ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


27/7/13

Οικειοποίηση

Κάτι με κόκκινα ανθάκια, λεμονοθύμαρο, κάτι με μωβ ανθάκια (ξεράθηκε μετά), ρίγανη (πήρε τα πάνω της), βασιλικός (ομοίως), δυόσμος, κάτι άλλο. Μια δυναμικά εξελισσόμενη βιοκοινωνία στο μπαλκόνι (χώρια τα περιστέρια).

Δίπλα στην εξώπορτα, πέντε μωρά γατάκια θηλάζουν τη μάνα τους πάνω στην καρότσα ενός 4x4. Ένας κυριούλης τα παρατηρεί και τους μιλάει με τρυφερότητα· εικάζω ότι θα είναι αυτός που αφήνει κάθε μέρα το φαγητό στη μαμά-γάτα και σε μια άλλη που καραδοκεί λίγο πιο πέρα. «Είναι η γιαγιά», μου εξηγεί καθώς ανοίγω για να μπω στην πολυκατοικία. Μπαίνει μαζί μου και μου ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ καθώς είμαι φορτωμένος ψώνια.

- Τι όροφο πάτε;
- Τρίτο.
- Α, εσείς είστε που μένετε στου Ιταλού...


Ναι, εγώ είμαι, μόνο που δεν είναι Ιταλός ο άνθρωπος, Έλληνας είναι, παρότι «πολίτης του κόσμου» από αρκετές απόψεις. Βέβαια η σύζυγος είναι όντως Ιταλίδα, και τα παιδιά μιλάνε εξίσου και τις δυο γλώσσες· ίσως και μερικές ακόμα. Ο κυριούλης μου ανοίγει πάλι την πόρτα στην έξοδο και τον αποχαιρετώ με ένα κρητικότροπο «ώρα καλή». Ανοίγω την πόρτα του διαμερίσματος, χωρίς πλέον να σκοντάφτω πάνω σε ανοιγμένες βαλίτσες. Έχω κλείσει μήνα και έχω αρχίσει πια να το συνηθίζω.

Το σπίτι είναι σαφώς μεγαλύτερο από τις ανάγκες μου αλλά και σαφώς καλύτερο από οποιοδήποτε άλλο θα μπορούσα να έχω υπό τις δεδομένες περιστάσεις. Οι επίσημοι κάτοικοί του έχουν αφήσει προσωρινά τη χώρα για να δουλέψουν αλλού, με την εν λόγω προσωρινότητα να αναμένεται να διαρκέσει κάμποσα χρόνια ή ίσως δεκαετίες. Εκμεταλλευόμενος την καλωσύνη τους μένω κι εγώ προσωρινά εδώ· δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει η δική μου προσωρινότητα. Αλλά έχω συνηθίσει πια, έχοντας αλλάξει ήδη εννιά σπίτια σε τρεις χώρες τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οπότε δε μου πέφτει και πολύ βαριά η προσωρινότητα του δέκατου.

Φεύγοντας οι ιδιοκτήτες πήραν φαντάζομαι τα περισσότερα από τα πράγματά τους, αλλά άφησαν πίσω κάτι που εκτιμώ πάρα πολύ στα σπίτια: άδειους χώρους. Φυσικά επιπλωμένο είναι, αλλά με τα απαραίτητα. Οι κρεβατοκάμαρες έχουν από ένα κρεβάτι, ίσως κι ένα απλό κομοδίνο. Στο σαλόνι υπάρχουν δυο καναπέδες που μπορούν να γίνουν κρεβάτια εύκολα· αν μη τι άλλο το σπίτι προσφέρεται για φιλοξενία. Υπάρχει ακόμα ένα μεγαλούτσικο ξύλινο τραπέζι κι ένα μικρότερο, κι ένα γραφειάκι. Το ηλεκτρικό πιανάκι των παιδιών. Άφθονα ράφια, μισογεμάτα ή μισοάδεια, όπως το πάρει κανείς.

Τακτοποιώ τα ψώνια στην κουζίνα και σκέφτομαι πόσο δε μου είχε λείψει καθόλου η Ηρακλειώτικη διαδικασία ανεβάσματος εξάδων εμφιαλωμένου νερού, καθότι της βρύσης δεν πίνεται. Θυμάμαι την ειλικρινή απορία κάποιων συναδέλφων εδώ προ τριετίας και βάλε όταν τους έλεγα ότι πάω στην Ολλανδία να μείνω σε ένα σπίτι στον τέταρτο όροφο, χωρίς ασανσέρ: «Μα πώς θα ανεβάζεις τα νερά;». Τους είχα εξηγησει ότι θα τα ανέβαζα όπως τα ανεβάζουν στην Αθήνα – δεν είχαν καταλάβει όλοι το πνεύμα μου. Τώρα σπρώχνω πάλι τα εμφιαλωμένα στο ντουλάπι, πλην ενός που πάει στο ψυγείο. Καλοκαίρι γαρ.

Δεν κάνει πολύ ζέστη φέτος. Το σπίτι είναι διαμπερές κι έχω τα παράθυρα ανοιχτά όλη μέρα έτσι που ένα διαρκές αεράκι φυσάει στο σαλόνι και το διάδρομο ως την κρεβατοκάμαρα. Το αεράκι κουνάει ένα κινέζικο κουδουνάκι που κρέμεται από τη μπαλκονόπορτα. Νόμιζα ότι είναι από αυτά που λένε ονειροπαγίδες, αλλά η Μαρία που ξέρει από τέτοια οριεντάλ αντικείμενα μου είπε ότι είναι ένα καλαμένιο melody. Μέλοντι-ξεμέλοντι έχει ιδιαιτέρως υπνωτική επίδραση, ειδικά αν έχεις ξαπλώσει στον καναπέ. Τις πρώτες μέρες μου φαινόταν λίγο παράξενο, τώρα το έχω συνηθίσει. Εδώ συνήθισα τους χτύπους από το ρολόι της εκκλησίας κάθε μισή ώρα (ευτυχώς σταματάει 11 το βράδι με 7 το πρωί) και τις καμπάνες στον εσπερινό και τη λειτουργία, όπως είχα συνηθίσει τους αντίστοιχους χτύπους από το ρολόι του Δημαρχείου του Λέιντεν ή τον καθεδρικό του Οέιρας.

Βγαίνω στο μπαλκόνι να ποτίσω τα λουλούδια. Όταν πρωτοήρθα επιβίωνε μόνο μια γλαστρούλα αριστερά, ένα γεράνι και ένα καχεκτικό αναρριχώμενο με ελάχιστα κιτρινισμένα φύλλα. Ίσως και μια μισοξεραμένη ρίγανη. Άρχισα να τα ποτίζω ενθυμούμενος ένα γεράνι που επιβίωνε απότιστο για μήνες στο πρώτο από τα εννιά προηγούμενα σπίτια μου. Ύστερα η Δ. μου φύτεψε βασιλικό και λεμονοθύμαρο και κάτι άλλα με κόκκινα λουλουδάκια που δεν ξέρω πώς τα λενε, ο Σίρο Ρεδόνδο μας έδωσε επιπλέον δυόσμο και αλόη. Η ρίγανη ζωντάνεψε, το αναρριχώμενο επίσης, κι ένας ωκεανός από γλυστρίδες κάλυψε κάποιες άδειες γλάστρες που ποτίστηκαν τυχαία. Μία ακόμα φαίνεται πως περιείχε κάποιους βολβούς, καθώς μια μέρα εμφανίστηκαν κάτι ροζ-μωβ κρινάκια πάνω σε κάτι υποτυπώδεις βλαστούς, πριν καν πετάξουν φύλλα.

Ροζ-μωβ κρινάκια εκ του μη όντος (εδώ πάνω από αναφυόμενες γλυστρίδες). Αρκεί λίγο πότισμα (εντάξει, και κάτι ξεχασμένοι βολβοί).

Το ρολόι της εκκλησίας χτυπάει το χαρακτηριστικό χτύπημα του «και μισή» καθώς βραδιάζει. Ο Άγιος Μηνάς ετοιμάζεται για τη βραδινή περιπολία στα στενά του Μεγάλου Κάστρου. Ξαναμπαίνω στο σαλόνι και θυμάμαι για πολλοστή φορά ότι πρέπει να συμμαζέψω τον προτζέκτορα. Ο ιδιοκτήτης άφησε πίσω του μαζί με τον προτζέκτορα και μια αρκετά μεγάλη συλλογή DVD με κλασικές, ως επί το πλείστον, ταινίες. Τις Παρασκευές συνήθιζε να μας καλεί για πίτσα και σινεμά· μια καλή συνήθεια που σκέφτηκα να διατηρήσω. Τις προάλλες μάζεψα μερικούς φίλους να δούμε το Little Land, ένα ντοκυμανταίρ με σοβαρούς δεσμούς με τους διαδοχικούς ενοίκους του σπιτιού, εμού συμπεριλαμβανομένου. Μαζευτήκαμε οχτώ· όχι κι άσχημα. Ήταν μια κάπως ζεστή νύχτα και πείστηκα ότι το «σινεμά» μάλλον δεν είναι θερινό. Αλλά από το φθινόπωρο θα το επαναλάβουμε, μάλλον. Και με πίτσα.

