ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


22/6/14

Η Μαλού κι ο Πλάτωνας

Η Regina Duarte ως Μαλού κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '70.

Σήμερα ακούμε «βραζιλιάνικο σήριαλ» και φανταζόμαστε το απόλυτο άρλεκιν, αλλά το 1982 που άρχισε να παίζεται στην τότε ΕΡΤ το Malu Mulher (ελληνιστί «Μαλού, μια γυναίκα από τη Βραζιλία»), το εν λόγω σήριαλ αντιπροσώπευε μια τομή για το τι θα μπορούσε να δει κανείς σε μια τηλεόραση συνηθισμένη να δείχνει μόνο καθωσπρέπει μικροαστικές ιστορίες σε στυλ παλιού κακού ελληνικού σινεμά που είτε το έριχνε στο φτηνιάρικο μελόδραμα είτε στη φάρσα, και όπου όλα έπρεπε να είναι καθαρά και τακτοποιημένα και αμέμπτου ηθικής.

Για τα χρόνια εκείνα η Μαλού ήταν υπερβολικά προχωρημένη (και από ό,τι διαβάζω σε κάτι σάιτ με ρετρό ενδιαφέροντα, αρκετά λογοκριμένη όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πλήθος χωρών που παίχτηκε). Η πρωταγωνίστρια, που την έπαιζε η ηθοποιός Regina Duarte που αργότερα θα πρωταγωνιστούσε στην εμβληματική ταινία «Πισότε, το χαμίνι του Σάο Πάολο» με θέμα τη ζωή στις φαβέλες, έπαιζε ένα ρόλο ασυνήθιστο από πολλές απόψεις: χωρισμένη κατ’ επιλογήν, μητέρα μιας δωδεκάχρονης κόρης που τη μεγαλώνει μόνη της, εργασιακά ανασφαλής, διανοούμενη τρόπον τινά (κοινωνιολόγος στο επάγγελμα), κόρη δύο παραδοσιακών γονέων που δεν εγκρίνουν τον τρόπο ζωής της, συναισθηματική και ανεξάρτητη αλλά υποχρεωμένη να μοιράζεται ανάμεσα σε διάφορους ρόλους (κόρης, μητέρας, εργαζόμενης, συντρόφου).

Η σειρά, γυρισμένη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, καταπιανόταν με διάφορα θέματα ταμπού για τα τηλεοπτικά ήθη της εποχής (το διαζύγιο και τη μονογονεϊκή οικογένεια, την ανατροπή των παραδοσιακών ρόλων, ειδικά ως προς τη γυναίκα, τις σχέσεις και το σεξ) και προκαλούσε κάθε Δευτέρα βράδυ που προβαλλόταν σοβαρές απορίες στο δεκατετράχρονο μυαλό μου. Θυμάμαι ας πούμε ένα επεισόδιο που η ηρωίδα πρέπει να συμβάλει στη διευθέτηση μιας οικογενειακής κρίσης μεταξύ των γονιών της, που ανακύπτει επειδή η μαμά της περνάει κλιμακτήριο και θεωρεί ως εκ τούτου ότι η σεξουαλική της ζωή έχει πλέον ολοκληρωθεί, ενώ ο μπαμπάς το βιώνει αυτό ως απόρριψη και συμπεριφέρεται αναλόγως. Η αιτία της κρίσης δεν είναι προφανής από την αρχή του επεισοδίου, και θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μαμά να το αποκαλύπτει στην κόρη της ενώ σιδερώνει πουκάμισα («Δεν θα έχω πια αυτή τη χαρά»). Στο τέλος του επεισοδίου η μαμά αλλάζει εν τέλει άποψη υπό την ασφυκτική πίεση της Μαλού και συμφιλιώνεται με το σύζυγο, πράγμα που εμένα την εποχή εκείνη με είχε σοκάρει διότι υπονοούσε το ανήκουστο ότι οι γέροι (οι πενηντάχρονοι και κάτι δηλαδή) το κάνουν, κάτι που ακόμα και σε ελληνικές ταινίες με τον Κωσταντάρα τρελοπενηντάρη (ό,τι πιο κοντινό στις παραστάσεις μου) αντιμετωπιζόταν ως κάτι κωμικό («τη χούφτωσες; χούφτωσ’ τη!») και φυσικά σε καμμία περίπτωση δεν αφορούσε τις γυναίκες της ηλικίας αυτής.

Το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο που θυμάμαι πάντως, είναι ένα όπου η Μαλού σε αντίθεση με τη γενική προσδοκία ότι θα επανασυνδεθεί με τον πρώην σύζυγο (παρόλο το κέρατο που της έχει φορέσει στο παρελθόν και είναι η αφορμή του διαζυγίου), βρίσκει κάτι σαν γκόμενο στο πρόσωπο ενός τύπου που δε μοιάζει καθόλου με «γκόμενο» - ένας χάλιας, στραβοδόντης, καραφλός και μουσάτος σαραντάρης (στα όρια της τρίτης ηλικίας δηλαδή), καθηγητής της Φιλοσοφίας ή των Αρχαίων Ελληνικών, τον οποίο πετυχαίνει κάνοντας τζόγκιγκ. Ο τύπος την κοιτάζει σε όλο το επεισόδιο με ένα ημιλάγνο-ημιχαζοχαρούμενο βλέμμα και χαμογελά διαρκώς αφήνοντας τα κενά των δοντιών του να ξεπροβάλλουν ανάμεσα στα μούσια και της απαγγέλει αποφθέγματα κλασικών. Σε μια σκηνή σε κρεβάτι που υπονοεί προηγηθείσα ή επικείμενη ερωτική πράξη, τη ρωτάει με το χαζοχαρούμενο χαμόγελο κάτι σαν:

- Ξέρεις, Μαρία-Λουίζα, τι λέει ο Πλάτωνας για τον έρωτα;

Η σκηνή με είχε σοκάρει τότε διότι περιείχε τρεις συνταρακτικές αποκαλύψεις: Πρώτον, ότι το «Μαλού» ήταν υποκοριστικό του «Μαρία-Λουίζα». Δεύτερον, ότι ένα μη παντρεμένο ζευγάρι μπορεί να βρίσκεται στο ίδιο κρεβάτι (εντάξει, ψιλοντυμένοι) και μάλιστα να το δείχνει αυτό η τηλεόραση και όχι με αρνητικά κατ' ανάγκην συμφραζόμενα. Και τρίτον και κυριότερον, ότι ο «πλατωνικός έρωτας» δεν είναι καθόλου «πλατωνικός» – τουλάχιστον όχι κατά τον ίδιο τον Πλάτωνα. Διότι όπως εξηγεί στην απορημένη Μαλού ο χαμογελαστός στραβοδόντης φιλόσοφος, η ιδέα του Πλάτωνα για τον έρωτα δεν είναι καθόλου «πλατωνική» αλλά έχει μια σωματικότητα εντελώς κυριολεκτική. Οι άνθρωποι, λέει ο Πλάτωνας, ήταν κάποτε ένα φύλο, ένα σώμα, σφαιρικό και ολοκληρωμένο και τόσο ευτυχισμένο που οι θεοί ζήλεψαν την ευτυχία του και τους χώρισαν. Από τότε, χωρισμένοι από το άλλο τους μισό, άντρες και γυναίκες κουβαλάνε πάνω τους μια πληγή που αιμορραγεί, και βρίσκουν (για λίγο έστω) θεραπεία και παρηγοριά στις στιγμές που τα σώματά τους ενώνονται και γίνονται πάλι ένα.

Αργότερα στο επεισόδιο ο χάλιας ξαναπάει για τζόγκιγκ και σκοτώνεται ηλιθιωδώς σε ένα τροχαίο (όπου το σήριαλ ξεπέφτει λιγάκι σε μελό), χωρίς να αφήσει εμφανή ίχνη στην ζωή της ηρωίδας στα υπόλοιπα επεισόδια. Άφησε πάντως μια πολύ έντονη εντύπωση στο δικό μου το μυαλό, τόσο που ακόμα και πολλά χρόνια μετά διηγούμαι αυτή την ιστορία όπου βρω ευκαιρία και νομίζω ότι ταιριάζει, ειδικά αν ακούω για πλατωνικούς τρόπον τινά έρωτες (σπάνιο πράγμα στους καιρούς που ζούμε, αναντίρρητα) κι ακόμα περισσότερο για σωματικούς μη έρωτες (απείρως συχνότερο) και σκέφτομαι την απορία τη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της Μαλού και ίσως και των τηλεθεατών της εποχής εξίσου.

Σήμερα δεν βλέπω βραζιλιάνους στην τηλεόραση (ή τηλεόραση γενικά), εξαιρουμένου κανενός Μουντιάλ, και δεν φαντάζομαι να κυκλοφορούν αντίστοιχα πράγματα· ποιος θα κάτσει να δει τις διανοητικές αναζητήσεις μουσάτων καθηγητών της φιλοσοφίας και ιστορίες καθημερινών γυναικών που πασχίζουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μόνες σε έναν αβέβαιο κόσμο; Πάντως τις προάλλες έριξα μια ματιά και εντόπισα την ιστορία με τους σφαιρικούς ανθρώπους στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, στα λόγια ενός από τους συνδαιτυμόνες που λέγεται Αριστοφάνης (εικάζω όχι ο γνωστός, αλλά δεν έκατσα και να το ψάξω). Η ιστορία που διηγείται ο στραβοδόντης προφέσορ ή που έχει πλάσει αναδρομικώς η γηράσκουσα μνήμη μου είναι λίγο πιο στολισμένη από όσο την περιγράφει ο Πλάτωνας (που παρακάτω βάζει στα στόματα των συνδαιτυμόνων άλλες ιδέες πιο κοντά στην κοινή αντίληψη περί πλατωνικού έρωτα), αλλά έτσι λειτουργεί η μνήμη πολλές φορές: Απαλύνει τις οδυνηρές πλευρές, ομορφαίνει τις αφηγήσεις, προσθέτει περιστασιακές αληθοφανείς λεπτομέρειες, κάνει τους πλατωνικούς έρωτες αφόρητα σωματικούς.

Ομορφαίνει ακόμα και την ανάμνηση του πρόσωπου της πρωταγωνίστριας, σε βαθμό που να αναρωτιέμαι ενίοτε αν το σήριαλ είναι εντελώς αμέτοχο στη διαμόρφωση αυτής της τεράστιας συμπάθειας που έχω διαχρονικά στις μελαχροινές με κάπως σταρένιο δέρμα που βρίσκονται στην ακαθόριστη ηλικία των –άντα.

Πλατωνικής συμπάθειας φυσικά, το σωστό να λέγεται.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

"""ενός από τους συνδαιτημόνες που λέγεται Αριστοφάνης (εικάζω όχι ο γνωστός, αλλά δεν έκατσα και να το ψάξω)"""

O γνωστός είναι ― ο Πλάτωνας τον έβαλε ανάμεσα στα πρόσωπα, ενώ έχει και άλλους γνωστούς της Αθηναϊκής κοινωνίας να συνομιλούν (π.χ. τον Αλκιβιάδη).

Β. είπε...

Εντάξει, το διόρθωσα (μαζί με την ανορθογραφία στους συνδαιτυμόνες).