ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


9/4/13

Γειτονιά

Ντυπόν και Ντιπόν, κάτι σαν υποψήφιοι δήμαρχοι δυτικών προαστίων. Για την ακρίβεια, Ντιπόν και Ντυπόν.

Το σπίτι είναι πάνω από ένα ξυλουργείο. Προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν τυχόν θα με ενοχλούν οι θόρυβοι των μηχανών, αλλά κατάλαβα γρήγορα ότι δεν υπάρχει κανένας φόβος· το μαγαζί είναι ανοιχτό μόνο κατ’ όνομα. Πελάτες δεν υπάρχουν, παραγγελίες δεν εκτελούνται, ένεκα η κρίση, και οι δυο συνεταίροι (και μπατζανάκηδες) περνάνε την ώρα τους πίνοντας καφέ και παίζοντας κάνα τάβλι να περνάει η ώρα. Ο ένας τους τα Σαββατοκύριακα πάει για ψάρεμα. Ο άλλος πλένει το αυτοκίνητο. Ησυχίες.

Άλλα μαγαζιά δεν έχει ο δρόμος. Χαμηλά σπιτάκια, παλιά, με αυλή, μερικές μικρές πολυκατοικίες σαν τη δική μας, ένα δυο πιο καινούργια φροντισμένα σπίτια με κήπους. Βρίσκεις άνετα να παρκάρεις παρόλο που οι δρόμοι είναι στενοί. Ο από κάτω δρόμος είναι κατ’ όνομα λεωφόρος, καθότι περνάει ενίοτε ένα λεωφορείο στην προέκτασή του στο διπλανό προάστιο. Εδώ πέρα όμως η υποτιθέμενη λεωφόρος έχει εκφυλιστεί σε μια κακοτράχαλη ανηφόρα στρωμένη όπως όπως με τσιμέντο, χωρίς πεζοδρόμια, που βγάζει τελικά στο νεκροταφείο προς το βουνό. Εδώ κι εκεί ξεφυτρώνει στη μέση της «λεωφόρου» καμιά ξεχασμένη παράγκα. Κάθε φορά που έρχονται δημοτικές εκλογές οι υποψήφιοι τάζουν μεταξύ άλλων την «οριστική διάνοιξη της λεωφόρου» που στο Google maps τη βλέπω ζωγραφισμένη ως μια κανονική ευθεία. Ευσεβείς πόθοι.

Δυο δρόμους παραπάνω υπάρχει μια άλλη λεωφόρος, πιο κανονική αυτή τη φορά, που κάποτε οδηγεί σε μια διακλάδωση που βγάζει προς την Αττική Οδό. Στην αντίθετη κατεύθυνση, περνώντας από πάμπολλα στενά δρομάκια, βγαίνεις κάποτε στον κεντρικό δρόμο του προαστίου μας, από όπου περνάνε τα λεωφορεία που τερματίζουν στους σταθμούς της κόκκινης γραμμής του μετρό. Ο κεντρικός εκβάλλει στη βασική οδική αρτηρία των δυτικών προαστίων, που όταν ήμουν παιδί μου ήταν απαγορευμένο να την περάσω απέναντι άνευ συνοδείας, μην τυχόν με πατήσει αυτοκίνητο. Σήμερα μου μοιάζει συνοικιακό δρομάκι καθώς στριμώχνομαι τις ώρες αιχμής (και μη αιχμής) ψάχνοντας μια διέξοδο προς την Εθνική Οδό που να μην έχει και πάρα πολύ κίνηση.

Αλλά εδώ τριγύρω έχει ησυχία. Ακούω τις δεκοχτούρες που φωλιάζουν στην ταράτσα, τα ξημερώματα ακούω καμιά φορά κελαηδίσματα άλλων πουλιών. Το φως μπαίνει άπλετο από τις μπαλκονόπορτες· ανοίγω να μπει αέρας κι ακούω τις γειτόνισσες να κουβεντιάζουν, κάποτε με τη χαρακτηριστική καριώτικη ντοπιολαλιά, καθώς η γειτονιά βρίθει συμπατριωτών. Μια εποχή ο οικισμός ήταν αυθαιρετούπολη, καταφύγιο της φτωχολογιάς, κι ο ένας Καριώτης έφερνε τον άλλον. Τώρα πια εκλέγουν δήμαρχο, μαθαίνω, στη μόνη αθηναϊκή συνοικία που αναπαράγει κάπως την ιδιότυπη εκλογική γεωγραφία της Ικαρίας.

Κι όντως μοιάζει σαν ένα μεγάλο χωριό μερικές φορές. Ούτε δυο μήνες δεν έχω εδώ κι όμως βλέπω γνώριμες φάτσες συνέχεια, κάποιες μάλιστα πολύ χαρακτηριστικές. Μια μέρα είδα δυο μεσήλικες με παχιά μουστάκια που έμοιαζαν σαν αδέλφια να κάνουν τη βόλτα τους στη γειτονιά, μεσημεράκι. Την επομένη τους ξαναείδα απόγευμα λίγα στενά πιο κάτω. Δυο μέρες αργότερα περίμενα κάποιους στο αυτοκίνητο στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου, όταν είδα πάλι τους μουστακαλήδες να περνάνε, αργά το βράδι. Τους ονόμασα Ντυπόν και Ντιπόν, από τη φυσική ομοιότητα με τους ήρωες του Ερζέ (εκτός από τα καπελάκια). Το ανέφερα σε μια παρέα· μου εξήγησαν ότι οι τύποι είναι όντως αδέλφια και διέρχονται τα στενά της γειτονιάς επί ώρες σε καθημερινή βάση, κουβεντιάζοντας μεταξύ τους. Ο ένας ήταν δημοτικός σύμβουλος ή υποψήφιος δήμαρχος κάποτε, αλλά ουδείς είναι βέβαιος για το ποιος εκ των δύο, καθότι μοιάζουν πολύ.

Κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να μείνω πολύ εδώ, καθώς με καλούν οι σειρήνες του Νότου (όσο καλά και να περνάς άλλωστε, η ανεργία δεν αντέχεται στο τέλος). Αναρωτιέμαι βέβαια τι θα θυμάμαι μετά από καιρό από αυτή τη σύντομη διαμονή. Ίσως τα ξένοιαστα πρωινά που σπαταλάω στις μικρές φροντίδες του σπιτιού, την οργάνωση της ξανα-αποκτημένης βιβλιοθήκης μου, την ελληνική μουσικούλα από το ραδιόφωνο ξανά μετά από τρία χρόνια στο εξωτερικό. Το κρεβάτι τύπου «γιαγιάς» με τα μεταλλικά κάγκελα ή τις διασκεδαστικές στιγμές που το πλυντήριο χάνει την ισορροπία του και αρχίζει να χοροπηδάει στο μπάνιο οπότε ορμάω να το συγκρατήσω πριν σπάσει καμιά πόρτα και καταλήγουμε να χορεύουμε αντάμα ένα πλυντηριακό τανγκό όπου εγώ παίζω τον καβαλιέρο και το μηχάνημα μια δύστροπη ντάμα που δε θέλει να ακολουθήσει τα βήματα.

Αλλά ίσως περισσότερο θα θυμάμαι τις φωνές εκείνου του παιδιού με τον βαρύ αυτισμό που ο πατέρας του το βγάζει βόλτα επί δεκατέσσερα χρόνια από ό,τι μου λένε, κάθε μέρα στις πέντε το απόγευμα, ανελλιπώς. Δε μπορεί να μιλήσει, βγάζει μόνο κάτι άναρθρες κραυγές, σπαρακτικές, καθώς χτυπάει την πόρτα του κλειστού ξυλουργείου αλλά δεν είναι κανείς μέσα να του ανοίξει. Το παιδί, κοτζάμ παλληκάρι τώρα πια στα δεκατέσσερα, αλλά ακόμα με πάνες και μυαλό μωρού κάθεται κατάχαμα στις πλάκες του πεζοδρομίου και σπαράζει. Ο πατέρας, ένας πενηντάρης που μοιάζει μεγαλύτερος, προσπαθεί να το παρηγορήσει «Δεν είναι εδώ τα παιδιά, θα περάσουμε πιο αργά πάλι».

Τον κοιτάζω από το μπαλκόνι καθώς βγάζει το σκούφο του και ξύνει το κεφάλι· δεν έχει πολλά μαλλιά. Περνάει κόσμος και του λέει «καλησπέρα» χωρίς να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο αυτιστικό που χτυπιέται δίπλα. Τον ξέρουν, χρόνια τώρα η ίδια ιστορία. Η ώρα περνάει, αυτός περιμένει υπομονετικά. Κάποια στιγμή λέει «Έλα, πάμε τώρα» και ο νεαρός με τις πάνες σηκώνεται, τον πιάνει από το χέρι, και προχωράνε προς την κατ’ όνομα λεωφόρο. Κάθε απόγευμα, πέντε η ώρα, δεκατέσσερα χρόνια ανελλιπώς.

Ύστερα μένουν να ακούγονται μόνο οι δεκοχτούρες.

1 σχόλιο:

karagiozaki είπε...

οι δεκαοχτούρες -και η ιστορία που τις συνοδεύει- μου δημιουργούν μια τεράστια θλίψη πάντα. και μια αίσθηση απώλειας.