ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


14/9/14

Ετοιμόψοφος

Κορυφή λόφου σε νησί, στοιχείο μεταβλητής γεωγραφίας. (Φωτό Ροβυθέ 2011).

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι και πολύ της ταλαιπωρίας. Χρόνια χαρτοπόντικας, παρέλειψα ουσιωδώς να ασκήσω το σώμα μαζί με το πνεύμα (που κι αυτό βέβαια πλημμελώς εξασκημένο είναι), οπότε μία που είμαι της καλοπέρασης, άλλη μία που είμαι αναβλητικός μέχρι μυελού οστέων, κι άλλη μία που εύκολα βαριέμαι, κατέληξα να συσσωρεύσω ικανή μάζα λιπώδους ιστού στην κοιλιακή χώρα τα τελευταία είκοσι-εικοσιπέντε χρόνια (δεν είναι και λίγα), ενός ιστού που έχει αυτονομηθεί από το υπόλοιπο σώμα και συνεχώς κραυγάζει «τάισέ με» σαν το σαρκοβόρο φυτό στο «Μικρό μαγαζάκι του τρόμου».

Βέβαια έχω την υποψία ότι και συλφίς να ήμουν, πάλι ορισμένες δραστηριότητες εξωτερικού χώρου θα τις απέφευγα. Για παράδειγμα, ενώ μια χαρά μου πάει η θάλασσα, τα νησάκια, το κολύμπι, η ιστιοπλοΐα και άλλες παρα θιν' αλός δραστηριότητες (από μπητς βόλεϊ μέχρι ψαροταβέρνα), δυσκολεύομαι αρκετά με οποιαδήποτε δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε υψόμετρο. Όχι σε τίποτα Ιμαλάια ή Άλπεις που αραιώνει ο αέρας και θα με δυσκόλευε (λέμε τώρα...) το άσθμα που κουβαλάω παιδιόθεν, αλλά και με το Λυκαβηττό που λέει ο λόγος κάποια προβληματάκια τα έχω έκπαλαι. Μικρός βέβαια ανέβαινα θαρραλέα σε καμμιά συναυλία, τρέχοντας ενίοτε για να προλάβω την έναρξη ως μονίμως καθυστερημένος (ένεκα και το καριώτικο γονίδιο), αλλά τα τελευταία χρόνια που δεν είμαι για πολλά ζόρια και για εμφανίσεις κάθιδρος και με ξεχειλωμένα πουκάμισα (ειδικά εάν συνοδεύω και πρέπει να δείξω καλό πρόσωπο) είτε με αμάξι ανηφορίζω είτε με ταξί, μια και δεν έχω αξιωθεί ποτέ να εντοπίσω από που μπορεί να πάρει κανείς το τελεφερίκ.

Δυστυχώς άλλα βουναλάκια είναι λιγότερο user-friendly και πρέπει να κάνεις έναν κόπο παραπάνω. Μερικοί άνθρωποι όχι απλώς κάνουν τον κόπο αλλά το καταδιασκεδάζουν κιόλας. Μια φίλη αγαπημένη, παλιά συνάδελφος, θυμάμαι ότι ποτέ δεν ήταν διαθέσιμη για έξοδο το Σαββατοκύριακο διότι όλο και κάποιο βουναλάκι είχε να ανέβει. Αρχικά πήγαινε με κάτι ορειβατικούς συλλόγους, μετά τους απέρριψε ως βραδείς και αναχρονιστικούς:

- Σιγά μην πηγαίνω με όλα τα παππούδια και τους ξενέρωτους που πάνε σα χελώνες.

Κουνούσα το κεφάλι με κατανόηση· για τα παππούδια και τους ξενέρωτους εννοείται, που είχαν την αμέριστη συμπαράστασή μου. Όσο για τη φίλη μου, επέλεγε τις κατάλληλες παρέες και έκανε τις ορειβασίες της με τη δέουσα ταχύτητα. Και όχι μόνο ορειβασίες, αλλά και αναρρίχηση και τρέκιγκ και κάνυονιγκ και άλλες δύσκολες λέξεις. Τις Δευτέρες γύριζε στη δουλειά κατενθουσιασμένη.

- Αυτή είναι ζωή!

Η ταπεινή μου άποψη βέβαια ήταν και παραμένει ότι υπάρχουν πολλές μορφές ζωής, όχι αναγκαστικά παρόμοιες, αλλά δε βαριέσαι, όπως τη βρίσκει κανείς. Η φίλη μου γνώρισε τον καλό της σε μια κορυφή του Κιλιμάντζαρο (σιγά μην της έφταναν τα εδώ βουναλάκια) και μετά παντρεύτηκαν και τώρα παίρνουν τα παιδάκια τους και κατασκηνώνουν οικογενειακώς σε κάτι κορφοβούνια, και με χιόνια και με κρύα, καλή τους ώρα.

Βέβαια οι ορειβατικές εμμονές της μας βγήκαν σε καλό σε επαγγελματικό επίπεδο κάποια στιγμή που είχαμε αλλάξει (και οι δύο) εργασιακό περιβάλλον, και στο καινούργιο περιβάλλον όταν πρωτοπήγαμε μας αντιμετώπιζαν λίγο περίεργα, καθότι είχαμε προσληφθεί από τον καινούργιο (τότε) διευθυντή που οι παλιοί του χώρου αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη (ή τελικά με απροκάλυπτη εχθρότητα) και μας έπαιρνε και μας η μπάλα κάπως ως «φυτευτούς» της διευθύνσεως. Ο πάγος έσπασε παραδόξως όταν η φίλη εμφανίστηκε σε μια συνάντηση με πλήρες ορειβατικό outfit που (φυσικά) το φορούσε και τις καθημερινές. Μία ωραιοτάτη δεσποινίς από τους «απέναντι» ρώτησε αν το παντελονάκι είναι Lowe Alpine ή Columbia. Κουβέντα στην κουβέντα και μάρκα στη μάρκα βρεθήκανε να συζητάνε αν τo μπουφανάκι τo triple point που φόραγε η άλλη είναι όντως διαπνέον ή απλώς μας δουλεύουνε, και με τούτα και με κείνα ανταλλάξανε τηλέφωνα και σχέδια για εκδρομές. Σε λίγες μέρες είχε ξεκαθαριστεί στο χώρο εργασίας ότι τα παιδιά (εμείς δηλαδή, με πήρε κι εμένα η μπάλα) «είναι σπαθί» και σίγουρα όχι ρουφιάνοι της διευθύνσεως.

Πήρα κι εγώ θάρρος και άρχισα δειλά δειλά να την ψάχνω κάπως την παρέα με την ωραιοτάτη με το triple point (που δεν το έβγαζε παρά μόνο για ύπνο, έχω την εντύπωση) και μήνες μετά καταλήξαμε σε ένα βουνό της Πελοποννήσου, μεσοχείμωνο με βροχή, να τσακωνόμαστε για το γεγονός ότι φορούσα παλτό και κρατούσα ομπρέλα μάλλον αντί να παριστάνω τον αναρριχητή με φλις, αντιανεμικό και τα δέοντα μποτάκια. Βέβαια έχω την ισχυρή υποψία ότι οι βαθύτεροι λόγοι της διαφωνίας μας ήταν άλλοι και είχαν να κάνουν περισσότερο με την προφανή έλλειψη ενθουσιασμού που έδειχνα για το τοπίο και την όλη φάση εξερεύνηση-σκαρφάλωμα-βραχάκια (σε αντίθεση με τον έκδηλο ενθουσιασμό μου για τη φάση τζάκι-κοψίδι-ιστορίες να ‘χαμε να λέγαμε), πάντως το δια ταύτα ήτανε ότι η παρέα μας έκτοτε σταμάτησε να περιλαμβάνει εξορμήσεις στην άγρια φύση και παρέμεινε κατά συνθήκη σε αστικά πλαίσια ώστε ούτε να καταπιέζεται κανένας ούτε να συγχίζεται ασκόπως κανένας άλλος. Καλού κακού ψώνισα και ένα-δυο παντελονάκια και μπουφανάκια ορειβατικών προδιαγραφών, που πολύ με βόλεψαν αργότερα στην ιστιοπλοΐα, αλλά αυτό είναι άλλη ειρωνία του πως τα φέρνει η ζωή τα πράγματα καμιά φορά.

Τα έφερε λοιπόν η ζωή και βρέθηκα κάποτε σε ένα ορειβατικό καταφύγιο στην Κρήτη, με μια παρέα ιστιοπλόων κυρίως. Μάλλον πρέπει να ήταν το ψηλότερο σημείο στον πλανήτη που έχω βρεθεί ποτέ (εκτός αεροσκαφών), και τόσο περήφανος αισθάνθηκα που έσπευσα να το κοινοποιήσω και στις δύο πρώην συναδέλφους και φίλες. Εντυπωσιάστηκαν, να λέγεται, από τις προόδους μου. Φυσικά παρέλειψα να τους πω ότι είχα φτάσει ως εκεί εποχούμενος με τζιπάκι και ότι ο ρόλος μου στο καταφύγιο συνίστατο κυρίως στο να τραβάω φωτογραφίες και να ελέγχω αν έχουν ψηθεί οι μπριζόλες, αλλά δε χρειάζεται να τα λέμε και όλα. Έκανα και μια απόπειρα πεζοπορίας, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησα ότι το φαράγγι στο οποίο κατηφορίζαμε, θα έπρεπε στην επιστροφή να το ξανανηφορίσουμε και μάλιστα πριν πέσει η νύχτα. Έκανα μερικούς νοερούς υπολογισμούς και αντελήφθην ότι εγώ αποκλειόταν να τα κατάφερνα πριν ξημερώσει η επόμενη μέρα, οπότε για να μην τη σπάσω ολοσχερώς στους συνοδοιπόρους μου έκανα μια ωραιότατη μεταβολή και επέστρεψα στις γνώριμες μπριζόλες υπό τα βλέμματα ανάμικτου οίκτου και χλεύης των υπολοίπων.

Μικρό το κακό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του οίκτου και της χλεύης που θα συσσωρευόταν αν συνέχιζα. Επανόρθωσα ένα μέρος της ζημιάς στο image μου παραδίδοντας δωρεάν καταφυγιακά μαθήματα καριώτικου σε υποψήφιους χορευτές, και φόρτωσα το τζιπάκι με τα σκουπίδια της εκδρομής σφυρίζοντας αδιάφορα και μιλώντας για τον καιρό (πολύ καλό για την εποχή, οπωσδήποτε). Κατηφόρισα προς το Φραγκοκάστελλο χωρίς να περιμένω να δω Δροσουλίτες (δεν ήταν η εποχή τους κιόλας) κι έφτασα στο Ηράκλειο με την αίσθηση ότι εδώ που έφτασα λίγο δεν είναι (καθ’ ύψος), τόσο που έκαμα μεγάλη δόξα (ε, περίπου).

Η αίσθηση αυτή ενισχύθηκε όταν πήγα να ζήσω στην Ολλανδία, σε μια πόλη με μέσο υψόμετρο -2 κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η επιπεδότητα της χώρας είναι υπεράνω πάσης περιγραφής, οπότε όταν πρωτοπήγα έδειχνα στις παρουσιάσεις μου στο Πανεπιστήμιο ένα φόντο με τον Ψηλορείτη από πίσω για να τους εντυπωσιάζω (δεν έπιασε φοβερά είναι η αλήθεια, αλλά κάποια σχόλια τα απέσπασα). Αργότερα, στη Λισσαβώνα, βρέθηκα να ζω στον ορισμό της λοφώδους έκτασης. Βουνό δεν το έλεγες, αλλά η επιφάνεια της χώρας ήταν ένα διαρκές τσαλάκωμα, με την πόλη να τυλίγεται γύρω από λόφους και λοφάκια, ενίοτε μάλιστα να τα σκαρφαλώνει, οπότε για πας λίγο πιο πέρα στη γειτονιά έπρεπε να πάρεις ειδικό τραμάκι όπως στη Bica ή κοτζάμ ασανσέρ όπως στη Σάντα Τζούστα ή να σου βγει η γλώσσα ανηφορίζοντας σκαλοπάτια και δρομάκια.

Το elevador στη Bica, κάτι μεταξύ τραμ και ασανσέρ (Φωτό Ροβυθέ 2010).

Θέλοντας και μη προσαρμόζεσαι βέβαια, κι από κει που είχα συνηθίσει έναν ημίωρο ποδαρόδρομο στην ευθεία από και προς στη δουλειά στο Λέιντεν, όταν έφτασα στο Οέιρας έπρεπε να κατηφορίζω το πρωί (ευκολάκι) και να ξανανηφορίζω το βραδάκι (αργά αργά, βαριά βαριά) ένα όχι ευκαταφρόνητο ύψωμα. Με τούτα και με κείνα κάπως σκληραγωγήθηκα (όχι τίποτα φοβερό, αλλά ανάγκα και θεοί πείθονται) κι όταν κατέφθαναν φίλοι φιλοξενούμενοι να με δουν και αρχίζαμε τους ποδαρόδρομους στα αξιοθέατα, αν μη τι άλλο δεν γινόμουνα ρεζίλι και οι οξυδερκέστεροι ή πιο ενήμεροι φίλοι μου χαίρονταν με τις προόδους μου.

Πλην Λακεδαιμονίων, βεβαίως, καθότι η συμπατριώτισσα που με είχε προφτάσει να λαχανιάζω σε ένα ανηφοράκι δέκα μέτρων στην Ικαρία, δεν έτρεφε πολλές ψευδαισθήσεις όταν σχεδιάζαμε την επίσκεψή της.

- Κοίτα να δεις, εγώ θέλω να περπατήσω, να δω πράγματα εκεί πέρα. Κανόνισε λοιπόν, μη μου ‘ρθεις ετοιμόψοφος.
- Ετοιμο... τι;
- Ετοιμόψοφος. Έτοιμος να ψοφήσεις αφ’ την κούραση.
- Εγώ;
- Αμ ποιός, εγώ;


Ήρθε λοιπόν κάποτε κι αρχίσαμε την περιήγηση στο Μπελέμ, χαζεύοντας το μοναστήρι των Ιερωνυμιτών με τον τάφο του Βάσκο ντα Γκάμα (και του Πεσσόα, παρά τη θέλησή του μάλλον), φάγαμε pasteis de Belém, είδαμε το μνημείο των ανακαλύψεων και κατόπιν έντονης πίεσης δικής της το κόψαμε με το πόδι για τον πύργο του Μπελέμ, κάνα τέταρτο-εικοσάλεπτο από το μνημείο. Στο πεντάλεπτο περίπου την έχω χάσει από δίπλα μου λόγω έκδηλης βραδυπορίας· δικής της. Γυρίζω να κοιτάξω και τη βλέπω δεκαπέντε μέτρα πίσω, να σέρνει το βήμα κατάκοπη και να με κοιτάει με έκδηλη απορία.

- Καλά, τι έπαθες και τρέχεις έτσι;

Θα έφταιγαν τα pasteis, δεν εξηγείται.


Σ.Σ. Το μακρινό 1986 μια επταμελής παρέα ανεβήκαμε στον Αθέρα, την κορυφογραμμή της Ικαρίας, και φτάσαμε στην κορυφή του Τσολιά, στα 1040 μέτρα αν δε με απατά η μνήμη μου, σχετικά ξεκούραστα. Εγώ δεν ήμουν από τους ταχύτερους βέβαια, έφτανα κατά σύστημα έκτος κατά σειρά και με καθυστέρηση φάσης, και αν δεν υπήρχε ο έβδομος που έφτανε σε μαύρο χάλι ακόμα πιο πίσω από μένα θα είχα βγάλει κάνα όνομα παράξενο. Στην κατηφόρα ήταν πιο δύσκολα, μέτρησα εφτά πτώσεις στα βρήχα (φτέρες) πάνω από το δασάκι μέχρι να φτάσουμε στην Αρέθουσα, όπου οι χωριανοί σχολίαζαν την ξαφνική εμφάνισή μας από τη μέση του πουθενά και το χάλι του έβδομου (πάλι φτηνά τη γλύτωσα). Την άλλη χρονιά ο έβδομος έσκασε μύτη καμιά τριανταριά κιλά ελαφρύτερος (όχι, δεν κάνω πλάκα) και γυμνασμένος του κερατά έτοιμος να επαναλάβει το εγχείρημα. Δεν τσίμπησα να τον ακολουθήσω βέβαια καθότι δεν είχα να αναμετρηθώ με τίποτα· πίστευα τότε ότι εκείνη η κορυφή ήταν η πιο σημαντική (καθότι «η δικιά μας») που θα μπορούσε να κατακτήσει κανείς, κι αν έχεις πάει μια φορά αρκεί.

Δεν είχα δίκιο φυσικά· μεγαλώνοντας και ταξιδεύοντας μαθαίνεις ότι στον κόσμο υπάρχουν βουνά και λοφάκια και υψώματα, πεδιάδες και χαράδρες και έρημοι, νησιά ηπειρωτικά και ηφαιστιογενή και κοραλλιογενή, άλλοι πλανήτες ίσως και άλλα σύμπαντα ακόμα, αλλά αυτό που πρέπει να ανέβει κανείς ως μέγιστο πράγματι επίτευγμα και ως δοκιμασία καταλυτική δεν είναι ο Ψηλορείτης ή το Έβερεστ ή το μικροσκοπικό ύψωμα Chim-bun-ari που υπήρξε ίσως κάποτε σε ένα χαμένο πια νησί στο Νότιο Ειρηνικό, αλλά είναι αυτό το παράξενο όρος του χρόνου που όσο το ανεβαίνεις τόσο μεγαλώνει και διαστέλλεται και όταν φτάνεις κάποτε σε μια κορυφή του τότε απότομα συστέλλεται και μαζεύει και γίνεται τόσο δα και σε πετάει από πάνω του κι αρχίζεις πάλι να περπατάς για αλλού και πάλι τότε διαστέλλεται και γίνεται τεράστιο κι έτσι περνάνε τα χρόνια, είκοσι-εικοσιπέντε, μπορεί και παραπάνω, με διαρκώς μεταβλητές γεωγραφίες και προσανατολισμούς.

Το βασικό είναι να μην είσαι ετοιμόψοφος βέβαια, τι άλλο;




Βουνό είναι κι η θάλασσα, των Ξυδάκη-Γκόνη.

1 σχόλιο:

http://genikhsxrhshs.blogspot.gr/ είπε...


Άντε, πάλι οι αναγνώστες σου θα σε σώσουν:

37ο 58' 48,96" Β
23ο 44' 38,62" Ε

Πλουτάρχου και Αριστίππου, γωνία.

:-)

Idom