ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


15/4/13

Όστρια


Παραλιακή άποψη (ο Θεός να την κάνει) του Ηρακλείου στο ύψος του παλιού εργοστασίου της ΔΕΗ (το πράσινο κτίριο, νυν Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης). Κάποιο από τα χιλιάδες παράθυρα στο φόντο ανήκει στο δωμάτιο με τους καθρέφτες. Φωτό Ροβυθέ, 2009.

Μου πήρε κάποιο χρόνο να ξεκουνηθώ, ως συνήθως. Αλλά το πήρα απόφαση κάποτε, και μπήκα σ’ ένα αεροπλανάκι που βρήκα σε προσφορά (δηλαδή τι προσφορά, καρτέλ είναι πλέον οι αερομεταφορείς, άλλο αν παριστάνουν το αντίθετο για τα μάτια του κόσμου) ώστε να φύγω πριν χαλάσει ο καιρός. Θα φυσούσαν άνεμοι ίσαμε 8 μπωφόρ, λέει. Όστρια ή πιθανώς και σορόκος. Δεν έχει βέβαια και πολλή σημασία, καθότι λόγω του ανάγλυφου του εδάφους που επιτρέπει ή επάγει διάφορους μυστήριους στροβιλισμούς, ποτέ δεν ξέρεις ακριβώς από πού σου ‘ρχεται όταν φυσάει νότος. Το είχα διαπιστώσει από την προηγούμενη εμπειρία. Και το θυμήθηκα εναργέστερα μόλις ξαναπάτησα το πόδι μου στη μεγαλόνησο, τρία χρόνια μετά την τελευταία φορά.

Έκανε ζέστη. Γρήγορα ένιωσα τα χείλη μου να ξεραίνονται. Μαζί με τον αέρα στροβιλιζόταν αυτή η κόκκινη σκόνη που έρχεται από τη Σαχάρα και προκαλεί αυξημένη υγρασία και εξάρσεις λασποβροχής. Την ώρα εκείνη δεν είχε συννεφιά για να βρέξει, αλλά ο ουρανός ήταν κόκκινος. Θυμήθηκα τη Μαρίστρα που μου έλεγε πως έβλεπε τον κόσμο στο δρόμο να τρακάρει αδικαιολόγητα και να τσακώνεται ακόμα πιο αδικαιολόγητα αλλά πριν αναρωτηθεί τι έχουν πάθει όλοι σκεφτόταν «α, φυσάει νότος» και έτσι ερμήνευε το φαινόμενο. Υπάρχει μια σχετική περιγραφή στις σελίδες του «Καπετάν Μιχάλη» του Καζαντζάκη όπου λόγω του ανέμου τους πιάνει όλους μια τρέλα. Κι ένας παράξενος λήθαργος.

Στο κιόσκι με τα εισιτήρια αναζήτησα το «ακριβό» εισιτήριο για το Πανεπιστήμιο· δεν είχαν. Ρώτησα για το αυτόματο μηχάνημα δίπλα· ήταν χαλασμένο. Ο σταθμάρχης μου είπε να μπω στο λεωφορείο και να ζητήσω από τον οδηγό να με κατεβάσει σε κανένα περίπτερο να πάρω· θυμήθηκα ένα σχεδόν πανομοιότυπο διάλογο τις πρώτες φορές που κατέβαινα στο Ηράκλειο, πριν έξι χρόνια. Τα λεωφορεία είχαν τότε μόλις εγκαταστήσει ένα ηλεκτρονικό σύστημα ακύρωσης των εισιτηρίων που δε χρησιμοποιούσε κανείς: αντ’ αυτού έδινες στο οδηγό το εισιτήριο ο οποίος το έσκιζε χειροκίνητα. Έξι χρόνια αργότερα, τα λεωφορεία έχουν τηλεματική και ηλεκτρονικές διαφημίσεις, αλλά τα εισιτήρια ακόμα με το χέρι τα σκίζουν.

Στην Αλικαρνασσό κατέβηκα σε ένα περίπτερο και πήρα δύο από τα «ακριβά» μπλε εισιτήρια. Ξαναμπήκα δίνοντας στον οδηγό το ένα για σκίσιμο (εχμ... ακύρωση). Ο οδηγός μιλούσε στο τηλέφωνο διαδοχικά με διαφόρους, ενώ οδηγούσε, προσπαθώντας να διευθετήσει την πληρωμή μιας επιταγής.

- Για ξάνοιξε το λογαριασμό να δεις είντα έχει γίνει.

Προφανώς ο υπάλληλος ξάνοιξε, βρήκε ότι έλειπαν κάτι ψιλά, κι ο οδηγός αφού αντιμετώπισε κάτι προβλήματα που προέκυψαν από κάτι σταματημένα ΙΧ στη μέση του δρόμου («Έν πάω από επαέ – έχει δεντρά») έψησε τον υπάλληλο από τηλεφώνου να συμπληρώσει το ποσό ο ίδιος και θα έστελνε τη γυναίκα του να του τα δώσει αμέσως. Η υψηλού τραπεζικού απορρήτου συναλλαγή κρητικού phone banking ολοκληρώθηκε ενώ φτάναμε στο Πανεπιστήμιο.

Βρήκα το «νέο» μου εργαστήριο χωρίς δυσκολία, τακτοποίησα κάτι μικροεκκρεμότητες (ή έτσι νομίζω...) και προς το βραδάκι γύρισα στην πόλη και το σπίτι της Β. με ανάμικτα συναισθήματα, μετά από τρία χρόνια. «Το δωμάτιό σου σε περιμένει» μου είχε πει, εννοώντας το «παιδικό» που είχε ακόμα τους ίδιους καθρέφτες απέναντι και τον Ταζ ζωγραφισμένο πάνω από το κρεβάτι. Συστήθηκα στον Ισπανό προσωρινό συγκάτοικο και μιλήσαμε λίγο για τη ζωή στη Λισσαβώνα και την Ολλανδία μέχρι να έρθει ο φίλος μου να με απαγάγει με κατεύθυνση το Ρέθυμνο.

Φτάσαμε κατά τις δέκα· φυσούσε κι εκεί τα ίδια και χειρότερα. Περιπλανηθήκαμε στα δρομάκια της παλιάς πόλης και πέσαμε σε μια συναυλία κάπως έθνικ στο δρόμο. Βρήκα κάποιους γνωστούς ανάμεσα στο κοινό· ο φίλος μου απόρησε με το δίκιο του.

- Καλά, πρώτη μέρα στην Κρήτη μετά από τρία χρόνια και μάλιστα σε άλλη πόλη, και αμέσως βρίσκεις γνωστούς; Τι θα γίνει με εσένα, επιτέλους;

Έλα ντε. Τι θα γίνει μ’ εμένα επιτέλους; Ξύπνησα το πρωί με το θόρυβο της βροχής· ο φίλος έφευγε βιαστικά για τον ορεινό Μυλοπόταμο όπου εργάζεται. Έξω έριχνε καλαπόδια και στους δρόμους κυλούσαν ποταμοί κόκκινης λάσπης. Κάποτε έκοψε· βρήκα ευκαιρία να δραπετεύσω με το ΚΤΕΛ και κατέληξα πάλι στο Ηράκλειο κατά το μεσημέρι. Μπήκα στο αστικό στο λιμάνι κι έδωσα το άλλο μου εισιτήριο για σκίσιμο.

Πρόλαβα ένα «επαγγελματικό» δείπνο στην Αγία Πελαγία, πρόλαβα να δω μερικούς παλιούς φίλους (αλλά όχι όλους όσους θα ήθελα και όχι για όσο χρόνο θα ήθελα), συνάντησα παλιούς εργοδότες και συνεργάτες, παρακολούθησα μια διάλεξη (ελαφρώς αχρείαστη ίσως), ήπια κρασί στο Σιγά-Σιγά χαζεύοντας τον Ψαρολάμπη στο διπλανό τραπέζι, ρώτησα για γνωστούς και φίλους και μέρη. Μου είπαν ότι το Παγοποιείο έκλεισε, η Κουζίνα της Πόπης επίσης, ότι η Μαρία τραγουδάει στο Πάλαι Ποτέ αλλά μόνο Παρασκευές και Σάββατα (δεν προλάβαινα να πάω σ’ αυτή τη δόση), ότι ένας κατά συνθήκη Ρεθυμνιώτης μπλόγκερ ρωτούσε για μένα κάτι κατά συνθήκη Ηρακλειώτες μπλόγκερ (πιο απλό θα ήταν να μου στείλει κάνα μέιλ, βέβαια). Με κάλεσαν σε ένα γάμο στη Μεσαρά τον Ιούνιο (ελπίζω να μην έχει μπαλωθιές και τέτοια), σε παρουσιάσεις διατριβών το Σεπτέβρη (εύκολο...), ελπίζω κάποια στιγμή να με καλέσουν επιτέλους και σε κανένα ρακοκάζανο να μου φύγει το απωθημένο.

Λίγο πριν μπω στο αεροπλάνο της επιστροφής φέρνω στη μνήμη μου σκηνές του παρελθόντος βίου· τρία χρόνια από την τελευταία φορά κάμποσοι έχουν φύγει (ίσως και οριστικά) και κάμποσοι είναι εδώ τριγύρω ακόμα και την παλεύουν, ίσως για λίγο ακόμα καιρό, ίσως για περισσότερο, ίσως για πάντα. Τα δέντρα γύρω από ένα από τα σπίτια που έζησα έχουν ξεριζωθεί και στη θέση τους έχουν φυτρώσει φωτοβολταϊκά. Το κάποτε αγαπημένο μου κουλούκι έχει πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας, πολλά χρόνια τώρα. Η κρήνη Πρίουλι είναι κρυμμένη πίσω από μία σκαλωσιά· για καλό σκοπό, ελπίζω. Στο κινητό μου φτάνουν μηνύματα από Ηράκλειο και μηνύματα από Αθήνα, από παράλληλους (ελπίζω όχι ασύμβατους, εν τέλει) κόσμους.

Βγάζω να αφήσω το αδιάβροχο στη θήκη πάνω από το κάθισμα· προσέχω πάνω του κάτι σημάδια από σταγόνες ξεραμένης κόκκινης λάσπης.

Ακόμα φυσάει νοτιάς.



Μια συλλογή από ταμπαχανιώτικα με το Λάμπη Ξυλούρη στο ούτι.

2 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

Καλώς ήρθες στο νησί (και καλώς έφυγε ο νοθιάς).

Το έπιασα το υπονοούμενο, βέβαια ;)

Β. είπε...

Δεν ήρθα ακόμα, κάτσε να καλοκαιριάσει καλά να αρχίσουν κι οι ιστιοδρομίες...