ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


4/5/14

Ζώα της ζούγκλας, ζώα της φάρμας

Ατσίδα, κν. κουνάβι, από εδώ.

Ο καθηγητής της Ζωολογίας στο τρίτο έτος μας διαβεβαίωνε ότι με βάση την αναμενόμενη σχέση έκτασης-αριθμού ειδών σύμφωνα με μια ορισμένη θεωρία νησιωτικής βιογεωγραφίας, στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, ακόμα και τα πιο μεγάλα, δεν προβλέπεται η ύπαρξη σαρκοφάγων θηλαστικών. Στο διάλειμμα πήγα να εκφράσω τις αντιρρήσεις μου, στηριγμένες στην εμπειρία μάλλον παρά στις θεωρίες νησιωτικής βιογεωγραφίας. Ρώτησα αν τα κουνάβια (ικαριιστί «ατσίδες») είναι σαρκοφάγα θηλαστικά. Ήταν. Διαβεβαίωσα τον καθηγητή ότι στην Ικαρία (όχι και από τα μεγαλύτερα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, οπωσδήποτε) είχαμε πληθώρα κουναβιών, παρότι δεν τα προβλέπει η θεωρία. Ο καθηγητής στραβομουτσούνιασε και μου δήλωσε ορθά κοφτά ότι εφόσον δεν προβλέπονται κουνάβια, δεν πρέπει να υπάρχουν κουνάβια. Τέλος.

Υπάρχουν, βέβαια, και μάλιστα σε σχετική αφθονία. Με τη φουντωτή ουρίτσα τους, με το τριγωνικό κεφαλάκι τους, σαν περίεργα γατιά μάλλον. Όσοι είχαν τις κότες αφύλαχτες (και το μετάνοιωσαν...) το ξέρουν καλά. Το ξέρω κι εγώ, αν και δεν έχουμε κότες στο σπίτι, έχουμε πάντως μια ατσιδούλα επισκέπτη στον κήπο, πότε πότε. Την πέτυχα τις μέρες του Πάσχα, να μασουλάει ένα ποντικάκι σχεδόν έξω από την εξώπορτα. Ήμουν σχεδόν από πάνω της, στο μπαλκόνι, αλλά δε με είδε. Καθόταν κάτω από το άπλετο φως της εξώπορτας χωρίς ιδιαίτερο άγχος, αν και πού και πού γύριζε το κεφάλι δεξιά-αριστερά, ή πεταγόταν αν άκουγε κανένα ξέμπαρκο βεγγαλικό. Την κοίταζα με ενδιαφέρον, όχι μόνο επιστημονικό. Θυμήθηκα τον καθηγητή και τη νησιωτική βιογεωγραφία. Θυμήθηκα ακόμα ένα απόγευμα κάμποσα χρόνια αργότερα από το τρίτο έτος.

Ήταν πάλι κάπου στα πέριξ της Πανεπιστημιούπολης, ίσως στο ξύλινο της Καισαριανής ή ίσως στην Καλοπούλα, πάνω στον Υμηττό, μετά από μια παρουσίαση διδακτορικής διατριβής όπου κάποιοι ξέμπαρκοι ακροατές κουβεντιάζαμε περί ανέμων και υδάτων. Η Σ. γκρίνιαζε ως συνήθως για τη σχέση της και για τους άντρες γενικότερα. Τότε ο Άκης μας ανέπτυξε τη θεωρία του περί σχέσεων, που μπορούσε να συνοψιστεί σε δύο παρομοιώσεις: ζώα της ζούγκλας, ζώα της φάρμας. Η θέση που επιλέγουμε να βρισκόμαστε. Η ζούγκλα: ελευθερία, αδρεναλίνη αλλά και ανασφάλεια μαζί. Φαγητό λιγοστό και δύσκολα αποκτημένο, αγωνίες και διαρκές τρέξιμο, μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες. Η φάρμα: περιμένεις ήσυχα τη μερίδα σου, χωρίς άγχη. Φαγητό άφθονο, αλλά χωρίς ποικιλία. Παχαίνεις, κοιμάσαι, βαριέσαι. Και ξαφνικά κάτι γίνεται, η φάρμα σε αφήνει απέξω, πρέπει να θυμηθείς τα από μακρού χρόνου ξεχασμένα άγρια ένστικτά σου, να κυνηγήσεις και να κυνηγηθείς. Περιφέρεσαι στην αγωνία της ζούγκλας και νοσταλγείς την αβίαστη, αν και κάπως άνοστη, μερίδα σου. Ή ανάποδα, ζεις προστατευμένος στη φάρμα, αλλά λαχταράς να πηδήξεις το φράχτη. Μπορεί η φύση σου να είναι στη ζούγκλα, μπορεί η έξη σου να σε κρατάει στη φάρμα, μπορεί να μην ξέρεις ποιος είσαι ή πού ανήκεις. Άντε, στην υγειά μας.

Στις βροχερές πασχαλινές μέρες που μεσολάβησαν, τη σκέφτηκα συχνά την ατσιδούλα, να κρύβεται στο ρέμα στις παρυφές του οικισμού, να παραμονεύει για κανένα ποντίκι ή καμμιά σαύρα μέσα στη νύχτα, ή για τα αποφάγια του πασχαλινού γεύματος των ανθρώπων ίσως. Ρώτησα τους γείτονες αν την είχαν δει. Όχι, αλλά είχαν δει τα ίχνη της. «Εδώ λερώνει», με διαβεβαίωσαν. Ζώο της κατά Άκη ζούγκλας ίσως, σκέφτομαι ότι ίσως κοιτάζει τη φάρμα (το σπίτι) με ζήλια. Βέβαια εμείς ζώα σπιτικά δεν έχουμε, καθότι η τελευταία γάτα που μας υιοθέτησε έχει να φανεί πολλά χρόνια. Οι άνθρωποι πάλι του σπιτιού είμαστε λίγο πολύ της φάρμας, ακόμα κι αν στραβώσουν κάποτε τα πράγματα και βρεθούμε κάπου κλεισμένοι απέξω. Η ατσιδούλα μάλλον δε θα έβρισκε καλή παρέα.

- Μα είχε έμπει μια ατσίδα στο κοτέτσι μια φορά και έπνιξε όλες τις κότες. Όλες, σου λέω, ούτε μία δεν άφηκε. Γιατί να τις πνίξει όλες, αφού μία έφτανε και περίσσευε...


Σκέφτομαι ότι είναι ζώο της ζούγκλας (ή τέλος πάντων άγριο) και κάπως πρέπει να κάνει σύμφωνα με τη φύση του, την κάπως διαφορετική από τη δική μου και τη δική σου. Αλλά τις ώρες που εμείς μοιραζόμαστε τη βαρετή μερίδα μας, εκείνη γυρνάει αδιάκοπα ψάχνοντας όχι για κοτούλες παχουλές (πού τέτοια τύχη άμα δεν τρυπώσεις σε καμμιά φάρμα...) αλλά για καμμιά λιανή σαύρα, κάνα ποντίκι.

Ή και στη μαύρη πείνα, με αναμνήσεις καλύτερων εποχών ίσως, δεν ξέρω.

Ζώα «της ζούγκλας» σε κρίση ταυτότητας, κατά Αρκά.

Σ.Σ. Για να λέμε πάντως και του στραβού το δίκιο, η θεωρία αναφέρεται σε κατά το δυνατόν «φυσικά» οικοσυστήματα, οπότε στο ανθρωπογενώς διαταραγμένο ικαριακό περιβάλλον η ύπαρξη ενός θαλερότατου πληθυσμού ατσίδων δικαιολογείται όχι τόσο από την αφθονία φυσικών θηραμάτων, όσο από την άνεση (ειδικά αν είσαι ατσίδα) να βρεις το φαγάκι σου στα σκουπίδια, στα κοτέτσια, ακόμα ακόμα και στα πλήθη των αδέσποτων και δεσποζομένων κατσικιών.

Για να είμαστε και δίκαιοι με τον (καλό, στην πραγματικότητα) καθηγητή, νομίζω ότι πρέπει να έπεσε θύμα στιγμιαίας γεωγραφικής σύγχυσης, μπερδεύοντας την Ικαρία αν όχι με τη συνήθη Ιθάκη, πιθανότατα με κάνα μικροσκοπικό Δωδεκάνησο, καμιά Νίσυρο ή καμμιά Σύμη· το παθαίνουν διάφοροι από καιρού εις καιρόν.


1 σχόλιο:

Idom είπε...


Ε, όχι να μπερδεύει ο κος καθηγητής την Ικαρία, κοτζάμ κεφαλόνησο, με τη Νίσυρο!...
Αν είναι δυνατό!

Γενικά πάντως, όταν η θεωρία δεν συμπλέει με τη φύση, τόσο το χειρότερο για τη φύση...

Εγώ πάντως στις γάτες μου προσφέρω ανοιχτή προστασία: όποτε θέλουν μπαίνουν μέσα, τρώνε, κοιμούνται, χουρχουρίζουν και μετά επιστρέφουν (ή εκδράμουν;) ξανά στη ζούγκλα τού κήπου, με τους κεραμιδόγατους, τους αποδεκατισμένους ποντικούς και δυστυχώς τα λογής δηλητήρια που κυκλοφορούν δεξά ζερβά...

Γενικά νομίζω, το βέλτιστο είναι να ζεις στη ζούγκλα με ανέσεις φάρμας: φαγάκι, τουαλέτα, ύδρευση, ηλεκτρικό, TV, internet...

Κατά φαντασίαν ζούγκλα, δηλαδή.!
:-)

Idom