ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


13/6/14

Ψευδαίσθηση (Gabriel Garcia Marquez)


[…] Η αλήθεια είναι πως είχε πάρει τα πηγαινέλα της καμέλιας για ερωτικό αστείο και ποτέ δεν σκέφτηκε πως ήταν μια παγίδα της μοίρας της. Αλλά, όταν έφτασε η επίσημη πρόταση ένιωσε να της βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό. Πανικόβλητη το είπε στην θεία Εσκολάστικα κι εκείνη ανέλαβε να την συμβουλεύσει με το θάρρος και τη διαύγεια που δεν είχε στα είκοσί της χρόνια, όταν βρέθηκε αναγκασμένη ν’ αποφασίσει για την ίδια της την τύχη.
    «Απάντησέ του ναι», της είπε. «Ακόμα κι αν πεθαίνεις από το φόβο σου, ακόμα κι αν μετανοιώσεις αργότερα, γιατί, έτσι κι αλλιώς, θα μετανοιώνεις μια ολόκληρη ζωή αν του απαντήσεις όχι».
    Η Φερμίνα Δάσα, ωστόσο, τα είχε τόσο χαμένα που ζήτησε μια προθεσμία για να το σκεφτεί κι όταν πέρασε κι ο τέταρτος μήνας χωρίς απάντηση πήρε ξανά την άσπρη καμέλια, αλλά όχι μόνη της μέσα στο φάκελο όπως τις άλλες φορές, μα με το κατηγορηματικό σημείωμα πως αυτή ήταν η τελευταία: ή τώρα ή ποτέ. Τότε ήταν που ο Φλορεντίνο Αρίσα είδε το θάνατο καταπρόσωπο, όταν το ίδιο εκείνο απόγευμα πήρε ένα φάκελο με μια λουρίδα χαρτί, κομμένο από το περιθώριο του σχολικού τετραδίου και με την απάντηση γραμμένη με μολύβι σε μια μόνο γραμμή: Εντάξει, θα σας παντρευτώ αν μου υποσχεθείτε πως δε θα με βάζετε να τρώω μελιτζάνες.

- . - . -

[...] Από πίσω της, τόσο κοντά στα αυτί της που μόνο εκείνη μπορούσε να την προσέξει μες στη φασαρία, είχε ακούσει μια φωνή.
    «Αυτό εδώ το μέρος δεν είναι κατάλληλο για μια θεά».
    Εκείνη γύρισε το κεφάλι κι είδε, δυο πιθαμές από τα μάτια της, τ’ άλλα παγωμένα μάτια, το μπλαβί πρόσωπο, τα παγωμένα από το φόβο χείλια, έτσι ακριβώς όπως τα είχε δει στην ολονυχτία, όταν για πρώτη φορά εκείνος βρέθηκε τόσο κοντά της, με τη διαφορά μόνο πως τώρα δεν ένιωσε την ταραχή του έρωτα, αλλά την άβυσσο της απογοήτευσης. Σε μια στιγμή αποκαλύφτηκε μέσα της ολόκληρο το μέγεθος του ίδιου της του λάθους κι αναρωτήθηκε κατατρομαγμένη πώς είχε μπορέσει να κρατήσει κρυφά, τόσο καιρό και με τόση δύναμη, τέτοια χίμαιρα μες στην καρδιά της. Μόλις που πρόλαβε να σκεφτεί «Θεέ μου, ο καημένος!» Ο Φλορεντίνο Αρίσα χαμογέλασε, προσπάθησε να πει κάτι, προσπάθησε να την ακολουθήσει, αλλά εκείνη τον έσβυσε από τη ζωή της με μια κίνηση του χεριού.
    «Όχι, παρακαλώ», του είπε. «Ξεχάστε το».
    Εκείνο το απόγευμα, ενώ ο πατέρας της έπαιρνε το μεσημεριανό του ύπνο, του έστειλε με τη Γκάλα Πλασίδια ένα γράμμα δυο σειρές: Σήμερα που σας είδα κατάλαβα πως αυτό που έχουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση.

 
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: