ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


25/5/13

Δροσουλίτες

Σύννεφα πάνω από το Φραγκοκάστελλο, Φεβρουάριος 2010.

Τώρα πια δε θυμάμαι πότε πρωτάκουσα τη λέξη, αλλά σίγουρα ήταν πολύ πριν εγκατασταθώ στην Κρήτη. Ίσως σε κάποια από τις τουριστικές επισκέψεις μου στα τέλη της δεκαετίας του ’80, αν και από τα μέρη εκείνα πέρασα σχετικά πρόσφατα, πρώτη και μέχρι τώρα τελευταία φορά, μετά από μια ορειβατική (τάχα μου δήθεν...) εκδρομή, από όπου και η φωτογραφία. Διάβασα σχετικά βέβαια κατά καιρούς σε κάτι τουριστικούς οδηγούς και ιστορικά ή ψευδο-ιστορικά κείμενα, και μέσες-άκρες θυμόμουνα την ιστορία. Όχι να την πω με λεπτομέρειες, αλλά να καταλάβω σε τι αναφέρεται όταν ένα καλοκαιρινό βράδι, πριν πολλά χρόνια, ο Γ. με ρώτησε:

- Έχεις πάει να δεις τους Δροσουλίτες;

Χρειάστηκα ένα-δυο δευτερόλεπτα για να καταλάβω ότι δεν αναφερόταν σε κάποια καλλιτεχνική ομάδα όπως π.χ. οι Χαΐνηδες ή οι Νεάρχου Παράπλους, αλλά στο κατεξοχήν φυσικό (;) φαινόμενο Δροσουλίτες. Ομολόγησα ότι δεν είχα πάει, καθώς από ό,τι μου είχαν πει η παρατήρηση Δροσουλιτών απαιτεί ειδικές συνθήκες, χωρίς να αναφέρουμε την υποχρεωτική κατασκήνωση στην πεδιάδα τέλη Μαΐου και το πολύ πρωινό ξύπνημα· πράγματα που εν γένει απέφευγα εκ νεότητός μου και όχι μόνο λόγω αλλεργίας. Τον ρώτησα πάντως αν είχε πάει ο ίδιος.

- Φυσικά, απάντησε. Μια και δυο φορές μόνο;

Φυσικά... Πολλά χρόνια εγκατεστημένος στην Κρήτη και πολλαπώς «Κρητικοποιημένος» αν και δεν διαθέτει αντίστοιχα γονίδια, ακούραστος ερευνητής του κρητικού φολκλόρ, πρέπει να είναι από τους πιο αναγνωρίσιμους «ξενομπάτες» βορειοδυτικά του Ψηλορείτη. Είμαι σίγουρος ότι θα έφτιαχνε ρακή αν είχε έστω μισό στρέμμα αμπέλι. Αλλά έχει απλώς μια μηχανή με την οποία περιφέρεται στους χωματόδρομους της ορεινής Κρήτης και στις παραλίες του Λιβυκού, σιγοτραγουδάει μαντινάδες, πιάνει κουβέντα με τους γέρους, και συλλέγει εικόνες. Σιγά μην έχανε τους Δροσουλίτες.

Οι λοιποί της παρέας ρωτάνε λεπτομέρειες και ο Γ. διηγείται την ιστορία: «Κατά το τέλος του Μάη, μέχρι τις αρχές Ιουνίου, λίγα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου, που η πρωινή δροσιά και η ομίχλη δεν έχουν ακόμα διαλυθεί και υπάρχει στην ατμόσφαιρα απόλυτη νηνεμία, παρουσιάζεται στη θέση Θυμέ Κάμπος, πάνω από την ερειπωμένη εκεί κοντά Μονή του Αγίου Χαραλάμπους, ένα περίεργο φαινόμενο να κινείται προς τη θάλασσα. Στρατιά ολόκληρη από ανθρώπινες σκιές με αστραφτερές πανοπλίες (στρατιωτών, πεζών και ιππέων) προελαύνουν προς τη θάλασσα, πάνω από το Φραγκοκάστελλο. Λέγεται ότι είναι ο Χατζής-Μιχάλης με τους καβαλάρηδές του, που πολεμούν πάλι τους Τούρκους......

»Τους σκιώδεις αυτούς μαχητές ο λαός τους ονομάζει «Δροσουλίτες» γιατί μόνο με τη δροσιά της αυγής κάνουν την εμφάνισή τους. Η διάρκεια του φαινομένου κρατά 8-10 λεπτά και κατόπιν εξαφανίζεται με την εμφάνιση των πρώτων ακτίνων του ήλιου. Για να το δεις όμως πρέπει να είσαι στην πεδιάδα και όχι στα γύρω υψώματα. Η λαϊκή πίστη θεωρεί ότι οι σκιές ανήκουν στους άνδρες του ηπειρώτικου εθελοντικού σώματος που σκοτώθηκαν στην πεδιάδα του Φραγκοκάστελλου το Μάιο του 1828, έχοντας αρχηγό τον Ηπειρώτη Χατζημιχάλη Νταλιάνη.

»Σ' αυτό το σημείο οι Ηπειρώτες συγκρούστηκαν με τους Τούρκους, χωρίς ν' ακούσουν τους Σφακιανούς που τους υπέδειξαν ότι ο χώρος δεν προσφερόταν για άμυνα. Τους έχει γίνει ακλόνητη πίστη ότι οι Δροσουλίτες είναι οι ψυχές των 305 σκοτωμένων ανδρών που τα κορμιά τους έμειναν άταφα. Κι έρχονται κάθε χρόνο στην επέτειο της μάχης, με την προϋπόθεση ότι οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν.......»

- Άντε καλέ,
λένε οι κοπελίτσες απέναντι, με ένα μίγμα αμφιβολίας και θαυμασμού. Και το έχεις δει εσύ αυτό;
- Μα ναι, επιμένει ο Γ., αν και δε φαίνεται πάντα, πρέπει να είναι ο καιρός κατάλληλος και να είσαι στο σωστό μέρος τη σωστή ώρα. Και μόνο στα τέλη του Μάη.

Και συμπληρώνει:

- Εντάξει, προφανώς δεν θα είναι φαντάσματα, πρέπει να υπάρχει μια ορθολογική ερμηνεία.

Καθησυχάζομαι για λίγο στα γνώριμα νερά του ορθολογισμού, μέχρι που στρέφεται σε εμένα και ρωτάει:

- Εσύ ως επιστήμονας τι λες για το φαινόμενο;
- Εγώ τι ως επιστήμονας;
- Εσύ πώς το ερμηνεύεις;


Καθώς οι κοπελίτσες με κοιτάνε, σκέφτομαι να πω κάτι για διάθλαση των πρώτων ακτίνων του ήλιου στην πρωΐνή υγρασία και αντανάκλαση στην επιφάνεια της θάλασσας και πάλι πίσω ή κάτι τέτοιο, αλλά οι γνώση μου περί οπτικής και σχετικών φυσικών φαινομένων περιορίζεται στη Φάτα Μοργκάνα κι αυτή στο περίπου, οπότε προκειμένου να πω καμμιά παπάρα λέω ένα αμήχανο «Δεν ξέρω» πράγμα που μου αφαιρεί τάχιστα το όποιο προσωρινό ενδιαφέρον, το οποίο επιστρέφει στον Γ. που συνεχίζει:

- Γιατί μου έχουν πει ότι υπάρχει μια φυσική ερμηνεία του φαινομένου.
- Α, ναι, δηλαδή;
- Ε, κάτι με τη διάθλαση του φωτός στην πρωϊνή υγρασία και κάτι αντανακλάσεις στη θάλασσα...
- Αααααααα, μάλιστα,
λένε οι κοπέλες όλο χαρά και ενθουσιασμό, κι εγώ σκέφτομαι ενδομύχως πόσο βλάκας είμαι που το κρατάω το ρημάδι κλειστό όταν πρέπει να μιλήσω και το ανοίγω κυρίως όταν δεν πρέπει, αλλά ο Γ. συνεχίζει από εκεί που είχε μείνει:

- ...που φέρνουν στον ουρανό σα να προβάλλονται εικόνες από τις ακτές της Αφρικής που είναι πιο νότια...

Πάω να κάνω «Εε...» αλλά το δικό μου «Εε...» πνίγεται μέσα στο ενθουσιώδες «Ααααααα» των κοριτσιών ενώ ο Γ., το πάει ακόμα πιο πέρα:

- ...και βασικά αυτό που βλέπουμε είναι μια προβολή στην ατμόσφαιρα από τα πρωινά γυμνάσια που κάνει ο στρατός του Καντάφι στη Λιβύη.

Και μέσα σε παραληρηματικά «Ααααααα....» στρέφεται πάλι σ’ εμένα και ρωτάει:

- Λοιπόν τι λες; Επιστημονικά;

Πέφτει μια παράξενη σιγή. Με κοιτάζουν όλοι – και τα κορίτσια - με πραγματική αδημονία. Σκέφτομαι για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καραβάνια με καμήλες να διασχίζουν τη Σαχάρα, το Άφρικα Κορπς του Ρόμμελ και τη μάχη του Ελ Αλαμέιν, το τραγουδάκι «στο Τούνεζι στη Μπαρμπαριά» και το «Αραπίνες λάγνες ερωτιάρες», το συνταγματάρχη Καντάφι και τη Λυβική Τζαμαχιρία του, ξενυχτισμένους γκρούβαλους να περιμένουν να δουν τους Δροσουλίτες να παρελαύνουν στους ουρανούς πάνω από το Φραγκοκάστελλο, κι αποφασίζω αυτή τη φορά να μην το κρατήσω κλειστό το ρημάδι, αλλά να πω αυτό ακριβώς που σκέφτομαι.

- Λοιπόν, ειλικρινά, επιστημονικά μιλώντας, οι Δροσουλίτες...
- Ναι;
ρωτάνε όλο αδημονία τα κορίτσια.
-...νομίζω είναι ακριβώς τα φαντάσματα των άταφων στρατιωτών του Χατζημιχάλη Νταλιάνη.

Ύστερα υψώνω το ποτήρι μου εις υγείαν της παρέας – κι όξω βάσανα.


Σ.Σ. Επειδή έχουν περάσει χρόνια από το περιστατικό (τότε ζούσε ακόμα ο Καντάφι και η Λυβική Τζαμαχιρία του) και επειδή είμαι εκ φύσεως τεμπέλης, αντί να προσπαθώ να θυμηθώ πώς τα είχε πει ο Γ., έκλεψα και του έβαλα στο στόμα αυτούσια μια περιγραφή Δροσουλιτών που βρήκα στο youtube κάτω από ένα βιντεάκι με το (όχι εντελώς άσχετο) τραγούδι του Μιχάλη Χανιώτη «Παραβάτες» σε στίχους Θανάση Παπακωνσταντίνου και ερμηνεία της Λιζέτας Καλημέρη. Παρακάτω ενσωματώνω μια άλλη εκτέλεση, ζωντανή.

Τόσο ο Γ. όσο και τα κορίτσια απέναντι μάλλον ταίριαζαν κατά έναν τρόπο στην περιγραφή του τραγουδιού, τα χρόνια εκείνα.




18/5/13

Πόρτα στο μέλλον


Φωτό: antonis_ts@instagram.

Η κάπως ιδιότυπη σχέση των Καριωτών με το χρόνο είναι πλέον παγκοσμίως γνωστή (π.χ. εδώ), και έχει νομίζω συζητηθεί και διερευνηθεί αρκετά, ειδικά τώρα που Ικαρία ακούγεται όλο και περισσότερο «παραέξω». Για εμάς τους «παραμέσα» βέβαια, αυτά είναι πράγματα γνωστά και καθημερινά, κι εγώ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου άκουγα σχετικές «φολκλορικές» ιστορίες και ανέκδοτα (ενίοτε αστικούς μύθους) στον περίγυρο. Μια ειδική περίπτωση χρονοκαθυστέρησης αποτελούν οι παροιμιώδεις «δεσμεύσεις» των καριωτών μαστόρων όταν απευθύνεσαι σε αυτούς ώστε να σου κάνουν μια δουλειά:

- Αμέ πότε ‘α ‘ρτεις;
- Εεε, άμα προκάμω ‘α ‘ρτω...


Και δεν έρχεται σχεδόν ποτέ, πράγμα που έχει οδηγήσει διάφορους μελετητές του ικαριακού couleur local να προτείνουν την έκφραση «‘α ‘ρτω» ως συνώνυμη του «σε έχω γραμμένο».

Αυτό φυσικά δεν ισχύει γενικευμένα, συμβάλλει όμως στην αναπαραγωγή και διαιώνιση κάποιων στερεοτύπων που ομολογώ ότι τα βλέπω με σκεπτικισμό, αν και κατά κανόνα στις σχετικές αφηγήσεις υπερισχύει το χιούμορ. Χαρακτηριστικά θυμάμαι μια παλαιότερη αφήγηση που είχα καταγράψει εδώ (δεύτερο χέρι βέβαια, άρα να κρατάμε και μικρό καλάθι), σύμφωνα με την οποία καριώτης μετανάστης στην Αμερική επιστρέφει κάποιο Πάσχα στο χωριό του και βρίσκει το εγκαταλελειμμένο πατρικό του σπίτι σε κακή κατάσταση, με τρύπια σκεπή, χαλασμένα παράθυρα κλπ. Αποφασίζει να το επισκευάσει, οπότε προσφεύγει σε τοπικό κατασκευαστή κουφωμάτων που χαίρει εξαιρετικής φήμης για τον επαγγελματισμό του. Συζητάνε για τα σχέδια, παίρνουν μέτρα, συμφωνούν στην τιμή και ακολουθεί ο εξής διάλογος:

- Και πότε θα είναι έτοιμα; ρωτάει ο «Αμερικάνος».
- Α, εσύ τώρα θα τα βιάζεσαι κιόλας..., απαντάει ο «επαγγελματίας».
- Μπα, όχι πολύ. Αυτό το καλοκαίρι δεν θα έρθω, ούτε του χρόνου που παντρεύω την κόρη μου. Το επόμενο Πάσχα όμως, σε δυο χρόνια από τώρα, λέω να έρθω και, όσο να 'ναι, θα ήθελα να μείνω στο σπίτι.
- Ε, καλά σου είπα... Βιάζεσαι...


Φυσικά όλοι έχουν να διηγηθούν αντίστοιχα ανέκδοτα, οπότε θεωρούσα ότι κομίζει γλαύκα εις Αθήνας όποιος επαναλαμβάνει τέτοιες αφηγήσεις (που όπως είπαμε απλώς διαιωνίζουν το φολκλόρ), μέχρι που προ ημερών κάποιος μου ανέφερε μια όντως απρόσμενη ιστορία (πάντα δεύτερο χέρι, οπότε ας την αναπαράγουμε με τις δέουσες προφυλάξεις) που έλαβε χώρα σε ξυλουργείο κάπου στις Ράχες.

Μπαίνει ο «πελάτης» μέσα σε έξαλλη κατάσταση και τα χώνει στο μάστορα αγρίως χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι:

- Ρε απατεώνα, την ΠΟΡΤΑ που σου παρήγγειλα πότε επιτέλους θα μου τη φέρεις;
- Μα αμέσως, τώρα δα τη δουλεύω
, απαντά ο έντρομος μάστορας.
- Ρε καραγκιόζη, αυτή την ΠΟΡΤΑ, ξέρεις πόσος καιρός είναι που μου χεις πεις πώς θα μου τη φέρεις;
- Μα τώρα δα, τη Δευτέρα θα στη φέρω σίγουρα
, διαβεβαιώνει ο μάστορας.

Και ο «πελάτης», σκασμένος στα γέλια:

- Ποια πόρτα, ρε φίλε; Σου ‘χω παραγγείλει εγώ ποτέ πόρτα;


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 15/5/2013, με μικροπαρεμβάσεις εκ της διευθύνσεως. Την - κοινότοπη πλέον - σημασία του «‘α ‘ρτω» μου μετέφερε πρώτη προ ετών η φίλη Σ.Τ., την ιστορία με τον «Αμερικάνο» χρωστάω στο Θ.Μ. και την αμίμητη ιστορία με την πόρτα στο Γ.Κ. Η φωτογραφία απεικονίζει μια ιδιότυπη «ποριά» μάλλον παρά πόρτα σε ένα χειμαδιό στο δρόμο από Αρμενιστή προς Άγιο Πολύκαρπο. Στο βάθος φαίνεται η Μεσαχτή και το εκκλησάκι στο Γιαλισκάρι.

Διέγραψα ένα περιπαθές επίθετο κατόπιν συμβουλής της Δ., σύμφωνα με την οποία (ορθώς) ο καριώτης μάστορας δε χάνει την ψυχραιμία του ακόμα και όταν του φωνάζουν και του βαράνε το χέρι στο τραπέζι. Αυτό δα έλειπε...


15/5/13

Σὲ βρίσκει ἡ ποίηση (Τίτος Πατρίκιος)


Ἐκεῖ ποὺ συλλογίζεσαι ποιὸς εἶσαι καὶ τί ἔκανες
πόσο ἀνοίχτηκες στοὺς ἄλλους γιὰ νὰ σὲ δεχτοῦν
πόσο ἐπιδείχτηκες στὸ κοινὸ γιὰ νὰ τοῦ ἀρέσεις
πῶς κλείστηκες τόσο πολὺ γιὰ νὰ προστατευτεῖς
σὲ τί ἔφταιξες σ’ ἐκείνους ποὺ σὲ ἀπέρριψαν
γιὰ πόσο καιρὸ τὸ ἀνέβαλλες κι ἐσὺ νὰ τοὺς ἀπορρίψεις
πότε ἔδωσες ἕνα στήριγμα σὲ κάποιον ποὺ τὸ χρειαζόταν
πότε ἐγκατέλειψες τὸν ἄνθρωπο ποὺ σὲ εἶχε ἀνάγκη
πόσο ἀντέδρασες ὅταν ἔβλεπες νὰ πλουτίζουν
αὐτοὶ ποὺ ἔλεγαν ὅτι μάχονται γιὰ τοὺς φτωχοὺς
ὅταν ἄκουγες νὰ δημηγοροῦν ὑπὲρ τῶν ἀδικημένων
ἐκεῖνοι ποὺ ἀδικοῦσαν ἔχοντας πάντα δίκιο
πόσο ἐνίσχυσες αὐτοὺς ποὺ τοὺς προσφέρθηκες νὰ σὲ
      δυναστεύουν
πόσο μὲ τὴ δράση σου βοήθησες ν’ ἀνατραποῦν
ὣς πότε ἀπόλυτα δεχόσουν τὶς μονολιθικὲς ἀλήθειες
πόσο ἀντιπάλεψες τὴν κάθε φορὰ ἀκράδαντή σου πίστη
γιὰ πόσο φερόσουν σὰν πιστὸς ἐνῶ πιὰ δὲν πίστευες
πόσο ἀφέθηκες στὶς παρορμήσεις σου, πόσο τὶς δάμασες
πόσο προχώρησε ἡ γνώση σου, πόσο δοκιμάστηκε
ὣς ποῦ κατόρθωσε νὰ φτάσει ἡ πράξη σου, ποὺ στόμωσε
πόσο ἄργησες ἢ πόσο βιάστηκες γιὰ μιὰ κρίσιμη
      ἀπόφαση...

Ἐκεῖ ἀπάνω σὲ βρίσκει ἡ ποίηση.


Τίτος Πατρίκιος - Σὲ βρίσκει ἡ ποίηση (ΙΙ), 2012

11/5/13

Κούκος διπλός και το πουλί του ναύτη



Ήταν τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη, το μακρινό 1991. Τριάντα χρόνια νωρίτερα, αρκετά πριν γεννηθώ, ο κ. Ζακόμπ και ο κ. Μονό είχαν δημοσιεύσει τις παρατηρήσεις τους για τη ρύθμιση του όπερον της λακτόζης. Όταν πρωτοδιάβασα τη λέξη «όπερον» στο βιβλίο της Γενικής Βιολογίας του δευτέρου εξαμήνου (κάπου το 1986, μάλλον) είχα κολλήσει κάπως με τη λέξη. Πρωτοετής, είχα ακόμα τη φιλοδοξία να γίνω κάτι σαν οικολόγος-περιβαλλοντιστής και κοιτούσα το βιβλιαράκι (που έφερε την καθηγητική υπογραφή του Φώτη Καφάτου αλλά είχε επιμεληθεί επιστημονικώς η Ρένα Λ.), με μια ορισμένη δυσπιστία στα μόρια και τα γονίδια. Εκείνο τον Οκτώβρη του 1991 όμως, πτυχιούχος πλέον, εκπονούσα τη διατριβή μου ακριβώς στο εργαστήριο της Ρένας, με DNA και με περιοριστικές ενδονουκλεάσες και μακριά, πολύ μακρια από οικολογίες και περιβάλλοντα. Ήξερα καλά πλέον ότι η επιστημονική μου κλίση ήταν στον «απέναντι» κλάδο, αυτόν των μορίων και των γονιδίων, άλλο αν πάντα έψαχνα για γέφυρες με τους «φυσιοδίφες», γέφυρες που γνωσιολογικώς ευτυχώς υπάρχουν και που είναι πάντα επίκαιρες.

Μια τέτοια είχε ρίξει εκείνη τη χρονιά ο Φώτης όταν οργάνωσε στη Χερσόνησο της Κρήτης το συνέδριο με τίτλο “Evolution and Development: 30 years after the Jacob-Monod paradigm”. Βέβαια ο Μονό μας είχε αφήσει χρόνους, αλλά ο Ζακόμπ, επιφανής νομπελίστας θα μας τιμούσε με την παρουσία του. Ήταν ακόμα κάμποσες φίρμες του χώρου, μερικοί ήδη μυθικά ονόματα, άλλοι γουαναμπήδες, άλλοι φοιτηταριό (κοιτάω τη λίστα με τους συμμετέχοντες και βλέπω μερικούς φοιτητές της τότε εποχής που έχουν γίνει σήμερα μορφές της επιστήμης διεθνώς). Ο Φώτης φαίνεται πως ήθελε ένα σχετικό μπούγιο, και έριξε τις τιμές της συμμετοχής των φοιτητών στο συνέδριο στα 15 χιλιάρικα (δραχμές, εννοείται), ποσό που αν και δεν ήταν εντελώς αμελητέο, δεν ήταν και απίστευτο, ειδικά εφόσον περιελάμβανε διαμονή μιας εβδομάδας με πρωινό και μεσημεριανό σε ένα από τα χλιδέστερα ξενοδοχεία της περιοχής. Ο Γιώργης και η Ρένα που είχαν το εργαστήριο που δούλευα μας εξήγησαν ότι δεν υπήρχαν λεφτά για να καλύψουν τη συμμετοχή μας, αλλά ήταν καλή ιδέα, αν είχαμε τα χρήματα, να πάμε: τόσους επιστημονάρες μαζεμένους αποκλειόταν να ξαναβρούμε (τουλάχιστον με αυτό το κόστος).

Την εποχή εκείνη πληρωνόμουν με μια συμβολική υποτροφία (που κατέστη συμβολικότερη συν τω χρόνω), αλλά δεκαπέντε χιλιάρικα υπήρχαν, δεδομένου ότι τα έξοδά μου ήταν κατά βάση τσιγάρα, εφημερίδες, και κάνα ποτάκι αραιά και που. Στην Κρήτη είχα ήδη πάει μια-δυο φορές με διάφορες επιστημονικοφανείς αφορμές, αλλά κατά βάση γινόμενος φόρτωμα σε έναν κολλητό μου, που μετά από τόσα χρόνια είχε καταφέρει κάποτε να αποφοιτήσει και υπηρετούσε πλέον τη θητεία του κόβοντας καρφιά στο Ναύσταθμο. Ωστόσο από τη μεριά της Χερσονήσου δεν είχα πάει, και παρότι ήταν αρχές Οκτώβρη, έκανε αρκετή ζέστη για ένα-δυο μπανάκια. Το πρόγραμμα του συνεδρίου προέβλεπε και μια εκδρομούλα στο οροπέδιο Λασιθίου. Δεν το σκέφτηκα πολύ και δήλωσα συμμετοχή παρόλη την ψιλομουρμούρα της τότε κοπέλας μου που αν και ήταν πολύ πιο σχετική με τα όπερον δεν θα πήγαινε· η καθηγήτριά της έκρινε ότι «δεν είναι για μας αυτά».

Το συνέδριο θα ξεκινούσε Δευτέρα πρωί· Κυριακή βράδυ κατά τις εννιά μαζευτήκαμε στο σαλόνι του «Νίκος Καζαντζάκης», ενός πλοίου που με βάση τις ικαριακές μου ταξιδιωτικές εμπειρίες μου φαινόταν σα διαστημόπλοιο. Ήμασταν κάμποσοι φοιτητές, μεταπτυχιακοί και μερικοί προπτυχιακοί, όλοι με σχετικές αψιλίες, εξ’ ου και η φτηνή μετακίνηση με πλοίο, κατάστρωμα, και φοιτητικό εισιτήριο (μερικοί με πλαστογραφημένο πάσο κιόλας). Χαβαλεδιάζαμε κάμποση ώρα, αλλά η ώρα δεν πέρναγε· κάποιοι πήγαν να κοιμηθούν στους υπνόσακκους, κάποιος έριξε μια ιδέα στους εναπομείναντες:

- Δεν παίζουμε ένα χαρτάκι να περάσει η ώρα;

Δεν υπήρχε τράπουλα άμεσα διαθέσιμη, υπήρχε όμως ανοιχτό μαγαζί του πλοίου. Ως πιο μεγάλος και πιο λαρτζ της παρέας (έπαιρνα και υποτροφία, είπαμε) αγόρασα μια τράπουλα. Είπαμε να παίζουμε ξερή ή δηλωτή αλλά είμασταν κάμποσοι οπότε ο Γ. έριξε την ιδέα για πόκα. Διαμαρτυρήθηκα ότι δεν ήξερα πόκα, μόνο πόκερ κι αυτό με κάποια δυσκολία.

- Δεν πειράζει, θα μάθεις, μου είπαν με ένα στόμα οι υπόλοιποι.

Μου έδειξαν συνοπτικά τι είναι κέντα, τι είναι χρώμα, τι είναι φλος. Ψιλοβαριόμουνα, είναι η αλήθεια, ήθελα να κοιμηθώ κιόλας διότι πρωί πρωί θα μιλούσε ο Stephen Jay Gould για την καταγωγή του αρσενικού φύλου από το θηλυκό (με παρατηρήσεις από τα γεννητικά όργανα της ύαινας), θέμα που όσο να ‘ναι με ιντριγκάριζε. Πλην όμως, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Βγήκαμε άυπνοι και ζαλισμένοι από το πλοίο, χωθήκαμε ανά τετράδες σε κάτι ταξί και ξεμπαρκάραμε στο γκλάμορους χοτέλ του συνεδρίου περίπου την ώρα που ξεκίναγε. Ακουμπήσαμε τα δεκαπεντάρια στη γραμματέα του συνεδρίου, μια εντυπωσιακά ψηλή κοπέλα με εντυπωσιακά δαχτυλιδωτά μαλλιά και εντυπωσιακά άγριο βλέμμα (που πολλά χρόνια αργότερα ανακάλυψα ότι είναι επίσης εντυπωσιακά ικανή στη δουλειά της και εντυπωσιακά καλόκαρδη, καθώς και τακτική αναγνώστρια του ιστολογίου, οπότε αφήνω τις διαχύσεις για το κατ’ ιδίαν). Μας έδωσε τσαντούλα με βιβλίο πρακτικών, κουπόνια για να τρώμε στο συνεδριακό εστατόριο τζαμπέ, και την πληροφορία ότι δε θα μέναμε στο καραχλιδάτο χοτέλ του συνεδρίου αλλά στα ημιχλιδάτα μπάγκαλόουζ δίπλα, πλην όμως με το πρωϊνό στη χλίδα. Κατανοητόν; Κατανοητότατον. Πήγα στην ομιλία του Gould και με πήρε ένας βαθύς ύπνος (η επιβλέπουσα της διατριβής μου με διαβεβαίωσε ότι κοιμόμουν με ανοιχτά μάτια πάντως, και δεν έγινα εντελώς ρόμπα).

Τις μέρες που ακολούθησαν, η ρουτίνα μας ήταν περίπου η εξής: τρώγαμε ένα απίστευτα χλιδάτο πρωϊνό, με εφτά ειδών αυγά, τριανταδύο τύπων τυριά, σαλάμια, λουκάνικα, μπέικον, πενηνταπέντε ειδών κορν φλέικς, ίσαμε είκοσι διαφορετικά ψωμιά, ψωμάκια, μπριοσάκια, κρουασανάκια, κεϊκάκια και τοστάκια, καμιά εικοσιπενταριά τύπους χυμών, φρούτα, γιαούρτια, τσάγια, καφέδες και αναψυκτικά. Μετά σέρναμε βαριά τα βήματά μας στο συνεδριακό χώρο όπου ακούγαμε νυσταγμένοι τις ομιλίες διασήμων και λιγότερο διασήμων, κάποιες καταλαβαίναμε και κάποιες όχι, χειροκροτούσαμε στα σωστά σημεία, ακούγαμε τις εμπνευσμένες ή λιγότερο εμπνευσμένες ερωτήσεις (θυμάμαι τον Akam και τον Dover συχνά πυκνά με το μικρόφωνο στο χέρι, αν και τον τελευταίο μπορεί και να τον έχω μπλέξει με ένα μεταγενέστερο συνέδριο του Linnean Society), τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του Καφάτου (που επίσης είχε μια ικανότητα να τον παίρνει ο ύπνος αλλά χωρίς ποτέ να χάνει τον ειρμό), τρέχαμε πρώτοι για μια κούπα καφέ στα διαλείμματα και κάναμε επιστημονικό κουτσομπολιό (να, αυτός είναι ο Southern που έβγαλε την ομώνυμη μέθοδο, ο άλλος που μοιάζει με καουμπόη είναι ο Eric Davidson, μόνο που αντί για περίστροφα στις τσέπες έχει πούρα, καλά αυτή είναι δυνατόν να φοράει πέδιλο με άσπρη κάλτσα; ρε σεις, ο παππούς ο Slonimski αντί για λέιζερ πόιντερ έδειχνε τα σλάιντς με ένα καλάμι – μαζί με τη φούντα), χωνόμασταν με τα κουπόνια μας στο γεύμα (ατυχώς ιδιαίτερα λιτό σε σχέση με το πρωινό), τσακίζαμε τα μπισκοτάκια στα απογευματινά διαλείμματα (που ήταν το τελευταίο τζάμπα πράμα της ημέρας) και κατά τις οχτώ που σχόλαγε το πανηγύρι πηγαίναμε για κανένα σουβλάκι στα όρθια (για τόσο μας έπαιρνε) και χαζεύαμε τις ταμπέλες των μαγαζιών της Χερσονήσου που ήταν στα γερμανικά (τα φαρμακεία έγραφαν όλα “Apotheke”) και τα μενού των εστιατορίων που ήταν με φωτογραφίες από υπερφυσικούς μουσακάδες και τερατώδεις χωριάτικες και τζατζίκια, αριθμημένα ώστε ο τουρίστας να παραγγέλνει το νούμερο τάδε ή να δείχνει τη φωτογραφία, κι ύστερα γυρίζαμε στο ημιχλιδάτο μπαγκαλόου όπου κάποιος έριχνε την ιδέα:

- Λοιπόν, παίζουμε καμιά ποκίτσα να περάσει η ώρα;

Και η ώρα περνούσε παίζοντας πότε πόκερ και πότε μιζέρια και πότε κούκο διπλό και πότε μπόμπα χαρακίρι, εκτός από όταν έκανε χαρτί ο Μ. που είχε μια εμμονή να παίζουμε «το πουλί του ναύτη» που όπως όλοι ξέρουν δεν είναι σαν του καντηλανάφτη και είχε μια πολύ μακριά σειρά από χαρτιά που σκάγανε ένα-ένα. Κι εγώ πάσχιζα να ξεχωρίσω πότε κερδίζει η κέντα και το χρώμα και πότε όχι, και πότε πρέπει να κάνω ντούκου και πότε να πάω πάσο και πότε να κάνω μπλόφα και φυσικά έχανα, καθότι όπως μου εξηγούσαν όλοι αν δεν πληρώσεις δε θα μάθεις, πλήρωνα λοιπόν και μάθαινα, όχι μόνο εγώ βέβαια, αλλά μερικούς άλλους επιρρεπείς σε ατυχήματα (λέγε με Α. ή και Γ.) τους φύλαγαν οι γκόμενες και τους βάζανε χέρι αν τυχόν παίρνανε την κάτω βόλτα, ενώ κάποιοι άλλοι μόλις βάζανε κάνα κατοστάρικο στο χέρι πήγαιναν (λέγε με Μ.) μια στιγμούλα έξω και το παίρνανε τηλέφωνα στην αλλοδαπή (έλα μωρό μου, σε σκέφτομαι συνέχεια, ναι, ναι, πήζω, πήζω) από έναν τηλεφωνικό θάλαμο με κέρματα καθότι μέσα από τα δωμάτια πήγαινε λέξη και τάληρο, και μετά ξαναρχόντουσαν άφραγκοι και ερωτευμένοι να μαδήσουν άλλο ένα κατοστάρικο από τους εκπαιδευόμενους ποκαδόρους, καλή ώρα.

Και κάποτε ξημέρωνε και λέγαμε «όχι ρε πούστη πάλι» και πέφταμε να κοιμηθούμε κάνα δίωρο και ξυπνάγαμε να πάρουμε το υπερμεγέθες λουκούλλειο πρωινό λες και ήταν το τελευταίο μας, και πηγαίναμε νυσταγμένοι στις συνεδρίες και το βράδυ ξανά μανά πόκα μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων. Βέβαια γύρω στο τριήμερο είχα μάθει να αποφεύγω τις χοντρές κακοτοπιές και δεν έμπαινα πλέον κι άλλο μέσα, μια φορά μάλιστα έκανα μια-δυο επιτυχημένες μπλόφες (κατά λάθος μάλλον) και μια δόση ο Μ. πήγε πάσο με φλος στο χέρι διότι με είδε ατρόμητο να τα βλέπω (ενώ είχα σχεδόν καθαρή πενταφυλλία) οπότε περιόρισα κάπως τη χασούρα σε αντιμετωπίσιμα επίπεδα κι εκείνος είπε «μαλάκα, αν συνεχίσεις έτσι η σχέση μου κινδυνεύει, θα με χωρίσει η άλλη άμα δεν την παίρνω τηλέφωνο» αλλά τελικά δεν κινδύνεψε και ιδιαίτερα βέβαια, είχαμε πάντως την πλάκα μας καθώς ό,τι έλεγε ο ένας κάποιος άλλος απαντούσε «στην πούτσα μας» για να ακουστεί ως ηχώ ο Γ. «στην πουτσάρα μας» και να συμπληρώσει ο Μ. «στην καραπουτσακλάρα μας», δηλώσεις όχι πολύ επιστημονικές βέβαια, μην κοιτάς σήμερα που ο ένας είναι καθηγηταράς στην Οξφόρδη και ο άλλος στο Άμστερνταμ και ο τρίτος έστω επίκουρος στο Αθήνησι και μερικοί ξεμείναμε εισέτι μεταδιδάκτορες ιστολόγοι, τότε το πράγμα είχε τη γοητεία της ανακάλυψης, όχι μόνο της επιστήμης per se αλλά των ορίων ενός εκάστου εξ ημών, μέσα από ένα παιχνίδι ανταγωνισμού βέβαια αλλά και μια ορισμένης συντροφικότητας κάτω από την επιφάνεια του εν εξελίξει συνεδρίου, δίπλα στον κάπως κουρασμένο νομπελίστα Ζακόμπ, τους φτασμένους μεγάλους και τους φιλόδοξους (και μωροφιλόδοξους ενίοτε) μιμητές τους.

Και οι μέρες περνούσαν, και δεν πήγα στο οροπέδιο Λασιθίου εκείνη τη φορά, σκοτωμένος από τη νύστα, πήγαν όμως οι συναδέλφισσες από το εργαστήριο να μου μαζέψουν σαλιγκάρια για τις ανάγκες της διατριβής μου και τις ρώτησε ο Piet Borst τι τα θέλουν και του είπε η Ε. «για το μιτοχονδριακό DNA, ξέρετε τι είναι;» κι αυτός είπε ευγενικά κάτι σαν «ναι, εγώ το αποκωδικοποίησα», δήλωση βέβαια κάπως υπερβολική καθότι αφορούσε κάποιους μύκητες μόνο αλλά τεχνικώς σωστή οπωσδήποτε, τόσο ώστε να μου πει η Ε. την άλλη φορά να πάω να τα μαζέψω μόνος μου τα σαλιγκάρια για να γίνω εγώ ρόμπα και όχι εκείνη (παρεμπιπτόντως τον Piet τον είδα πέρσι σε μορφή προτομής στο Άμστερνταμ, παρότι ζει και βασιλεύει ο άνθρωπος). Πήγαμε όμως με τους συμπαίκτες βόλτα στο Ηράκλειο και είδαμε την πτέρυγα Ο των λυομένων κτιρίων του Πανεπιστημίου στην Κνωσό και θαυμάσαμε από κοντά την περίφημη γάτα που (μάλλον κακώς, από άποψη βιοασφάλειας) φιλοξενούσε το εργαστήριο των ζυμομυκήτων που ήταν το άκρη-άκρη στην έξοδο του διαδρόμου ώστε να μπορεί ο επικεφαλής του να καπνίζει με το χέρι έξω από το κτίριο αλλά το κεφάλι μέσα ώστε να μη χάνει κίνηση εντός του εργαστηρίου.

Πήγαμε και στα Μάλια ένα βράδυ, με ταξί κερασμένο από ένα εργαστήριο του Πανεπιστημίου Πατρών ώστε ένας φίλος από εκεί να μαζέψει τις μυγοπαγίδες που είχε στήσει στην περιοχή και είχαν μέσα τα πάντα εκτός από μύγες του είδους που τον ενδιέφερε. Μιλήσαμε για τους καθηγητές των δικών μας ιδρυμάτων που μας φαίνονταν αρχικά φοβεροί και τρομεροί, αλλά δίπλα στους νομπελίστες και τους φτασμένους χλώμιαζαν μέχρις εξαφανίσεως σχεδόν, για τη σφοδρότητα μερικών debate και τις γνώσεις και την εμπειρία που μας έλειπαν ώστε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο (όχι για να τα κάνουμε αυτά που έκαναν οι «μεγάλοι», αλλά ίσα για να τα παρακολουθούμε), για τον επαρχιωτισμό των ελληνικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, για το μέλλον της βιολογίας και το δικό μας μέλλον σε αυτήν, για τα αδιάφορα, όπως μας φαίνονταν, θέματα των διατριβών μας, και φυσικά για κέντα-χρώμα, τρία-φουλ, κοτούλες, λαγουδάκι, σταυρό, και το αναπόφευκτο πουλί του ναύτη.

Παίξαμε την τελευταία παρτίδα στο σαλόνι του «Νίκος Καζαντζάκης» όπως και την πρώτη. Μάζεψα την τράπουλα, το 2 ως το 6 εντελώς άπαιχτα και καθαρά, ενώ τα υπόλοιπα 32 φύλλα παιγμένα και κατάμαυρα στις άκρες. Γύρισα σπίτι και κοιμήθηκα δεκατρεις ώρες σερί.

Πριν λίγες μέρες διάβασα ότι πέθανε, πλήρης ημερών, ο Ζακόμπ· κάπως μου ήρθε και θυμήθηκα την ύπαρξη της τράπουλας. Την εντόπισα σε ένα ξεχασμένο συρτάρι.

Δεν έχω ξαναπαίξει χαρτιά από τότε. Καθότι όπως έλεγε κι ένας από τους τότε συμπαίκτες (που πάντως δεν έκανε ερευνητική καριέρα), το πάσο είναι πιο δυνατό απ’ το φλος, έτσι;