ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


11/5/13

Κούκος διπλός και το πουλί του ναύτη



Ήταν τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη, το μακρινό 1991. Τριάντα χρόνια νωρίτερα, αρκετά πριν γεννηθώ, ο κ. Ζακόμπ και ο κ. Μονό είχαν δημοσιεύσει τις παρατηρήσεις τους για τη ρύθμιση του όπερον της λακτόζης. Όταν πρωτοδιάβασα τη λέξη «όπερον» στο βιβλίο της Γενικής Βιολογίας του δευτέρου εξαμήνου (κάπου το 1986, μάλλον) είχα κολλήσει κάπως με τη λέξη. Πρωτοετής, είχα ακόμα τη φιλοδοξία να γίνω κάτι σαν οικολόγος-περιβαλλοντιστής και κοιτούσα το βιβλιαράκι (που έφερε την καθηγητική υπογραφή του Φώτη Καφάτου αλλά είχε επιμεληθεί επιστημονικώς η Ρένα Λ.), με μια ορισμένη δυσπιστία στα μόρια και τα γονίδια. Εκείνο τον Οκτώβρη του 1991 όμως, πτυχιούχος πλέον, εκπονούσα τη διατριβή μου ακριβώς στο εργαστήριο της Ρένας, με DNA και με περιοριστικές ενδονουκλεάσες και μακριά, πολύ μακρια από οικολογίες και περιβάλλοντα. Ήξερα καλά πλέον ότι η επιστημονική μου κλίση ήταν στον «απέναντι» κλάδο, αυτόν των μορίων και των γονιδίων, άλλο αν πάντα έψαχνα για γέφυρες με τους «φυσιοδίφες», γέφυρες που γνωσιολογικώς ευτυχώς υπάρχουν και που είναι πάντα επίκαιρες.

Μια τέτοια είχε ρίξει εκείνη τη χρονιά ο Φώτης όταν οργάνωσε στη Χερσόνησο της Κρήτης το συνέδριο με τίτλο “Evolution and Development: 30 years after the Jacob-Monod paradigm”. Βέβαια ο Μονό μας είχε αφήσει χρόνους, αλλά ο Ζακόμπ, επιφανής νομπελίστας θα μας τιμούσε με την παρουσία του. Ήταν ακόμα κάμποσες φίρμες του χώρου, μερικοί ήδη μυθικά ονόματα, άλλοι γουαναμπήδες, άλλοι φοιτηταριό (κοιτάω τη λίστα με τους συμμετέχοντες και βλέπω μερικούς φοιτητές της τότε εποχής που έχουν γίνει σήμερα μορφές της επιστήμης διεθνώς). Ο Φώτης φαίνεται πως ήθελε ένα σχετικό μπούγιο, και έριξε τις τιμές της συμμετοχής των φοιτητών στο συνέδριο στα 15 χιλιάρικα (δραχμές, εννοείται), ποσό που αν και δεν ήταν εντελώς αμελητέο, δεν ήταν και απίστευτο, ειδικά εφόσον περιελάμβανε διαμονή μιας εβδομάδας με πρωινό και μεσημεριανό σε ένα από τα χλιδέστερα ξενοδοχεία της περιοχής. Ο Γιώργης και η Ρένα που είχαν το εργαστήριο που δούλευα μας εξήγησαν ότι δεν υπήρχαν λεφτά για να καλύψουν τη συμμετοχή μας, αλλά ήταν καλή ιδέα, αν είχαμε τα χρήματα, να πάμε: τόσους επιστημονάρες μαζεμένους αποκλειόταν να ξαναβρούμε (τουλάχιστον με αυτό το κόστος).

Την εποχή εκείνη πληρωνόμουν με μια συμβολική υποτροφία (που κατέστη συμβολικότερη συν τω χρόνω), αλλά δεκαπέντε χιλιάρικα υπήρχαν, δεδομένου ότι τα έξοδά μου ήταν κατά βάση τσιγάρα, εφημερίδες, και κάνα ποτάκι αραιά και που. Στην Κρήτη είχα ήδη πάει μια-δυο φορές με διάφορες επιστημονικοφανείς αφορμές, αλλά κατά βάση γινόμενος φόρτωμα σε έναν κολλητό μου, που μετά από τόσα χρόνια είχε καταφέρει κάποτε να αποφοιτήσει και υπηρετούσε πλέον τη θητεία του κόβοντας καρφιά στο Ναύσταθμο. Ωστόσο από τη μεριά της Χερσονήσου δεν είχα πάει, και παρότι ήταν αρχές Οκτώβρη, έκανε αρκετή ζέστη για ένα-δυο μπανάκια. Το πρόγραμμα του συνεδρίου προέβλεπε και μια εκδρομούλα στο οροπέδιο Λασιθίου. Δεν το σκέφτηκα πολύ και δήλωσα συμμετοχή παρόλη την ψιλομουρμούρα της τότε κοπέλας μου που αν και ήταν πολύ πιο σχετική με τα όπερον δεν θα πήγαινε· η καθηγήτριά της έκρινε ότι «δεν είναι για μας αυτά».

Το συνέδριο θα ξεκινούσε Δευτέρα πρωί· Κυριακή βράδυ κατά τις εννιά μαζευτήκαμε στο σαλόνι του «Νίκος Καζαντζάκης», ενός πλοίου που με βάση τις ικαριακές μου ταξιδιωτικές εμπειρίες μου φαινόταν σα διαστημόπλοιο. Ήμασταν κάμποσοι φοιτητές, μεταπτυχιακοί και μερικοί προπτυχιακοί, όλοι με σχετικές αψιλίες, εξ’ ου και η φτηνή μετακίνηση με πλοίο, κατάστρωμα, και φοιτητικό εισιτήριο (μερικοί με πλαστογραφημένο πάσο κιόλας). Χαβαλεδιάζαμε κάμποση ώρα, αλλά η ώρα δεν πέρναγε· κάποιοι πήγαν να κοιμηθούν στους υπνόσακκους, κάποιος έριξε μια ιδέα στους εναπομείναντες:

- Δεν παίζουμε ένα χαρτάκι να περάσει η ώρα;

Δεν υπήρχε τράπουλα άμεσα διαθέσιμη, υπήρχε όμως ανοιχτό μαγαζί του πλοίου. Ως πιο μεγάλος και πιο λαρτζ της παρέας (έπαιρνα και υποτροφία, είπαμε) αγόρασα μια τράπουλα. Είπαμε να παίζουμε ξερή ή δηλωτή αλλά είμασταν κάμποσοι οπότε ο Γ. έριξε την ιδέα για πόκα. Διαμαρτυρήθηκα ότι δεν ήξερα πόκα, μόνο πόκερ κι αυτό με κάποια δυσκολία.

- Δεν πειράζει, θα μάθεις, μου είπαν με ένα στόμα οι υπόλοιποι.

Μου έδειξαν συνοπτικά τι είναι κέντα, τι είναι χρώμα, τι είναι φλος. Ψιλοβαριόμουνα, είναι η αλήθεια, ήθελα να κοιμηθώ κιόλας διότι πρωί πρωί θα μιλούσε ο Stephen Jay Gould για την καταγωγή του αρσενικού φύλου από το θηλυκό (με παρατηρήσεις από τα γεννητικά όργανα της ύαινας), θέμα που όσο να ‘ναι με ιντριγκάριζε. Πλην όμως, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Βγήκαμε άυπνοι και ζαλισμένοι από το πλοίο, χωθήκαμε ανά τετράδες σε κάτι ταξί και ξεμπαρκάραμε στο γκλάμορους χοτέλ του συνεδρίου περίπου την ώρα που ξεκίναγε. Ακουμπήσαμε τα δεκαπεντάρια στη γραμματέα του συνεδρίου, μια εντυπωσιακά ψηλή κοπέλα με εντυπωσιακά δαχτυλιδωτά μαλλιά και εντυπωσιακά άγριο βλέμμα (που πολλά χρόνια αργότερα ανακάλυψα ότι είναι επίσης εντυπωσιακά ικανή στη δουλειά της και εντυπωσιακά καλόκαρδη, καθώς και τακτική αναγνώστρια του ιστολογίου, οπότε αφήνω τις διαχύσεις για το κατ’ ιδίαν). Μας έδωσε τσαντούλα με βιβλίο πρακτικών, κουπόνια για να τρώμε στο συνεδριακό εστατόριο τζαμπέ, και την πληροφορία ότι δε θα μέναμε στο καραχλιδάτο χοτέλ του συνεδρίου αλλά στα ημιχλιδάτα μπάγκαλόουζ δίπλα, πλην όμως με το πρωϊνό στη χλίδα. Κατανοητόν; Κατανοητότατον. Πήγα στην ομιλία του Gould και με πήρε ένας βαθύς ύπνος (η επιβλέπουσα της διατριβής μου με διαβεβαίωσε ότι κοιμόμουν με ανοιχτά μάτια πάντως, και δεν έγινα εντελώς ρόμπα).

Τις μέρες που ακολούθησαν, η ρουτίνα μας ήταν περίπου η εξής: τρώγαμε ένα απίστευτα χλιδάτο πρωϊνό, με εφτά ειδών αυγά, τριανταδύο τύπων τυριά, σαλάμια, λουκάνικα, μπέικον, πενηνταπέντε ειδών κορν φλέικς, ίσαμε είκοσι διαφορετικά ψωμιά, ψωμάκια, μπριοσάκια, κρουασανάκια, κεϊκάκια και τοστάκια, καμιά εικοσιπενταριά τύπους χυμών, φρούτα, γιαούρτια, τσάγια, καφέδες και αναψυκτικά. Μετά σέρναμε βαριά τα βήματά μας στο συνεδριακό χώρο όπου ακούγαμε νυσταγμένοι τις ομιλίες διασήμων και λιγότερο διασήμων, κάποιες καταλαβαίναμε και κάποιες όχι, χειροκροτούσαμε στα σωστά σημεία, ακούγαμε τις εμπνευσμένες ή λιγότερο εμπνευσμένες ερωτήσεις (θυμάμαι τον Akam και τον Dover συχνά πυκνά με το μικρόφωνο στο χέρι, αν και τον τελευταίο μπορεί και να τον έχω μπλέξει με ένα μεταγενέστερο συνέδριο του Linnean Society), τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του Καφάτου (που επίσης είχε μια ικανότητα να τον παίρνει ο ύπνος αλλά χωρίς ποτέ να χάνει τον ειρμό), τρέχαμε πρώτοι για μια κούπα καφέ στα διαλείμματα και κάναμε επιστημονικό κουτσομπολιό (να, αυτός είναι ο Southern που έβγαλε την ομώνυμη μέθοδο, ο άλλος που μοιάζει με καουμπόη είναι ο Eric Davidson, μόνο που αντί για περίστροφα στις τσέπες έχει πούρα, καλά αυτή είναι δυνατόν να φοράει πέδιλο με άσπρη κάλτσα; ρε σεις, ο παππούς ο Slonimski αντί για λέιζερ πόιντερ έδειχνε τα σλάιντς με ένα καλάμι – μαζί με τη φούντα), χωνόμασταν με τα κουπόνια μας στο γεύμα (ατυχώς ιδιαίτερα λιτό σε σχέση με το πρωινό), τσακίζαμε τα μπισκοτάκια στα απογευματινά διαλείμματα (που ήταν το τελευταίο τζάμπα πράμα της ημέρας) και κατά τις οχτώ που σχόλαγε το πανηγύρι πηγαίναμε για κανένα σουβλάκι στα όρθια (για τόσο μας έπαιρνε) και χαζεύαμε τις ταμπέλες των μαγαζιών της Χερσονήσου που ήταν στα γερμανικά (τα φαρμακεία έγραφαν όλα “Apotheke”) και τα μενού των εστιατορίων που ήταν με φωτογραφίες από υπερφυσικούς μουσακάδες και τερατώδεις χωριάτικες και τζατζίκια, αριθμημένα ώστε ο τουρίστας να παραγγέλνει το νούμερο τάδε ή να δείχνει τη φωτογραφία, κι ύστερα γυρίζαμε στο ημιχλιδάτο μπαγκαλόου όπου κάποιος έριχνε την ιδέα:

- Λοιπόν, παίζουμε καμιά ποκίτσα να περάσει η ώρα;

Και η ώρα περνούσε παίζοντας πότε πόκερ και πότε μιζέρια και πότε κούκο διπλό και πότε μπόμπα χαρακίρι, εκτός από όταν έκανε χαρτί ο Μ. που είχε μια εμμονή να παίζουμε «το πουλί του ναύτη» που όπως όλοι ξέρουν δεν είναι σαν του καντηλανάφτη και είχε μια πολύ μακριά σειρά από χαρτιά που σκάγανε ένα-ένα. Κι εγώ πάσχιζα να ξεχωρίσω πότε κερδίζει η κέντα και το χρώμα και πότε όχι, και πότε πρέπει να κάνω ντούκου και πότε να πάω πάσο και πότε να κάνω μπλόφα και φυσικά έχανα, καθότι όπως μου εξηγούσαν όλοι αν δεν πληρώσεις δε θα μάθεις, πλήρωνα λοιπόν και μάθαινα, όχι μόνο εγώ βέβαια, αλλά μερικούς άλλους επιρρεπείς σε ατυχήματα (λέγε με Α. ή και Γ.) τους φύλαγαν οι γκόμενες και τους βάζανε χέρι αν τυχόν παίρνανε την κάτω βόλτα, ενώ κάποιοι άλλοι μόλις βάζανε κάνα κατοστάρικο στο χέρι πήγαιναν (λέγε με Μ.) μια στιγμούλα έξω και το παίρνανε τηλέφωνα στην αλλοδαπή (έλα μωρό μου, σε σκέφτομαι συνέχεια, ναι, ναι, πήζω, πήζω) από έναν τηλεφωνικό θάλαμο με κέρματα καθότι μέσα από τα δωμάτια πήγαινε λέξη και τάληρο, και μετά ξαναρχόντουσαν άφραγκοι και ερωτευμένοι να μαδήσουν άλλο ένα κατοστάρικο από τους εκπαιδευόμενους ποκαδόρους, καλή ώρα.

Και κάποτε ξημέρωνε και λέγαμε «όχι ρε πούστη πάλι» και πέφταμε να κοιμηθούμε κάνα δίωρο και ξυπνάγαμε να πάρουμε το υπερμεγέθες λουκούλλειο πρωινό λες και ήταν το τελευταίο μας, και πηγαίναμε νυσταγμένοι στις συνεδρίες και το βράδυ ξανά μανά πόκα μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων. Βέβαια γύρω στο τριήμερο είχα μάθει να αποφεύγω τις χοντρές κακοτοπιές και δεν έμπαινα πλέον κι άλλο μέσα, μια φορά μάλιστα έκανα μια-δυο επιτυχημένες μπλόφες (κατά λάθος μάλλον) και μια δόση ο Μ. πήγε πάσο με φλος στο χέρι διότι με είδε ατρόμητο να τα βλέπω (ενώ είχα σχεδόν καθαρή πενταφυλλία) οπότε περιόρισα κάπως τη χασούρα σε αντιμετωπίσιμα επίπεδα κι εκείνος είπε «μαλάκα, αν συνεχίσεις έτσι η σχέση μου κινδυνεύει, θα με χωρίσει η άλλη άμα δεν την παίρνω τηλέφωνο» αλλά τελικά δεν κινδύνεψε και ιδιαίτερα βέβαια, είχαμε πάντως την πλάκα μας καθώς ό,τι έλεγε ο ένας κάποιος άλλος απαντούσε «στην πούτσα μας» για να ακουστεί ως ηχώ ο Γ. «στην πουτσάρα μας» και να συμπληρώσει ο Μ. «στην καραπουτσακλάρα μας», δηλώσεις όχι πολύ επιστημονικές βέβαια, μην κοιτάς σήμερα που ο ένας είναι καθηγηταράς στην Οξφόρδη και ο άλλος στο Άμστερνταμ και ο τρίτος έστω επίκουρος στο Αθήνησι και μερικοί ξεμείναμε εισέτι μεταδιδάκτορες ιστολόγοι, τότε το πράγμα είχε τη γοητεία της ανακάλυψης, όχι μόνο της επιστήμης per se αλλά των ορίων ενός εκάστου εξ ημών, μέσα από ένα παιχνίδι ανταγωνισμού βέβαια αλλά και μια ορισμένης συντροφικότητας κάτω από την επιφάνεια του εν εξελίξει συνεδρίου, δίπλα στον κάπως κουρασμένο νομπελίστα Ζακόμπ, τους φτασμένους μεγάλους και τους φιλόδοξους (και μωροφιλόδοξους ενίοτε) μιμητές τους.

Και οι μέρες περνούσαν, και δεν πήγα στο οροπέδιο Λασιθίου εκείνη τη φορά, σκοτωμένος από τη νύστα, πήγαν όμως οι συναδέλφισσες από το εργαστήριο να μου μαζέψουν σαλιγκάρια για τις ανάγκες της διατριβής μου και τις ρώτησε ο Piet Borst τι τα θέλουν και του είπε η Ε. «για το μιτοχονδριακό DNA, ξέρετε τι είναι;» κι αυτός είπε ευγενικά κάτι σαν «ναι, εγώ το αποκωδικοποίησα», δήλωση βέβαια κάπως υπερβολική καθότι αφορούσε κάποιους μύκητες μόνο αλλά τεχνικώς σωστή οπωσδήποτε, τόσο ώστε να μου πει η Ε. την άλλη φορά να πάω να τα μαζέψω μόνος μου τα σαλιγκάρια για να γίνω εγώ ρόμπα και όχι εκείνη (παρεμπιπτόντως τον Piet τον είδα πέρσι σε μορφή προτομής στο Άμστερνταμ, παρότι ζει και βασιλεύει ο άνθρωπος). Πήγαμε όμως με τους συμπαίκτες βόλτα στο Ηράκλειο και είδαμε την πτέρυγα Ο των λυομένων κτιρίων του Πανεπιστημίου στην Κνωσό και θαυμάσαμε από κοντά την περίφημη γάτα που (μάλλον κακώς, από άποψη βιοασφάλειας) φιλοξενούσε το εργαστήριο των ζυμομυκήτων που ήταν το άκρη-άκρη στην έξοδο του διαδρόμου ώστε να μπορεί ο επικεφαλής του να καπνίζει με το χέρι έξω από το κτίριο αλλά το κεφάλι μέσα ώστε να μη χάνει κίνηση εντός του εργαστηρίου.

Πήγαμε και στα Μάλια ένα βράδυ, με ταξί κερασμένο από ένα εργαστήριο του Πανεπιστημίου Πατρών ώστε ένας φίλος από εκεί να μαζέψει τις μυγοπαγίδες που είχε στήσει στην περιοχή και είχαν μέσα τα πάντα εκτός από μύγες του είδους που τον ενδιέφερε. Μιλήσαμε για τους καθηγητές των δικών μας ιδρυμάτων που μας φαίνονταν αρχικά φοβεροί και τρομεροί, αλλά δίπλα στους νομπελίστες και τους φτασμένους χλώμιαζαν μέχρις εξαφανίσεως σχεδόν, για τη σφοδρότητα μερικών debate και τις γνώσεις και την εμπειρία που μας έλειπαν ώστε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο (όχι για να τα κάνουμε αυτά που έκαναν οι «μεγάλοι», αλλά ίσα για να τα παρακολουθούμε), για τον επαρχιωτισμό των ελληνικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, για το μέλλον της βιολογίας και το δικό μας μέλλον σε αυτήν, για τα αδιάφορα, όπως μας φαίνονταν, θέματα των διατριβών μας, και φυσικά για κέντα-χρώμα, τρία-φουλ, κοτούλες, λαγουδάκι, σταυρό, και το αναπόφευκτο πουλί του ναύτη.

Παίξαμε την τελευταία παρτίδα στο σαλόνι του «Νίκος Καζαντζάκης» όπως και την πρώτη. Μάζεψα την τράπουλα, το 2 ως το 6 εντελώς άπαιχτα και καθαρά, ενώ τα υπόλοιπα 32 φύλλα παιγμένα και κατάμαυρα στις άκρες. Γύρισα σπίτι και κοιμήθηκα δεκατρεις ώρες σερί.

Πριν λίγες μέρες διάβασα ότι πέθανε, πλήρης ημερών, ο Ζακόμπ· κάπως μου ήρθε και θυμήθηκα την ύπαρξη της τράπουλας. Την εντόπισα σε ένα ξεχασμένο συρτάρι.

Δεν έχω ξαναπαίξει χαρτιά από τότε. Καθότι όπως έλεγε κι ένας από τους τότε συμπαίκτες (που πάντως δεν έκανε ερευνητική καριέρα), το πάσο είναι πιο δυνατό απ’ το φλος, έτσι;

4 σχόλια:

ολα θα πανε καλα... είπε...

Γεια σου,Ροβυθέ!

Ίσως η ανάρτηση με το..."πουλί του ναύτη",να μην είναι η καταλληλότερη για να σου στείλω τους χαιρετισμούς μου(!),πάντως εύχομαι να είσαι καλά! - έχουμε πάαααααρα πολύ καιρό να τα πούμε.

Χαίρομαι πάντα τα ελληνικά σου και τις μακροσκελείς αναρτήσεις σου!Να σαι καλά!

karagiozaki είπε...

πόκα δεν ξέρω πολύ καλά, στην πρέφα πάντως σκίζω. :)

Β. είπε...

Γεια σου Γωγούλα, καθυστερημένα χρόνια πολλά!

(Μακροσκελείς, ε; Ωχ...)

Καραγκιοζάκι, μας πιάνεις αδιάβαστους (στην πρέφα) - ούτε μπάζες δεν είχαν καταφέρει να μάθω τι είναι.

ολα θα πανε καλα... είπε...

Β:

Σ ευχαριστώ πολύ!