνεις εδώ πέρα;
- Βόλτα με αμάξι στη Μακεδονία και τη Θράκη. Λέμε να πάμε και λίγο Αδριανούπολη...

Με σύστησε στην κοπέλα.

- ...και βασικά κάνουμε μήνα του μέλιτος.

Κάτσαμε στην πύλη και λέγαμε τι έκανε ο καθένας μας τα τελευταία χρόνια. Τα δικά του νέα ως νεονύμφου μάλλον ήταν πιο συναρπαστικά από τα δικά μου ως Στρ(ΥΠ) αλλά εκείνος επέμενε να εστιάζει σ' εμένα. Κάποια στιγμή έπρεπε να γυρίσω στο θάλαμο και να αναλάβω υπηρεσία· συνέχισαν κι εκείνοι το ταξίδι τους. Θυμάμαι να ανηφορίζω το δρομάκι δίπλα στις αποθήκες ανταλλακτικών την ώρα που άρχιζε μια επίμονη ψιχάλα, αλλά με την καρδιά ζεσταμένη· φαντάζομαι οι φυλακισμένοι θα αισθάνονται κάπως ανάλογα στο δικό τους επισκεπτήριο.

Έκανα πολλά χρόνια να τον ξαναδώ. Είχε στο μεταξύ βρει μια πανεπιστημιακή θέση στη Θεσσαλονίκη. Κάποια στιγμή που βρέθηκα εκεί για να δώσω μια διάλεξη (διεκδικώντας χωρίς ελπίδες μια ανάλογη θέση), του χτύπησα την πόρτα.

- Καλώς τον. Σε περίμενα, είπε.

Στην οθόνη του υπολογιστή του το background ήταν μια φωτογραφία με κάτι μεγαλούτσικα παιδάκια. Μου εξήγησε ότι η θέση που διεκδικούσα ήταν – φυσικά – ήδη κατειλημμένη. Του είπα ότι το ήξερα, όλοι το ήξεραν, απλά έκανα μια εκστρατεία δημοσίων σχέσεων με την ελπίδα να μου χρησιμεύσει στο μέλλον (αν και δε μου χρησίμευσε εν τέλει). Μιλήσαμε για τα χρόνια που πέρασαν, για τα παιδιά του, για την προσαρμογή στη «συμπρωτεύουσα». Μου ανέφερε χιουμοριστικά τις απρόσμενες δυσκολίες που μπορεί να δημιουργήσει σε κάποιον η καταγωγή από τον Πειραιά στο θεσσαλονικιώτικο μικρόκοσμο· ακόμα και τον πανεπιστημιακό. Ήρθε και άκουσε τη διάλεξή μου αν και δεν ήταν στο αντικείμενό του. Έτσι κι αλλιώς στο ακροατήριο ήταν λίγος κόσμος. Αποχαιρετιστήκαμε μια μια θερμή χειραψία· σκέφτηκα προς στιγμήν να τον ρωτήσω κάτι για την αφρικανική περίοδο της ζωής του αλλά μετά ξεχάστηκα καθώς παρατηρούσα ότι τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει πια κάμποσο.

Τον θυμήθηκα λοιπόν πάλι τις προάλλες που έβλεπα τους πρωτοετείς να περιπλανιούνται στους διαδρόμους. Αλλά πιο πολύ τον θυμάμαι συχνά πυκνά για εκείνη την άλλη φράση στα σουαχίλι με την οποία τελείωνε το κείμενο της διατριβής του. Έψαξα και το βρήκα στο εθνικό αρχείο διδακτορικών διατριβών: ακριβώς στο τέλος, σελίδα 206.

- Και τι σημαίνει η άλλη φράση, αυτή που έχετε βάλει στο τέλος; ρώτησε ο καθηγητής.

Ο Μ. χαμογέλασε πάλι και μετέφρασε:

- Τίποτα δεν είναι τόσο μεγάλο που να μην τελειώνει ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: