ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


25/1/13

Μαύρος άγγελος

Στοιχεία σοσιαλιστικού κέιτεριγκ σε μνημονιακές εποχές (ή απλά φτηνότερος καφές).

- Και αυτή είναι η Σοφία, είπε η Π. δείχνοντάς μου την κοπέλα πίσω από τον πάγκο του κυλικείου. Είναι ένας άγγελος, συμπλήρωσε τρυφερά και της χάιδεψε ελαφρά το χέρι.

Ήταν η μέρα που πρωτοήρθα στη Λισσαβώνα για να πιάσω δουλειά στο ινστιτούτο. Ο άγγελος χαμογέλασε και ρώτησε αν θέλαμε καφέ. Έχουν περάσει δεκατέσσερις μήνες σχεδόν και τώρα πια δε ρωτάει, ξέρει ότι εγώ θέλω ένα «γαλόνι», αυτό που λένε εδώ galão. Όποτε με βλέπει χαμογελάει πλατιά. Δεν ξέρω και πολλούς αγγέλους, είναι η αλήθεια, δυο-τρεις από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, άλλους δυο-τρεις από μια ταινία του Βέντερς. Από όλους τους, η Σοφία πρέπει να είναι ο πιο μαύρος. Ή καλύτερα από τα πιο βαθιά πορτοκαλί που κυκλοφορούν σε χρώμα επιδερμίδας. Αναρωτιόμουν για καιρό αν είναι από την Αγκόλα ή το Πράσινο Ακρωτήριο (για Μοζαμβικανή δεν την έκοβες, έχουν άλλη κοψιά, πιο ξερακιανή). Με διαβεβαίωσαν ότι είναι Πορτογαλίδα, γεννημένη στο Οέιρας κιόλας. Και ότι είναι άγγελος· συμφωνούν όλοι σ' αυτό.

Ο άγγελος γεμίζει τα πιάτα με χορταστικές μερίδες (οι άλλες κυρίες βάζουν εμφανώς λιγότερο), ακόμα και τις «μισές» μερίδες που συνηθίζονται εδώ. Σου μιλάει πάντα γελώντας πλατιά. Είναι τετράπαχη και κουτσαίνει, αλλά δε νομίζω να το προσέχει κανείς. Πίσω από τον πάγκο, με την ποδιά και το μαλλί κρυμμένο μέσα στο μαγειρικό σκούφο μοιάζει σαν επιβλητική πρωθιέρεια ενός γυναικείου πλήθους υπαλλήλων. Την ώρα που σχολάει και βγάζει τη στολή εργασίας για μια στιγμή τη μπερδεύεις καθώς μοιάζει κοριτσάκι με τα στρασάκια στη μπλούζα και το πλούσιο άφρο μαλλί (όχι, δεν είναι εξτένσιον, δικά της είναι). Χαμογελάει και την αναγνωρίζεις πάλι. Η Σοφία. Μια κοπέλα (απροσδιορίστου ηλικίας) από το Οέιρας. Ο μαύρος άγγελος.

Στο τέλος της περασμένης χρονιάς είχε βγει μια ανακοίνωση ότι θα αλλάξει η εταιρία που διαχειρίζεται το κυλικείο. Είχα στεναχωρηθεί όταν το άκουσα, όχι γιατί οι υπηρεσίες ήταν κάτι το φοβερό, αλλά επειδή είχα σκεφτεί πόσο θα έλειπε η Σοφία από την καθημερινότητα όλων μας (ακόμα κι εμένα που διανύω τις τελευταίες μέρες μου στο ινστιτούτο). Παραδόξως όταν άλλαξε ο χρόνος, συνειδητοποίησα ότι η εταιρία άλλαξε αλλά τα πρόσωπα όχι και τόσο. Αντί για πράσινα μπλουζάκια τώρα φοράνε κόκκινα, και μόνο η ταμίας φαίνεται να έχει αλλάξει. Στο ταμείο πλέον κάθεται ο μαύρος άγγελος με το πλατύ χαμόγελο. "She is the boss", μου εξηγεί ο Μεξικάνος συνάδελφος.

- Ορίστε;
- Είναι το νέο αφεντικό. Η εταιρία είναι δική της.


Η λέξη «εταιρία» βέβαια δεν αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό που συμβαίνει στο κυλικείο. Καθόμαστε να πιούμε ένα απογευματινό τσάι (ζητάω ένα με μήλο και κανέλα, διότι είναι οι μόνες λέξεις που μπορώ να αναγνωρίσω από τις διαθέσιμες ποικιλίες των τσαγιών) και ο Ντιόγκο αναλαμβάνει να μου εξηγήσει τις αλλαγές αναλυτικά. Όταν το θέμα δεν αφορά τη Σπόρτιγκ Λισσαβώνας οι παρατηρήσεις του είναι ιδιαίτερα οξυδερκείς, οπότε τον ακούω με προσοχή:

Το κυλικείο δεν είναι «ανταγωνιστική» επιχείρηση, καθώς λειτουργεί σε ένα περιβάλλον σχετικού «προστατευτισμού». Η πελατεία είναι είναι δεδομένη και σταθερή, καθότι περίπου υποχρεωτικά οι εργαζόμενοι στο ινστιτούτο θα ψωνίσουν το φαγητό τους από εκεί. Κάποιοι το φέρνουν από το σπίτι τους βέβαια, και κάτι λίγοι προτιμούν ένα ντελίβερι φυτοφαγικό εστιατόριο στην άλλη γωνία (που όντως μαγειρεύει πολύ καλά). Οι περισσότεροι όμως θα φάνε το φαγητό του μαγαζιού, θα τσιμπήσουν ένα σνακ από τα προσφερόμενα, θα πιουν τους καφέδες τους εδώ. Η επιχείρηση δεν πληρώνει νοίκι, ούτε ρεύμα, ούτε γκάζι και νερό, καθώς παρέχονται από το ινστιτούτο. Τα έξοδά της είναι οι μισθοί των υπαλλήλων και οι προμήθειες. Σε αντάλλαγμα για τόσο ευνοϊκές συνθήκες κερδοφορίας, το ινστιτούτο ζητάει απλώς οι τιμές να είναι χαμηλές, προσιτές στους εργαζόμενους και τους φοιτητές.

Όταν έληξε το συμβόλαιο με τον προηγούμενο πλειοδότη, η Σοφία κατέθεσε μια άκρως ανταγωνιστική πρόταση σε συνεργασία με τους άλλους εργαζόμενους. Επειδή το ζητούμενο για τον άγγελό μας δεν ήταν ακριβώς η μεγιστοποίηση του κέρδους, έκανε κάτι πραγματικά παράξενο στους νεοφιλελεύθερους καιρούς μας (εντάξει, πάντα σε καθεστώς «προστατευτισμού», είπαμε...). Αφενός αύξησε τους μισθούς των υπαλλήλων που παρέμειναν (έφυγε μόνο η ταμίας κι ένας δερβέναγας της προηγούμενης εταιρίας, όλοι οι άλλοι προτίμησαν να πάνε στην εταιρία της Σοφίας). Αφετέρου προσέλαβε έναν κανονικό σεφ, και παράλληλα εγκαινίασε μια συνεργασία με το γωνιακό φυτοφαγικό εστιατόριο που ετοιμάζει κάπως σαν «υπεργολαβία» ένα φυτοφαγικό πιάτο την ημέρα. Ακόμη, επένδυσε σε καλύτερη ποιότητα υλικών. Και, last but not least, μείωσε τις τιμές. Όχι πάρα πολύ, αλλά πάντως αισθητά για μια χώρα σε μνημόνιο. Με διόμισι ευρώ έχεις την κλασική πορτογαλική «μισή μερίδα» που με όρους Σοφίας είναι σχεδόν μία. Με πέντε ευρώ έχεις πλήρες γεύμα (πιάτο ημέρας, σούπα ή σαλάτα, φρούτο ή γλυκό, καφέ ή αναψυκτικό). Το «γαλόνι» μου κάνει πλέον εξήντα σεντς από εξηνταπέντε, και ο εσπρέσσο σαράντα.

Ο Ντιόγκο δεν είναι βέβαιος για το πόσο αποτελεσματικές είναι οι κινήσεις από οικονομική σκοπιά, ωστόσο όλοι φαίνονται ευχαριστημένοι. Ο κόσμος συρρέει στο κυλικείο και ευχαριστιέται σαφώς καλύτερο φαγητό από ό,τι ένα μήνα πριν, και κατά τι φτηνότερο κιόλας. Ελάχιστοι πια φέρνουν φαγητό από το σπίτι και ο δυνητικός ανταγωνιστής της γωνίας είναι πλέον συνεργάτης. Το ινστιτούτο χαίρεται που το φαγητό είναι πιο φτηνό, οι υπάλληλοι χαίρονται που έχουν ψηλότερους μισθούς. Η Σοφία δεν θα έπρεπε να χαίρεται διότι προφανώς θα βγάζει πολύ λιγότερα χρήματα από όσα θα μπορούσε, ωστόσο μοιάζει να χαίρεται διπλά τώρα. Και ως αφεντικό δεν είναι πολύ διαφορετική από πριν· φοράει την ίδια ποδιά και το ίδιο μαγειρικό σκουφάκι (αλλά με κόκκινο μπλουζάκι πια) και χαμογελάει με το ίδιο πλατύ χαμόγελο που είχε πάντα.

- Σοσιαλιστική επιχείρηση, καταλήγει ο Ντιόγκο ρουφώντας το υπόλοιπο τσάι του. Ή μάλλον, σοσιαλιστική νησίδα σε ένα καπιταλιστικό πέλαγος, συμπληρώνει γελώντας, καθότι έξω από την πόρτα του ινστιτούτου (και μέσα πολύ συχνά) ο κόσμος είναι ένα πολύ ανταγωνιστικό μέρος.

Ύστερα η κουβέντα γυρνάει στο ποδόσφαιρο και ο Ντιόγκο μας εξηγεί ότι σκοπεύει να επενδύσει τα χρήματα που κέρδισε στο στοίχημα σε συνδρομές στην ομάδα μέχρι το 2016 και σε ένα ρομαντικό ταξίδι με την κοπέλα του στη Φλωρεντία (όπου μεταξύ άλλων θα πάνε ρομαντικά να δούνε τη Φιορεντίνα να αντιμετωπίζει την Ίντερ σε έναν αγώνα για το Καμπιονάτο). Αφήνω το δοχείο του τσαγιού με μήλο και κανέλα (που τελικά δε μου αρέσει) στη Ρίτα που της αρέσει και ρίχνω μια τελευταία ματιά στον πάγκο του κυλικείου. Πίσω του η Σοφία σέρνει το κουτσό πόδι ετοιμάζοντας τοστάκια για μια παρέα αδημονούσες Πορτογαλίδες. Μου χαμογελάει από μακριά.

Γύρω στις πέντε το απόγευμα το κυλικείο φαίνεται πως ξαναγεμίζει από κόσμο, έρχονται όλοι να πάρουν κάτι ακόμα και να κουβεντιάσουν, σαν εμάς τώρα. Σε αντίθεση με παλιότερα, γίνεται σημείο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων (επιστημονικών κυρίως, μη νομίζετε ότι μιλάμε για μπάλα όλη μέρα).

Σκέφτομαι ότι κάποιος άγγελος θα έχει βάλει το χέρι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: