ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


22/1/13

Ο μπαμπάς στο «Χειμάρα»

Εικόνα από εδώ.

Το «Χειμάρα» βούλιαξε 19 Ιανουαρίου. Τα νέα έφτασαν γρήγορα στον Πειραιά και η γιαγιά μου βρέθηκε άξαφνα να τρέχει πανικόβλητη στους δρόμους, με λυμένο το μαύρο κεφαλομάντηλο της χηρείας, να ψάχνει να βρει αν ο γιος της ήταν ανάμεσα στους επιβάτες, κι αν ήταν ζωντανός. Ο γιος (που θα γινόταν ο πατέρας μου εικοσικάτι χρόνια μετά) υπηρετούσε τη θητεία του στο Σέδες, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Θα ερχόταν με άδεια εκείνες τις μέρες, της είχε γράψει.

Το βαπόρι ήταν η πιο ασφαλής συγκοινωνία· οι δρόμοι και τα γεφύρια της ηπειρωτικής χώρας ήταν ευάλωτα σε επιθέσεις κι ο εν εξελίξει εμφύλιος είχε αρχίσει να χοντραίνει πια. Ο πατέρας μου είχε πάρει κι άλλες φορές το βαπόρι από Πειραιά προς Θεσσαλονίκη και πίσω. Σε μια από αυτές (πριν αρχίσουν ακόμα οι συγκρούσεις, πιθανώς το ’46) έτυχε να ταξιδεύουν με το ίδιο βαπόρι ο Ζέρβας και ο Ζαχαριάδης, οι οποίοι πιθανώς αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες· τουλάχιστον έτσι είχαν ισχυριστεί κάποιοι συνταξιδιώτες που σχολίαζαν «κοίτα να δεις, πρώτα μας βάλανε να σκοτωθούμε και τώρα τα λένε σαν παλιόφιλοι». Βέβαια μετά σκοτωθήκανε χειρότερα, οπότε δεν τους λες και παλιόφιλους, αλλά το ’45 ή ίσως και το ’46 δεν μπορούσες να το ξέρεις σίγουρα.

Θα μπορούσε να πιστέψει κανείς μετά την εμπειρία της Κατοχής και των Δεκεμβριανών ότι τα χειρότερα είχαν περάσει και η ζωή θα συνεχιζόταν κάπως πιο ήσυχα. Το πίστεψε κι ο πατέρας μου και πήγε να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο, να μπαρκάρει για να βοηθήσει και τη μάνα του, χήρα γυναίκα, καθότι ο παππούς εξεμέτρησε το ζην μέσα στην Κατοχή. Αλλά για να βγάλεις φυλλάδιο χρειαζόταν απολυτήριο στρατού. Η κλάση του πατέρα μου ήταν του ‘46, αλλά με την αναγκαστική αποστράτευση της Κατοχής έπαιρναν τώρα τις προηγούμενες κλάσεις, και η σειρά του θα αργούσε να έρθει. Ζήτησε να πάει εθελοντής στο ναυτικό, να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα, αλλά δε δεχόντουσαν. Κάποιος του σφύριξε ότι αφού είχε τελειώσει τεχνική σχολή, μπορούσε να δοκιμάσει εναλλακτικά στην αεροπορία· τον πήρανε τελικά εκεί, μηχανικό.

Έκανε μήνες στη Μέση Ανατολή (οι Εγγλέζοι έλεγχαν ακόμα τα ελληνικά στρατόπεδα και την εκπαίδευσή τους), Αλεξάνδρεια και Ιεροσόλυμα. Πήγαινε κι έβλεπε τη θεία την Ελένη (την «Εγγλέζα») στην Αίγυπτο, κάποια στιγμή πήγε και στον Ιορδάνη ποταμό και βαφτίστηκε κι έγινε χατζής. Κάποτε τους έφεραν στην Ελλάδα, βρέθηκε στο αεροδρόμιο στο Σέδες. Ο εμφύλιος δεν είχε ξεκινήσει επίσημα, αλλά τα πράγματα σκούραιναν. Κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη στην ξαδέλφη του τη Γεωργία. Όποτε μπορούσε κατέβαινε στον Πειραιά, στη μάνα του. Με το βαπόρι.

Αλλά εκείνο το Γενάρη του ’47 παρότι της είχε γράψει ότι θα ‘ρχόταν, δε μπόρεσε. Δε θυμάμαι αν ήταν παραπτωματίας και είχε τιμωρηθεί με κράτηση ή αν είχαν γίνει κινήσεις αντάρτικων σωμάτων στο Χορτιάτη και τους είχαν σε επιφυλακή, πάντως στο Χειμάρα δε μπήκε. Όταν έφτασαν τα νέα του ναυαγίου, κατάλαβε ότι η μάνα του θα ανησυχούσε (γνωρίζοντας χρόνια μετά έστω και λίγο την ψυχολογία της συχωρεμένης της γιαγιάς μου, νομίζω πως αυτό το «ανησυχούσε» είναι υπερβολικά μετριοπαθές). Σκέφτηκε να της στείλει κάποιο καθησυχαστικό μήνυμα (τηλέφωνα δεν υπήρχαν βέβαια) και βρήκε έναν αξιωματικό που θα κατέβαινε στο Τατόι με μια ντακότα και μετά θα πήγαινε στον Πειραιά. «Έτσι κι έτσι», του εξήγησε, «Μην ανησυχείς» του λέει ο άλλος, «θα το φροντίσω».

Δεν ξέρω τι του συνέμπε του αλλουνού, κι αντί να πάει απλώς να πει «μια χαρά είναι ο γιός σου» σκέφτηκε να το κάνει πιο πειστικό, κι έκατσε μέσα στη ντακότα και σκάρωσε ένα δήθεν σημείωμα που δήθεν είχε γράψει ο γιος. Σου λέει, αγράμματη θα είναι η κυρά, σιγά μη και δεν το καταπιεί. Στο μεταξύ, φαρμακωμένη η γιαγιά από τα πήγαινε-έλα, να τρέχει στις υπηρεσίες να ρωτάει αν ήταν ο γιος της στο βαπόρι κι αν ζει, και φυσικά κανείς να μην ξέρει τι να της πει, είχε γυρίσει αποκαμωμένη σπίτι και πάσχιζε να την παρηγορήσει η γειτόνισσα η Μιχαλού (οι μανιάτισσες της γειτονιάς δεν είχαν δικά τους ονόματα, τις αποκαλούσαν όλοι με το συζυγικό· χρόνια μας πήρε να μάθουμε ότι τη Μιχαλού τη λέγανε Παναγιώτα). Της έλεγε λοιπόν να μην ανησυχεί διότι αν είχε πάθει τίποτα το παιδί, θα ερχόταν σίγουρα να της πει τα νέα κάποιος από την Αεροπορία.

Πάνω στη ώρα σκάει ο αξιωματικός από το Σέδες ένστολος και ρωτάει πού μπορεί να βρει τη γιαγιά μου. Αφού τρώει την πρώτη λιποθυμία εκείνη («Νάτος ο αεροπόρος με τα χαμπέριαααααα»), με τα πολλά τη συνεφέρνουνε και της εξηγεί ο όφισερ ότι μια χαρά είναι ο γιος και κάτι του έτυχε και δε μπήκε ποτέ στο βαπόρι, και προς επίρρωσην του ισχυρισμού του, της δείχνει και το «γράμμα» και προσφέρεται να της το διαβάσει κιόλας. Έλα όμως που η γιαγιά (που μια χαρά γραμματιζούμενη ήτανε) βουτάει το γράμμα να το διαβάσει αυτοπροσώπως, βλέπει ότι ο γραφικός χαρακτήρας δεν είναι του γιου της και ξαναπέφτει λιπόθυμη («Άχου, με κοροϊδεύουνεεεεεε, πάει το παιδάκι μου...»). Και παρόλες τις προσπάθειες δεν επείσθη ολοσχερώς παρά μόνον όταν κατέφτασε, μέρες μετά, ο πατέρας μου σώος και αβλαβής, κι έζησε να διηγείται την ιστορία επί πολλά χρόνια (με μικροπαραλλαγές, ενίοτε...) γύρω από το οικογενειακό τραπέζι τα κυριακάτικα απόγευματα.

Αυτά τα κυριακάτικα απογεύματα που αναπολώ από τη Λισσαβώνα, την ώρα που διαβάζω στο διαδίκτυο για το ναυάγιο του «Χειμάρα». Και σκέφτομαι πως έρχεται πια ο καιρός να ξαναμαζευτούμε γύρω απ’ το οικογενειακό τραπέζι, πριν ξεθωριάσουν εντελώς οι μνήμες.

Ή ό,τι προλάβουμε να θυμηθούμε τέλος πάντων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: