ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/1/13

Σαμπάτικαλ

Οι Χειμερινοί Κολυμβητές τραγουδούσαν «Ταξιδιάρικα πουλιὰ τ᾿ ἀγέρα, πότες θὰ μᾶς πάρετε καὶ μᾶς πέρα στοῦ Αἰγαίου τὰ νησιά, στοῦ πελάγου τὶς ἀτέλειωτες ἀμμοῦδες». Ωστόσο η εικόνα είναι από μια άκρη του Ατλαντικού Ωκεανού, στην Costa de Caparica, νοτίως της Λισσαβώνας.

Όπως όλοι ξέρουν, ο Θεός έδωσε στο Μωυσή δέκα εντολές· και μάλιστα γραπτώς. Κάπως λιγότεροι ξέρουν ότι του έδωσε ακόμα μερικές εκατοντάδες, προφορικά όμως. Οι εντολές αυτές (λεγόμενες συνολικά «ο Νόμος») αφορούσαν διάφορα ζητήματα κάπως λιγότερο κομβικά ίσως (ειδικά αν δεν είσαι μέλος της Συναγωγής...), οπότε ομολογώ ότι δεν τους είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία όταν με έπιασε πριν μερικά χρόνια η πετριά να διαβάσω ολόκληρη την καθ’ ημάς Παλαιά Διαθήκη και μάλιστα κατευθείαν από το κείμενο των εβδομήκοντα. Στην πραγματικότητα παρέλειψα διάφορα σημεία που δεν συνέβαινε και τίποτα το συνταρακτικό, όπως οι χιλιάδες αριθμοί στο βιβλίο «Αριθμοί» ή οι άπειρες μάταιες γενεαλογίες στα βιβλία των Παραλειπομένων.

Από τις λίγες προφορικές εντολές που συγκράτησα πάντως, ήταν μία που είχε να κάνει με την απελευθέρωση των δούλων κάθε εφτά χρόνια. Όπως το θυμάμαι μέσες-άκρες, αν κάποιος είχε ένα δούλο για έξι χρόνια, τότε τον έβδομο χρόνο έπρεπε να τον καλέσει και να τον ρωτήσει αν θέλει να φύγει ελεύθερος. Αν ο δούλος έλεγε ότι θέλει να φύγει ήταν ελεύθερος να το κάνει (βέβαια αν είχε οικογένεια, γυναίκα και παιδιά επίσης δούλους, αυτοί δεν ελευθερώνονταν αυτόματα). Αν όμως έλεγε «εντάξει μωρέ, καλά είμαι εδώ, πού να τρέχω τώρα», τότε δεν είχε άλλη δυνατότητα ελευθερίας, θα παρέμενε δούλος σε αυτό τον αφέντη εφ’ όρου ζωής.

Την εποχή εκείνη δούλευα στην Αθήνα και ήμουν στην ίδια δουλειά για έξι σχεδόν χρόνια. Παρότι προς το τέλος της εξαετίας το πράγμα άρχιζε να γίνεται αποδοτικό κάπως, εμένα με είχε πιάσει μια φαγούρα (που άλλους τους πιάνει ίσως αργότερα) ότι δεν έχω κάνει τίποτα σημαντικό στη ζωή μου, δεν έχω ταξιδέψει, δεν έχω μπει σε καμμία ιδιαίτερη περιπέτεια (ο στρατός δε μετράει, δεν πήγαμε και στον πόλεμο). Παιδιά-σκυλιά δεν είχα, έτσι όταν ο εργοδότης μου άρχισε να μου λέει ότι θα μπορούσαμε ίσως να επεκτείνουμε το συμβόλαιο για να εμπλακούμε σε ένα πρότζεκτ το οποίο δε μου γέμιζε και τόσο το μάτι, αποφάσισα ότι είναι ώρα να φεύγω· κάπως μου είχε μπει στο μυαλό ότι, όπως οι δούλοι του Νόμου, αν δεν έφευγα τότε θα έμενα αιωνίως κολλημένος στην Αθήνα και στα γνωστά και τετριμμένα. Πάνω στην ώρα είδα μια αγγελία στο ίντερνετ για μια δουλειά με διάρκεια ενός χρόνου σε ένα εργαστήριο στην Κρήτη. Έκανα αίτηση, με πήραν. Έφυγα.

Άλλα έξι χρόνια αργότερα, έχοντας αλλάξει τρεις χώρες, πέντε εργαστήρια, και περίπου δεκαεφτά σπίτια αρχίζω και ξανασκέφτομαι το νόημα της εν λόγω απελευθέρωσης. Στο διάστημα που μεσολάβησε έκανα διάφορα πράγματα που θα μπορούσαν σε άλλη περίπτωση να μου έχουν μείνει απωθημένα, από ελεύθερο κάμπιγκ στη νότια Κρήτη και εξορμήσεις ορειβατικές (άθλια…) ή ιστιοπλοϊκές (κάπως καλύτερα) μέχρι ταξίδια σε διάφορες γωνιές της Ευρώπης, χώρια η πιο συστηματική ενασχόληση με το γραπτό λόγο μέσω ιστολογίου και Ikariamag. Γνώρισα πολύ κόσμο, βορειοευρωπαίους, νοτιοαμερικάνους, απωανατολίτες και μερικούς ανάμικτους. Ανακατεύτηκα με διάφορα πράγματα εδώ κι εκεί. Από μια άποψη θα ήθελα να μπορώ να ισχυριστώ ότι έχω δει πράγματα που εσείς δε θα πιστεύατε (στην άκρη του Ωρίωνα ή την πύλη Τανχώυζερ, ίσως), αλλά φυσικά δεν είναι έτσι: υπήρξα πολύ περισσότερο οικονομικός μετανάστης παρά ταξιδιώτης στην άκρη του κόσμου. Αλλά δεν έχω παράπονο. Δεν ήταν και χάλια.

Έξι χρόνια μετά ξαναπέφτω πάνω στη εντολή του Νόμου για την απελευθέρωση των δούλων σε ένα άρθρο της Wikipedia καθώς με κάποια έκπληξη ανακαλύπτω ότι εκεί βρίσκεται μια πιθανή ρίζα της έννοιας sabbatical που χρησιμοποιείται κατά κόρον στους ακαδημαϊκούς χώρους (εντάξει, της αλλοδαπής κυρίως). Αναφέρεται στο «σαββατικό έτος», κατά κυριολεξία το έβδομο έτος μετά από έξι χρόνια παραμονής σε μια θέση. Είθισται τον έβδομο χρόνο (ή κάποιον χρόνο τέλος πάντων...) να απέχει κανείς από τα καθήκοντα της θέσης του και να ασχολείται (υπό τύπον εκπαιδευτικής άδειας) με άλλες δραστηριότητες. Άλλοι πάνε επίσκεψη σε κάποιο άλλο ίδρυμα και ξαναμπαίνουν στα εργαστήρια να κάνουν πειράματα, άλλοι κάθονται και γράφουν βιβλία, άλλοι περιοδεύουν. Ύστερα από λίγο καιρό (όχι πάντα ολόκληρη ακαδημαϊκή χρονιά, μπορεί να είναι και λίγοι μήνες μόνο) επιστρέφουν ανανεωμένοι στα καθήκοντά τους και τους φοιτητές τους (άλλο αν οι τελευταίοι δεν είναι βέβαιο ότι αντιλαμβάνονται την υποτιθέμενη ανανέωση).

Σε κάθε περίπτωση, νομίζω πως έξι χρόνια μετά, έχει έρθει πια η ώρα. Καθώς διανύω τις τελευταίες μέρες μου στη Λισσαβώνα, σκέφτομαι ότι έχω την ελαφρά πολυτέλεια (έως και τεράστια πολυτέλεια, εδώ που τα λέμε, στους καιρούς που ζούμε) να δώσω στον εαυτό μου μια «σαββατική» περίοδο. Δεν έχω δουλειά πια, αλλά δε με πειράζει και πάρα πολύ προς το παρόν διότι δεν έχω και υποχρεώσεις, τουλάχιστον όχι επείγουσες (άλλοι με παιδιά, σκυλιά, δάνεια και κρίση μέσης ηλικίας πέραν της οικονομικής ζορίζονται πολύ περισσότερο). Οπότε λέω να επιστρέψω μετά από έξι χρόνια στην Αθήνα και να αφιερώσω λίγο χρόνο σε μερικά από τα διαρκώς αναβαλλόμενα σχέδια που σέρνω εδώ κι εκεί χρόνια τώρα. Τα άρθρα που δεν έχω γράψει και κοντεύουν να σαπίσουν περιμένοντας, μερικές βόλτες στην Ελλάδα, κάνα ταξιδάκι με καμμιά βαρκούλα, ενδεχομένως μια πιο μακρόχρονη παραμονή στην Ικαρία όταν φτιάξει λίγο ο καιρός, τα αγαπημένα πρόσωπα που έχουμε πράγματα να μοιραστούμε. Ύστερα μπορώ να ξαναριχτώ «ανανεωμένος» στη βιοπάλη (άλλωστε δε φτάνουν για πολύ καιρό τα έτοιμα, μη φαντάζεστε).

Βέβαια όλοι μου λένε ότι είναι μέγα λάθος να γυρίσω τώρα στην Ελλάδα (τώρα που άπαντες κάνουν αμάν να φύγουν) και να θέσω σε κίνδυνο την όποια καριέρα μου στον επιστημονικό χώρο· έξι μήνες να λείψεις από την πιάτσα σε έχουν ξεπεράσει εντελώς οι εξελίξεις, ομολογουμένως. Μου λένε ότι η χώρα είναι μες στα σκατά, δυνατότητες δεν υπάρχουν, και θα κολλήσω κι εγώ στη γενική μιζέρια από την οποία άξαφνα διέφυγα προ τριετίας. Ωστόσο εγώ σκέφτομαι κάπως διαφορετικά· αφενός δεν είναι βέβαιο ότι έρχομαι «μόνιμα» και αφετέρου δεν είναι υποχρεωτικό να κάνει κανείς αυτό που κάνουν όλοι οι άλλοι. Οι πρωτοπόροι κάνουν αυτό ακριβώς που δεν κάνει ο πολύς κόσμος. Όχι βέβαια ότι εγώ είμαι σε κάτι πρωτοπόρος, προς Θεού. Απλά είναι φορές που θέλεις, ή ίσως επιβάλλεται, να κάνεις κάτι άλλο από αυτό που έκανες πάντα. Κάτι που δεν έχεις ξανακάνει, ίσως, και είναι ο καιρός του.

Στο κάπως ιδιωτικής φύσης μπλογκ ενός φίλου διάβασα πριν κάποιο καιρό μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Ο φίλος μου είχε πάει να επισκεφτεί έναν Άγγλο φίλο του (επιστήμονες και οι δύο) κάπου στα περίχωρα της Οξφόρδης, και μια μέρα βρέθηκαν να δειπνούν με τον πατέρα του Άγγλου, ο οποίος με κάποια αφορμή που δε θυμάμαι πια διατύπωσε έναν αξιοσημείωτο αφορισμό: «Ένας άντρας», είπε (αν ανακαλώ σωστά τη διατύπωση), «πρέπει να κάνει στη ζωή του τρία πράγματα που θα μείνουν και μετά από αυτόν: να φυτέψει ένα δέντρο, να κάνει ένα παιδί, και να γράψει ένα βιβλίο. Εσείς οι δύο έχετε ξεκινήσει ανάποδα, πρώτα γράψατε το βιβλίο»,(εικάζω αναφερόταν στις διδακτορικές διατριβές τους), «μετά κάνατε τα παιδιά, κι ακόμα δεν έχετε φυτέψει τίποτα». Από ό,τι διάβασα πιο κάτω, ο φίλος μου φύτεψε το ίδιο καλοκαίρι μια λεμονιά ή και κάτι ακόμα.

Εγώ πάλι έχω προλάβει να φυτέψω κάτι ελιές ως παιδί, αν και δε βλάφτει φυσικά να προθέσουμε ακόμα κάνα δεντράκι. Όσο για τα άλλα δύο πράγματα που εκκρεμούν, δεν ξέρω σίγουρα αλλά μάλλον είναι κάτι που αξίζει να το σκεφτεί σοβαρά κανείς όντας σε σαμπάτικαλ, δεν είναι;


Σ.Σ. Στο κείμενο παραποιώ αρκούντως τη μνημειώδη φράση που λέει ο Ρούτγκερ Χάουερ στο Χάρισον Φορντ (ή στο θεατή, μάλλον) στην κλασική σκηνή της τελικής σύγκρουσης στην ταινία Blade Runner του Ρίντλεϊ Σκοτ: I've seen things you people wouldn’t believe. Attack ships on fire off the shoulder of Orion. I watched C-beams glitter in the dark near the Tannhauser gate. All those moments will be lost in time, like tears in rain. (Και συμπληρώνει “Time to die.” όπου εμείς βέβαια χτυπάμε ξύλο...). Οι μάταιες γενεαλογίες προέρχονται από μια φράση που βούτηξα σε μια παλιά ανάρτηση (εκτός συμφραζομένων, φυσικά) από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.

25/1/13

Μαύρος άγγελος

Στοιχεία σοσιαλιστικού κέιτεριγκ σε μνημονιακές εποχές (ή απλά φτηνότερος καφές).

- Και αυτή είναι η Σοφία, είπε η Π. δείχνοντάς μου την κοπέλα πίσω από τον πάγκο του κυλικείου. Είναι ένας άγγελος, συμπλήρωσε τρυφερά και της χάιδεψε ελαφρά το χέρι.

Ήταν η μέρα που πρωτοήρθα στη Λισσαβώνα για να πιάσω δουλειά στο ινστιτούτο. Ο άγγελος χαμογέλασε και ρώτησε αν θέλαμε καφέ. Έχουν περάσει δεκατέσσερις μήνες σχεδόν και τώρα πια δε ρωτάει, ξέρει ότι εγώ θέλω ένα «γαλόνι», αυτό που λένε εδώ galão. Όποτε με βλέπει χαμογελάει πλατιά. Δεν ξέρω και πολλούς αγγέλους, είναι η αλήθεια, δυο-τρεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, άλλους δυο-τρεις από μια ταινία του Βέντερς. Από όλους τους, η Σοφία πρέπει να είναι ο πιο μαύρος. Ή καλύτερα από τα πιο βαθιά πορτοκαλί που κυκλοφορούν σε χρώμα επιδερμίδας. Αναρωτιόμουν για καιρό αν είναι από την Αγκόλα ή το Πράσινο Ακρωτήριο (για Μοζαμβικανή δεν την έκοβες, έχουν άλλη κοψιά, πιο ξερακιανή). Με διαβεβαίωσαν ότι είναι Πορτογαλίδα, γεννημένη στο Οέιρας κιόλας. Και ότι είναι άγγελος· συμφωνούν όλοι σ' αυτό.

Ο άγγελος γεμίζει τα πιάτα με χορταστικές μερίδες (οι άλλες κυρίες βάζουν εμφανώς λιγότερο), ακόμα και τις «μισές» μερίδες που συνηθίζονται εδώ. Σου μιλάει πάντα γελώντας πλατιά. Είναι τετράπαχη και κουτσαίνει, αλλά δε νομίζω να το προσέχει κανείς. Πίσω από τον πάγκο, με την ποδιά και το μαλλί κρυμμένο μέσα στο μαγειρικό σκούφο μοιάζει σαν επιβλητική πρωθιέρεια ενός γυναικείου πλήθους υπαλλήλων. Την ώρα που σχολάει και βγάζει τη στολή εργασίας για μια στιγμή τη μπερδεύεις καθώς μοιάζει κοριτσάκι με τα στρασάκια στη μπλούζα και το πλούσιο άφρο μαλλί (όχι, δεν είναι εξτένσιον, δικά της είναι). Χαμογελάει και την αναγνωρίζεις πάλι. Η Σοφία. Μια κοπέλα (απροσδιορίστου ηλικίας) από το Οέιρας. Ο μαύρος άγγελος.

Στο τέλος της περασμένης χρονιάς είχε βγει μια ανακοίνωση ότι θα αλλάξει η εταιρία που διαχειρίζεται το κυλικείο. Είχα στεναχωρηθεί όταν το άκουσα, όχι γιατί οι υπηρεσίες ήταν κάτι το φοβερό, αλλά επειδή είχα σκεφτεί πόσο θα έλειπε η Σοφία από την καθημερινότητα όλων μας (ακόμα κι εμένα που διανύω τις τελευταίες μέρες μου στο ινστιτούτο). Παραδόξως όταν άλλαξε ο χρόνος, συνειδητοποίησα ότι η εταιρία άλλαξε αλλά τα πρόσωπα όχι και τόσο. Αντί για πράσινα μπλουζάκια τώρα φοράνε κόκκινα, και μόνο η ταμίας φαίνεται να έχει αλλάξει. Στο ταμείο πλέον κάθεται ο μαύρος άγγελος με το πλατύ χαμόγελο. "She is the boss", μου εξηγεί ο Μεξικάνος συνάδελφος.

- Ορίστε;
- Είναι το νέο αφεντικό. Η εταιρία είναι δική της.


Η λέξη «εταιρία» βέβαια δεν αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που συμβαίνει στο κυλικείο. Καθόμαστε να πιούμε ένα απογευματινό τσάι (ζητάω ένα με μήλο και κανέλα, διότι είναι οι μόνες λέξεις που μπορώ να αναγνωρίσω από τις διαθέσιμες ποικιλίες των τσαγιών) και ο Ντιόγκο αναλαμβάνει να μου εξηγήσει τις αλλαγές αναλυτικά. Όταν το θέμα δεν αφορά τη Σπόρτιγκ Λισσαβώνας οι παρατηρήσεις του είναι ιδιαίτερα οξυδερκείς, οπότε τον ακούω με προσοχή:

Το κυλικείο δεν είναι «ανταγωνιστική» επιχείρηση, καθώς λειτουργεί σε ένα περιβάλλον σχετικού «προστατευτισμού». Η πελατεία είναι είναι δεδομένη και σταθερή, καθότι περίπου υποχρεωτικά οι εργαζόμενοι στο ινστιτούτο θα ψωνίσουν το φαγητό τους από εκεί. Κάποιοι το φέρνουν από το σπίτι τους βέβαια, και κάτι λίγοι προτιμούν ένα ντελίβερι φυτοφαγικό εστιατόριο στην άλλη γωνία (που όντως μαγειρεύει πολύ καλά). Οι περισσότεροι όμως θα φάνε το φαγητό του μαγαζιού, θα τσιμπήσουν ένα σνακ από τα προσφερόμενα, θα πιουν τους καφέδες τους εδώ. Η επιχείρηση δεν πληρώνει νοίκι, ούτε ρεύμα, ούτε γκάζι και νερό, καθώς παρέχονται από το ινστιτούτο. Τα έξοδά της είναι οι μισθοί των υπαλλήλων και οι προμήθειες. Σε αντάλλαγμα για τόσο ευνοϊκές συνθήκες κερδοφορίας, το ινστιτούτο ζητάει απλώς οι τιμές να είναι χαμηλές, προσιτές στους εργαζόμενους και τους φοιτητές.

Όταν έληξε το συμβόλαιο με τον προηγούμενο πλειοδότη, η Σοφία κατέθεσε μια άκρως ανταγωνιστική πρόταση σε συνεργασία με τους άλλους εργαζόμενους. Επειδή το ζητούμενο για τον άγγελό μας δεν ήταν ακριβώς η μεγιστοποίηση του κέρδους, έκανε κάτι πραγματικά παράξενο στους νεοφιλελεύθερους καιρούς μας (εντάξει, πάντα σε καθεστώς «προστατευτισμού», είπαμε...). Αφενός αύξησε τους μισθούς των υπαλλήλων που παρέμειναν (έφυγε μόνο η ταμίας κι ένας δερβέναγας της προηγούμενης εταιρίας, όλοι οι άλλοι προτίμησαν να πάνε στην εταιρία της Σοφίας). Αφετέρου προσέλαβε έναν κανονικό σεφ, και παράλληλα εγκαινίασε μια συνεργασία με το γωνιακό φυτοφαγικό εστιατόριο που ετοιμάζει κάπως σαν «υπεργολαβία» ένα φυτοφαγικό πιάτο την ημέρα. Ακόμη, επένδυσε σε καλύτερη ποιότητα υλικών. Και, last but not least, μείωσε τις τιμές. Όχι πάρα πολύ, αλλά πάντως αισθητά για μια χώρα σε μνημόνιο. Με διόμισι ευρώ έχεις την κλασική πορτογαλική «μισή μερίδα» που με όρους Σοφίας είναι σχεδόν μία. Με πέντε ευρώ έχεις πλήρες γεύμα (πιάτο ημέρας, σούπα ή σαλάτα, φρούτο ή γλυκό, καφέ ή αναψυκτικό). Το «γαλόνι» μου κάνει πλέον εξήντα σεντς από εξηνταπέντε, και ο εσπρέσσο σαράντα.

Ο Ντιόγκο δεν είναι βέβαιος για το πόσο αποτελεσματικές είναι οι κινήσεις από οικονομική σκοπιά, ωστόσο όλοι φαίνονται ευχαριστημένοι. Ο κόσμος συρρέει στο κυλικείο και ευχαριστιέται σαφώς καλύτερο φαγητό από ό,τι ένα μήνα πριν, και κατά τι φτηνότερο κιόλας. Ελάχιστοι πια φέρνουν φαγητό από το σπίτι και ο δυνητικός ανταγωνιστής της γωνίας είναι πλέον συνεργάτης. Το ινστιτούτο χαίρεται που το φαγητό είναι πιο φτηνό, οι υπάλληλοι χαίρονται που έχουν ψηλότερους μισθούς. Η Σοφία δεν θα έπρεπε να χαίρεται διότι προφανώς θα βγάζει πολύ λιγότερα χρήματα από όσα θα μπορούσε, ωστόσο μοιάζει να χαίρεται διπλά τώρα. Και ως αφεντικό δεν είναι πολύ διαφορετική από πριν· φοράει την ίδια ποδιά και το ίδιο μαγειρικό σκουφάκι (αλλά με κόκκινο μπλουζάκι πια) και χαμογελάει με το ίδιο πλατύ χαμόγελο που είχε πάντα.

- Σοσιαλιστική επιχείρηση, καταλήγει ο Ντιόγκο ρουφώντας το υπόλοιπο τσάι του. Ή μάλλον, σοσιαλιστική νησίδα σε ένα καπιταλιστικό πέλαγος, συμπληρώνει γελώντας, καθότι έξω από την πόρτα του ινστιτούτου (και μέσα πολύ συχνά) ο κόσμος είναι ένα πολύ ανταγωνιστικό μέρος.

Ύστερα η κουβέντα γυρνάει στο ποδόσφαιρο και ο Ντιόγκο μας εξηγεί ότι σκοπεύει να επενδύσει τα χρήματα που κέρδισε στο στοίχημα σε συνδρομές στην ομάδα μέχρι το 2016 και σε ένα ρομαντικό ταξίδι με την κοπέλα του στη Φλωρεντία (όπου μεταξύ άλλων θα πάνε ρομαντικά να δούνε τη Φιορεντίνα να αντιμετωπίζει την Ίντερ σε έναν αγώνα για το Καμπιονάτο). Αφήνω το δοχείο του τσαγιού με μήλο και κανέλα (που τελικά δε μου αρέσει) στη Ρίτα που της αρέσει και ρίχνω μια τελευταία ματιά στον πάγκο του κυλικείου. Πίσω του η Σοφία σέρνει το κουτσό πόδι ετοιμάζοντας τοστάκια για μια παρέα αδημονούσες Πορτογαλίδες. Μου χαμογελάει από μακριά.

Γύρω στις πέντε το απόγευμα το κυλικείο φαίνεται πως ξαναγεμίζει από κόσμο, έρχονται όλοι να πάρουν κάτι ακόμα και να κουβεντιάσουν, σαν εμάς τώρα. Σε αντίθεση με παλιότερα, γίνεται σημείο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων (επιστημονικών κυρίως, μη νομίζετε ότι μιλάμε για μπάλα όλη μέρα).

Σκέφτομαι ότι κάποιος άγγελος θα έχει βάλει το χέρι του.

22/1/13

Ο μπαμπάς στο «Χειμάρα»

Εικόνα από εδώ.

Το «Χειμάρα» βούλιαξε 19 Ιανουαρίου. Τα νέα έφτασαν γρήγορα στον Πειραιά και η γιαγιά μου βρέθηκε άξαφνα να τρέχει πανικόβλητη στους δρόμους, με λυμένο το μαύρο κεφαλομάντηλο της χηρείας, να ψάχνει να βρει αν ο γιος της ήταν ανάμεσα στους επιβάτες, κι αν ήταν ζωντανός. Ο γιος (που θα γινόταν ο πατέρας μου εικοσικάτι χρόνια μετά) υπηρετούσε τη θητεία του στο Σέδες, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Θα ερχόταν με άδεια εκείνες τις μέρες, της είχε γράψει.

Το βαπόρι ήταν η πιο ασφαλής συγκοινωνία· οι δρόμοι και τα γεφύρια της ηπειρωτικής χώρας ήταν ευάλωτα σε επιθέσεις κι ο εν εξελίξει εμφύλιος είχε αρχίσει να χοντραίνει πια. Ο πατέρας μου είχε πάρει κι άλλες φορές το βαπόρι από Πειραιά προς Θεσσαλονίκη και πίσω. Σε μια από αυτές (πριν αρχίσουν ακόμα οι συγκρούσεις, πιθανώς το ’46) έτυχε να ταξιδεύουν με το ίδιο βαπόρι ο Ζέρβας και ο Ζαχαριάδης, οι οποίοι πιθανώς αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες· τουλάχιστον έτσι είχαν ισχυριστεί κάποιοι συνταξιδιώτες που σχολίαζαν «κοίτα να δεις, πρώτα μας βάλανε να σκοτωθούμε και τώρα τα λένε σαν παλιόφιλοι». Βέβαια μετά σκοτωθήκανε χειρότερα, οπότε δεν τους λες και παλιόφιλους, αλλά το ’45 ή ίσως και το ’46 δεν μπορούσες να το ξέρεις σίγουρα.

Θα μπορούσε να πιστέψει κανείς μετά την εμπειρία της Κατοχής και των Δεκεμβριανών ότι τα χειρότερα είχαν περάσει και η ζωή θα συνεχιζόταν κάπως πιο ήσυχα. Το πίστεψε κι ο πατέρας μου και πήγε να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο, να μπαρκάρει για να βοηθήσει και τη μάνα του, χήρα γυναίκα, καθότι ο παππούς εξεμέτρησε το ζην μέσα στην Κατοχή. Αλλά για να βγάλεις φυλλάδιο χρειαζόταν απολυτήριο στρατού. Η κλάση του πατέρα μου ήταν του ‘46, αλλά με την αναγκαστική αποστράτευση της Κατοχής έπαιρναν τώρα τις προηγούμενες κλάσεις, και η σειρά του θα αργούσε να έρθει. Ζήτησε να πάει εθελοντής στο ναυτικό, να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα, αλλά δε δεχόντουσαν. Κάποιος του σφύριξε ότι αφού είχε τελειώσει τεχνική σχολή, μπορούσε να δοκιμάσει εναλλακτικά στην αεροπορία· τον πήρανε τελικά εκεί, μηχανικό.

Έκανε μήνες στη Μέση Ανατολή (οι Εγγλέζοι έλεγχαν ακόμα τα ελληνικά στρατόπεδα και την εκπαίδευσή τους), Αλεξάνδρεια και Ιεροσόλυμα. Πήγαινε κι έβλεπε τη θεία την Ελένη (την «Εγγλέζα») στην Αίγυπτο, κάποια στιγμή πήγε και στον Ιορδάνη ποταμό και βαφτίστηκε κι έγινε χατζής. Κάποτε τους έφεραν στην Ελλάδα, βρέθηκε στο αεροδρόμιο στο Σέδες. Ο εμφύλιος δεν είχε ξεκινήσει επίσημα, αλλά τα πράγματα σκούραιναν. Κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη στην ξαδέλφη του τη Γεωργία. Όποτε μπορούσε κατέβαινε στον Πειραιά, στη μάνα του. Με το βαπόρι.

Αλλά εκείνο το Γενάρη του ’47 παρότι της είχε γράψει ότι θα ‘ρχόταν, δε μπόρεσε. Δε θυμάμαι αν ήταν παραπτωματίας και είχε τιμωρηθεί με κράτηση ή αν είχαν γίνει κινήσεις αντάρτικων σωμάτων στο Χορτιάτη και τους είχαν σε επιφυλακή, πάντως στο Χειμάρα δε μπήκε. Όταν έφτασαν τα νέα του ναυαγίου, κατάλαβε ότι η μάνα του θα ανησυχούσε (γνωρίζοντας χρόνια μετά έστω και λίγο την ψυχολογία της συχωρεμένης της γιαγιάς μου, νομίζω πως αυτό το «ανησυχούσε» είναι υπερβολικά μετριοπαθές). Σκέφτηκε να της στείλει κάποιο καθησυχαστικό μήνυμα (τηλέφωνα δεν υπήρχαν βέβαια) και βρήκε έναν αξιωματικό που θα κατέβαινε στο Τατόι με μια ντακότα και μετά θα πήγαινε στον Πειραιά. «Έτσι κι έτσι», του εξήγησε, «Μην ανησυχείς» του λέει ο άλλος, «θα το φροντίσω».

Δεν ξέρω τι του συνέμπε του αλλουνού, κι αντί να πάει απλώς να πει «μια χαρά είναι ο γιός σου» σκέφτηκε να το κάνει πιο πειστικό, κι έκατσε μέσα στη ντακότα και σκάρωσε ένα δήθεν σημείωμα που δήθεν είχε γράψει ο γιος. Σου λέει, αγράμματη θα είναι η κυρά, σιγά μη και δεν το καταπιεί. Στο μεταξύ, φαρμακωμένη η γιαγιά από τα πήγαινε-έλα, να τρέχει στις υπηρεσίες να ρωτάει αν ήταν ο γιος της στο βαπόρι κι αν ζει, και φυσικά κανείς να μην ξέρει τι να της πει, είχε γυρίσει αποκαμωμένη σπίτι και πάσχιζε να την παρηγορήσει η γειτόνισσα η Μιχαλού (οι μανιάτισσες της γειτονιάς δεν είχαν δικά τους ονόματα, τις αποκαλούσαν όλοι με το συζυγικό· χρόνια μας πήρε να μάθουμε ότι τη Μιχαλού τη λέγανε Παναγιώτα). Της έλεγε λοιπόν να μην ανησυχεί διότι αν είχε πάθει τίποτα το παιδί, θα ερχόταν σίγουρα να της πει τα νέα κάποιος από την Αεροπορία.

Πάνω στη ώρα σκάει ο αξιωματικός από το Σέδες ένστολος και ρωτάει πού μπορεί να βρει τη γιαγιά μου. Αφού τρώει την πρώτη λιποθυμία εκείνη («Νάτος ο αεροπόρος με τα χαμπέριαααααα»), με τα πολλά τη συνεφέρνουνε και της εξηγεί ο όφισερ ότι μια χαρά είναι ο γιος και κάτι του έτυχε και δε μπήκε ποτέ στο βαπόρι, και προς επίρρωσην του ισχυρισμού του, της δείχνει και το «γράμμα» και προσφέρεται να της το διαβάσει κιόλας. Έλα όμως που η γιαγιά (που μια χαρά γραμματιζούμενη ήτανε) βουτάει το γράμμα να το διαβάσει αυτοπροσώπως, βλέπει ότι ο γραφικός χαρακτήρας δεν είναι του γιου της και ξαναπέφτει λιπόθυμη («Άχου, με κοροϊδεύουνεεεεεε, πάει το παιδάκι μου...»). Και παρόλες τις προσπάθειες δεν επείσθη ολοσχερώς παρά μόνον όταν κατέφτασε, μέρες μετά, ο πατέρας μου σώος και αβλαβής, κι έζησε να διηγείται την ιστορία επί πολλά χρόνια (με μικροπαραλλαγές, ενίοτε...) γύρω από το οικογενειακό τραπέζι τα κυριακάτικα απόγευματα.

Αυτά τα κυριακάτικα απογεύματα που αναπολώ από τη Λισσαβώνα, την ώρα που διαβάζω στο διαδίκτυο για το ναυάγιο του «Χειμάρα». Και σκέφτομαι πως έρχεται πια ο καιρός να ξαναμαζευτούμε γύρω απ’ το οικογενειακό τραπέζι, πριν ξεθωριάσουν εντελώς οι μνήμες.

Ή ό,τι προλάβουμε να θυμηθούμε τέλος πάντων.

18/1/13

Not like

Ψηφιακές ανεμογεννήτριες-καρτούν από το παλιό ηλεκτρονικό παιχνίδι SimCity 2000. Στο παιχνίδι σχεδιάζεις μια πόλη, και μπορείς έχεις στη διάθεσή σου πολλές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (υδροηλεκτρικά, ανεμογεννήτριες, ηλιακά), ωστόσο δεν συνίσταται να φτιάξεις Πανεπιστήμιο αν ο πληθυσμός δεν είναι αρκετές δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι και δεν υφίσταται αντίστοιχη ισχυρή ζήτηση από την «πραγματική οικονομία». Στην πραγματική ζωή μπορεί να απαιτούνται εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι...


Προ ημερών διάβασα στο ikariamag μια πρόταση δημιουργίας πανεπιστημιακής σχολής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ικαρία. Η σχετική είδηση είχε από κάτω γύρω στα 35 “Like”, εικάζω καλοπροαίρετων ανθρώπων που βρήκαν την ιδέα καλή. Εγώ πάλι τη βρίσκω κακή. Ατυχώς δεν υπάρχει κουμπάκι “Not Like” οπότε αναγκάζομαι να γράψω μια πτήση επικαιρότητας αντί για τις συνήθεις αυτοβιογραφικές ιστοριούλες, ώστε να μπορέσω να εκφράσω τις αντιρρήσεις μου.

Αν και δεν είμαι ειδικός στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αντικείμενο εσχάτως ιδιαίτερα επίκαιρο στην Ικαρία), ούτε και στη δημιουργία πανεπιστημιακών σχολών, τυχαίνει να έχω περάσει πάνω από εικοσιπέντε χρόνια ενήλικης ζωής σε πανεπιστημιακούς ή ερευνητικούς χώρους. Αυτό δεν υποδηλώνει κάποια ιδιαιτέρως βαρύνουσα γνώμη για τα πανεπιστημιακά πράγματα (δεν είμαι καθηγητής), αλλά μου επιτρέπει να είμαι κάπως υποψιασμένος για κάποιες όψεις της λειτουργίας αυτού που λέμε «επιστημονικός χώρος» ή «Πανεπιστήμιο», οι οποίες δεν φαίνεται να είναι μέρος του προβληματισμού της εν λόγω πρότασης. Ας μου επιτραπεί λοιπόν να επισημάνω και αυτές τις πλευρές.

Κατ’ αρχήν, το να φτιάξεις ένα Πανεπιστήμιο, μια Σχολή ή ακόμα και ένα κέντρο επιμόρφωσης δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να φτιάξεις ένα σχολείο· απαιτείται ένας βαθμός πολυπλοκότητας που υπερβαίνει κατά πολύ το επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η απαιτούμενη επένδυση - όχι μόνο υλικοτεχνική, αλλά πρώτα και κύρια σε ανθρώπινο δυναμικό - είναι τεράστια, ειδικά σε τομείς των θετικών ή τεχνολογικών επιστημών που είναι ιδιαίτερα απαιτητικές σε εργαστηριακούς χώρους, τεχνολογίες, μηχανήματα και υποδομές, διαρκή ροή υλικών και αναλωσίμων και ένα πλήθος εξειδικευμένου προσωπικού που θα φροντίζει για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία τους, ΧΩΡΙΣ να μιλάμε καθόλου για διδάσκοντες και διδασκόμενους.

Καλώς ή κακώς, οι πανεπιστημιακές σχολές δεν μπορούν να δημιουργηθούν «εν κενώ» καθώς προϋποθέτουν θεμελίωση πάνω σε μια «κρίσιμη μάζα», ένα εκτεταμένο υπόβαθρο ποιοτικών και ποσοτικών παραγόντων που φοβάμαι ότι υπερβαίνουν κατά πολύ τις δυνατότητες του νησιού μας (και βέβαια είναι αστείο να αθροίζουμε ένα υπό κατασκευή έργο της ΔΕΗ, μία (1) ιδιωτική ανεμογεννήτρια εν λειτουργία, μερικές θερμές πηγές και κάποια εγκαταλελειμμένα δημοτικά σχολεία και να λέμε ότι διαθέτουμε τις προϋποθέσεις για... εισαγωγή συναλλάγματος).

Δυστυχώς στο παρελθόν καλλιεργήθηκε συχνά η ψευδαίσθηση ότι η ανάπτυξη μερικών περιοχών της επαρχίας θα μπορούσε να προωθηθεί φυτεύοντας άναρχα σχολές και τμήματα εδώ κι εκεί. Επί χούντας το αντίστοιχο σλόγκαν ήταν «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο», αργότερα έγινε κάτι σαν «κάθε πόλη και πανεπιστήμιο, κάθε χωριό και ΤΕΙ», πράγμα που οδήγησε (με την ανοχή ή την υποστήριξη τοπικών κοινωνιών που αντιλαμβάνονταν τους φοιτητές ως πηγή εισοδήματος δια της ενοικίασης καταλυμάτων και της παροχής υπηρεσιών καφενείου/καφετέριας) σε κάποιες μάλλον κωμικές συλλήψεις πανεπιστημιακών σχολών εκτρωμάτων, με σπουδές κατ’ όνομα μόνο, καθηγητές-τουρίστες και πτυχία άχρηστων ειδικοτήτων.

Η κρίση που βιώνουμε κατέστρεψε νομίζω άπαξ και δια παντός αυτό το μοντέλο και θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα επιβίωσης και των υπαρχόντων ιδρυμάτων, καθώς πολλά «συνενώνονται» (θέλοντας και μη) με βάση το εν εξελίξει σχέδιο «Αθηνά». Ανεξάρτητα από την προβληματική και μάλλον λογιστικού χαρακτήρα διαδικασία συγχωνεύσεων, την ώρα που το Πανεπιστήμιο Αιγαίου παλεύει με νύχια με δόντια να αποφύγει τη συρρίκνωση (αν και προσωπικά ανέκαθεν διατηρούσα σοβαρές επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα της διασποράς των τμημάτων του ακόμα και σε νησιά μεγέθους π.χ. Σάμου) είναι μάλλον αστείο να λέμε τι καλά που θα ‘τανε να βάλουμε και μια εξτρά σχολή στην Ικαρία. Γιατί όχι και ένα ΤΕΙ αλιείας στους Φούρνους δηλαδή; Λεφτά υπάρχουν...

Πέρα από την πλάκα όμως, και λεφτά να υπήρχαν, δεν αρκούν. Θα μπορούσαν ενδεχομένως αν τα είχαμε για πέταμα να «εισάγουν» μια υλικοτεχνική υποδομή και έναν αριθμό εκ μεταγγραφής διδασκόντων, αλλά η πιο ουσιαστική προϋπόθεση είναι να υφίσταται μια ικανού μεγέθους ζωντανή τοπική κοινωνία που να τροφοδοτεί την ανάγκη για ανώτατη εκπαίδευση, την ώρα που δυσκολευόμαστε ως νησί να κρατήσουμε ανοιχτά τα σχολεία μας και να συντηρήσουμε μια υποτυπώδη μεταλυκειακή επαγγελματική εκπαίδευση. Καλύτερα λοιπόν να μην έχουμε αυταπάτες ούτε για τα σχετικά μεγέθη (ποιο είναι το μπόι μας μ’ άλλα λόγια) ούτε για την ιστορική συγκυρία (οικονομικής κρίσης και μνημονίου).

Από την άλλη μεριά αυτό δε συνεπάγεται ότι πρέπει να πετάξουμε στα σκουπίδια κάθε ιδέα αλληλεπίδρασης με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (και όχι μόνο). Αν και είναι πλέον ή βέβαιον ότι σχολή στην Ικαρία δε γίνεται να υπάρξει, το γεγονός ότι προβλέπεται να υπάρξουν κάποιες τουλάχιστον εγκαταστάσεις ΑΠΕ μπορεί να είναι η αφορμή ώστε να δημιουργηθούν συνέργειες με υπάρχοντες φορείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και του ερευνητικού ιστού της χώρας που να έχουν και πρακτικό όφελος για το νησί (συνέδρια, σεμινάρια, εκπαιδευτικές επισκέψεις, θερινά σχολεία, μεταπτυχιακά προγράμματα κλπ.).

Θα ήταν ευχής έργο αν η Περιφέρεια, ο Δήμος και – πάνω από όλα – η τοπική κοινωνία έχουν μια πολιτική «ανοικτών θυρών» σε συνεργασίες με ΑΕΙ/ΑΤΕΙ και ερευνητικά ιδρύματα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός πλέγματος δραστηριοτήτων που μακροπρόθεσμα θα μπορούσαν να συμβάλλουν με ουσιαστικό τρόπο σε μια σειρά από ζητήματα που απασχολούν τους ανθρώπους της Ικαρίας (ΑΠΕ, διαχείριση φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος, γεωργία-κτηνοτροφία-αλιεία, τρόφιμα, αλλά και αρχιτεκτονική, ιστορία, πολιτισμός) και να φέρνουν στο νησί μας νέους ανθρώπους με γνώση (άλλωστε και στα δύο έχουμε σοβαρή έλλειψη).

Αλλά αν απλώς θέλουμε να μας φτιάξουνε καμιά σχολή ίσα ίσα για να νοικιάζουμε σπίτια και να συντηρούμε καφετέριες, τότε γιατί να μη ζητήσουμε να μας φέρουν στο νησί και τη σχολή Ικάρων, που έχουμε και το copyright;

(Μόνο μην αρχίσουμε μετά να τσακωνόμαστε αν θα την κάνουνε από σταβέντου ή από σοφράνου, έτσι;)


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 15/1/2013 και δημιούργησε ένα σχετικό σούσουρο στα ικαριακού ενδιαφέροντος σόσιαλ μήντια. Φυσικά εμφανίστηκαν και κάποια ελαφρώς προκρούστεια επιχειρήματα, οπότε δράττομαι της ευκαιρίας να επισημάνω ότι το κείμενο δεν αφορά το αν η ίδρυση πανεπιστημιακού τμήματος θα ήταν «καλή» ή όχι για το νησί (ανάλογα με τα κριτήρια του καθενός περί καλού και κακού, φυσικά) αλλά αν το αν έχει νόημα ολωσδιόλου η ιδέα... Αλλά αν είναι να συζητάμε φαντασιακά, όχι τη σχολή Ικάρων, το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ να μας φέρουνε...

14/1/13

Simple twist of fate (Bob Dylan)

Bob Dylan - Simple Twist of Fate from Félix P. on Vimeo.

They sat together in the park
As the evening sky grew dark,
She looked at him and he felt a spark
Tingle to his bones.
'Twas then he felt alone
And wished that he'd gone straight
And watched out for a simple twist of fate.

They walked along by the old canal
A little confused, I remember well
And stopped into a strange hotel
With a neon burnin' bright.
He felt the heat of the night
Hit him like a freight train
Moving with a simple twist of fate.

A saxophone someplace far off played
As she was walkin' by the arcade.
As the light burst through a beat-up shade
Where he was wakin' up,
She dropped a coin into the cup
Of a blind man at the gate
And forgot about a simple twist of fate.

He woke up, the room was bare
He didn't see her anywhere.
He told himself he didn't care,
Pushed the window open wide,
Felt an emptiness inside
To which he just could not relate
Brought on by his simple twist of fate.

He hears the ticking of the clocks
And walks along with a parrot that talks,
Hunts her down by the waterfront docks
Where the sailors all come in.
Maybe she'll pick him out again,
How long must he wait
One more time for a simple twist of fate.

People tell me it's a sin
To know and feel too much within.
I still believe she was my twin,
But I lost the ring.
She was born in spring,
But I was born too late
Blame it on a simple twist of fate.



Σ.Σ. Εμφανίστηκε στο άλμπουμ Blood on the tracks του 1974 αν θυμάμαι καλά - και σε ό,τι με αφορά στο βιβλίο του φροντιστηρίου των Αγγλικών που πήγαινα κάπου το 1982 ή 83, χωρίς την 4η και 6η στροφή. Πολλά χρόνια μετά το άκουσα ολοκληρωμένο και το κατέγραψα και τις προάλλες μου το θύμισε η Α.Π., καλή της ώρα, στο fb. Από ό,τι διαβάζω, ο Dylan το παίζει ενίοτε στις συναυλίες του.

Ναι, ζει ακόμα.


10/1/13

Τι κακό έκανα ο καημένος


Ζωντανή εκτέλεση του επίμκαχου άσματος από διάφορα πολυφωνικά σχήματα μαζί.

Η ιστορία έλαβε χώρα ένα βράδυ παραμονής (ή καλύτερα ένα ξημέρωμα) πρωτοχρονιάς, κάπου στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000· ίσως να έμπαινε το τρία ή το τέσσερα, δε θυμάμαι πια ακριβώς. Την εποχή εκείνη δεν είχα ακόμα πάρει τους δρόμους και κατοικούσα σε ένα πυκνοκατοικημένο αθηναϊκό προάστιο όπου μοιραζόμουν το μπαλκόνι με κάτι όχι πολύ διακριτικά περιστέρια. Ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι βρισκόταν το γαλακτοπωλείο «Η ωραία Ήπειρος» της κυρά-Λεύκως, μαγαζί που έμοιαζε περισσότερο με παρακμιακό ψιλικατζίδικο παρά με γαλακτοπωλείο, αν και στην πραγματικότητα λειτουργούσε στη ζούλα ως ταβέρνα.

Απέξω (ή μέσα αν δεν είχε πολύ καλό καιρό) αράζανε μερικοί μάλλον αργόσχολοι μεσήλικες που πιάνανε στασίδι από νωρίς σε κάτι κασόνια και κάτι μισοσπασμένες καρέκλες πάνω στο πεζοδρόμιο. Η κυρα-Λεύκω (πάντα μαυροντυμένη, σε αντίθεση με το όνομα) μπαινόβγαινε με μπύρες και αυτοσχέδια μεζεδάκια που ετοίμαζε σε ένα κρυφό κουζινάκι στα ενδότερα. Οι μυρωδιές από το κουζινάκι ανέβαιναν από το φωταγωγό στο σπίτι μου, καθώς και ο απόηχος από τις σπάνιες συζητήσεις της πελατείας, ειδικά τις Κυριακές που έβλεπαν μπάλα. «Η ωραία Ήπειρος» ήταν στέκι Ηπειρωτών, που μιλούσαν μεταξύ τους όσο μιλάνε οι Ηπειρώτες μεταξύ τους· δηλαδή σχεδόν καθόλου.

Εγώ ως νησιώτης προφανώς είχα άλλα χούγια, αλλά η αλήθεια είναι ότι αισθανόμουν μια οικειότητα με τους από κάτω, καθώς τύχαινε να πέφτω να κοιμηθώ κι από το φωταγωγό να ακούγονται ακόμα οι ήχοι της ψευδο-ταβέρνας μαζί με το γουργούρισμα των περιστεριών από τη βεράντα και τα περαστικά μηχανάκια με τις επίτηδες χαλασμένες εξατμίσεις. Αν και κουβέντες πολλές δεν είχαμε, οι φάτσες της πελατείας ήταν αναμφίβολα χαρακτηριστικές και οικείες. Φανταζόμουν ότι όλοι τους έμεναν εκεί γύρω, αν όχι στην ίδια πολυκατοικία που παρά τα έξι χρόνια που έζησα εκεί δεν κατάφερα ποτέ να μάθω τους ενοίκους της. Άλλωστε η δουλειά μου και οι παρέες μου ήταν αλλού, και τον καιρό μου αλλού τον περνούσα συνήθως.

Την παραμονή εκείνης της Πρωτοχρονιάς εγκατέλειψα το πυκνοκατοικημένο προάστιο και πήγα στην οπωσδήποτε πιο αραιοκατοικημένη συνοικία που βρίσκεται το πατρικό μου. Είχαμε συνεννοηθεί με κάτι καριώτες φίλους να πάμε μετά την αλλαγή του χρόνου σε ένα μαγαζί που κάποιοι μουσικοί θα έπαιζαν κάποια μουσική. Δεν ήταν πολύ σαφές περί τι μουσικής επρόκειτο, καθώς η πληροφορία δεν είχε φτάσει πλήρης, αλλά επειδή ο σύνδεσμός μας ήταν μια φίλη μιας φίλης που έκαναν παρέα από κάτι μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις του Λυκείου Ελληνίδων ή κάτι τέτοιο, συμπεράναμε αβίαστα ότι η μουσική θα ήταν μάλλον παραδοσιακή, ίσως με κάποια στοιχεία έθνικ. Λέμε τώρα...

Ρώτησα αν οι καλλιτέχνες θα ήταν γνωστοί, αλλά η απάντηση που πήρα ήταν ότι θα είναι «κάτι παιδιά». Είπα να ψήσω και την αδελφή μου να έρθει μαζί, αλλά προτίμησε έναν all time classic Βαγγέλη Κορακάκη, που δεν τον λες και παιδί, αλλά ξέρεις τι να περιμένεις. Μετά την αλλαγή του χρόνου και αφού σταυροφιληθήκαμε με τους γονέους, με οδήγησε κάπου στο Νέο Κόσμο που ήταν το μαγαζί και συνέχισε για την Καισαριανή. Ψιλόβρεχε κι έκανε κρύο· μπήκα στην «Άλλη όχθη» και αναζήτησα με τα μάτια την παρέα.

Είχε μάλλον λίγο κόσμο για την ώρα. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν κάποιο CD με παραδοσιακά άσματα της νησιωτικής Ελλάδας. Βρήκα τους φίλους μου σε ένα τραπέζι με μάλλον ετερόκλητη σύνθεση παρέας, καθώς η κοπέλα από το Λύκειο Ελληνίδων που είχε ρίξει την ιδέα είχε προφανώς φωνάξει όποιον ήξερε και δεν ήξερε. Κάναμε κάτι αμήχανες συστάσεις αλλά πολύ γρήγορα το ικαριακό κλιμάκιο αυτονομήθηκε και το έριξε σε κάτι κακαριστά γέλια λέγοντας ιστορίες με «εσωτερικές» ικαριακές αναφορές που οι λοιποί δύσκολα θα αντιλαμβάνονταν. Κάποια στιγμή το CD έπαιξε και καριώτικο, οπότε ευκαιρίας δοθείσης το ρίξαμε στο χορό. Οι λοιποί θαμώνες μας κοίταζαν με ενδιαφέρον.

Ξανακαθήσαμε και περιμέναμε να γίνει κάτι, αλλά δε γινόταν τίποτα. Το πράγμα δεν κυλούσε· αν και κάπως πύκνωνε ο κόσμος η ώρα πέρναγε και ζωντανή μουσική δεν ακουγόταν. Πήγε δύο, μετά δυόμισι, μετά τρεις παρά. Κάποιοι βαρέθηκαν κι έφυγαν γι’ αλλού. Εμείς μείναμε, καθώς σε μια γωνιά εντοπίσαμε κάτι νεαρούς με κάτι σα γκάιντες και κάποια κρουστά. Κάποιος ρώτησε «δε θα παίξετε;». Είπαν ότι περίμεναν κι άλλους. Δεν κατάλαβα αν εννοούσαν πελάτες ή μουσικούς. Μάλλον μουσικούς. Πάντως κάποια στιγμή ο ένας ανέβηκε στη σκηνή, άρχισε να φουσκώνει τον ασκό, κι έβγαλε έναν παρατεταμένο ήχο.

Ακολούθησε ένα εικοσάλεπτο γκάιντας. Μόνο. Θεσσαλικής προέλευσης ήχος, μας διευκρίνισε αφού τελείωσε και του δώσαμε ένα χλιαρό χειροκρότημα. Μας ευχαρίστησε και έπαιξε απνευστί άλλα είκοσι λεπτά. Δε μου φάνηκε πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας οι νησιώτες με μια αμηχανία.

- Λέτε να πάει όλο έτσι;
- Ε, δε μπορεί, υπάρχουν διάφοροι με όργανα γύρω γύρω.
- Κάνα τραγουδάκι δε θα παίξουν;
- Εγώ λέω άμα συνεχίσει έτσι να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια.
- Εσύ πάντα λες να την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια.
- Σώπα, ανεβαίνει κι άλλος.


Ένας μουσάτος με ένα κρουστό ανέβηκε κι έκατσε δίπλα στον άλλον. Άρχισε να παίζει το υπερμεγέθες ντέφι του (ταπ-ταπ, ταπ-ταπ) σε ένα ρυθμό που αλληλοσυμπληρωνόταν με τη γκάιντα του διπλανού για άλλο ένα εικοσάλεπτο. Συμπληρώναμε μία ώρα διαρκούς γκάιντας με ολίγον ταπ-ταπ. Κόντευε να πάει τέσσερις.

- Δε φεύγουμε; γκρίνιαξε ο φίλος με τα ελαφρά πηδηματάκια.
- Λίγο υπομονή, θα αλλάξει το βιολί.
- Πού το είδες το βιολί; Κάτι τσαμπουνοφυλάκες έχει.
- Τσαμπουνο-τί;
- Ασκομαντούρα το λένε στην Κρήτη. Στην Ικαρία τσαμπουνοφυλάκα. Στη Σκωτία γκάιντα.
- «Βιολί» είναι σχήμα λόγου, ρε. Πώς λέμε «το βιολί του αυτός»;
- Σωπάτε ρε, ανεβαίνει και τραγουδίστρια.


Ο γκαϊτατζής μας σύστησε από μικροφώνου την κοπέλα. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρονών, ωστόσο ήταν ντυμένη στα κατάμαυρα σα χαροκαμένη και είχε επίσης κατάμαυρο ύφος.

- Θα σας πω ένα νησιώτικο a capella, είπε η πένθιμη νεαρά.

Αναθαρρήσαμε. Τουλάχιστον τέρμα η γκάιντα. Και νησιώτικο, άρα επιτέλους λίγο μπρίο, κέφι, χορός, τραγούδι. Ατυχώς η κοπέλα είχε άλλα σχέδια και είπε το «Βάρκα μου μπογιατισμένη», ένα μάλλον θλιμμένο δωδεκανησιακό άσμα. Με ιδιαίτερη έμφαση στο ρεφραιν. Παναγιά μου, Παναγιά μου, παρηγόρα την καρδιά μου. Την έβλεπες με το περίλυπο ύφος και τα μαύρα κι έλεγες «το κακόμοιρο το κορίτσι». Βλέπω τον κάμπο πράσινο και την καρδιά μου μαύρη...

- Γαμώ τις κεφάτες πρωτοχρονιές κάνουμε, ακούστηκε ο γκρινιάρης από δίπλα.

Αυτή τη φορά δεν τον αποπήρε κανείς. Εναποθέσαμε τις ελπίδες μας σε έναν γεματούλη κυριούλη που ανέβηκε μετά στη σκηνή δίπλα στη μαυροφορούσα. Μου φάνηκε απροσδιόριστα γνωστός. Κι αυτός μαύρα φόραγε αλλά η εντύπωση που έδινε ήταν σαφώς λιγότερο του θανατά. Από την άλλη μεριά της κοπέλας κάθησαν ο ταπ-ταπ και ο γκάιντας. Μετά των οργάνων τους. Ο γεματούλης κυριούλης πήρε το λόγο.

- Εμείς είμαστε από την Ήπειρο, δήλωσε.

Ενδιαφέρουσα πληροφορία, προφανώς σε αντιδιαστολή με τα θεσσαλικά προηγούμενα.

- ...και στην Ήπειρο, συνέχισε, τα γλέντια μας τα ξεκινάμε με ένα μοιριολόι.
- Με τι τα ξεκινάνε; ρώτησα ψιθυριστά την παρακαθήμενη φιλενάδα μου, θεωρώντας ότι δεν είχα ακούσει καλά, ένεκα και του ανεβασμένου παρένθετου ι μεταξύ μοίρας και λόγου. Δε χρειάστηκε να μου απαντήσει.
- ...είτε γάμος είναι, είτε κηδεία είναι, είτε πρωτοχρονιά είναι, εμείς μοιριολόι θα πούμε, εξήγησε ο κυριούλης. Οπότε τώρα θα σας πούμε ένα.

Ακούστηκαν ταπ-ταπ και γκάιντες, και φωνές πολυφωνικού άσματος. Φαντάζομαι αν είχαν κι άλλους τραγουδιστές να κάνουν τις άλλες φωνές το πράγμα θα ήταν ακόμα πιο περίπλοκο, αλλά ακόμα κι έτσι ήταν αρκετά στριφογυριστό ώστε στο επόμενο εικοσάλεπτο να έχουν ολοκληρώσει περίπου το εξής δίστιχο:

Τι κακό έκανα ο καημένος και με λένε όλοι φονιά;
Μήτε σκότωσα κανένα μήτε φίλησα καμιά.
Κρατούσε ώρα. Πολύ ώρα. Πάρα πολύ ώρα. Υπερβολικά πολύ ώρα. Το ‘φερναν και το ξανάφερναν και το γύριζαν και ποτέ δεν τέλειωναν. Κάποια στιγμή πάντως τέλειωσαν. Ανακουφίστηκα, μέχρι που ο κυριούλης είπε «άμα σας άρεσε να σας πούμε άλλο ένα». Κάποιος από το βάθος φώναξε «ναι, ναι, πες κι άλλο, πες». Γούρλωσα τα μάτια έντρομος. Το βλέμμα μου συναντήθηκε με τη λοιπή ικαριακή παρέα που ήταν σε αντίστοιχη κατάσταση. Η γκάιντα ακούστηκε ως σύνθημα και πεταχτήκαμε επάνω να φύγουμε τρέχοντας πριν αρχίσουν να μας μοιρολογούν κι εμάς.

Βγήκαμε την ώρα που έμπαιναν κάτι νεαροί με ηλεκτρικές κιθάρες. Πολύ αργά για μας πάντως· χωθήκαμε σε ένα αμάξι παρότι ο φίλος που το οδηγούσε μας προειδοποίησε ότι το όχημα είχε πάρει νερά. Καλύτερα μουλιασμένοι παρά μοιρολογημένοι, είπαμε. Έφτασα σπίτι κατά τις έξι το πρωί, με βρεγμένα παπούτσια (και πόδια) και έναν αδιάκοπο ήχο γκάιντας στ’ αυτιά. Λίγες μέρες αργότερα που γύρισα στη δουλειά διηγόμουν την ιστορία στους συναδέλφους· ο Χρήστος και η Γιώτα που είναι από τα Γιάννενα μου επιβεβαίωσαν ότι ένα μοιριολόι πάει σετάκι με όλες τις στιγμές του βίου, και μάλιστα ότι το συγκεκριμένο είναι και πολύ ωραίο και πολύ διάσημο και κατά βάσιν ερωτικού ενδιαφέροντος, αν έχεις την υπομονή να παρακολουθήσεις τους στίχους ως το τέλος.
Κάπου εδώ στη γειτονιά μας αγαπώ κι εγώ μια νια
Τ’ όνομά της δεν το ξέρω, Τούρκα αν είναι για Ρωμιά.
Λίγες μέρες αργότερα αναγνώρισα το γεματούλη κυριούλη να πίνει τη μπύρα του καθισμένος σε μια από τις σπασμένες καρέκλες κάτω από το μπαλκόνι μου, έξω από το γαλακτοπωλείο «Η ωραία Ήπειρος». Μου πήρε μερικά χρόνια ακόμα να τον ξανα-ανακαλύψω (όπως και τη μαυροντυμένη νεαρά, νομίζω) ως μέλος του πολυφωνικού συγκροτήματος «Χαονία» που τραγουδάει ηπειρώτικα. Τους έψαξα λίγο στο youtube – δε βρήκα το συγκεκριμένο μοιριολόι τραγουδισμένο από αυτούς. Άκουσα πάντως με περισσότερη προσοχή τα πολυφωνικά τους· μια ορισμένη παραδοξότητα στο πέλαγος της μονοφωνίας της παραδοσιακής μας μουσικής.

Εξακολουθεί να μη με ενθουσιάζει, αλλά η αλήθεια είναι ότι την εκτιμώ πολύ περισσότερο τώρα. Μπορεί να φταίει η ξενητειά ή ο χρόνος που περνάει και το γήρας που ου γαρ έρχεται μόνον και φέρνει μια διάθεση πιο σκοτεινή. Ή πάλι μπορεί μεγαλώνοντας να εκτιμάς περισσότερο την παράδοση ή την αισθητική στην οποία δεν είχες εκτεθεί και τόσο νεώτερος. Ή τέλος μπορεί να αγαπάς κι εσύ μια νια κάπου σε κάποια γειτονιά, ποιος ξέρει.

Τι κακό έκανες δηλαδή, ο καημένος;



Το συγκρότημα πολυφωνικής μουσικής της Ηπείρου «Χαονία» σε μια εκτέλεση του «Ένα πουλί θαλασσινό, ένα πουλί βουνίσιο» που μπορεί και να λέει κάτι και για μας τους νησιώτες. Με κάποιους μπορεί και να έχουμε συμπέσει παλιότερα.