ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


14/2/13

Μια ήσυχη αναχώρηση


"Ó mar salgado, quando do teu sal são lágrimas de Portugal" (στίχος του Πεσσόα που μπορεί να σημαίνει «Ω αλμυρή θάλασσα, τόσο πολύ από το αλάτι σου είναι δάκρυα της Πορτογαλίας»). Από ένα βιβλιοπωλείο στην Αλφάμα, Απρίλιος 2011 (σήμερα πλέον έχει κάποιον άλλον στίχο).

Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια. Ή όχι τόσο πολύ πια, καθώς από τις πέντε μετακομίσεις σε ένα χρόνο το 2009-2010 τώρα έχω μόνο δύο σε δεκατέσσερις μήνες (κι ίσως ακολουθήσει μια τρίτη λίγο αργότερα). Πάντως αυτό ήτανε, πάει τέλειωσε, και τα μάζεψα από το μαγευτικό Οέιρας τις τελευταίες μέρες του Γενάρη. Με την κτηθείσα εμπειρία βέβαια δεν ήταν και πολύ δύσκολο, καθώς ήδη από το καλοκαιράκι ερχόμουνα στα πεταχτά στην Ελλάδα με μια γεμάτη ογκώδη βαλίτσα τη φορά (που επέστρεφε στη Λισσαβώνα εντυπωσιακά κενή για να ξαναγεμίσει στο επόμενο ταξίδι) μέχρι που οι ντουλάπες μου σχεδόν άδειασαν, ώστε να μπορέσω να πακετάρω τα εναπομείναντα υπάρχοντά μου σε τρεις μόνο βαλίτσες για την οριστική αναχώρηση.

Βέβαια ήδη από τις γιορτές το πράγμα βοούσε πως είχε φτάσει η ώρα μου, καθώς το σπίτι μου είχε αρχίσει να αποσυντίθεται λες και το έτρωγαν τα λανγκολίερς. Παραμονές πρωτοχρονιάς ενημέρωσα τον ιδιοκτήτη ότι θα το αδειάσω μέχρι το τέλος Γενάρη. Στις δέκα του μήνα που κατέφτασα για τελευταία (εισέτι) φορά στην Πορτογαλία, η πόρτα δεν άνοιγε διότι πίσω της το πάτωμα είχε ανασηκωθεί μερικούς πόντους εδώ κι εκεί. Αφού ξηλώσαμε κάμποσο, εντοπίστηκε μία τουλάχιστον διαρροή ύδατος υπεύθυνη για το φαινόμενο. Ακολούθησε μια (περιορισμένη, τελικά) ανάφλεξη μιας πρίζας και μερικά άλλα μικροαπρόοπτα συμβολικού χαρακτήρα. Δεν έχασα χρόνο να το συζητάω, βέβαια, αφήνοντας τον ιδιοκτήτη να τσακώνεται με το διαχειριστή και τις ασφαλιστικές εταιρίες στα πορτογαλικά ενώ συμμάζευα έντυπα και μικροπράγματα από τα συρτάρια. «Ο κύβος ερρίφθη», είπα μέσα μου, και διέβην το Ρουβίκωνα (ή, για την περίσταση, τον Τάγο).

Στην απέναντι πλευρά του ποταμού η αγία Σουζάνα ήρθε να με μαζέψει από το σταθμό του τραίνου μαζί με την τεσσάρων μηνών κορούλα της. Ασχολήθηκα λίγο με μπέιμπι-σίτιγκ (ή μάλλον τάισμα, άλλαγμα, μπανάκι και νανούρισμα). Η μικρή Φιλίπα με συμπάθησε, καθότι ανταποκρίθηκε τόσο στο παραδοσιακό «κουκου-τσα» που από ό,τι έχω μάθει εσχάτως συγκινεί ιδιαίτερα τα μωράκια, όσο και σε μερικά ελληνικά νανουρίσματα ή τραγουδάκια που μου ήρθαν εκ του προχείρου, όπως το «Νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι» και το «Είμαι ένα γουρουνάκι βρώμικο πολύ» που τραγούδησα καραφάλτσα προς μεγάλη διασκέδαση της Σουζάνας που βρήκε έστω και προσωρινή ανακούφιση από τις μητρικές υποχρεώσεις. Όχι και λίγες, καθώς οι συνήθεις γιαγιάδες που επικουρούν στην καθ’ ημάς Ανατολή δεν αφθονούν εδώ στην άπω Δύση, καθώς στην προκειμένη περίπτωση η μία ζει στο Αλεντέζου και η άλλη στο Αλγκάρβε και ακόμα εργάζονται αμφότερες. Όπως εργάζεται και η Σουζάνα, που είχε περίπου ένα δεκαήμερο μπροστά της να εκπαιδεύσει τη μικρή Φιλίπα στο να ξυπνάει νωρίς και να τρώει από άλλα χέρια, καθώς θα έπρεπε να παραδοθεί στις φροντίδες του παιδικού σταθμού της γειτονιάς από την τρυφερή ηλικία των τεσσεράμισι μηνών.

Τετάρτη βράδυ κατάφερα να συναντηθώ και με την Άνα στο κέντρο. Κάτσαμε στο μάλλον τουριστικό μαγαζί με το άγαλμα του Πεσσόα, δίπλα σε έναν εναλλασσόμενο θίασο πλανόδιων, άλλοτε μουσικών και άλλοτε ζογκλέρ, που έδιναν παράσταση για τους διερχόμενους, κυρίως αυτούς που έβγαιναν από το μετρό. Κάποια στιγμή χτύπησε το (ελληνικό) τηλέφωνο όπου μια φίλη μου είπε για μια πιθανή δουλειά στην Ελλάδα. Μου ήρθε κάπως άξαφνα, πάνω που προγραμμάτιζα ένα σχετικά μακρύ σαμπάτικαλ. Δεν ξέρω αν αυτό έφταιγε που έκανα μια μεγαλοπρεπή τούμπα στο πεζοδρόμιο του Chiado, παραβλέποντας ένα σκαλάκι, και συγκεντρώνοντας τα γέλια των πλανόδιων και των διερχομένων. Ένας με ακολούθησε κάμποση ώρα λέγοντάς μου διάφορα ακατάληπτα στα πορτογαλικά και γελώντας, μέχρι που χωθήκαμε με την Άνα σε μια θορυβώδη διαδήλωση που έκανε ο σύλλογος αυτών που στήνουν πάγκους στα πανηγύρια (πώς το λένε αυτό στην Ελλάδα;) σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τους φόρους που επέβαλε η κυβέρνηση στα πλαίσια του πορτογαλικού μνημονίου. Μετά χωθήκαμε στο τραίνο και την αποχαιρέτησα στην Αλζές.

Την Πέμπτη η Σουζάνα κατάφερε και ήρθε να ανταποδώσει την επίσκεψη στην από δω πλευρά του ποταμού, ώστε να πάμε στην κοντινή τράπεζα στο Οέιρας να κλείσουμε τον (κοινό) λογαριασμό που είχαμε και χρησίμευε ως εξασφάλιση για την ιδιότητά της ως εγγυήτριας στο ενοικιαστήριο συμβόλαιό μου (πορτογαλικές παραξενιές της κακιάς ώρας εκ μέρους του ιδιοκτήτη, ας μου επιτραπεί να διευκρινίσω αναδρομικώς). Ήρθε μετά συζύγου και τέκνου, πράγμα που μας βοήθησε να παρακάμψουμε την ουρά (καθώς η μικρή έκλαψε ακριβώς πάνω στην ώρα) και να ξεμπερδέψουμε τάχιστα. Παρέλαβα τα εκατόν τριάντα τέσσερα ευρώ και εικοσιδύο σεντς που είχαν απομείνει από το πορτογαλικό μου κεφάλαιο και αποπειράθηκα (εις μάτην) να τους κάνω το τραπέζι σε ένα παρακείμενο εστιατόριο με κουζίνα από την περιοχή του Ντούρου (ποταμός είναι αυτό, στα βόρεια της χώρας).

Πάντως επείσθησαν τελικά να πάρουν ό,τι μου περίσσευε στο σπίτι και δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω στην Ελλάδα: μια μίνι φλοκάτη, ένα χαλάκι, ένα σώμα καλοριφέρ, κάτι κουζινικά αχρησιμοποίητα, συν όλα τα συμπράγκαλα που μου είχε κουβαλήσει η Σουζάνα προ δεκατριών μηνών. Δεν ήταν και πολλά, χώρεσαν στο πορτ μπαγκαζ και τα πίσω καθίσματα, χωρίς να διαταραχθεί το καλαθάκι του μωρού. Τους σταυροφίλησα (προς μια ορισμένη αμηχανία του Πέδρο που μου εξήγησε ότι οι εναγκαλισμοί και οι ασπασμοί μεταξύ αρρένων είναι λίγο gay για τα Πορτογαλικά ήθη, αλλά του συνέστησα να κάνει λίγο παρέα με Ρώσους ή Βαλκάνιους και θα διαπιστώσει ότι μια χαρά στρέιτ είναι σε άλλες κουλτούρες) και τους αποχαιρέτησα με πολλές ευχαριστίες.

Το ίδιο βράδυ έδωσα στη Λέιλα την πολυθρονίτσα γραφείου που ζαχάρωνε και ένα σετάκι ποτήρια κρασιού· μου ανταπέδωσε με ένα δείπνο με χορινό με πατατούλες αλά βραζιλιανογιαπωνέζικα, και αδειάσαμε κάμποσο κρασί με τη βοήθεια του Ρουμάνου φίλου της που επίσης εγκαταλείπει τη χώρα, άνεργος ων. Μιλήσαμε για κοινότητες αγγλικανών ιεραποστόλων στον Αμαζόνιο, τον αναπόφευκτο Τσαουσέσκου, έναν αγώνα μπάσκετ στη δεκαετία του ’80, την οικονομική κρίση, τα οικολογικά-πράσινα κόμματα στην Ελβετία, τις τιμές του χασίς στα κόφι σοπ του Άμστερνταμ και το άδηλο μέλλον μας. Στο τέλος της βραδιάς αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε (χωρίς αμφιβολίες για το σεξουαλικό μας προσανατολισμό) με το βόρειο γείτονα και την βραζιλιανογιαπωνέζα φιλενάδα. Με μετέφεραν στα παγωμένο σπίτι μου (καθότι άνευ θερμαντικού σώματος πλέον) μέσα στην ομίχλη που ερχόταν από τον Ωκεανό.

Η επόμενη μέρα, η τελευταία στο εργαστήριο, είχε γεύμα με όλο τον κόσμο (σχεδόν) παρά θιν αλός. Μου πήραν δώρο μερικές συσκευασίες galão μην τυχόν και μου λείψει (παρέλειψα να τους πω ότι στην Ελλάδα απλώς το παραγγέλνεις ως Café Latte και το πίνεις σε φλυτζάνι αντί για ποτήρι), και έγραψαν πάνω τους αποχαιρετιστήρια μηνύματα. Χαιρέτησα το Ρομπέρτο και την Ελβίρα, αγκάλιασα τρυφερά τη Φιλίπα, έδωσα ευχές και κουράγιο στις άλλες. Μάζεψα κάτι εναπομείναντα μικροπράγματα, είπα τα τυπικά με την πρώην εργοδότι μου, αγόρασα μια κούπα για σουβενίρ και έβγαλα φωτογραφία τη Σοφία, το μαύρο άγγελο του κυλικείου. Γύρισα σπίτι νωρίς πασχίζοντας να κλείσω τις δύο τουλάχιστον από τις τρεις βαλίτσες (εις μάτην). Τελικά τις έκλεισα όλες το πρωί του Σαββάτου, αφήνοντας απέξω δυο μαξιλάρια που είχα κουβαλήσει από την Ολλανδία και μια φλις κουβερτούλα από την Ελλάδα που δε χώραγαν πουθενά. Ο ιδιοκτήτης ήρθε και τσεκάραμε τις ενδείξεις στους μετρητές, γκρίνιαξε για το κόστος επισκευής του πατώματος (τον κοίταξα με συμπάθεια, αλλά ας είχε καλύτερα υδραυλικά) και για τους υπαλλήλους που δεν κάνουν τη δουλειά τους και εξέφρασε για μια ακόμα φορά τον ενθουσιασμό του για τη Μπενφίκα. Ήταν βιαστικός και μου είπε να ρίξω τα κλειδιά στο γραμματοκιβώτιο φεύγοντας, και ότι θα κανόνιζε να μου στείλει τα περισσευούμενα της εγγύησης μόλις έρχονταν οι λογαριασμοί του μήνα (θα εκπλαγώ ευχάριστα αν το κάνει).

Η Ρίτα ήρθε λίγο αργότερα. Φορτώσαμε τις τρεις βαλίτσες, το ένα βαλιτσάκι και το λάπτοπ στο αμαξάκι της. Δεν ήθελε ούτε την κουβερτούλα ούτε τα μαξιλάρια ούτε τα εναπομείναντα κουζινικά, αλλά με χαρά πήρε κάτι κονσέρβες και κάτι ζυμαρικά και σάλτσες. Έκλεισα τα φώτα, το γενικό του ρεύματος, του γκαζιού και του νερού, και ακολούθως την πόρτα. Έριξα και τα κλειδιά στο γραμματοκιβώτιο. Φύγαμε για το αεροδρόμιο χάνοντας τουλάχιστον δύο φορές το δρόμο, αλλά είχαμε κάμποσο χρόνο να τον ξαναβρούμε. Της υποσχέθηκα για πολλοστή φορά ότι θα πάω στην παρουσίαση της διατριβής της στο Λέιντεν και ότι θα ξανάρθω στη Λισσαβώνα οπωσδήποτε (και λέω να τα κάνω και τα δύο). Ήταν μια μέρα με λαμπρό ήλιο. Το βράδι στη Ζυρίχη χιόνιζε. Τα μεσάνυχτα στην Αθήνα είχε απλώς λίγο κρύο.

Κυριακή κοιμήθηκα πολλές ώρες. Απόγευμα Δευτέρας συναντήθηκα με τον ενδιαφερόμενο wannabe εργοδότη: μου είπε τι ήθελε, του είπα τα δικά μου, τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε. Θα χρειαστεί να περικόψω το σαμπάτικαλ σε τρεις-τέσσερις μήνες, ίσως μέχρι το Πάσχα ή κάπου εκεί. Μετά θα με περιμένει να ξεκινήσω. Στην Κρήτη. Ξανά. Το βράδι της Δευτέρας πήγα στο καινούργιο μου σπίτι να πάρω τα κλειδιά, αφού είχα προηγουμένως διευκρινίσει ότι τελικά θα μείνω μόνο προσωρινά. Δεν είχαν αντίρρηση· φίλοι είναι και χάρηκαν που θα έχω δουλειά (είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία στις μέρες μας) ακόμα και στην επαρχία. Αργά τη νύχτα άνοιξα το κομπιούτερ και βρήκα μηνύματα από τη Ρίτα, τη Λέιλα και τη Φιλίπα ότι τους λείπω. Τις κάλεσα όλες στην Κρήτη, για καλοκαίρι. Δε φαντάζομαι να έρθουν.

Εδώ και λίγες μέρες ξαναβιδώνω τα παλιά μου έπιπλα, ξεφυλλίζω τα παλιά μου βιβλία, κρεμάω στους τοίχους τα παλιά μου κάδρα και πλένω τα κουζινικά που είχα πριν φύγω.

Ακόμα προσπαθώ να χωνέψω τις αλλαγές.

6 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

αυτών που στήνουν πάγκους στα πανηγύρια (πώς το λένε αυτό στην Ελλάδα;)
------------------
Μικροπωλητές;

Καλή εγκατάσταση λοιπόν! (χμ... στην Κρήτη, μάλιστα)

Β. είπε...

Όχι, μάλλον έπρεπε να πω στα λούνα-παρκ αντί στα πανηγύρια (ξηροί καρποί, μαλλί της γριάς, πέντε κρίκοι ένα τάληρο, για περάστε πλούσια δώρα κλπ.)

Ανώνυμος είπε...

Buen camino

Β. είπε...

Πιθανώς εννοείτε Boa viagem - ευχαριστώ πάντως.

Ανώνυμος είπε...

Στην Κρήτη στο ίδιο μαγαζί; Και ποιος είναι ο εργοδότης; Άντε, στείλε κανένα μειλ να σε κατατοπίσουμε... τσάμπα οι βεβαιώσεις :-)

Idom είπε...


Τσ, τσ, τσ...
Τι τραβάτε και εσείς οι εργαζόμενοι επιστήμονες!

Πάει η βαρκάδα και η περισυλλογή που ευαγγελιζόσουν σε προηγούμενο επεισόδιο (=post). Πνίγηκαν στον ωκεανό τής ευθύνης τού επιστήμονα απέναντι στην κοινωνία...

Καλή συνέχεια!
Idom