Ψάχνω τα διάφορα τηλεκοντρόλ που με μπερδεύουν αναζητώντας το σωστό. Φταίω κι εγώ βέβαια που στα υπάρχοντα πρόσθεσα ένα ακόμα με τον αποκωδοποιητή, θεωρώντας ότι πρέπει να εγκαταστήσω ψηφιακή τηλεόραση μήπως τη θέλουν όταν ξαναγυρίσουν, αν και δεν προβλέπεται στο ορατό μέλλον. Εγώ πάλι πολύ σπάνια βλέπω οτιδήποτε, ειδικά με κλειστή ΕΡΤ. Προτιμώ όταν είμαι μόνος τα βράδια και δε χαζολογάω στα μπλογκς και στα σόσιαλ μήντια να αράζω στον καναπέ και να τσιμπολογάω σελίδες από τα βιβλία που άφησαν πίσω τους οι ιδιοκτήτες. Τα δικά μου δεν τα κουβάλησα άλλωστε, εκτός από το «Ιστιοπλοΐα και ναυτική τέχνη» και ένα δυο μισοδιαβασμένα. Ατυχώς κάμποσα μου είναι απροσπέλαστα (συμπεριλαμβανομένης μιας εκτεταμένης συλλογής μικι-μάους) καθότι είναι στα ιταλικά, ενώ και τα αγγλικά (όχι και λίγα) τα ψιλοβαριέμαι για αρχή. Οπότε μένουν τα ελληνικά, κι έτσι εσχάτως περιπλανιέμαι ανάμεσα στην Ιστορία του Εμφυλίου του Μαργαρίτη και το Σκοτεινό Αιώνα του Μαζάουερ, με έμφαση μάλλον στο τελευταίο.

Γυρίζω τις σελίδες διαβάζοντας για την άνοδο του ναζισμού προπολεμικά και αναζητώντας αναλογίες με την κρίση του σήμερα. Ένα αεράκι περνάει από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα· το καλαμένιο μέλοντι ηχεί χαρακτηριστικά. Τα δάχτυλά μου μυρίζουν ανάκατα βασιλικό, λεμονοθύμαρο και δυόσμο. Το ρολόι χτυπάει εννιά φορές.

Begins to feel like home, που λένε.


Σ.Σ. Στον «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη είχα διαβάσει ότι ο πολιούχος του Κάστρου Άγιος Μηνάς έβγαινε από την εικόνα του και περιπολούσε, λέει, έφιππος τα βράδια προστατεύοντας τους χριστιανούς από τυχόν επιθέσεις των Τούρκων. Το ντοκυμανταίρ του (κρητικού) Νίκου Νταγιαντά Little Land σε παραγωγή της Anemon, αφορά ένα ζευγάρι που εγκαταλείπει την Αθήνα της κρίσης και εγκαθίσταται (κάπως ανεπιτυχώς ίσως, εν τέλει) στην Ικαρία αναζητώντας ένα εναλλακτικό πρότυπο ζωής. Από όσο ξέρω, την παλεύουν ακόμα, αν και χωριστά. Τους εύχομαι κάθε επιτυχία, αν και ως καριώτης υποψιάζομαι ότι είναι σκούρα μάλλον τα πράγματα.

Το βιβλίο του ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ «Σκοτεινός Αιώνας» αφορά την ιστορία του 20ου αιώνα και περιστρέφεται γύρω από τη σχετική αποτυχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας να επικρατήσει έναντι των ανταγωνιστικών μοντέλων του κομμουνισμού και του ναζισμού (μοντέλων που ο συγγραφέας ρητά διαχωρίζει). Μπορεί νομίζω να διαβαστεί συμπληρωματικά με την «Εποχή των Άκρων» του Έρικ Χομπσμπάουμ, αν και η οπτική τους είναι διαφορετική. Σε κάθε περίπτωση είναι λίαν διδακτικό και για την εποχή μας, καθώς μερικά πράγματα που μας φαίνονται καινοφανή απλώς τονίζουν την αδύναμη ή επιλεκτική μνήμη μας. Συνίσταται η ανάγνωση συνοδεία μέλοντι ή ίσως τζιτζικιών· γιατί όχι;


6 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

«Δεν κάνει πολύ ζέστη φέτος»;;;
(αχ αυτό το μικροκλίμα των νησιών...)

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

κατσαρίδες θα έχει όμως, δεν μπορεί να μην έχει

Β. είπε...

Θα ψάξω κι αν βρω κάτι θα σας ενημερώσω.

(Κάνα σαμιαμίδι σας κάνει; )

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

με ανοιχτά παράθυρα όλη μέρα και χρειάζεται να ψάξεις

Β. είπε...

Ανοιχτά παράθυρα, κλειστές σίτες. Πάντως ούτε στη Λισσαβώνα είχα (στην Αθήνα πάμπολλες).

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Ε πες ντε οτι έχει σίτες. Στη Λισαβόνα έχει κάτι τερατάκια αλλά καμία σχέση με της Αθήνας ( ειδικά σε ποσότητα) Ντάξει συμφωνήσαμε