ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/12/13

Σοφοὶ δὲ προσιόντων (Κ. Π. Καβάφης)


Θεοὶ μὲν γὰρ μελλόντων, ἄνθρωποι δὲ γιγνο-
μένων, σοφοὶ δὲ προσιόντων αἰσθάνονται.
 
Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα
Ἀπολλώνιον, VIII, 7.


Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν τὰ γινόμενα.
Τὰ μέλλοντα γνωρίζουν οἱ θεοί,
πλήρεις καὶ μόνοι κάτοχοι πάντων τῶν φώτων.
Ἐκ τῶν μελλόντων οἱ σοφοὶ τὰ προσερχόμενα
ἀντιλαμβάνονται. Ἡ ἀκοὴ

αὐτῶν κάποτε ἐν ὥραις σοβαρῶν σπουδῶν
ταράττεται. Ἡ μυστικὴ βοὴ
τοὺς ἔρχεται τῶν πλησιαζόντων γεγονότων.
Καὶ τὴν προσέχουν εὐλαβεῖς. Ἐνῶ εἰς τὴν ὁδὸν
ἔξω, οὐδὲν ἀκούουν οἱ λαοί.

19/12/13

Mantiq al-Tayr

Φωτογραφία: Χρύσα Γκάγκωση, από την έκθεση «Ελεύθερη Πτήση» της Στέλλας Κυριακού στο àrtεις; 2013 | Ημέρες Σύγχρονης Ικαριακής Δημιουργίας στην Αθήνα.

Όταν ο Κωνσταντίνος μου ζήτησε πρώτη φορά να γράψω κάτι για τις Ελεύθερες Πτήσεις ζούσα ακόμα στην Ολλανδία και βρισκόμουν σε μια κάπως γκρίζα φάση ζωής. Από μια σκοπιά η πρόσκλησή του ήταν τότε για μένα σαν ενώ είσαι κάπου ξενιτεμένος, να βρίσκεσαι άξαφνα ανάμεσα σε φίλους – κι αυτό χωρίς να ξέρω προσωπικά ούτε τον ίδιο ούτε κανέναν άλλον από τους ανθρώπους του Ikariamag και των Πτήσεων. Από την εποχή εκείνη πέρασε κάμποσος καιρός και κάμποσα κείμενα. Η φάση ζωής άλλαξε παραπάνω από μία φορά, και στο μεταξύ είχαμε την ευκαιρία να γνωριστούμε και δια ζώσης (όσο τέλος πάντων επέτρεψαν οι διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες που ζούμε), να ανταλλάξουμε απόψεις (συχνά διαφωνώντας) και να δούμε την παρέα να μεγαλώνει.

Είχαμε επίσης και την ευκαιρία με κάποια αφορμή να κάνουμε σαφές ότι η κάθε «πτήση» εκφράζει αυτήν ή αυτόν που την υπογράφει, ενώ η υπογραφή Ikariamag αφορά (ή δεσμεύει) τους ανθρώπους της συντακτικής επιτροπής. Η διάκριση δεν είναι χωρίς σημασία, καθώς επιτρέπει σε πρόσωπα με διαφορετικές, συχνά αποκλίνουσες αντιλήψεις να συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη, καθένας με την ευθύνη της υπογραφής του. Δεν κρύβω ότι αυτό με ανακουφίζει κάπως· όντας ένας άνθρωπος που συχνά αισθάνεται «ελαφρώς λοξός ως προς το υπόλοιπο σύμπαν» όπως έλεγε – αν θυμάμαι καλά – ο E.M. Forster για τον Καβάφη, δεν θα ήθελα τις δικές μου ενυπόγραφες λόξες να τις χρεώνεται το περιοδικό. Ούτε το αντίστροφο φυσικά θα ήταν καλή ιδέα.

Με τούτα και με κείνα, παρακολουθώ εξ ανάγκης το εγχείρημα Ikariamag από μια ορισμένη απόσταση. Όποτε μπορώ ωστόσο, πηγαίνω στις εκδηλώσεις που διοργανώνει στην Ικαρία ή στην Αθήνα, κι αν συντονιστούμε βρισκόμαστε σε μπαράκια και χώρους εκθέσεων και υπόγεια κουτούκια· ό,τι κάτσει. Εκεί έχω την ευκαιρία συχνά να επαναβεβαιώνω τη διαφορετικότητα και την πολυμορφία των ανθρώπων που ο «εκδότης» μας αρέσκεται να ονομάζει «τα πετούμενα». Την είχα και τις προάλλες, στο Àrtεις· μια σειρά εκδηλώσεων που λόγω εργασιακών περιορισμών και πονεμένης μέσης μπόρεσα ελάχιστα να παρακολουθήσω.

Δεν κρύβω ότι ο όρος «πετούμενα» μου προκαλεί ένα μικρό άγχος: όσοι έχουμε το μικρόβιο της εμμονής με τις λεπτομέρειες θυμόμαστε ότι πτηνό είναι και ο αετός, πτηνό και η φραγκόκοτα. Όντας λόγω σωματοδομής πιο όμοιος με γαλοπούλα ορνιθοτροφείου μάλλον, παρά με κατακτητή των αιθέρων, είχα ανέκαθεν κάποιες αναστολές για την παρομοίωση. Έτσι όταν ο Κωνσταντίνος ανέφερε από μικροφώνου ότι στις ελεύθερες πτήσεις είμαστε περίπου τριάντα πετούμενα ετοιμάστηκα να γκρινιάξω από μέσα μου, σκεπτόμενος ένα θίασο από τριάντα άσχετα πτηνά (μπεκάτσες, τσίχλες, περιστέρια, αηδόνια, τσαλαπετεινούς και παγώνια που έλεγε παλιά ο Σαββόπουλος) να τραγουδάνε το καθένα το δικό του κελάηδισμα ή ίσως κρώξιμο...

Και τότε (άξαφνα...) θυμήθηκα ότι αυτή η εικόνα δεν μου ήταν εντελώς ανοίκεια. Θυμήθηκα μια μικρή παράγραφο του Μπόρχες, θαμμένη σε μια υποσημείωση ενός φανταστικού δοκιμίου με τον τίτλο «Η αναζήτηση του Αλ Μουτάσιμ» που είχα διαβάσει πριν πολλά χρόνια. Γυρίζοντας σπίτι για να ξεκουράσω την πονεμένη μέση, βρήκα το σχετικό κείμενο σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, σε ένα βιβλίο ταλαιπωρημένο από το χρόνο και τις μετακομίσεις. Λέει τα εξής:

[...] Στο Σημείωμά μου αυτό, αναφερθηκα αρκετές φορές στο “Mantiq al-Tayr” («Συνέδριο των Πουλιών») του μυστικιστή Πέρση Φαρίντ αλ-Ντιν Ταλίμπ Μουχάμαντ μπεν Ιμπραχίμ Αττάρ, που σκοτώθηκε από τους στρατιώτες του Τούλε, γιου του Τζένγκινς Χαν, στη διάρκεια της λεηλασίας του Νισαπούρ. Νομίζω πως αξίζει να δώσω μια περίληψη του ποιήματος: Από τον αρχαίο βασιλιά των πουλιών, τον Σιμούργκ, πέφτει μια μέρα στο κέντρο της Κίνας ένα εξαίσιο φτερό· κουρασμένα απ’ την αιώνια αναρχία τους, τα πουλιά αποφασίζουν να κινήσουν για να βρουν τον βασιλιά. Ξέρουν πως τ’ όνομά του σημαίνει «τριάντα πουλιά»· ξέρουν πως το κάστρο του είναι πάνω στο Καφ, το κυκλικό βουνό που ζώνει τη γη. Ξεκινούν λοιπόν αυτή τη σχεδόν ατέλειωτη περιπέτεια· διασχίζουν εφτά κοιλάδες ή εφτά θάλασσες: το όνομα της προτελευταίας είναι Ίλιγγος, η τελευταία ονομάζεται Εκμηδένιση. Πολλοί προσκυνητές εγκαταλείπουν, άλλοι εξοντώνονται. Τριάντα πουλιά, εξαγνισμένα απ’ αυτές τις δοκιμασίες, κατεβαίνουν στο βουνό του Σιμούργκ. Επιτέλους τον αντικρύζουν και αντιλαμβάνονται πως ο Σιμούργκ είναι αυτά τα ίδια, πως ο Σιμούργκ είναι καθένα από αυτά κι όλα μαζί. [...]

«Καθένα από αυτά και όλα μαζί», σκέφτομαι, και ρίχνω μια καινούργια, διαφορετική ματιά στις «Ελεύθερες Πτήσεις 2» καθ’ οδόν για το αεροδρόμιο.


(Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 16/12/2013 με τον τίτλο «Το Συνέδριο των πουλιών» και την εικονογράφηση από το έργο της Στέλλας Κυριακού που παρουσιάστηκε στο àrtεις 2013. Το απόσπασμα του Μπόρχες το πήρα από της συλλογή δοκιμίων (ενίοτε φανταστικών) με τίτλο «Ιστορία της αιωνιότητας»).

15/12/13

Απρόσμενη ανάγνωση



Η Μάγια Τσόκλη διαβάζει Ροβυθέ (δηλαδή διαβάζει θεία Ιωάννα, καλή της ώρα) στο Àrtεις 2013 | Ημέρες Σύγχρονης Ικαριακής Δημιουργίας που οργάνωσε το Ikariamag 4-8 Δεκεμβρίου 2013 στο metamatic:taf.


Οι αναγνώστες μπορούν να βρουν το ακριβές κείμενο στις ελεύθερες πτήσεις (εδώ) και στο ιστολόγιο (εδώ). Εγώ με την κ. Τσόκλη δεν γνωρίζομαι, οπότε μάλλον την ευθύνη της ανάγνωσης φέρει ο Κωνσταντίνος-Ikariamag-Βατούγιος, ενώ το βιντεάκι τράβηξε νομίζω η Ηλέκτρα-DIY-Πάστη. Ευχαριστώ από καρδιάς εκ μέρους της θείας Ιωάννας (Τσαγκά, το γένος Ξηρού, για να είμαστε πλήρεις).

30/11/13

Uma dúzia

Η ατμομηχανή-φουφού εκτός λειτουργίας (καθότι άνοιξη όταν τραβήχτηκε η φωτό). Οέιρας, Πορτογαλία, Απρίλιος 2011.

Τελευταία έβαλε λίγο κρυάκι. Ρώτησα το διαχειριστή πότε περίπου θα ανάψουν τα καλοριφέρ. Με κοίταξε παραξενεμένος· προφανώς κάτι του θύμιζε η λέξη «καλοριφέρ» αλλά αυτό το κάτι ήταν μακρινό και ξεχασμένο, ολότελα αταίριαστο ίσως για τους καιρούς που ζούμε. Μου διευκρίνισε ότι αν η θερμοκρασία δεν πέσει σε μονοψήφιο νούμερο δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνουμε σπατάλες. Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση, και δεν μπήκα στον πειρασμό να ρωτήσω αν η μονοψήφια θερμοκρασία θα είναι για έξω από το σπίτι ή για μέσα.

Έχοντας την εμπειρία της Λισσαβώνας όπου η κεντρική θέρμανση δεν έχει εφευρεθεί ακόμα και είναι εισέτι ασύλληπτη έννοια στο μυαλό των περισσοτέρων, και έχοντας επιπλέον περάσει παιδική ηλικία σε σπίτι με μόνη πηγή θέρμανσης μια σόμπα πετρελαίου όχι και φοβερά αποδοτική, είμαι αρκετά σκληραγωγημένος. Καλού κακού πάντως είπα να εξετάσω κάποιες εναλλακτικές, καθότι πλέον στην ηλικία μου με πιάνουν κάτι πόνοι στα κόκκαλα μόλις σφίξουν τα κρύα που δεν παλεύονται και πολύ. Αν προσθέσουμε και τη δισκοκήλη που μου υπενθυμίζει την ύπαρξή της κάθε τόσο, ιδιαίτερα στα κρύα, έχουμε μια σχεδόν πλήρη εικόνα.

Ανασκάλεψα την αποθήκη για να εντοπίσω το ηλεκτρικό καλοριφέρ που οι ιδιοκτήτες μου είχαν υποδείξει ότι υπάρχει. Εντόπισα παράλληλα και ένα τυλιγμένο χαλί που σκέφτηκα ότι θα βοηθούσε κάπως. Βέβαια για να στρώσω το χαλί καλό θα ήταν να καθαρίσω κάπως το πάτωμα πρώτα, κάτι που ομολογουμένως δεν κάνω σε ιδιαίτερα τακτική βάση. Ανασκαλεύοντας εντόπισα και μια ηλεκτρική σκούπα, οπότε σκέφτηκα ότι μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έβαλα μπρος τη σκούπα και περιμάζεψα το χώρο ανάμεσα στους καναπέδες, μπροστά στο αιωνίως σβηστό τζάκι (οι ιδιοκτήτες με προειδοποίησαν ότι είναι διακοσμητικό και μόνον). Μετά από λίγο ηλεκτρικό σκούπισμα παρατήρησα ότι η διαφορά με το ασκούπιστο ήταν οφθαλμοφανής, οπότε άρχισα να επεκτείνω τη σκουπισμένη περιοχή προς το γραφείο και την κουζίνα.

Ωραία τα μεγάλα σπίτια (ειδικά των αλλωνών) αλλά όχι και πολύ βολικά στο καθάρισμα: δεν τελειώνει ποτέ. Δυο ώρες αργότερα ακόμα πάσχιζα να συμμαζέψω, πότε με την ηλεκτρική και πότε χειροκίνητα, χώρια ένα τμηματικό (αναγκαστικά, μέχρι να στεγνώσει κατά τόπους) σφουγγάρισμα. Με τα πολλά κατάφερα να ολοκληρώσω όλο το σύμπλεγμα σαλόνι-τραπεζαρία-κουζίνα, αφού προηγουμένως κόντεψα να διαλύσω ό,τι είχε απομείνει στη θέση του από τη σπονδυλική μου στήλη. Έβαλα πλυντήριο, έστρωσα το χαλάκι (που τελικά δεν πιάνει και τόσο χώρο, εδώ που τα λέμε) μπροστά στον καναπέ, έσπρωξα το καλοριφεράκι δίπλα στο γραφείο και το άναψα. «Επιτέλους», σκέφτηκα, «θα ζεσταθεί το κοκκαλάκι μας», ενώ παράλληλα επιθεωρούσα το απαστράπτον σαλονάκι.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα απάστραπτε μόνο το φωτάκι του πλυντηρίου, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο είχε βυθιστεί στο σκοτάδι. Μια ακόμα πορτογαλέζικη ανάμνηση με πλημμύρισε, κι έτσι πήγα κατευθείαν στον ηλεκτρικό πίνακα που υπέθεσα (ορθώς) ότι ήταν η αφορμή του κακού. Σήκωσα τις πεσμένες ασφάλειες που σε δευτερόλεπτα ξανάπεσαν (όχι ο γενικός πάντως, εξ ου και το πλυντήριο συνέχιζε να λειτουργεί). Με έναν αναστεναγμό πήγα και έκλεισα τους διακόπτες του καλοριφέρ και στη συνέχεια ξανασήκωσα τις πεσμένες ασφάλειες. Αυτή τη φορά στάθηκαν στο ύψος τους. Έκανα μερικές δοκιμές εδώ κι εκεί· σε μια πλήρη σχεδόν υπενθύμιση της ζωής στη Πορτογαλία συνειδητοποίησα ότι αν θέλεις να έχεις αναμμένο το ηλεκτρικό καλοριφέρ δεν πρέπει να έχεις τίποτα άλλο αναμμένο: ούτε κουζίνα, ούτε πλυντήριο, ούτε – θεός φυλάξοι – πλυντήριο πιάτων. Το πολύ κανένα φωτάκι και το λάπτοπ.

Έμεινα λίγο να χαζεύω το εν λόγω λάπτοπ χουχουλιάζοντας μέσα στο φλις όταν από την οθόνη ξεπήδησε ένα μηνυματάκι από κάτι συναδέλφους να πάμε για κάνα κρασί. Ποτέ δε λέω όχι στο καλό κρασί, οπότε έσβησα οριστικά το θερμαντικό σώμα, έκανα ένα θερμαντικότερο μπανάκι, ντύθηκα και βγήκα αρματωμένος στο κρύο νυχτερινό Ηράκλειο. Φάγαμε και ήπιαμε και γελάσαμε σε ένα καινούργιο μαγαζί από τα υποτίθεται ψαγμένα, με αυθεντικό sommelier να προτείνει ετικέτες και να κάνει σχόλια (εντάξει, γνωστός ήτανε). «Νιώθεις το άρωμα από ψημένο κάστανο όπως έρχεται πίσω από το καπνιστό;». Οι συνδαιτημόνες το ένιωθαν κατά δήλωσίν τους, εμένα πάλι μου μύριζε μάλλον απλό κρασί, αλλά μια και είπε κάστανο μου ήρθε μια ακόμα πορτογαλέζικη ανάμνηση:

Έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό του Οέιρας, μπροστά στην πιάτσα των ταξί, υπήρχε μια ατμομηχανή-μινιατούρα που έκρυβε μέσα της μια φουφού. Τα βράδια μια γριούλα (ή τέλος πάντων μια μεγάλη γυναίκα) έψηνε κάστανα στη φουφού, ένα ευρώ η εξάδα, δύο ευρώ η ντουζίνα. Κάποια κρύα βράδια που έφευγα από το Ινστιτούτο φορτωμένος και παγωμένος και βαριόμουνα να σκαρφαλώσω σπίτι με τα πόδια, επέλεγα να κατηφορίσω προς το σταθμό. Δεν ήξερα πώς λένε το «μισή ντουζίνα» στα πορτογαλικά (δηλαδή ήξερα, αλλά το ξέχναγα κάθε φορά) οπότε ζήταγα μία ντουζίνα, δώδεκα ωραιότατα καλοψημένα ζεστά κάστανα, τυλιγμένα σε χωνάκι από εφημερίδα. Χάζευα τους επιβάτες των τραίνων που έβγαιναν με φόρα κι εξαφανίζονταν στην κρύα νύχτα, κι όταν βαριόμουνα τσίμπαγα ένα ταξί από την πιάτσα λέγοντας απλώς τη διεύθυνσή μου με όσο πιο πορτογαλική προφορά γινόταν και ακούγοντας το ποδόσφαιρο που εννιά στις δέκα φορές θα άκουγε ο ταξιτζής από το ραδιόφωνο (μία στις δέκα θα άκουγε το σταθμό Amalia που έπαιζε αποκλειστικά φάδο).

Ύστερα θα έφτανα στα σπίτι με τα μισά περίπου κάστανα ακέραια (τα άλλα μισά τα μασούλαγα δρόμο-δρόμο) να μου κρατάνε συντροφιά μέχρι να ανάψω το ηλεκτρικό καλοριφέρ και το λάπτοπ με το σκάιπ για να με κρατάει σε επαφή με τα αγαπημένα πρόσωπα. Μπορεί και να άνοιγα κανένα μπουκάλι κόκκινο κρασί του Αλεντέζου, που θα αποκτούσε βέβαια οπωσδήποτε μια επίγευση κάστανο καθώς θα μου ξέπλενε το στόμα, ακόμα κι αν δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα στην οινοποίησή του.

Αδειάσαμε τα ποτήρια μας και δραπετεύσαμε πάνω στην ώρα που οι μουσικοί του μαγαζιού σταμάτησαν την εντεχνίλα που έπαιζαν ως τότε και το ρίξανε στον Παντελίδη, ενώ η διπλανή παρέα εορταζόντων αντήλασσε γαρύφαλλα (που δεν ήταν ντεκόρ του μαγαζιού, τα είχαν φέρει επιτούτου για την περίσταση). Τριγυρίσαμε λίγο στους δρόμους, αλλά κάτι οι πόνοι στη μέση που δε με άφηναν, κάτι που γερνάω και δεν είμαι πλέον για πολλά πολλά, παράτησα τους φίλους σε ένα μπαράκι και συνέχισα για το σπίτι.

Mύριζε παρκετίνη. Άνοιξα το ηλεκτρικό σώμα και το ξανάσβησα, άνοιξα το λαπτοπ και το έσβησα κι αυτό. Σηκώθηκα με κόπο για να συρθώ προς το κρεβάτι· πρόσεξα με μια στιγμιαία ικανοποίηση ότι το πάτωμα ήταν καθαρό και γιαλισμένο και το σπίτι έμοιαζε περιποιημένο και έτοιμο να δεχτεί κόσμο. Σκέφτηκα ότι μια από αυτές τις μέρες πρέπει να ξαναφωνάξω φίλους να δούμε καμμιά ταινία.

Ύστερα αποκοιμήθηκα κι ονειρεύτηκα κάτι με μυρωδιά παρκετίνης και γεύση από ψημένο κάστανο.

24/11/13

Bairrismo

- Το έγκλημα στο Ρίο είναι πιο βίαιο!
- Το έγκλημα στο Μαγκέ είναι πιο οργανωμένο!
(Γραφικό Βραζιλιάνικο σχόλιο επί του bairrismo για να μπαίνουμε στο νόημα.)


Τον όρο τον πρωτοσυνάντησα σ’ ένα βιβλίο που περιγράφει την Πορτογαλία, τη χώρα και τους ανθρώπους της, με τη ματιά ενός ξένου. Ωστόσο η έννοια δεν μου ήταν άγνωστη, καθόλου. Bairro (το διπλό r προφέρεται σαν γ στα πορτογαλικά) σημαίνει περίπου «γειτονιά». Μονολεκτική απόδοση για τον όρο δεν μπόρεσα να σκεφτώ στα ελληνικά, ωστόσο νομίζω ότι στα αγγλικά η ανάλογη λέξη είναι «parochialism», από τη λέξη parish που σημαίνει αν δεν κάνω λάθος ό,τι και το ελληνικό «ενορία». Νομίζω ότι και στις δύο γλώσσες οι αντίστοιχοι όροι εκφράζουν το ίδιο πράγμα: την αντίληψη των πραγμάτων μέσα από ένα στενό τοπικό πρίσμα, χωρίς καμμία αναφορά η αίσθηση της ολότητας, αυτού που λένε εσχάτως αγγλιστί “big picture”. Πιο γενικά, την κάπως «μυωπική» προσκόλληση με ορισμένες μόνο κοντινές όψεις ενός ζητήματος έναντι της αντίληψής του μέσα στην ευρύτερη κατάσταση, στο «συγκείμενο» (αγγλιστί context).

Αλλά το ότι δεν έχουμε επακριβώς αντίστοιχη λέξη δεν μας κάνει και ιδιαιτέρως απρόσβλητους ως Έλληνες από την αντίστοιχη ασθένεια. Αν και πάντα πολλοί συμπατριώτες πιστεύουν ενδομύχως ότι είμαστε στο κέντρο του κόσμου (από όπου προκύπτει και η ταξινόμηση των υπολοίπων σε «φιλέλληνες» και «ανθέλληνες» λες και δεν έχουν άλλους λόγους να διαφωνούν μεταξύ τους οι απέξω), τα τελευταία χρόνια που όντως έχουμε βρεθεί στο κέντρο του κόσμου (από πλευράς οικονομικής κρίσης, κυρίως) φοβούμαι ότι δεν έχουμε γίνει και πολύ σοφότεροι, καθώς εν πολλοίς τείνουμε να βλέπουμε μόνο την όψη εκείνη των πραγμάτων που (νομίζουμε ότι) μας αφορά άμεσα και ενίοτε αγνοούμε εντελώς τη γενική εικόνα. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, αυτή η bairrismo αντίληψη δεν αφορά μόνο μια μερίδα του πολιτικού φάσματος ή μια κοινωνικο-οικονομική τάξη, καθώς διαπερνά εγκάρσια διαφορετικά στρώματα και κοσμοαντιλήψεις.

Σε αυτό βέβαια συντελεί εν πολλοίς και η προβληματική εν πολλοίς παιδεία μας· και δεν εννοώ μόνο την εκπαίδευση ή ακόμα και την παθογένεια των ΜΜΕ που (μεταξύ πολλών άλλων κακών) εστιάζουν αφόρητα στη μικροκλίμακα. Η παιδεία βέβαια δεν είναι προνόμιο της «πλέμπας» αλλά χαρακτηριστικό μιας ορισμένης ελίτ (επικαλυπτόμενης, αν και όχι εντελώς ταυτισμένης με τα ανώτερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα). Παλαιότερα νόμιζα ότι ενδεχομένως τα πιο «ανοιχτόμυαλα» και εξωστρεφή τμήματα της εν λόγω ελίτ πιθανώς θα ήταν λιγότερο ευεπίφορα στη διανοητική ευκολία που αντιπροσωπεύει ο όρος bairrismo. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια τείνω να πειστώ ότι αυτό δεν ισχύει και τόσο.

Βλέπετε, ενώ δεν είχα ποτέ καμμιά ιδιαίτερη απαίτηση από τους ανθρώπους του μεροκάματου, τις νοικοκυρές ή τους αποφοίτους των ΙΕΚ να σκέφτονται με κάποια ιδιαίτερη ευρύτητα (χωρίς να λείπουν οι ευχάριστες εκπλήξεις), είχα πάντα την προσδοκία ότι οι άνθρωποι οι σπουδαγμένοι και ταξιδεμένοι πάνω από το μέσο όρο θα ήταν επίσης πάνω από το μέσο όρο ικανοί να συλλάβουν έννοιες και να αναλύσουν φαινόμενα με ευρύτητα. Να διευκρινίσω ότι αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε οι απόψεις τους να συμφωνούν με τις δικές μου, είτε γενικότερα είτε στο πιο ειδικό ζήτημα που ετίθετο κάθε φορά. Η προσδοκία μου πάντως ήταν ότι οι εν λόγω σπουδαγμένοι και ταξιδεμένοι (είδος που γενικά δεν σπανίζει, υποτίθεται, στους ακαδημαϊκούς χώρους που περνάω τις μέρες μου) θα μπορούσαν να αποφύγουν την παγίδα του bairrismo και να αναδείξουν σφαιρικότερα τα ζητήματα, ακόμα και διαφωνώντας.

Γέρασα με την προσδοκία κι ακόμα περιμένω. Όχι γιατί δεν έτυχε να συναντήσω κόσμο σπάνιας αντίληψης και ευρύτητας πνεύματος όλα αυτά τα χρόνια (καθώς είχα την τύχη να συναναστραφώ ανθρώπους που με βοήθησαν να διευρύνω τους ορίζοντές μου και να τους ορίσω ως συντεταγμένες μιας διανοητικής πορείας, ακόμα και ως αντιπαραδείγματα ενίοτε), αλλά γιατί αυτές οι συναντήσεις με έπεισαν ότι εν τέλει το είδος αυτό της «πλατιάς» αντίληψης είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα ιδιοσυγκρασίας μάλλον παρά βαθμού μόρφωσης ή συσσωρευμένων μιλίων σε αεροπλάνα. Φυσικά δεν εννοώ ότι οι άνθρωποι «γεννιούνται» με bairrismo ή όχι (αν και εύκολα μπορεί κανείς να αποδώσει την ιδιότητα σε ευρύτερα σύνολα, π.χ. λαούς ή τοπικές κοινωνίες), αλλά – νομίζω – ότι αυτό που συμβαίνει είναι ότι το πόσο καλά συλλαμβάνει κανείς την «ολότητα» ενός θέματος αντί για το ελάχιστο που άμεσα τον ακουμπάει εξαρτάται από το πώς έχει διαμορφωθεί ο νους σε μια φάση ζωής ΠΡΙΝ ακόμα συσσωρευθούν τα πτυχία, τα διδακτορικά και τα μίλια.

Προφανώς δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι και δεν είναι όλες οι κοινωνίες ίδιες. Αν και σιχαίνομαι τις αφαιρέσεις εκείνες που σουρουμπελιάζουν τις ιδιομορφίες ενός συνόλου κάτω από μια γενική ταμπέλα που υποτίθεται το χαρακτηρίζει (π.χ. οι Πορτογάλοι, οι Ολλανδοί, οι Κρητικοί, οι Παοκτζήδες κλπ.) σκέφτομαι ότι οι «Έλληνες» – ή τουλάχιστον όσοι μεγαλώσαμε στην Ελλάδα – υφιστάμεθα εξ απαλών ονύχων ένα είδος διαρκούς εκπαίδευσης στο bairrismo (κάτι η τρισχιλιετής ιστορία και το έθνος ανάδελφον, κάτι μια ορισμένη διαρκής αυτοαναφορικότητα, κάτι μια οκνηρία που μας διακατέχει, πνευματικά κυρίως), από οικογένειες και σχολεία, από εφημερίδες και ΜΜΕ επιπέδου δαπέδου, από πνευματικούς ταγούς μηδαμινού βεληνεκούς και εσχάτως από τα social media που αποθεώνουν το ελάσσον και το επιμέρους – άλλωστε πόσο σε βάθος να πας σε ένα status update που να χωράει και στο Τουίτερ;

Κι έπειτα από αυτή την εκπαίδευση, φεύγεις να κάνεις τις σπουδές σου και τα διδακτορικά σου και τα ποσντόκια σου στα καλύτερα campus, γεμίζεις την κάρτα σου με μίλια ταξιδεύοντας σε συνέδρια και μετεκπαιδεύσεις και Erasmus και visiting appointments, και συναντάς Άγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους κι ένα σωρό άλλους, νταλαβερίζεσαι και γκομενίζεις μαζί τους ενίοτε, κι έπειτα γυρνάς πλήρης εμπειριών και παραστάσεων και αποκαλύπτεσαι ακριβώς ο ίδιος, με την ίδια στενομυαλιά που σου σμίλεψαν τα μικράτα σου και οι δρόμοι της γενέθλιας πόλης σου, την ίδια αδυναμία να καταλάβεις οτιδήποτε υπερβαίνει τις άμεσες παραστάσεις σου, να συσχετίσεις ας πούμε τη φτώχεια που βλέπεις γύρω σου με τις συνθήκες που τη δημιούργησαν, την εμφάνιση κρουσμάτων τροπικών ασθενειών με την αλλαγή του κλίματος, την άφιξη του πλήθους των «παρατύπως εισελθόντων αλλοδαπών» στις παραλίες του καλοκαιριού σου με τους πολέμους που βλέπεις καμιά φορά στην τηλεόραση ή έχει πάρει το αυτί σου ότι υπάρχουν.

Ή όπως θα έλεγε ο Καββαδίας, όλο τον κόσμο γύρισες και τίποτα δεν είδες.


Σ.Σ. Η συγκεκριμένη ανάρτηση ξεκίνησε να γράφεται πριν κάνα χρόνο στη Λισσαβώνα και εγκαταλείφθηκε γρήγορα γιατί το θέμα της μάλλον ξεπερνά τη διάθεσή μου να σκεφτώ πολύ στα σοβαρά. Τελευταία με κάποια αφορμή μου ξαναήρθε στο μυαλό (μαζί με τον στίχο από το «Λύχνος του Αλαδίνου» του Καββαδία) και πάσχισα να την ολοκληρώσω. Όπως συχνά συμβαίνει άλλα ξεκινάς να πεις κι άλλα προκύπτουν στην πορεία, και τώρα που το ξαναδιαβάζω πιο πολλά κενά αφήνει και ασάφειες κι ίσως να μη μπορώ κι εγώ πολύ καλά να εξηγήσω πώς το αντιλαμβάνομαι όλο αυτό το πράγμα. Τέλος πάντων, κουβέντα να γίνεται.

Πάντως η συγκεκριμένη αντίληψη του bairrismo δεν σχετίζεται (αντίθετα μάλιστα) με το αίτημα της τοπικής δράσης που εμπεριέχεται στο παλιό οικολογικό σύνθημα «σκέψου συνολικά, δράσε τοπικά» και ενδεχομένως στον πιο κατάλληλο για τέτοιες χρήσεις όρο localism. Στα ελληνικά πάλι η λέξη «τοπικισμός» που έρχεται στο μυαλό έχει μια αρκετά διαφορετική χροιά, εκφράζει νομίζω κάτι λίγο πιο αρχαϊκό, π.χ. το πως οι Κρητικοί είναι συλλογικά καλύτεροι από, ας πούμε, τους Καριώτες, πράγμα που φυσικά είναι έωλο και αξιοθρήνητο ως αντίληψη, καθότι οι Καριώτες είμεθα ανώτεροι όλων όπως όλοι ξέρουν.

Εντάξει, αστειεύομαι σύντεκνοι, αφήστε κάτω τα άρματα τώρα.



Κι ένα σουρεαλιστικό βιντεάκι (προσέξτε το μονόφθαλμο Χάρη Κατσιμίχα) σε ένα από τα λίγα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου σε στίχους Καββαδία που μου κάθεται καλά στο αυτί.

20/11/13

«...λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν...» (Ισίδωρος Ζουργός)

[...] Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά το θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά. Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά. Πού πάνε όλα αυτά μετά τον θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο. [...]

Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια

Σ.Σ. Μια εξαιρετική παράγραφος σε ένα κατά τα λοιπά μέτριο αφήγημα.


31/10/13

Ἀλλοτινῶν ἤχων γόησσα (Οδυσσέας Ελύτης)


– ΙΙ –

Εὐνοϊκές ἀστροφεγγιές ἔφεραν τὴ σιωπή
Καὶ πίσω ἀπ’ τὴ σιωπή μιὰ μελῳδία παρείσαχτη
Ἐρωμένη
Ἀλλοτινῶν ἤχων γόησσα

Μένει τώρα ὁ ἴσκιος ποὺ ἀτονεῖ
Καὶ ἡ ραϊσμένη ἐμπιστοσύνη του
Καὶ ἡ ἀθεράπευτη σκοτοδίνη τοῦ – ἐκεῖ.


Οδυσσέας Ελύτης - Ἑπτὰ νυχτερινὰ ἑπτάστιχα (ΙΙ)
Προσανατολισμοί (1939)

(Σ.Σ. Το πρωτοδιάβασα σε γκράφιτι στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '80).



28/10/13

Χορδιστής κλειδοκυμβάλου

Καταδρόμια έτοιμα για κούρδισμα (φωτό από ελληναράδικο μπλογκ, άνευ συνδέσμου).

Η κυρία που βοηθάει τους γονείς μου τώρα που έκλεισαν αθροιστικώς τα 171 είναι ένας άνθρωπος πολύ ευχάριστος και χαμογελαστός. Προχτές όμως που πήγα να τους δω τη βρήκα σε βαριά περίσκεψη. «Αφήστε, κύριε Βου μου, τι έπαθα...» Αναρωτήθηκα αν της είχαν σκαρώσει κανένα χουνέρι οι δικοί μου που ενδομύχως νομίζουν ότι έχουν κλείσει μόλις τα 71 (αθροιστικά πάντα) και τα υπόλοιπα εκατό τα παραλείπουν, όμως με διαβεβαίωσε ότι μια χαρά τα πάνε, άλλο είναι το πρόβλημα.

- Αχ, ο γιός μου, ξέρετε, πάει φαντάρος.
- Και πού είναι το πρόβλημα κυρία Αθηνά μου; Δε θα πήγαινε κάποτε;


Μεταξύ μας ξέρω κάμποσους που δεν πήγανε ποτέ αλλά μάλλον δεν εννοούσε αυτό η γυναίκα.

- Μα με γέλασε. Μου είπε ότι θα πάει πεζικό και τελικά δήλωσε ειδικές δυνάμεις. Και τώρα τον καλέσανε εκεί πέρα. Τι θα κάνει το παιδί στις ειδικές δυνάμεις, μικρό παιδί είναι.
- Δηλαδή σαν πόσο μικρό;
- Εικοσιτέσσερα.
- Ε, δεν είναι και δεκαοχτώ πια, μια χαρά πάνε φαντάροι στα εικοσιτέσσερα.
(άλλο εμείς που πήγαμε εικοσιεννιά παρά πέντε μέρες, βέβαια).
- Ναι, αλλά ένας Θεός ξέρει τι τραβάνε στις ειδικές δυνάμεις. Μαύρο στρατό θα περάσουμε.

Πήγα να της πώ ότι ο γιος θα περάσει στρατό, όχι εκείνη, αλλά για κάποιο λόγο σκέφτηκα ότι δε θα πειστεί. Μετά τη φαντάστηκα να κάνει ασκήσεις πυκνής τάξεως και στίβο μάχης μαζί με τα άλλα καταδρόμια, αλλα επειδή εγώ ήμουνα γιωτάς και Στρ(ΥΠ) καλύτερα να κρατάμε χαμηλό προφίλ και να μην σαρκάζουμε τις αγωνίες του κόσμου. Την παρηγόρησα πάντως ότι είναι σύντομη πια η θητεία, κάνα εννιάμηνο αν θυμάμαι καλά. Ούτε που θα το καταλάβει. Της είπα και για τον πατέρα μου με τους πολέμους. Δεν παρηγορήθηκε και πολύ πάντως, μετά από κάνα τέταρτο μου ξανάρθε με διευκρινιστικές ερωτήσεις.

- Και μήπως ξέρετε εσείς τι τους κάνουνε στις ειδικές δυνάμεις;

Αν και παραδέχτηκα αμήχανα ότι εγώ ήμουν αποθηκάριος και άοπλος άρα καμμία σχέση με το άθλημα, της είπα ότι κάνα δυο καταδρόμια που είχα γνωρίσει προς τα τέλη της θητείας μου δεν μου είχαν φανεί ιδιαιτέρως καταπονημένοι. Ούτε εμφανείς ουλές είχαν, ούτε καμμία ιδιαίτερη αφήγηση με φριχτά βασανιστήρια θυμάμαι, και μάλιστα μετά από δεκαοχτώ μήνες στην αγκαλιά της πατρίδας, όχι εννιά. Δεν ξέρω πόσο παρηγορήθηκε η γυναίκα, διότι στράφηκα τάχιστα στην οθόνη του υπολογιστή δήθεν για να δω κάτι, κυρίως όμως για να μην προδοθεί το γελάκι που ετοιμαζόμουν να βγάλω, καθώς αναθυμήθηκα τα τελειώματα της θητείας ενός από τους συγκεκριμένους συστρατιώτες μου.

Όταν τον πέτυχα στο λόχο, εγώ χρωστούσα ακόμα κάνα εφτάμηνο-οχτάμηνο θητείας. Εκείνος κανονικά έπρεπε να έχει απολυθεί ήδη, ωστόσο τελικά παρέμεινε μαζί μας κάνα εξάμηνο ακόμα. Όπως γνωρίζουν όσοι πήγαν, ο βασικός λόγος παράτασης θητείας για τους απλούς φαντάρους είναι η φυλακή. Ο άνθρωπός μας είχε μαζέψει τουλάχιστον έξι μήνες φυλακής και κατέληξε να υπηρετήσει κοντά δυο χρόνια, ίσως και παραπάνω. Οι περισσότεροι αυτής της κατηγορίας (δεν ήταν ακριβώς λίγοι) ήταν λαϊκά παιδιά με λούμπεν στοιχεία: μάζευαν τις φυλακίσεις για παραπτώματα συνήθως με ναρκωτικά ή μικροκλοπές ή τσαμπουκάδες που κατέληγαν σε επεμβάσεις της στρατονομίας και δεν είχαν κάποιον μεγαλόσχημο να σβήσει τις ποινές τους και να τους ξεμπλέξει από τα μπλεξίματα (αυτό είναι βύσμα διαφορετικής τάξης από τα βύσματα των μεταθέσεων).

Ο δικός μας όμως ήτανε άλλη πάστα, τύπος ιντελεκτουέλ και ψαγμένος, που στην πολιτική ζωή του ήτανε μουσικός. Πιανίστας, με έφεση στη τζαζ, μια ζωή μέσα στα ωδεία και γενικά καλλιτεχνική φύση. Δεν ξέρω πώς ακριβώς ταίριαξε η καλλιτεχνική του φύση με την εκπαίδευση στις ειδικές δυνάμεις και πώς βρέθηκε εκεί (δεν είμαι βέβαιος με ποια κριτήρια τους επιλέγουν τους φαντάρους για εκεί πέρα), πάντως ήταν προφανώς καλός στην εν λόγω εκπαίδευση καθότι στο τέλος της είχε φορέσει και τις δυο σαρδελίτσες του έφεδρου λοχία. Τον στείλανε σε κάτι μονάδες καταστροφών ή κάπως έτσι κάπου στα Δωδεκάνησα αν θυμάμαι καλά. Εκεί περνούσε ο καιρός με εκπαιδεύσεις και σκηνάκια και ασκήσεις σε κάτι βραχονησίδες, μέχρι να έρθει η ώρα της δεύτερης μετάθεσης που υπήρχε ακόμα τότε προς πιο χαλαρές μονάδες της ενδοχώρας.

Ωστόσο κάπου εκεί σε μια βραχονησίδα φαίνεται πως παίχτηκε κάποιο σενάριο (βγαλμένο μέσα απ’ τη ζωή που λένε) όπου όπως θρυλείται ο έφεδρος λοχίας μας συνάντησε ένα λοχαγό συνομίληκό του μεν, στρατόκαυλο μέχρι εκεί που δεν παίρνει δε, ο οποίος μάλλον δεν εκτίμησε ιδιαίτερα το κάπως μπλαζέ καλλιτεχνικό στυλάκι του υφισταμένου του και άρχισε (κατά τα θρυλούμενα) να τον τρέχει αγρίως. Αν και δεν έχω άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών, μπορώ να κατανοήσω πλήρως τον σχετικό ψυχολογικό μηχανισμό (ας τον πούμε ιδιοτελή κατάχρηση εξουσίας σε βάρος υφισταμένου που τυγχάνει πιο όμορφος ή πιο έξυπνος ή πιο καλλιεργημένος από εμάς – πολλώ δε μάλλον όταν τυγχάνει και τα τρία). Σε μια έξαρση του εν λόγω τρεξίματος, ο λοχαγός φέρεται να «ξέχασε» το λοχία ο οποίος παρέμεινε σε μια ακατοίκητη βραχονησίδα μόνος του, χωρίς φαγητό και νερό εκτός από ό,τι είχε το παγούρι του για μία εβδομάδα (αντί για το προβλεπόμενο διάστημα μιας-δυο ημερών «εκπαίδευσης» δήθεν).

Δε θέλει πολύ ο άνθρωπος για να σαλτάρει. Μόλις κάποτε ήρθε το φουσκωτό και τον πήρε, ο δικός μας αφού ήπιε λίγο νεράκι και στάνιαρε άρχισε να τραγουδάει κάτι σαν “Sometimes I feel like a feather in the air” και δεν επικοινωνούσε πολύ με το περιβάλλον. Μόλις έφτασαν στο στρατόπεδο όμως, έβαλε την ξιφολόγχη στο όπλο και πήρε στο κυνήγι (με εφ’ όπλου λόγχη και φωνάζωντας «αέρα» σαν πολεμιστής του ’40) τον έντρομο λοχαγό, ο οποίος ετράπη εις άτακτον φυγήν και αναζήτησε καταφύγιο πάνω σε ένα δέντρο κλαίγοντας και εκλιπαρώντας για τη ζωή του ενώ από κάτω ο μαινόμενος έφεδρος λοχίας τον σημάδευε με το (άδειο, εν τέλει) όπλο τραγουδώντας πριν τον μαζέψουν οι στρατονόμοι δια τα περαιτέρω.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς τα σουρουμπέλιασε στο στρατοδικείο· εικάζω ότι η ηλίθια συμπεριφορά του αξιωματικού θα μέτρησε ως ελαφρυντικό και τελικά αντί να βρεθεί στη σχολή φωτομοντέλων (Στρατιωτικές Φυλακές Αυλώνας, επισήμως), βρέθηκε με ξηλωμένες σαρδελίτσες, απλός στρατιώτης με ένα εξάμηνο επιπλέον θητείας στο λόχο μας. Ωστόσο ουδείς του εμπιστεύθηκε όπλο ξανά, και ουδείς σκέφτηκε ποτέ να τον πιέσει για το οτιδήποτε. Απλώς περίμενε να περάσουν οι μέρες, περιφερόμενος με τα ερείπια της στολής του βαθμοφόρου (από όπου κρεμόντουσαν ακόμα οι κλωστές που συγκρατούσαν τις σαρδέλες) και πίνοντας χαρούμενους μπάφους εν μέση οδώ. Όταν βαριόταν ερχόταν στο ιατρείο να ζητήσει να πάει στο 401 για εξετάσεις.

- Τι εξετάσεις να κάνω σήμερα; ρωτούσε το γιατρό, που φυσικά ήταν μιλημένος για την περίπτωση.
- Αίματος; Ούρων; Σπιρομέτρηση; Σπινθηρογράφημα; Αλλεργία;
- Μπα, τις έχω κάνει όλες πρόσφατα, άλλο τίποτα δεν έχει;
- Σπέρματος έχεις κάνει;
- Κι αυτές. Μα πόση μαλακία μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;
- Ακουόγραμμα; Προκλητά δυναμικά έχεις κάνει;
έριξα την ιδέα εμπνεόμενος από τις δικές μου γιωτάδικες εμπειρίες.
- Μπράβο αγόρι μου, αυτό είναι, το βρήκαμε. Να έρχεσαι να μας ρίχνεις ιδέες, είπε ο γιατρός ετοιμάζοντας το παραπεμπτικό.
- Σκέψου και τίποτα για αύριο που θα ξανάρθω, έλεγε ο πρώην λοχίας αποχαιρετώντας μας.

Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε να πίνει καφέδες στη Λέσχη Αξιωματικών. Τον ρώτησαν τι κάνει εκεί τους είπε «υπηρεσία, με έβαλε ο στρατηγός», πράγμα που παραδόξως αλήθευε. Τον είχε πετύχει ο (υπο-)στρατηγός που έπαιζε το διοικητή της μονάδας μια μέρα που είχε ντυθεί με πλήρη καταδρομική στολή με ενεργά σειρήτια (άγνωστο πώς την είχε διασώσει από το ξήλωμα) και για κάποιο λόγο που μάλλον είχε να κάνει με την εκτίμηση που είχε στις ειδικές δυνάμεις του έπιασε την κουβέντα. Αναφέρθηκε ο δικός μας (ως λοχίας, ψευδώς πλέον), τον ρώτησε ο μεγάλος τι δουλειά έκανε ως πολίτης και του απαντάει ο δικός μας «χορδιστής κλειδοκυμβάλων, στρατηγέ». Βάζει τα γέλια ο στρατηγός («από χορδιστής καταδρομέας;»), βάζει τα γέλια και ο ημιμαστουρωμένος δικός μας («και από καταδρομέας πάλι χορδιστής, στρατηγέ μου») και μες στο κέφι και τη χαρά τον στέλνει να κουρδίσει το πιάνο (με ουρά!) της Λέσχης.

Από τότε έκοψε τις επισκέψεις στο 401 και πήγαινε και κούρδιζε ακριβώς μια νότα την ημέρα, ούτε μισή παραπάνω. Ώρες ατελείωτες χτύπαγε το ίδιο πλήκτρο, πότε με κάποιο πεντάλ και πότε χωρίς, τέντωνε λίγο τη μία χορδή ή την άλλη (μέχρι τρεις είναι ανά πλήκτρο) κι όταν πολλές ώρες μετά βαριότανε, έφευγε και γύριζε στο λόχο. «Τέλειωσα με το σι ύφεση», έλεγε, «αύριο θα πιάσω το λα». Οι καραβανάδες θαμώνες δυσανασχετούσαν κάπως με τη μονοτονία του θορύβου, έλα όμως που η διαταγή του στρατηγού ήταν διαταγή και δε μπορούσαν να κουνηθούν και πολύ...

Κάποτε τέλειωσαν τα πλήκτρα ή η υπομονή του. Κούρδισε ό,τι ήταν να κουρδίσει κι έκατσε κι έπαιξε ένα ολόκληρο κονσέρτο για πιάνο, λέει ο μύθος (ο ίδιος μετά μου είπε ότι έπαιξε μόνο το αλλέγκρο του πρώτου μέρους και όχι, δεν ήταν του Μπετόβεν όπως θρυλείται). Ύστερα σηκώθηκε, πήγε στο διοικητή του λόχου και είπε «Φεύγω, βαρέθηκα.» Ο διοικητής είπε κάτι σαν «μα χρωστάς ακόμα σχεδόν δυο βδομάδες θητεία» κι ο δικός μας είπε «κι εσείς μου χρωστάτε δυο χρόνια, οπότε θα έρθω σε δυο βδομάδες για το απολυτήριο και είμαστε πάτσι». Δεν του έφεραν αντίρρηση.

Τον είδα όταν ήρθε, ένα κάπως βροχερό απόγευμα. Δεν απολυόταν καμμία σειρά εκείνη την ημέρα ή έστω εκεί γύρω, είχε έρθει η ώρα του να φύγει μόνος. Είχα έξοδο· βγήκαμε μαζί από την πύλη. Τον άκουσα που σιγοσφύριζε κάτι σαν το Take Five ενώ περιμέναμε το λεωφορείο που θα μας κατέβαζε στην πόλη. Εκεί τον ρώτησα για το κονσέρτο και διευκρίνισε ότι δεν ήταν κανένα δύσκολο κομμάτι, μια σχετικά απλή παρτιτούρα ήταν. Τον ρώτησα αν ήξερε τι θα έκανε τώρα, με ρώτησε αν πίστευα ότι ήξερε τι έκανε ίσαμε τώρα. Του είπα ότι δεν ξέρω τι να πω. Μου είπε ότι ούτε εκείνος ξέρει.

Μετά με ρώτησε αν θα έπαιρνα το λεωφορείο προς Πειραιά που πλησίαζε. Του είπα ότι θα έπαιρνα το λεωφορείο προς Αθήνα. Μου είπε ότι εκείνος θα έπαιρνε αυτό προς Πειραιά. Μπήκε μέσα κάνοντάς μου ένα νεύμα που υπό κανονικές συνθήκες σημαίνει «έτσι κι έτσι» αλλά εδώ θα μπορούσε να είναι «άντε γεια».

Σκέφτηκα ότι ήθελε μάλλον να με αποφύγει. Τώρα πια ξέρω ότι δεν ήταν τίποτα προσωπικό με εμένα, απλά στα μάτια του ήμουν ένας ακόμα εξοδούχος φαντάρος. Μ’ άλλα λόγια κάτι που ανήκε σε ένα παρελθόν από το οποίο είχε ξεμπλέξει οριστικά και άφηνε πίσω του, μαζί με στρατόκαυλους λοχαγούς, έρημες βραχονησίδες, κακό σταφ και έναν μονότονο ήχο της ίδιας νότας, με το ίδιο πλήκτρο στο πιάνο για ώρες.

Καιρός να αλλάξουμε σκοπό, οπωσδήποτε.


Μια κατά Λούις Άρμστρογκ εκδροχή του παλιού spiritual Sometimes I feel like a motheless child.


21/10/13

Επιχειρηματίας, part 2

Πλήθη συνωθούμενα προς το επιχειρείν (φωτό από το enet.gr)

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Αυτή τη φορά ήμουν οργανωμένος, να μην την ξαναπατήσω. Εμφανίστηκα στον ΟΑΕΕ με το σύνολο των χαρτιών συμπληρωμένων μέχρι κεραίας και με μια γαλήνια σιγουριά ότι θα φύγω με όλες τις απαραίτητες βεβαιώσεις πολύ πριν τις κρίσιμες δωδεκάμισι που έκλεινε. Πρώτη του μηνός κιόλας, ώστε να μην πάνε τζάμπα τα ασφάλιστρα. Έφτασα μπροστά στο ταμείο στα γρήγορα, καθώς μπροστά μου ήταν μόνο μια άλλη «επιχειρηματίας» της δικής μου κατηγορίας μισθωτού με μπλοκάκι που η υπάλληλος την ξαπόστειλε σε δευτερόλεπτα να πάει να φέρει κάμποση χαρτούρα και να επανέλθει. Ακούμπησα το φάκελο με τη δική μου χαρτούρα στο περβάζι του γκισέ. Η υπάλληλος με κοίταξε μέσα από το παράθυρο με μια ορισμένη καχυποψία.

- Τι θα θέλατε;
- Μια βεβαίωση για έναρξη επαγγέλματος,
είπα χαρούμενα.
- Να δω τι χαρτιά έχετε εκεί πέρα.

Της ενεχείρισα βεβαίωση για την έδρα, φωτοτυπία ταυτότητας, αίτηση, απογραφικό, Ε9, ΑΜΚΑ, εκκαθαριστικό της εφορίας για το ΑΦΜ, φωτοτυπία καρτέλας ενσήμων ΙΚΑ και υπεύθυνη δήλωση ότι όλα τα παραπάνω είναι ακριβή.

- Τι επιχείρηση θα ανοίξετε;
- Δε θα ανοίξω επιχείρηση. Μισθωτός με μπλοκάκι θα είμαι.


Έκανε κάτι σαν «αχά» και μετά «μμμ...» και μετά ρώτησε πολύ σοβαρά:

- Σύμβαση έχετε;
- Έχω, αλλά τι σημασία έχει;
- Πώς δεν έχει... Δε μου τη δίνετε κι αυτήν καλού κακού;
- Μα αυτό είναι ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ τρίτων, δεν αφορά τον ΟΑΕΕ.
- Πώς, πώς... Εμάς μας έχουν πει να βάζουμε και τις συμβάσεις, αλλιώς πρέπει να κάνετε ατομική επιχείρηση, όχι παροχή υπηρεσιών.
- Δεν κατάλαβα.
- Δεν πειράζει. Δώστε μου τη σύμβαση και 111,15 ευρώ.


Της τα έδωσα. Διευκρίνισα και την έναρξη της ασφάλισής μου προ του 1993 που δεν προέκυπτε με σαφήνεια από τα ένσημα του ΙΚΑ. Μου έδωσε ένα χαρτάκι συμπληρωμένο.

- Τελειώσαμε; Το πάω στην εφορία;
- Όχι, το πάτε στον κύριο στο διπλανό γκισέ για υπογραφή. Μετά το πάτε στην προϊσταμένη στον 1ο όροφο. Μετά το πάτε στο πρωτόκολλο. Μετά το πάτε ξανά στην προϊσταμένη για υπογραφή. Μετά το ξαναφέρνετε σ’ εμένα.


Ολοκλήρωσα τη διαδικασία σε λιγότερο από μισή ώρα, αφού έκανα λίγο παρέα στην προϊσταμένη που κάπνιζε το τσιγαράκι της σε μια βεραντούλα («δε μπαίνω μέσα, απαγορεύεται το κάπνισμα και πρέπει να δίνω το καλό παράδειγμα»). Κατέφθασα πάλι στο ταμείο, χαρτιά πήγαν και ήρθαν. Μου έδωσε μια προσωρινή ενημερότητα για την έναρξη στην εφορία. Ρώτησα για βιβλιάριο υγείας.

- Τι, από τώρα;
- Μα τώρα ασφαλίστηκα σε εσάς.
- Όχι ακόμα, σε τέσσερις μήνες. Πρέπει να μας πληρώσετε δύο δίμηνα.
- Ε, να σας πληρώσω προκαταβολικά.
- Δε γίνεται, δεν εισπράττουμε λεφτά εμείς. Μόνο στην τράπεζα ή το ταχυδρομείο. Θα σας έρθει στο σπίτι η ειδοποίηση. Θα πρέπει να περιμένετε. Μόλις κάνετε την έναρξη θα μας φέρετε τη βεβαίωση που θα σας δώσουν, εντάξει;
- Και μετά;
- Μετά θα σας δώσουμε μια άλλη βεβαίωση για να πάτε ξανά στην εφορία να θεωρήσετε βιβλία και στοιχεία.


Πήγα στην εφορία το άλλο πρωί, κάμποση ώρα πριν τις οχτώ που ήταν να ανοίξει· το είχα δει το έργο με τους κλειδάριθμους. Με κόπους και βάσανα πήρα το νούμερο 33 στο Μητρώο. Μέχρι τις εννιάμιση είχαν εξυπηρετήσει βία μέχρι το είκοσι, ενώ τα νούμερα είχαν φτάσει γύρω στο 250. Ύστερα ένας κυριούλης φώναξε «όσοι είναι ΜΟΝΟ για κλειδάριθμο μπορούν να πάνε και στο πρωτόκολλο». Μέγα σφάλμα· κάμποσοι πήγαν εκεί ίσα για να ανακαλύψουν ότι έπρεπε να κάνουν και αλλαγή στοιχείων παράλληλα, με αποτέλεσμα να γίνουν οι αριθμοί κουλουβάχατα και να αρχίσουν να μαλλιοτραβιούνται με τους υπαλλήλους. Για πρώτη φορά λυπήθηκα τους υπαλλήλους, καθώς κάμποσοι από τους αναμένοντες δεν έδειχναν να καταλαβαίνουν τι τους έλεγαν, απλά φώναζαν. Δημιουργήθηκε ένα πανδαιμόνιο, μέσα στο οποίο μου φάνηκε πως άκουσα τον αριθμό μου.

Χώθηκα στην πόρτα του Μητρώου. Πίσω μου χώθηκε μια στρογγυλή μεσόκοπη ξανθιά. Μια εξίσου στρογγυλή μεσόκοπη μελαχροινή μας κοιτούσε βλοσυρά πίσω από το γκισέ. Αλλά πολύ βλοσυρά.

- Τι θες;
- Έναρξη επαγγέλματος
, είπα όσο πιο σταθερά μπορούσα.
- Κλειντάριθμο, ακούστηκε η ξανθιά. Μιλούσε με έκδηλα ξενική προφορά.
- Να πας στο πρωτόκολλο εσύ. Εσείς κύριε ελάτε.
- Μα εκεί είπανε έρτω εντώ. Άλλη ταυτότητα, λέει, έρτω εντώ.
- ΝΑ ΠΑΣ ΕΞΩ
, ύψωσε τους τόνους η μελαχροινή. Σειρά έχει ο κύριος.

Ο κύριος δεν ήταν πολύ βέβαιος ότι όντως έχει σειρά, οπότε καλού κακού είπε «έχω το τριαντατρία». Η ξανθιά είχε κάτι σε σαραντακάμποσο, οπότε ησύχασα. Εκείνη δεν ησύχαζε όμως.

- Μα κυρία πρωτόκολλο είπε έρτω εντώ.
- ΕΞΩ ΣΟΥ ΛΕΩ, ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;


Βγήκε χτυπώντας την πόρτα. Η μελαχροινή μουρμούρισε κάτι σαν «έχουνε μαζευτεί όλες οι Λάουρες από τη Βουλγαρία...» κι ύστερα γύρισε και με κοίταξε όλο γλύκα και χαμόγελο. Ήθελα να της διευκρινίσω ότι οι Λάουρες είναι από την Αλβανία μάλλον και επιπλέον ότι η ξανθιά κράδαινε ένα ελληνικότατο δελτίο ταυτότητας οπότε θα μπορούσε να είναι Ρωσοπόντια ή οτιδήποτε, αλλά σκέφτηκα ότι μάλλον δεν ήταν της παρούσης.

- Λοιπόν, πρέπει να συμπληρώσετε ένα Μ2...
- Εδώ το έχω.
- ...και θέλω και μια βεβαίωση για την έδρα σας...
- Ορίστε, νάτη.
- ...και μια φωτοτυπία ταυτότητας – α, την έχετε, έκτακτα, έκτακτα!
- Κι εδώ βεβαίωση από το επιμελητήριο και τον ΟΑΕΕ. Και η σύμβαση με το Ινστιτούτο για...
- Αχ, τι ωραία, μπράβο σας κύριε, όλα τακτοποιημένα. Λοιπόν, για να δω το ΑΦΜ σας... α, ναι, μόλις μας ήρθατε από την κατοίκων εξωτερικού. Ήσασταν έξω;
- Ναι εργαζόμουν στο εξωτερικό. Στην Ολλανδία.
- Αχ, ωραία θα ήταν εκεί. Τι λένε για μας εκεί τώρα με την κρίση;
- Τα χειρότερα,
τη διαβεβαίωσα. Ότι τους τρώμε τα λεφτά.
- Τι να πεις...
είπε κουνώντας το κεφάλι. Λοιπόν, αυτό το χαρτί θα το πάτε στον ελεγκτή. Μετά στο πρωτόκολλο. Μετά στον προϊστάμενο. Μετά πάλι εδώ. Εντάξει, κύριε;
- Ποιος είναι ο ελεγκτής;
- Ο κύριος που κάνει τον τροχονόμο και φωνάζει τα νούμερα.


Βρήκα τον τροχονόμο σε μια διασταύρωση να στέλνει πεζούς στο πρωτόκολλο. Του είπα τι θέλω, μου είπε να πάω στο γραφείο του και να περιμένω. Περίμενα κάνα τέταρτο μέχρι που εμφανίστηκε. Περιεργάστηκε το χαρτί.

- Τι παροχή υπηρεσιών;
- Βιολόγος ερευνητής
, είπα. Γράφει τον Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας.
- Βλέπω έχετε και για μαθήματα.
- Άμα κάτσει κανένα...
- Και θα κόβετε και αποδείξεις;
- Έτσι δεν είναι το σωστό;


Χάρηκε που θα έκανα το σωστό. Έγραψε ότι δεν απαιτείται επιθεώρηση της έδρας και διάφορα άλλα που δεν έβγαζα. Δεν του έφτανε ο χώρος και συνέχιζε στα πριθώρια. Στο τέλος κόντεψε να μουτζουρώσει το σύμπαν. Έμεινε λίγος χώρος από πάνω, έβαλε υπογραφή και σφραγιδάκι.

- Λοιπόν, πρωτόκολλο, προϊστάμενο, ξανά σε εμένα, ξανά μητρώο, κατάλαβες;
- Κατάλαβα, αλλά στο πρωτόκολλο γίνεται χαμός.
- Μόνο για κλειδάριθμους. Εσύ θα πας μπροστά και θα πεις ότι θες αριθμό πρωτοκόλλου.


Έκανα όπως μου είπε, συγκεντρώνοντας τις κατάρες της ουράς. Είδα ότι η ουρά είχε φτάσει μέχρι το πενητακάμποσο, οπότε ανέμισα το 33 μου να φαίνεται. Δεν καταλάγιασε και πολύ το πράγμα, πάντως η υπάλληλος μου έδωσε αριθμό παραμερίζοντας έναν παππού.

- Μα σας είπα κύριε, πρέπει να πάτε στο Μητρώο, αφού έχετε άλλα στοιχεία στο τάξις θα πάρετε κλειδάριθμο από κει.
- Κι αυτός γιατί μου πήρε τη σειρά;
ακούστηκε κάποιος από πίσω.
- Έναν αριθμό πρωτοκόλλου ήθελα, είπα βγαίνοντας.

«Κι εμείς» ακούστηκε κάποιος, «έναν αριθμό θέλουμε που κλειδώνει». Μετά ακούστηκαν χάχανα αλλά εγώ χώθηκα στον προϊστάμενο. Σκόνταψα στον ίδιο παππού που διαμαρτυρόταν ότι είναι ογδονταπέντε χρονών και δεν καταλαβαίνει τίποτα με τους αριθμούς και τα τάξις. Δεν είχε και πολύ άδικο, εδώ που τα λέμε. Πάνω στη σύγχιση εμφανίστηκε ο ελεγκτής-τροχονόμος. Ο προϊστάμενος με έδειξε με τα μάτια. Ο ελεγκτής ένευσε κάτι σαν «οκ, δικός μου». Ο προϊστάμενος είπε χαμηλόφωνα στον ελεγκτή να πάρει τον παππού και να τον πάει στο μητρώο να τον τακτοποιήσουν, χωρίς να μας πάρει είδηση όλος ο όροφος. Με κοίταξε. Σήκωσα τους ώμους. Ο ελεγκτής πήρε τον παππού και μου έκλεισε το μάτι. Ο προϊστάμενος πήρε το χαρτί και του έριξε μια ματιά.

- Τι γράφει ο μαλάκας τώρα, ούτε ο ίδιος ξέρει... Πού υπογράφω εγώ τώρα πού δεν έχει αφήσει χώρο;
- Από πάνω...
είπα διακριτικά.

Έβαλε υπογραφή και ατομικό σφραγιδάκι. Ευχαρίστησα και βγήκα πάλι στο μαινόμενο πλήθος. Με λίγη προσπάθεια εντόπισα τον ελεγκτή να προσπαθεί να ξεσφηνώσει τον παππού από την πόρτα του Μητρώου, την οποία πολιορκούσαν κάμποσοι. Χώθηκα δίπλα τους και πέρασα μέσα.

- ΔΕ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΝΑ ΤΣΑΚΙΣΤΕΙΣ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ; ούρλιαξε στα μούτρα μου η μελαχροινή.

Προς στιγμήν τα έχασα, αλλά αντελήφθην ότι πίσω μου είχε σφηνωθεί πάλι η στρογγυλή ξανθιά .

- Μα είναι σειρά μου, είπε.
- ΟΧΙ, ΕΙΝΑΙ Η ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟ 33. ΑΝΤΕ ΠΟΥ ΣΑΣ ΜΑΖΕΨΑΜΕ ΕΔΩ ΠΕΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟ ΜΟΥΡΗ ΚΑΙ ΒΓΑΖΕΤΕ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ.


Η ξανθιά είπε κάτι σαν «Βρε άντε από δω που θα μας βάλεις και τις φωνές» πράγμα που οδήγησε τη μελαχροινή σε κρεσέντο απίστευτης έντασης που περιέλαβε όλα τα Βαλκάνια (και τις Βαλκάνιες, κυρίως), τους μετανάστες εν γένει και ειδικά τις Λάουρες. Με τα πολλά ο ελεγκτής παρενέβη και έβγαλε έξω την ξανθιά (που πιθανώς δεν είχε αντιληφθεί ότι ο όρος Λάουρα την αφορούσε) λέγοντας «έλα, ησύχασε, θα σε φωνάξω εγώ, εντάξει; Τώρα μόλις βγει ο κύριος...». Στο μεταξύ ο κύριος είχε μείνει άφωνος στη μέση του δωματίου, έτοιμος να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί, με χρωματάκι από κόκκινο μέχρι βαθύ μελτζανί.

- Μα ελάτε, γιατί δεν έρχεστε; είπε προσηνέστατα η μελαχροινή από το γκισέ.
- Ε, ξέρετε, η ένταση αυτή...
- Σας σύγχισε και εσάς η βλαμμένη, ε; Έννοια σου, τώρα που θα έρθει θα τη σιγυρίσω. Σιγά μην την εξυπηρετήσω, άκου να βγάλει και γλώσσα... Τώρα θα δει τι θα της κάνω...
- Μην εξάπτεσθε... Άλλωστε κι εγώ μετανάστης ήμουν μέχρι χτες
, είπα δίνοντας τα χαρτιά.

Με κοίταξε με μάτι γυάλινο.

- Και τι σχέση έχει αυτό;
- Ε, πώς δεν έχει... Κι αυτοί μετανάστες είναι.
- Μα ίσα κι όμοια είστε εσείς που είστε Έλληνας με όλους αυτούς που έχουνε μαζευτεί εδώ πέρα; Λοιπόν, ιδού η έναρξή σας. Δώστε ένα αντίγραφο στον ΟΑΕΕ κι ένα στο Επιμελητήριο, και με τις βεβαιώσεις θα πάτε μετά στον Κώδικα για θεώρηση. Από εμάς εδώ τέλος.


Τσέπωσα το μαγικό χαρτάκι ανακουφισμένος. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να κάνω τον ιεραπόστολο χωρίς μεγάλο κόστος, ίσως.

- Α, ευχαριστώ. Ναι, κοιτάξτε, όπως σας είπα, και στην Ολλανδία που ήμουνα κάποιοι Ολλανδοί σκεφτόντουσαν έτσι για τους Έλληνες...
- Πώς έτσι;
- Έτσι. Ότι μας έχουν μαζέψει εκεί πέρα και τους βγάζουμε και γλώσσα.
- Ε, όχι δα. Σιγά μην είναι οι Έλληνες σαν αυτούς τους βάρβαρους. Λοιπόν, ο επόμενος.


Βγήκα έξω ενώ η ξανθιά έμπαινε μέσα αγριεμένη. Κατέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά για να μην ακούσω τι άλλο θα παιχτεί. Πήγα σφαίρα και αγόρασα μπλοκ τιμολογίων και αποδείξεων, βιβλίο εσόδων-εξόδων και παρήγγειλα σφραγιδάκι με τα επαγγελματικά μου στοιχεία. Έβγαλα τρεις φωτοτυπίες την έναρξη. Ήταν ακόμα εντεκάμισι· έτρεξα μέχρι τον ΟΑΕΕ και έδωσα τη μία. Η γνωστή υπάλληλος αυτή τη φορά χαμογέλασε. Μου έδωσε την κανονική ενημερότητα για τον κώδικα σε πέντε λεπτά. Έτρεξα καπάκι στο Επιμελητήριο να δώσω άλλη μια φωτοτυπία. Η όμορφη και η όχι και τόσο όμορφη ήταν μόνες στο γραφείο. Έριξαν μια ματιά στους ΚΑΔ και μου επέστρεψαν τη φωτοτυπία μαζί με ένα αντίγραφο του νόμου που βεβαίωνε ότι δεν χρειάζομαι τίποτα από αυτές. Δε μου έριξαν δεύτερη ματιά.

Πέρασα το απόγευμα αριθμώντας και σφραγίζοντας φύλλα τιμολογίων και αποδείξεων. Την άλλη μέρα ξαναπήγα στην εφορία, αργούτσικα αυτή τη φορά. Στο γραφείο που έγραφε ΚΒΣ δεν υπήρχε ψυχή. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε μια υπάλληλος από κάπου.

- Συγγνώμη, είπε, αλλά τρέχω και βοηθάω στο Μητρώο, δεν ξέρετε τι χαμός γίνεται...
- Ξέρω, είπα, πώς δεν ξέρω...

Της έδωσα την τρίτη φωτοτυπία, τη βεβαίωση και το νόμο, μαζί με το βιβλίο για θεώρηση.

- Δε χρειάζεται, δε θεωρούνται πια. Μπορείτε και σε ένα αρχείο στον υπολογιστή σας.

Της έδωσα το μπλοκ με τα τιμολόγια.

- Ούτε αυτά θεωρούνται. Μόνο οι αποδείξεις σε ιδιώτες πελάτες, αν έχετε.

Τελευταίο έδωσα το μπλοκάκι των αποδείξεων να το τρυπήσει.

- Το δουλειά θα κάνετε; ρώτησε καθώς χειριζόταν το διατρητικό μηχάνημα.
- Συγγραφέας, είπα για να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα.
- Και δίνετε και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ως συγγραφέας; ρώτησε μάλλον ειρωνικά.
- Γράφω και στη λιανική, όχι μόνο χονδρική, απάντησα σοβαρότατα.
- Πρέπει να ξαναπάω στο Μητρώο είπε με ύφος «κοίτα σε τι ψωνάρα πέσαμε».
- Καλή δύναμη, ευχήθηκα. Το εννοούσα.

Βγήκα στο δρόμο ως ελεύθερος επαγγελματίας πλέον. Πήρα τηλέφωνο στην Κρήτη και τους ανακοίνωσα ότι με κόπους και βάσανα ήμουν πλέον εις θέσιν να ξεκινήσω δουλειά.

- Επιτέλους, ακούστηκε η παιχνιδιάρικη φωνή της Β. στην άλλη άκρη, αναρωτιέμαι τι έκανες τόσον καιρό.
- Κι εγώ το ίδιο αναρωτιέμαι, τη διαβεβαίωσα.

Ύστερα έριξα στο αμάξι το φάκελο με τα έγγραφα που ξεχείλιζε στο χέρι μου και πήγα σπίτι να πακετάρω.



Σ.Σ. Αν και από τεχνικής απόψεως πάντοτε υπήρξα μισθωτός, ποτέ στην Ελλάδα δε μου αναγνωρίστηκε αυτό το καθεστώς. Όχι μόνο σε εμένα, εννοείται, αλλά σε όλους τους εργαζόμενους στα πέριξ της επιστημονικής έρευνας. Όλων μας οι συμβάσεις υπέκρυπταν μεν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με διάφορες πατέντες μπορούσαν να λέγονται συμβάσεις επί έργω ή υποτροφίες ή σχέσεις μαθητείας και αποζημίωναν με ένα λιγότερο ή περισσότερο συμβολικό χαρτζιλίκι τη συνεισφορά ενός εκάστου στην επιστήμη. Οι πιο τυχεροί είχαμε ασφάλιση στο ΙΚΑ, οι πιο άτυχοι μπορεί και να μην είχαν καμμία.

Για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου βρέθηκα να παίρνω κάτι που λεγόταν στ' αλήθεια «μισθός» όταν πήγα στην Ολλανδία, με πατημένα τα σαράντα, και μάλιστα τότε για πρώτη φορά πήρα και κάτι που λεγόταν επίδομα αδείας ή δώρο Χριστουγέννων ή επίδομα ανεργίας στο 70% του μισθού. Απίστευτα πράγματα, που οι μέχρι τότε εργοδότες μου (δηλαδή με την ευρεία έννοια το ελληνικό κράτος) δεν είχε ποτέ σκεφτεί να παράσχει στην «προνομιούχο» (από πλευράς σπουδών και εξειδίκευσης) επιστημονική μας κάστα. Εννοείται ότι δεν υφίσταται σε αυτή τη χώρα σοβαρή απασχόληση στον (μεταπρατικό ως επί το πλείστον) ιδιωτικό τομέα της οικονομίας για καμμία κατηγορία επιστημόνων: η λέξη «ερευνητής» σημαίνει μάλλον αυτούς που συμπληρώνουν ερωτηματολόγια στις δημοσκοπήσεις.

Γυρνώντας στην Ελλάδα μου εξήγησαν ότι θα πρέπει να γίνω δήθεν «ελεύθερος επαγγελματίας - παροχέας ανεξάρτητων υπηρεσιών», αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω ούτε μισό ευρώ. Φυσικά θα πρέπει ως τέτοιος να αποδίδω ΦΠΑ, να πληρώνω τέλος επιτηδεύματος και να ασφαλίζομαι στον ΟΑΕΕ με κλιμακωτή ασφάλιση που αυξάνεται συν τω χρόνω. Η πρόσφατη νομοθεσία επιτρέπει ένα μπάσταρδο φορολογικό καθεστώς για τους «μπλοκάκηδες» για τα τρία πρώτα χρόνια του βίου τους ως «επιχειρηματιών». Μετά από αυτό είτε είσαι μεγαλοεπιχειρηματίας είτε είσαι ο τελευταίος πιτσαδόρος, ένα και το αυτό.

Καμμιά φορά προσπαθώ να εξηγήσω αυτή την κατάσταση σε φίλους στο εξωτερικό· μάλλον δυσκολεύονται να καταλάβουν το καθεστώς και τη χρησιμότητά του. Δεν τους αδικώ· κι εγώ λίγα σχετικά πράγματα καταλαβαίνω. Από μια άποψη βέβαια δεν πρέπει να έχω παράπονο: κατ' αρχήν έχω κάποιο εισόδημα και κάποια ασφάλιση σε μια εποχή που άλλοι γύρω μας μπορεί να μην έχουν τίποτα από τα δύο και να ζουν (όχι με δική τους ευθύνη) από την καλωσύνη της οικογένειας ή των ξένων. Έχω υπάρξει άνεργος για κάμποσο καιρό (αν και σε κάπως πιο ήπιες εποχές) και έχω δει τη γλύκα.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι τώρα και να μείνω χωρίς δουλειά (κούφια η ώρα...), δε θα λογίζομαι άνεργος, αφού τυπικά θα είμαι ακόμα επιχειρηματίας. Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουώτσον. Πώς το έλεγε εκείνο το τραγουδάκι; Α, ναι, κι αν φλέγεται τριγύρω μας του τίποτα η χώρα, χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα.




18/10/13

Εισεχόμενη κλήση

Με τα μαλλιά σηκωμένα να φαίνεται η πεταλούδα.

Όταν γνωριστήκαμε, ήμουν σαρανταδύο ετών. Εκείνη ήταν δεκατεσσάρων. Μηνών. Άρχιζε μόλις να περπατάει δειλά. Πώς λέμε έρωτας με την πρώτη ματιά; Ε, το αντίθετο ακριβώς· μόλις με έβλεπε έβαζε τα κλάματα. Και με έβλεπε αρκετά συχνά εκείνα τα σαββατιάτικα απογεύματα στο Άμστερνταμ ώστε να σηκώνει τον κόσμο με τις τσιρίδες και να κάνει τα νεύρα των γονιών της τσατάλια (της μαμάς κυρίως) και να κάνει κι εμένα να αισθάνομαι κάπως άβολα τις πρώτες, μάλλον δύσκολες, μέρες στην ξένη χώρα. Με τον καιρό βέβαια τα πράγματα έφτιαξαν, τόσο που τα πρωινά του Σαββάτου που ο μεγάλος αδελφός πήγαινε με τη μαμά στο τζούντο, εκείνη υποχρέωνε το μπαμπά να με πάρει τηλέφωνο να με ρωτήσει αν θα έρθω το απόγευμα.

Πήγαινα. Θυμάμαι τις εικόνες της διαδρομής με το τραίνο διάφορες εποχές του χρόνου, από τα εντυπωσιακά ανθισμένα τουλιποχώραφα τέλη Απριλίου μέχρι το ίδιο τοπίο χιονισμένο το Δεκέμβρη. Την καλόπιανα με σοκολατίτσες και μετά τη σήκωνα ψηλά, την πέταγα στον αέρα και την ξανάπιανα σκασμένη στα γέλια πια. Με τον καιρό βάρυνε κάπως. Τα παιδιά μεγαλώνουν. Πολύ καιρό αργότερα, όταν τα μάζευα πια από το Λέιντεν θυμάμαι που είχα καταγράψει τι θα μου έλειπε από την Ολλανδία. Last but not least, που λένε, ήταν αυτό:

- Τα παιδιά των φίλων μου που μεγαλώνουν και τα σκαστά φιλάκια πριν πέσουν να κοιμηθούν.

Εκείνη είχε στραβώσει κάπως με την αναχώρησή μου. Έχοντας μια αμυδρή εικόνα για το τι είναι «εξωτερικό» (παράδοξο βέβαια, ένα παιδί μεταναστών γεννημένο ακριβώς «έξω», αλλά ποιο είναι το σύστημα αναφοράς, το «μέσα» των παιδιών αυτών;) πίστευε ότι η Λισσαβώνα είναι μια γειτονιά του Άμστερνταμ ή κάτι λίγο πιο έξω σαν το Λέιντεν, από όπου θα μπορούσε κανείς να έρθει τα Σαββατοκύριακα οπωσδήποτε. Αν όχι αυτό, το επόμενο ίσως;

Πέρασα μια βόλτα, είναι η αλήθεια, που την περιέγραψα κάποτε εδώ. Κύλησε κι άλλο νερό στ’ αυλάκι, έκανα άλλες δυο μετακομίσεις έκτοτε. Συναντηθήκαμε φευγαλέα σε μια ταβέρνα της ευρύτερης περιοχής Μαγκουφάνας τον περσινό χειμώνα, και ξανά το καλοκαίρι που μας πέρασε στα νερά του Λιβυκού. Τώρα πια δε μπορώ να τη σηκώσω και πολύ ψηλά· χρειάστηκε να είμαστε και οι δύο στο νερό για να παίξουμε κανονικά δεδομένης και μιας δισκοκήλης που με ταλαιπωρεί εσχάτως. Βέβαια πηγαίνει πλέον «σχολείο» τώρα, υπό την περίεργη για τις δικές μου εμπειρίες αντίληψη ότι το σχολείο αρχίζει στο προνήπιο. Χειρίζεται άνετα και τα ελληνικά και τα ολλανδικά πλέον, στην κρίσιμη ηλικία των πέντε. Άλλες παρέες πια, άλλες εμπειρίες. Μέχρι και τζούντο ξεκίνησε πρόσφατα, για να μη μένει πίσω τα πρωινά του Σαββάτου. Ένα τέτοιο πρωινό Σαββάτου με πήρε στο σκάιπ ο μπαμπάς της και τη φώναξε να μου μιλήσει. Δεν ήθελε, είχε άλλες προτεραιότητες.

- Εδώ τελειώνει ένα έρωτας μεγάλος, θυμοσόφησα.
- Έτσι είναι οι γυναίκες, τι να πεις, με ψευτοπαρηγόρησε ο μπαμπάς.

Πριν δυο-τρία βράδυα δούλευα στο υπόγειο του Ινστιτούτου χαζεύοντας μυγάκια στο μικροσκόπιο. Είχα δίπλα μου το λάπτοπ ανοιχτό και στο προσκήνιο ένα αρχείο όπου κατέγραφα τις μετρήσεις μου· από πίσω έτρεχαν μερικά άλλα εντόνως επιστημονικά πράγματα όπως κάτι ποστ στο φέισμπουκ και η Εθνική Ελλάδος εναντίον του Λιχτενστάιν. Κάποια στιγμή άκουσα το χαρακτηριστικό ήχο εισερχόμενης κλήσης στο σκάιπ και είδα ότι με καλούσε η μαμά της, προφανώς από το μακρινό Άμστερνταμ. Απάντησα στη βιντεοκλήση και με μια ορισμένη έκπληξη είδα το μουτράκι της. Γελούσε.

- Γεια σου.
- Πού είναι η μαμά; ρώτησα αυστηρά, δήθεν.
- Στη δουλειά.
- Κι ο μπαμπάς;
- Κι αυτός στη δουλειά.


Δε ρώτησα για τον αδελφό της· ήταν ορατός στο βάθος του δωματίου όπου κλωτσούσε ένα μπαλόνι στον τοίχο. Ακούστηκε η φωνή της νταντάς από κάπου μακριά· πρέπει να έκανε δουλειές σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Η μικρή απάντησε κάτι στη γυναίκα στα ολλανδικά. Ύστερα γύρισε σ’ εμένα.

- Κοίτα τι φοράω!

Φορούσε ένα φουστανάκι με πιετούλες πάνω από ένα κολάν. Ανέβηκε στην καρέκλα για να μου το δείξει.

- Ωραίο είναι, ομολόγησα. Κατέβα κάτω τώρα.
- Θα ‘ρθεις να παίξουμε;
- Δεν είμαι εκεί κοντά για να έρθω.
- Πού είσαι;
- Στη δουλειά κι εγώ.
- Στην Ελλάδα;
- Ναι.

Συν τω χρόνω μάλλον έχει εμπεδώσει ότι η Ελλάδα είναι κάπου «έξω».

- Εντάξει, θα παίξουμε από κει. Θέλεις να σου δείξω ένα παιχνίδι που έμαθα;
- Εγώ λέω να μην πατάς κουμπάκια στο κομπιούτερ της μαμάς στην τύχη.
- Δε θες να παίξουμε;
- Είμαι στη δουλειά, δε μπορώ τώρα. Άλλη φορά.
- Καλά, τότε θα πάρω άλλον.


Έκλεισα και έστειλα καπάκι μήνυμα σε μαμά και μπαμπά ότι η κόρη τους διαφεύγει της προσοχής της νταντάς και κάνει τυχαίες βιντεοκλήσεις όπου λάχει. Συμπλήρωσα ότι με έκλεισε για να πάρει αλλού. «Γιατί, δεν της αρέσεις πια;» μου ήρθε η απάντηση του μπαμπά καμιά ώρα αργότερα. Σκέφτηκα τη φάση να σκάσει, λέει, ο νέος διευθυντής του Ινστιτούτου από καμιά γωνία και να με πετύχει να έχω παρατήσει τις μύγες τεζαρισμένες στο μικροσκόπιο και να χαζολογάω στα σκάιπ με ένα πεντάχρονο ενώ από πίσω παίζει μπάλα η Εθνική Ελλάδος. Σκηνή για Μόντυ Πάιθονς.

Το αναθυμόμουνα σήμερα το απόγευμα που πάλι είχα ξεμείνει μόνος στο υπόγειο να μετράω μύγες, με το λάπτοπ πάλι ανοιχτό για τις καταγραφές. Χωρίς μπάλα, μην το χέσουμε και τελείως. Κάποια στιγμή ακούστηκε πάλι ο ήχος εισερχόμενης κλήσης. Έριξα μια φευγαλέα ματιά· πάλι το όνομα της μαμάς. «Ωχ», σκέφτηκα, «λες;». Καλού κακού το άφησα να χτυπάει και περιορίστηκα να γράψω στη θέση του άμεσου μηνύματος «Μάλλον με παίρνει η κόρη σου συστηματικά τηλέφωνο;». Υπέθεσα ότι δε θα ήξερε να διαβάζει ελληνικά αν ήταν η μικρή.

Ύστερα από λίγο ξανάρχισε να χτυπάει. Δεν κρατήθηκα και απάντησα. Την είδα με ένα σκανταλιάρικο χαμογελάκι στη γνωστή καρέκλα. Είχε ζωγραφίσει στο πρόσωπό της μια πεταλούδα. Δηλαδή προφανώς η νταντά της την είχε ζωγραφίσει.

- Γεια σου.
- Ωραία φατσούλα
, της είπα.
- Σ’ αρέσει;
- Αμέ.
- Μπορείς να παίξουμε αυτή τη φορά;
- Αχ, ματάκια μου, πάλι στη δουλειά με πέτυχες.
- Γιατί, τι ώρα είναι εκεί; Δεν είναι αργά;
- Αργά είναι, αλλά εγώ πάλι στη δουλειά είμαι. Η μαμά δεν είναι εκεί;
- Όχι.
- Ούτε ο μπαμπάς;
- Ούτε. Έχουνε πάει κάπου. Θα έρθουν αφού κοιμηθούμε εμείς.


Μια φορά το χρόνο περίπου καταφέρνουν και βγαίνουν σα ζευγάρι. Από την άλλη βέβαια, λείπει η γάτα και χορεύουν τα ποντίκια.

- Πού είναι η κοπέλα;
- Μέσα.
- Κι εσύ βρήκες ευκαιρία πάλι να παίζεις με τα κουμπάκια;
- Ποια κουμπάκια;
- Στο κομπιούτερ της μαμάς.
- Δεν παίζω με τα κουμπάκια. Σε πήρα τηλέφωνο.
- Πώς με πήρες;
- Έβαλα το βελάκι εδώ που λέει το όνομά σου.
- Και διάβασες το όνομά μου;


Μου το απήγγειλε· με τη δέουσα ξενική προφορά αφού προφανώς το διάβαζε από λατινικό αλφάβητο.

- Δηλαδή επίτηδες με πήρες;
- Μα δε μου είπες ότι δεν μπορούσες να παίξουμε και να σε πάρω άλλη φορά;
- Έτσι σου είπα;
(Ναι, το είπα...)
- Ε, σε πήρα. Δε μπορείς ούτε τώρα;
- Όχι, ούτε τώρα μπορώ, δυστυχώς.
- Καλά, τότε θα πάρω τον παππού και τη γιαγιά
, είπε με μια απογοήτευση στο πεταλουδισμένο της πρόσωπο.
- Εντάξει, καλή ιδέα. Κάτσε πρώτα να σε πάρω φωτογραφία.

Ποζάρισε μερικές φορές στην κάμερα. Ανφάς, προφίλ, με σηκωμένα τα μαλλιά ώστε να φαίνεται πιο καλά η πεταλούδα. Με το σπασμένο δοντάκι (θυμάμαι τη μέρα που το έσπασε, αλλά παρηγορήθηκε όταν της είπαν ότι τα δόντια των παιδιών ξαναβγαίνουν αν τα περιμένεις).

Έκλεισα εγώ πρώτος καλού κακού. Έστειλα αμέσως μήνυμα στους γονείς της ότι πάλι με πήρε τηλέφωνο, μαζί με μερικές φωτογραφίες για του λόγου το ασφαλές. Μετά από ώρα βρήκα μια απάντηση τύπου «Είμαστε έξω για ταϊλανδέζικο οι δυο μας». Ετοιμάστηκα να απαντήσω κάτι σαν «Το ξέρω, μου το κάρφωσε», εξαιρουμένου ίσως του έθνικ στοιχείου, αλλά μάλλον θα ήμουν υπερβολικός. Προφανώς δεν έπαιρνε στην τύχη, ήξερε να πατάει το πράσινο ετικετάκι δίπλα στο όνομά μου. Τα σημερινά παιδιά ξέρουν πολλά πράγματα.

Έφυγα από το Ινστιτούτο αργά το βράδυ, υπό καταρρακτώδη βροχή. Χώθηκα στο αμάξι κι έβαλα μπρος· σκέφτηκα ότι την επόμενη φορά θα πρέπει να βρω οπωσδήποτε χρόνο για να παίξουμε.

Στο φως των προβολέων η βροχή έφτιαχνε ιπτάμενες, χαμογελαστές πεταλούδες.

6/10/13

Κάθαρση


Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης σε ένα εμβληματικό τραγουδάκι γραμμένο με αφορμή τα γεγονότα της εποχής. Προφανώς ο Χατζηπετρής του τραγουδιού έχει φαινότυπο Τάμπυ.

Τις προάλλες επέστρεφα στην πόλη παρέα μαζί με ένα φοιτητή που κάνει την πτυχιακή του εργασία στο εργαστήριο που εργάζομαι. Μιλάγαμε μεταξύ άλλων ζωτικής σημασίας θεμάτων για πειραματόζωα, και ειδικά για εργαστηριακές μύγες (Δροσόφιλες). Κάπως πάνω στην κουβέντα αναφέθηκε ένα στέλεχος που είχε μια μεταλλαγή με το όνομα «Τάμπυ». Είπα χαριτολογώντας στο νεαρό συνταξιδιώτη μου ότι προφανώς το όνομα βγήκε επειδή οι συγκεκριμένες μύγες είναι κοντόχοντρες.

- Δηλαδή; με ρώτησε.
- Δηλαδή φαντάζομαι επειδή μοιάζουν με τον Τάμπυ, το φίλο της μικρής Λουλούς, είπα ψευδοαθώα.
- Ποιος είναι ο Τάμπυ; ρώτησε με ειλικρινή απορία.
- Ένα κόμικ είναι, αλλά ήταν και το παρατσούκλι του Κοσκωτά. Τον έχεις υπόψιν;

Ο νέος προβληματίστηκε, αλλά απάντησε ότι αν και ενδεχομένως κάπου να είχε ξανακούσει το όνομα, δεν είχε ιδέα περί τίνος επρόκειτο. Ήταν φυσικό. Όπως γνωρίζουν οι παλαιοί πιστοί του ιστολογίου (δηλαδή ο Θανάσης, μέσες άκρες), οι άνθρωποι χωρίζονται σε αυτούς που ξέρουν τον Κοσκωτά και σε αυτούς που δεν τον ξέρουν. Σε όσους είναι σήμερα από τριαντακάμποσα και άνω (ας τους πούμε «εμείς»), η λέξη «Κοσκωτάς» είναι οικεία. Σε όσους είναι από μηδέν μέχρι τριανταλίγο (ας τους πούμε «οι άλλοι»), η λέξη μπορεί και να είναι άγνωστη. Το θέμα κάποτε θα μου δημιουργούσε μια ορισμένη αναστάτωση αλλά σήμερα πια το αντιμετωπίζω στωικά. Ο συνοδοιπόρος μου είναι απ' τους άλλους καθώς έχει γεννηθεί το ‘92· δεν οφείλει να ξέρει τίποτα σχετικό.

Του περιέγραψα εν τάχει την ιστορική συγκυρία· παραδόξως δεν χρειάστηκα πάνω από πέντε λεπτά για να χωρέσω περιοδικά κι εφημερίδες, τράπεζες, κασέτες, κουτσονόμους, πάμπερς, λίαρ τζετ του Σαλιαρέλη, απανωτές εκλογές και δικαστές με γουνάκια στην ίδια αφήγηση που μου φάνηκε κάπως βαρετή. Και του νεαρού μάλλον βαρετή του φάνηκε (όπως ίσως θα μου φαινόταν εμένα αντίστοιχα μια εκτενής περιγραφή της Αποστασίας, που συνέβη 2-3 χρόνια πριν γεννηθώ). Κάποια στιγμή μόνο με ρώτησε:

- Ποια χρονιά έγιναν αυτά;
- Το ‘89. Το λεγόμενο «βρώμικο» ‘89.
- Και γιατί βρώμικο;


Έλα ντε. Δεν πρόλαβα να απαντήσω, καθότι φτάναμε σε μια διασταύρωση όπου τον άφησα και συνέχισα για το σπίτι. Αργότερα σκέφτηκα ότι το είπαν «βρώμικο» σύμφωνα με μια αφήγηση για να κάνει αντίθεση στην «Κάθαρση» της αντίπαλης αφήγησης. Αν θυμάμαι καλά ο όρος λανσαρίστηκε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ένα πρόσωπο που οφείλω να πω ότι δεν ανήκει στις συμπάθειές μου (ούτε καν στιχουργικώς, πολλώ δε μάλλον ως αρθρογράφος). Με τη ύστερη γνώση των όσων μεσολάβησαν έκτοτε, φοβούμαι ότι τα βρώμικα και οι βρωμιές παίζονται σχεδόν κάθε χρόνο, από τον ίδιο πάνω-κάτω θίασο, και μόλις λες ότι, εντάξει, ξεμπλέξαμε από μερικές γραφικότητες να ‘σου κάτι γίνεται και ξαναμηδενίζουμε και πάλι η κόπρος του Αυγείου μαζεύεται (ή μάλλον αποκαλύπτεται, διότι πάντα εκεί ήτανε, κάτω απ’ το χαλάκι) και βρωμεί, οπότε τι ‘89 και τι ‘99 και τι ‘09, όλα ψιλοβρώμικα τα κόβω, και δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος ενόψει ’19 εδώ που τα λέμε.

Αλλά εκεί που τα αναχώνευα όλα αυτά της εποχής (είναι και εικοσιτέσσερα χρόνια πίσω, δεν είναι και λίγα) κάπου ξεθάφτηκε και μια προσωπική ιστορία, σχετικά ασήμαντη οπωσδήποτε, αλλά που ωστόσο μου έχει κληροδοτήσει ένα ορισμένο, ας το πούμε «τικ», κάτι σαν ανασήκωμα του φρυδιού ανάμικτο με μια έξαρση δυσπιστίας που με πιάνει ακόμα και σήμερα όταν ακούω ορισμένα πράγματα από μερικούς ανθρώπους (όλως τυχαίως του αντιθέτου φύλου). Φυσικά δεν είναι σωστό να γενικεύει κανείς αδιακρίτως (χώρια που ορισμένοι αγαπημένοι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι το σήκωμα του φρυδιού και τις κρίσεις δυσπιστίας τις είχα ανέκαθεν και χωρίς να χρειάζομαι άλλες αφορμές), ωστόσο μέχρι εκείνη την αποφράδα ημέρα (ή μάλλον νύχτα) του καλοκαιριού του ’89 δεν με είχε προβληματίσει ποτέ η «αξιοπιστία» των φίλων, ή, καλύτερα, των φιλενάδων.

Αλλα εκείνο το Σάββατο δεν ήταν σαν όλα τα Σάββατα, καθότι είχα κανονίσει να βγω με την Κ., μια κοπέλα που μου προκαλούσε μια ακαταμάχητη έλξη αν και αυτά που μας χώριζαν ήταν οπωσδήποτε πολλά περισσότερα από όσα μας ένωναν. Ειδικά εκείνη την εποχή των πολιτικών παθών, με δεδομένο ότι η Κ. ήταν οπαδός (φανατίλα κιόλας) του Προέδρου Αντρέα (έτσι τον έλεγε: ο Πρόεδρος) ενώ εγώ τον αντιπαθούσα έκπαλαι τον πρόεδρα από το μακρινό ’81 που είχε τάξει ότι θα καταργήσει τις Πανελλήνιες εξετάσεις (ή καλύτερα από το ’85 που έδωσα, αφότου τις μετονόμασε σε Πανελλαδικές). Οπότε κάνα δυο έξοδοι που είχαμε επιχειρήσει σε ουζερί και μπαράκια είχαν κάπως καταλήξει σε ξενέρωτες πολιτικές συζητήσεις, θέμα που οπωσδήποτε έκανε τα αίματα να βράζουν και τα πάθη να ανάβουν, αλλά για εντελώς λάθος λόγους. Έτσι, αντί να δημιουργηθεί ατμόσφαιρα για άλλου τύπου εξομολογήσεις, καταλήγαμε σε απαριθμήσεις σκανδάλων και κριτική υπουργικών αποφάσεων· άντε να πραγματώσεις την έλξη σου μετά από αυτό.

Όμως εκείνο το Σάββατο ήμουν αποφασισμένος να μην παρασυρθώ σε αψιμαχίες της κακιάς ώρας. Είχα συγκεντρώσει (με αιματηρές οικονομίες) ένα ποσό που θα μου επέτρεπε με σοφή διαχείριση να κεράσω όχι μόνο σινεμά στη Σταδίου, αλλά αφού προτείνω δήθεν αδιάφορα «να πάμε για ένα ποτήρι κρασί εδώ παραδίπλα» να τρυπώσω στη Στροφιλιά όπου θα ζητούσα ένα μπουκάλι (ναι, ολόκληρο μπουκάλι) Ρομπόλα Κεφαλλονιάς συνοδευόμενο από ποικιλία τυριών με μπρι και καμαμπέρ και γραβιέρα συν ένα πιατάκι καρδιές αγκινάρας με σάλτσα ροκφόρ. Έτσι θα εντυπωσίαζα τη συνοδό μου τόσο με τη χουβαρντοσύνη μου όσο και με το class, καθότι το μαζαγί ήταν στέκι μεγαλοδημοσιογράφων (την εποχή εκείνη οι πιο πολλές εφημερίδες είχαν γραφεία εκεί γύρω) και εν γένει κουλτούρας. Φυσικά είχα διαλέξει το συνδυασμό κρασιών και μεζέδων με απόλυτο κριτήριο την τιμή. Θα ξεπαραδιαζόμουνα βέβαια, αλλά άμα όλα πήγαιναν καλά δε θα χρειαζόταν ταξί για να γυρίσω σπίτι· γιατί να γυρίσω άλλωστε; Θα μπορούσαμε να καβαλήσουμε το μηχανάκι της Κ. και να περιπλανηθούμε για ώρα πριν καταλήξουμε σπίτι της. Θα την κράταγα από τη μέση απαλά ενώ θα οδηγούσε το μηχανάκι. Θα μπορούσα ενδεχομένως και να την κρατήσω απαλά και χωρίς μηχανάκι. Θα μπορούσα ακόμα να...

Χτύπησε το τηλέφωνο και μου διέκοψε την ονειροπόληση. Ήταν εκείνη. Κοίταξα μηχανικά το ρολόι· κόντευε οχτώμισι. Το ραντεβού μας ήταν στις εννιάμιση. Μου μίλησε με ένα ύφος κάτι ανάμεσα σε θρηνητικό και απαρηγόρητο. Δυστυχώς πονούσε πολύ και δεν μπορούσε να βγει απόψε.

- Τι έκανε λέει;
- Πο-νά-ω.


Μου είχε ξαναμιλήσει γι’ αυτό, είχε ένα όνομα που θα μπορούσε να είναι σύνδρομο ευερέθιστου κάτι ή σπαστική κάτι άλλο. Την έπιανε από καιρού εις καιρόν και όταν την έπιανε δεν την άφηνε, μπορούσε να κρατήσει μέρες. Ήταν χάλια. Έτσι ακουγόταν κιόλας. Χάλια απερίγραπτα. Λυπόταν πολύ που μου χάλασε τη βραδιά. Θα βγαίναμε οπωσδήποτε όταν θα αισθανόταν καλύτερα. Αλλά μάλλον θα έπρεπε να μείνει μέσα, ίσως για μέρες. Είχε πάρει παυσίπονα και χαλαρωτικά αλλά δεν την έπιανε. Της ξέφυγαν κάτι λυγμοί. Αλλά σκεφτόταν εμένα μέσα στην πόνο της. Τι θα νόμιζα γι’ αυτήν.

- Μα όχι, τι λες τώρα. Αν χρειάζεσαι τίποτα, πες μου να έρθω.
- Όχι, δεν είναι ανάγκη. Δε μπορείς να κάνεις κάτι. Ούτε εγώ άλλωστε. Θα πρέπει να περιμένουμε.
- Ε, να περιμένουμε τότε...
είπα βλέποντας τη Ρομπόλα και τις καρδιές αγκινάρας να εξατμίζονται. Όχι μόνο αγκινάρας.
- Θα σε περιμένω, μου είπε με παράξενη θέρμη. Μην ανησυχείς. Αλλά τώρα πονάω.

Η φωνή της ήταν σπασμένη, φαινόταν ότι στ’ αλήθεια υπέφερε. Αλλά ήταν πολύ αναγνωρίσιμη φωνή ακόμα κι έτσι. Έκλεισε· έμεινα να κοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη με το τηλέφωνο στο αυτί. Ύστερα αποφάσισα να μην ξοδέψω το υστέρημά μου σε αηδίες και να το φυλάξω για την ώρα που «θα με περιμένει». Αρχικά έλεγα να κάτσω μέσα και να διαβάσω (πλησίαζε και η εξεταστική άλλωστε) όμως μετά τις δέκα με έπιασε ένα πλάκωμα αφόρητο. Βγήκα στο δρόμο καπνίζοντας· αποφάσισα να εκστρατεύσω στην Αθήνα με το λεωφορείο των έντεκα. Θα κατέβαινα στην Ομόνοια να πάρω τις κυριακάτικες εφημερίδες. Αν δεν προλάβαινα να γυρίσω με το τελευταίο των δώδεκα, είχα την επιλογή του νυχτερινού λεωφορείου των δωδεκάμιση που πήγαινε από μια άλλη διαδρομή. Στη χειρότερη περίπτωση θα ήμουν σπίτι λίγο πριν τη μία. Θα είχα τσιγάρα και εφημερίδες, και θα είχα ξοδέψει πολύ λίγα. Θα έβγαινε το Σαββατόβραδο, η μισή Κυριακή και βάλε. Το απόγευμα θα έκανα ένα τηλεφωνάκι να δοκιμάσω την τύχη μου. Δεν ξέρεις ποτέ.

Η Ομόνοια μάζευε τη συνήθη πελατεία της εποχής. Θαμώνες των τσοντοσινεμά, πρεζόνια που ζητιάνευαν κάνα κατοστάρικο, αργόσχολους που χάζευαν τις φρεσκοτυπωμένες εφημερίδες που δημοσίευαν σε συνέχειες κασέτες με υποκλαπείσες συνομιλίες. Μύριζε παρακμή και πτώση, τέλος εποχής. Επιθεώρησα τους τίτλους και ψώνισα Καθημερινή, Βήμα, Ελευθεροτυπία και την Αυγή. Ο βαριεστημένος εφημεριδοπώλης μου τις έβαλε σε μια σακούλα. Κοίταξα την ώρα· ήταν αδύνατον να προλάβω το λεωφορείο των δώδεκα, άρα θα πήγαινα για το νυχτερινό. Η αφετηρία ήταν στην Ακαδημίας. Άρχισα να ανηφορίζω νωχελικά την Πανεπιστημίου. Στο ύψος της Ιπποκράτους έστριψα αριστερά. Σταμάτησα σε ένα παγκάκι, άναψα τσιγάρο και τράβηξα το Βήμα από τη σακκούλα. Άρχισα να διαβάζω τα παραπολιτικά του Βηματοδότη. Κάποια στιγμή κοίταξα το ρολόι· κόντευε δώδεκα και είκοσι. Είπα να πάω εγγύτερα στην αφετηρία καλού κακού, κι άρχισα να βηματίζω κρατώντας ανοιχτή την εφημερίδα μπροστά μου. Διέσχισα την Ασκληπιού διαβάζοντας. Εκεί την άκουσα. Γελούσε, αλλά η φωνή της ήταν πολύ αναγνωρίσιμη ακόμα κι έτσι.

Κατέβασα σιγά σιγά την εφημερίδα. Πίσω από το Βήμα, ένα-δυο μέτρα, ξεπρόβαλε η πλάτη της Κ. Τρανταζόταν από τα γέλια. Φορούσε ένα εφαρμοστό καλοκαιρινό φουστανάκι με λουλούδια. Πολύ εφαρμοστό και πολύ καλοκαιρινό, όλο ανοίγματα. Το σώμα της ξεχείλιζε ανάμεσα στα λουλούδια. Πίσω ακριβώς από τα λουλούδια γελούσε ένα ψηλός τριαντάρης με άσπρο πουκάμισο. Το βλέμμα του ήταν εμφανώς στα ανοίγματα του φουστανιού. Της είπε κάτι που δεν άκουσα κι ύστερα με κοίταξε φευγαλέα. Ανασήκωσα πάλι τη εφημερίδα ώστε να καλύπτει το πρόσωπό μου και προσγειώθηκα σε ένα παγκάκι μπροστά στην αφετηρία. Πέρασαν από μπροστά μου βαδίζοντας προς τη Σίνα. Κοντοστάθηκαν λίγα μέτρα δεξιά και κοιτάχτηκαν. Ο ψηλός άπλωσε το χέρι του κι έκανε μια κίνηση σα να της χάιδευε το μάγουλο ή τα μαλλιά ή το αυτί ή κάτι στα δεξιά του προσώπου. Εκείνη έγειρε κάπως προς τα εκεί και του χαμογέλασε.

Ήρθε το λεωφορείο· η πόρτα του άνοιξε μπροστά μου και με κατάπιε μαζί με την εφημερίδα. Με ξέρασε στο σπίτι κατά τη μία. Έκατσα και διάβασα όλες τις εφημερίδες μέχρι που άρχισε να ξημερώνει κι ύστερα παραδόθηκα σε έναν ανήσυχο ύπνο ως το απόγευμα της Κυριακής. Αντιστάθηκα στον πειρασμό να σηκώσω το τηλέφωνο. Τη Δευτέρα το μεσημέρι την πέτυχα στο κυλικείο της σχολής.

- Πώς είσαι; ρώτησα όλο ευγένεια. Πονάς ακόμα;
- Άστα, μαύρο Σαββατοκύριακο πέρασα, χάλια.


Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση.

- Έλεγα να σε πάρω τηλέφωνο χτες μήπως ήθελες να βγούμε αλλά σκέφτηκα να μη σε ταλαιπωρήσω άμα δεν είσαι καλά.
- Και πολύ καλά έκανες,
είπε εμφατικά. Ούτε χτες μπορούσα να κουνηθώ ούτε προχτές.
- Να υποθέσω δηλαδή ότι δε βγήκες καθόλου το σ/κ...
- Αστειεύεσαι; Πού να πάω; Στιγμή δεν βγήκα από το σπίτι. Μιλάμε, ήμουνα κομμάτια.


Συνέχισα να κουνάω το κεφάλι με κατανόηση, αλλά για κάποιο λόγο το αριστερό μου φρύδι είχε υψωθεί απροσδόκητα και δεν κατέβαινε με τίποτα.

- Εσύ τι έκανες τελικά;
- Μπα, τίποτα, διάβαζα εφημερίδες.
- Κρίμα μωρέ, λυπάμαι που σου χάλασα τη βραδιά.
- Μα δε μου τη χάλασες. Ξέρεις πόσα πράγματα μπορεί να μάθει κανείς ενώ διαβάζει το Βηματοδότη, ας πούμε;
- Καλά, μην αρχίσεις να μου λες για τον Κοσκωτά πάλι...


Δεν της είπα. Της ευχήθηκα απλώς περαστικά. Με ευχαρίστησε και μου υπενθύμισε (με τη θερμή, αναγνωρίσιμη φωνή της) ότι θα με περιμένει. Να κανονίσουμε εντός των ημερών. Τη διαβεβαίωσα ότι θα της τηλεφωνήσω το ταχύτερο.

Ύστερα πήγα στο Music Corner και στο Θεμέλιο και αντάλλαξα το υστέρημά μου με δίσκους (βινυλίου...) και βιβλία. Μου περίσσεψαν κάτι ψιλά· ίσα ίσα για τσιγάρα κι εφημερίδες.


Σ.Σ. Αν υπάρχει ένα πράγμα που θυμάμαι με μια ορισμένη οιονεί νοσταλγία από τα τέλη της δεκαετίας του '80 είναι τα νυχτερινά λεωφορεία και η χαρακτηριστική τους ανθρωποπανίδα. Άντε και η προσμονή της φρεσκοτυπωμένης εφημερίδας (χωρίς δώρα και προσφορές, μόνο για το περιεχόμενο) αργά το βράδυ του Σαββάτου.

Α, ναι, και το wine bar Στροφιλιά στη Χρήστου Λαδά, τις λίγες φορές που είχα αρκετά λεφτά για να μπω.


21/9/13

Τελευταίος Σταθμός (Γιώργος Σεφέρης)



Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσαν.
Τ᾿ ἀλφαβητάρι τῶν ἄστρων ποὺ συλλαβίζεις
ὅπως τὸ φέρει ὁ κόπος τῆς τελειωμένης μέρας
καὶ βγάζεις ἄλλα νοήματα κι ἄλλες ἐλπίδες,
πιὸ καθαρὰ μπορεῖς νὰ τὸ διαβάσεις.
Τώρα ποὺ κάθομαι ἄνεργος καὶ λογαριάζω
λίγα φεγγάρια ἀπόμειναν στὴ μνήμη-
νησιά, χρῶμα Θλιμμένης Παναγίας, ἀργὰ στὴ χάση
ἢ φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ ρίχνοντας κάποτε
σὲ ταραγμένους δρόμους ποταμοὺς καὶ μέλη ἀνθρώπων
βαριὰ μία νάρκη.
Κι ὅμως χτὲς βράδυ ἐδῶ, σὲ τούτη τὴ στερνή μας σκάλα
ὅπου προσμένουμε τὴν ὥρα τῆς ἐπιστροφῆς μας νὰ χα-
     ράξει
σὰν ἕνα χρέος παλιό, μονέδα ποὺ ἔμεινε γιὰ χρόνια
στὴν κάσα ἑνὸς φιλάργυρου, καὶ τέλος
ἦρθε ἡ στιγμὴ τῆς πλερωμῆς κι ἀκούγονται
νομίσματα νὰ πέφτουν πάνω στὸ τραπέζι-
σὲ τοῦτο τὸ τυρρηνικὸ χωριό, πίσω ἀπὸ τὴ Θάλασσα τοῦ
     Σαλέρνο
πίσω ἀπὸ τὰ λιμάνια τοῦ γυρισμοῦ, στὴν ἄκρη
μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας, τὸ φεγγάρι
ξεπέρασε τὰ σύννεφα, καὶ γίναν
τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς σελήνης.

Εἶναι κι αὐτὸς ἕνας εἱρμὸς τῆς σκέψης, ἕνας τρόπος
ν᾿ ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ πράγματα ποὺ ὁμολογεῖς
δύσκολα, σὲ ὧρες ὅπου δὲ βαστᾶς, σὲ φίλο
ποὺ ξέφυγε κρυφὰ καὶ φέρνει
μαντάτα ἀπὸ τὸ σπίτι κι ἀπὸ τοὺς συντρόφους,
καὶ βιάζεσαι ν᾿ ἀνοίξεις τὴ καρδιά σου
μὴ σὲ προλάβει ἡ ξενιτιὰ καὶ τὸν ἀλλάξει.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν Ἀραπιά, τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη
     τὴ Συρία
τὸ κρατίδιο
τῆς Κομμαγηνῆς πού ῾σβησε σὰν τὸ μικρὸ λυχνάρι
πολλὲς φορὲς γυρίζει στὸ μυαλό μας,
καὶ πολιτεῖες μεγάλες ποὺ ἔζησαν χιλιάδες χρόνια
κι ἔπειτα ἀπόμειναν τόπος βοσκῆς γιὰ τὶς γκαμοῦζες
χωράφια γιὰ ζαχαροκάλαμα καὶ καλαμπόκια.
Ἐρχόμαστε ἀπ᾿ τὴν ἄμμο τῆς ἔρημος ἀπ᾿ τὶς Θάλασσες τοῦ
     Πρωτέα,
ψυχὲς μαραγκιασμένες ἀπὸ δημόσιες ἁμαρτίες,
καθένας κι ἕνα ἀξίωμα σὰν τὸ πουλὶ μὲς στὸ κλουβί του.
Τὸ βροχερὸ φθινόπωρο σ᾿ αὐτὴ τὴ γούβα
κακοφορμίζει τὴν πληγὴ τοῦ καθενός μας
ἢ αὐτὸ ποὺ θἄ ῾λεγες ἀλλιῶς, νέμεση μοίρα
ἢ μοναχὰ κακὲς συνήθειες, δόλο καὶ ἀπάτη,
ἢ ἀκόμη ἰδιοτέλεια νὰ καρπωθεῖς τὸ αἷμα τῶν ἄλλων.
Εὔκολα τρίβεται ὁ ἄνθρωπος μὲς στοὺς πολέμους-
ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακός, ἕνα δεμάτι χόρτο-
χείλια καὶ δάχτυλα ποὺ λαχταροῦν ἕνα ἄσπρο στῆθος
μάτια ποὺ μισοκλείνουν στὸ λαμπύρισμα τῆς μέρας
καὶ πόδια ποὺ θὰ τρέχανε, κι ἂς εἶναι τόσο κουρασμένα,
στὸ παραμικρὸ σφύριγμα τοῦ κέρδους.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μαλακὸς καὶ διψασμένος σὰν τὸ χόρτο,
ἄπληστος σὰν τὸ χόρτο, ρίζες τὰ νεῦρα του κι ἀπλώνουν-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
προτιμᾶ νὰ σφυρίξουν τὰ δρεπάνια στ᾿ ἄλλο χωράφι-
σὰν ἔρθει ὁ Θέρος
ἄλλοι φωνάζουνε γιὰ νὰ ξορκίσουν τὸ δαιμονικὸ
ἄλλοι μπερδεύουνται μὲς στ᾿ ἀγαθά τους, ἄλλοι ρητο-
     ρεύουν.
Ἀλλὰ τὰ ξόρκια τ᾿ ἀγαθὰ τὶς ρητορεῖες,
σὰν εἶναι οἱ ζωντανοὶ μακριά, τί θὰ τὰ κάνεις;
Μήπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄλλο πράγμα;
Μὴν εἶναι αὐτὸ ποὺ μεταδίνει τὴ ζωή;
Καιρὸς τοῦ σπείρειν, καιρὸς τοῦ θερίζειν.

Πάλι τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια, θὰ μοῦ πεῖς, φίλε.
Ὅμως τὴ σκέψη τοῦ πρόσφυγα τὴ σκέψη τοῦ αἰχμάλωτου
      τὴ σκέψη
τοῦ ἀνθρώπου σὰν κατάντησε κι αὐτὸς πραμάτεια
δοκίμασε νὰ τὴν ἀλλάξεις, δὲν μπορεῖς.
Ἴσως καὶ νἄ ῾θελε νὰ μείνει βασιλιὰς ἀνθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις ποὺ κανεὶς δὲν ἀγοράζει,
νὰ σεργιανᾶ μέσα σὲ κάμπους ἀγαπάνθων
ν᾿ ἀκούει τὰ τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ μπαμποῦ,
καθὼς χορεύουν οἱ αὐλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ὅμως ὁ τόπος ποὺ τὸν πελεκοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖνε σὰν
     τὸ πεῦκο, καὶ τὸν βλέπεις
εἴτε στὸ σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια,
     νύχτες καὶ νύχτες
εἴτε στὸ πυρωμένο πλοῖο ποὺ θὰ βουλιάξει καθὼς τὸ δεί-
      χνουν οἱ στατιστικές,
ἐτοῦτα ρίζωσαν μὲς στὸ μυαλὸ καὶ δὲν ἀλλάζουν
ἐτοῦτα φύτεψαν εἰκόνες ἴδιες με τὰ δέντρα ἐκεῖνα
ποὺ ρίχνουν τὰ κλωνάρια τους μὲς στὰ παρθένα δάση
κι αὐτὰ καρφώνουνται στὸ χῶμα καὶ ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια καὶ ξαναφυτρώνουν δρασκελόντας
λεῦγες καὶ λεῦγες-
ἕνα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων τὸ μυαλό μας.
Κι ἂ σου μιλῶ μὲ παραμύθια καὶ παραβολὲς
εἶναι γιατὶ τ᾿ ἀκοῦς γλυκότερα, κι ἡ φρίκη
δὲν κουβεντιάζεται γιατὶ εἶναι ζωντανὴ
γιατὶ εἶναι ἀμίλητη καὶ προχωράει-
στάζει τὴ μέρα, στάζει στὸν ὕπνο
μνησιπήμων πόνος.

Νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες νὰ μιλήσω γιὰ ἥρωες: ὁ Μιχάλης
ποὺ ἔφυγε μ᾿ ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπ᾿ τὸ νοσοκομεῖο
ἴσως μιλοῦσε γιὰ ἥρωες ὅταν, τὴ νύχτα ἐκείνη
ποὺ ἔσερνε τὸ ποδάρι του μὲς στὴ συσκοτισμένη πολιτεία,
οὔρλιαζε ψηλαφώντας τὸν πόνο μας- «Στὰ σκοτεινὰ
πηγαίνουμε, στὰ σκοτεινὰ προχωροῦμε...»
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.

Λίγες οἱ νύχτες μὲ φεγγάρι ποὺ μ᾿ ἀρέσουν.


                Cava dei Tirreni, 5 Ὀκτωβρίου ῾44


Σ.Σ. Τελευταία έχει τύχει να διαβάσω κάμποσα λογοτεχνικά ή ιστορικά βιβλία που αναφέρονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ταραγμένη δεκαετία του '40 και ειδικά στα χρόνια που προετοίμαζαν τον εμφύλιο. Προχτές είχε πανσέληνο κι έτυχε να θυμηθώ «φεγγαρόφωτα σὲ πολιτεῖες τοῦ βοριὰ» και το ποίημα του Σεφέρη που διδαχτήκαμε στο σχολείο, μάλλον χωρίς να καταλαβαίνουμε και πολλά, τότε.

Ίσως ούτε τώρα καταλαβαίνουμε πολλά. Δεν ξέρω, ίσως μετά από πενήντα-εκατό χρόνια κάποιος σε κάποιο δωμάτιο να διαβάζει ως μεταμεσονύχτια συντροφιά μια ιστορία του εικοστού πρώτου αιώνα και απορεί να με την τύφλωση των υποκειμένων της.

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.


ΥΓ. ...και ξαφνικά είδα την ίδια σκέψη περίπου εδώ την ίδια μέρα κιόλας. Δε νομίζω να αντέγραψα υποσυνειδήτως τη κ. Αλαφούζου, ούτε κι εκείνη βέβαια. Μάλλον όμως περάσαμε από τις ίδιες σχολικές τάξεις (ή αν, όπως φαντάζομαι, είναι σαφώς νεώτερη από μένα, φαίνεται πως το ποίημα διδασκόταν στα Νέα Ελληνικά για πολλά χρόνια).

18/9/13

Όλοι αυτοί, τέλος πάντων...

Ο Σιλλγκαίτε, από εδώ.

Καθόμασταν στα σκαλάκια έξω από το εργαστήριο Οργανικής Χημείας περιμένοντας να λήξει ένας συναγερμός από μια υποτιθέμενη διαρροή γκαζιού στο αντίστοιχο εργαστήριο της Ανόργανης έναν όροφο πιο κάτω ώστε να μπούμε να ξεκινήσουμε την άσκηση στο εργαστήριο. Πρωτοετείς φοιτητές του Βιολογικού μεν, αλλά το Χημικό ακόμα δεν είχε ανέβει στην Πανεπιστημιούπολη το μακρινό 1986, οπότε και τα δικά μας εργαστήρια γινόντουσαν στο Χημείο στη Σόλωνος (ή μάλλον στη Ναυαρίνου καθότι η είσοδος της Σόλωνος έβγαζε στο λεγόμενο «Φυσικείο»). Πλησίαζαν φοιτητικές εκλογές και όλως τυχαίως, δήθεν, είχε σκάσει μύτη στο εργαστήριο «να πει ένα γεια» κι ένα μίνι κλιμάκιο δευτερο-τριτοετών της Πσκ, τότε φοιτητικής παράταξης του ΚΚΕ. Μας βρήκαν στα σκαλάκια και άρχισαν τη ζύμωση ενόψει κάλπης.

Στο αναμεταξύ είχαμε ξεκινήσει μια κουβέντα με το φίλο μου το Σπύρο για τη διαφορά μεταξύ ενδελέχειας και εντελέχειας (η κουβέντα ειρήσθω εν παρόδω δεν ήταν σοβαρή, απλά κάναμε τους έξυπνους ως συνήθως). Μία συναδέλφισσα εκ του μίνι κλιμακίου παρενέβη στην κουβέντα μας για να μας ψέξει ότι θεωρητικολογούμε ασκόπως αντί να ασχολούμαστε με τα πραγματικά προβλήματα του Λαού και της Νεολαίας (με κεφαλαία). Ο Σπύρος εξανέστη και της τα έχωσε, αφενός διότι παρενέβη απρόσκλητη σε μια ιδιωτική συζήτηση μεταξύ τρίτων, και αφετέρου διότι η διαφορά ενδελέχειας και εντελέχειας ήταν κατ’ αυτόν ουσιαστικό πρόβλημα και του λαού και της νεολαίας (με μικρά). Στο τέλος τη ρώτησε και αν την άποψη επί παντός του επιστητού την έχει από φυσικού της ή της την διδάσκουνε στην ΚΝΕ.

Η ερώτηση ήταν ρητορική βέβαια: όπως γνωρίζει όποιος έχει κάνει δυο βήματα στον κόσμο, οι δημοσιογράφοι, τα μέλη του Κόμματος (τουλάχιστον εκείνη την εποχή, δεν ξέρω σήμερα, αν και το χούι φαντάζομαι μένει) και οι ομαδάρχες του Κατηχητικού μοιάζουν ακριβώς στο ότι έχουν άποψη για τα πάντα· ακόμα και για εκείνα που δεν υπάρχουν. Στη σχετική αντιπαράθεση που ακολούθησε (όχι πάντα πολύ κόσμια) η συντρόφισσα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να δικαιώσει το φίλο μου, εκφράζοντας αυτοστιγμεί άποψη επί διαφόρων αλλοπρόσαλων θεμάτων που της πέταγε εν είδει προκλήσεως. Μέχρι που πάνω στη σύγχιση κάποτε τη ρώτησε την άποψή της (ή ίσως του Κόμματος) για την ποίηση του Καβάφη. Αν και δεν είναι βέβαιο ότι κάποια ολομέλεια της Κ.Ε. ή έστω κανένα άρθρο στην προδικτατορική Επιθεώρηση Τέχνης έχει αποφανθεί με τρόπο τελεσίδικο επί του ζητήματος της ποίησης του Καβάφη, η κοπέλα δεν κώλωσε να απαντήσει:

- Ε, όλοι αυτοί τώρα, δεν είναι και παράδειγμα για την αγωνιζόμενη νεολαία.
- Ποιοι όλοι αυτοί;
- Ε, αυτοί... Ο Καβάφης, ο άλλος ο Καρυωτάκης... Όλο απελπισία και μαυρίλα και αυτοκτονούνε στο τέλος. Ενώ η επαναστατική ποίηση... Ο Βάρναλης, ο Ρίτσος...


Ο Σπύρος τη διέκοψε για να της πει ότι αφενός η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει σχέση – καμμία σχέση όμως – με αυτήν του Καβάφη, κι αφετέρου ότι ο τελευταίος σαφώς δεν αυτοκτόνησε.

- Μπα, όλοι αυτοί ίδιοι είναι.

Κάπου εκεί μας φώναξαν για εργαστήριο και η συζήτηση έμεινε μετέωρη. Για καιρό σχολιάζαμε με το Σπύρο την κουβέντα ως υποδειγματική ασχετοσύνη· πολλοί άνθρωποι που δεν κατέχουν επαρκώς ένα ζήτημα τείνουν συχνά να φέρουν την κουβέντα σε κάτι άλλο που θεωρούν παρεμφερές και το κατέχουν καλύτερα (σαν το ανέκδοτο με τον Τοτό που πρέπει να γράψει μια έκθεση για το μυρμήγκι αλλα κάπως το φέρνει πάντα και λέει για τον ελέφαντα). Αλλά αυτό είναι ανθρώπινο και υπάρχουν πολλά ελαφρυντικά· αυτό που πραγματικά είναι αστείο είναι να μπλέκεις το μυρμήγκι και τον ελέφαντα σε ένα και μόνο ζώο, ένα μυρμηγκελέφαντα, και μάλιστα να επιμένεις με ένα «ε, όλοι αυτοί» ακόμα κι όταν επισημανθεί το άτοπον της σύγκρισης.

Αν έχει κανείς κέφι μπορεί να βγάλει διάφορες χιουμοριστικές σελίδες από κάτι τέτοιες συγχίσεις: ο Κούντερα στην «Αθανασία» αν θυμάμαι καλά βάζει μια καρικατούρα Ναπολέοντα να συναντάει κάποια στιγμή τον Γκαίτε, τον οποίον όμως κάπως εκλαμβάνει ως Σίλλερ. Το αποτέλεσμα είναι ένας σπαρταριστός διάλογος όπου ο Μέγας φέρνει την κουβέντα στο θέατρο, είδος που δεν θεραπεύει ο Γκαίτε (αλλά τιμά ιδιατέρως ο Σίλλερ) και τελικά ο ποιητής μετατρέπεται ακουσίως σε έναν Σιλλγκαίτε, μια επίσης καρικατούρα πριν ο Κούντερα τον μαζέψει από τη σκηνή για να τον απαλλάξει λίγο αργότερα από την ενοχλητική παρουσία της Μπεττίνας Μπρεντάνο.

Και ο Μπορχεσάμπατος, από τη wikipedia.

Για χρόνια πίστευα ότι τέτοιες συγχίσεις μπορούν να λάβουν χώρα μόνο σε αχαλίνωτες λογοτεχνικές φαντασιώσεις, μέχρι που συνειδητοποίησα πάλι με μια λογοτεχνική αφορμή ότι μια χαρά συμβαίνουν και στην πραγματικότητα. Μιλάγαμε με ένα φίλο προ ετών κάπου στην παραλία του Κάμπου στην Ικαρία, ο οποίος πρόσεξε ότι διάβαζα ένα βιβλίο του Ερνέστο Σάμπατο (όχι ακριβώς ο ορισμός του βιβλίου παραλίας, αλλά δε βαριέσαι...) και άρχισε να με ρωτάει πώς μου φαίνεται και τι λέει κλπ. Πάνω στην κουβέντα μου πέταξε ένα «βέβαια τόσα χρόνια που είχαν χούντα εκεί κάτω, ο τύπος θα μπορούσε να έχει πει και καμιά κουβέντα». Απόρησα κάπως, διότι αν και δεν γνωρίζω επακριβώς τα της Αργεντινής, ο Σάμπατο ήταν γνωστός αριστερός και μετά την πτώση της χούντας στην Αργεντινή είχε πάρει μέρος σε διάφορες επιτροπές για τους εξαφανισμένους στα πλαίσια της δημοκρατικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Ο φίλος επέμενε ότι ο Σάμπατο έκανε την πάπια επί χούντας δίνοντας περισσότερες λεπτομέρειες, μέχρι που αντελήφθην από την περιγραφή ότι δεν μίλαγε ακριβώς για το Σάμπατο αλλά για τον Μπόρχες (που ομολογουμένως λόγω βαθύτατου συντηρητισμού και αντιπερονισμού είχε τηρήσει αιδήμονα σιγή τον καιρό της αργεντίνικης χούντας, χώρια μια φωτογραφία του με τον Πινοσέτ που δεν τον τιμά καθόλου), ή ίσως για έναν Μπορχεσάμπατο με στοιχεία και από τους δύο. Στην επισήμανσή μου περί της πιθανότητας να συγχέει τους δύο (ριζικά διαφορετικούς) αργεντινούς συγγραφείς ο φίλος διαρρύγνυε τα ιμάτιά του περί του αντιθέτου. Στο τέλος πάντως δεν άντεξε και το πέταξε:

- Ε, Μπόρχες, Σάμπατο, λεπτομέρειες... Όλοι αυτοί...

Τώρα που τα γράφω αυτά σκέφτομαι ότι ίσως φταίει το επιστημονικό-ερευνητικό μου υπόβαθρο που έχω αναπτύξει μια έκδηλη απαρέσκεια προς τις γενικεύσεις και μια εμμονή με τις εν λόγω «λεπτομέρειες». Όχι ότι στην επιστήμη δεν υπάρχουν γενικεύσεις· κάθε άλλο. Αλλά η φύση της δουλειάς μας είναι τέτοια που μας εξαναγκάζει στην ακριβολογία και στα κείμενα που γράφουμε οφείλουμε να αποφεύγουμε όσο γίνεται διατυπώσεις «στο περίπου». Κάθε τι πρέπει να αιτιολογείται με παραπομπή στα δεδομένα ή στη βιβλιογραφία και κάθε υπόθεση πρέπει να είναι ελέγξιμη (άλλως πως διαψεύσιμη) μέσω της ανάλυσης των δεδομένων. Αυτό προϋποθέτει αυστηρό, κατά δύναμιν, έλεγχο των πηγών. Στους καιρούς του διαδικτύου αυτό είναι τεχνικώς πιο εύκολο, αλλά λόγω του ωκεανού της άχρηστης (και συχνά ανακριβούς) πληροφορίας που ανευρίσκεται εκεί, η αξιοπιστία είναι ένα μεγάλο ζητούμενο. Έτσι, ενίοτε δεν γλυτώνει κανείς από συγχίσεις και τερατογενέσεις, που μάλιστα μπορεί να διασπαρούν ως επιδημίες μέσω «κοινωνικής δικτύωσης».

Για παράδειγμα, σε μια προεκλογική περίοδο πριν κάνα-δυο χρόνια κουβεντιάζαμε πολιτικά με μια φίλη· κάποια στιγμή μου ανέφερε (απαξιωτικά) μια «δήλωση» κάποιου από τη Δημοκρατική Αριστερά που φαινόταν να στάζει χολή για την Αριστερά εν γένει. Απόρησα κάπως, διότι δε μου κόλλαγε, κι επειδή κάτι μου θύμισε ρώτησα μήπως δεν ήταν από τη Δημοκρατική Αριστερά (του Κουβέλη) και ήταν από τη Δημοκρατική Συμμαχία (της Μπακογιάννη). Η φίλη προβληματίστηκε λίγο, αλλά είπε ότι το είχε δει στο ίντερνετ και ήταν σίγουρη. Επειδή το διαδίκτυο είναι αστείρευτη πηγή ανακριβειών επέμεινα κι εγώ κι άρχισα να το ψάχνω (πού αλλού, στο διαδίκτυο...).

Βρήκα την επίμαχη δήλωση στην πρωτότυπη μορφή της. Η φίλη μου δεν είχε δίκιο, ούτε κι εγώ μάλλον (αν και έπεσα μέσα κατά 50%) καθώς το χολερικό για την Αριστερά εν γένει σχόλιο είχε γίνει από γνωστό δημοσιογράφο, μέλος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας (που στις εκλογές κατέβαινε αντάμα με τη Δράση του Μάνου). Σε κάποια μπλογκ ωστόσο είχε αναπαραχθεί ως δήλωση «στελέχους της Δημοκρατική Συμμαχίας της Ντόρας» - προφανώς οι εν λόγω ιστολογούντες αγνοούσαν την ύπαρξη της ΦΣ και τη χρέωσαν στον πιο κοντινό ονοματολογικά (και ιδεολογικά ίσως) χώρο. Έτσι η Συμμαχία από Φιλελεύθερη μετετράπη σε Δημοκρατική και η Δημοκρατική από Συμμαχία μεταβλήθηκε σε Αριστερά στο κεφάλι της φίλης μου (που εκτός από την ύπαρξη της ΦΣ μάλλον αγνοούσε και το ακριβές όνομα του κόμματος της Ντόρας, αλλά μικρό το κακό διότι αυτή η πληροφορία αγνοείται γενικά έκτοτε).

Της εξήγησα τη διαδρομή της παρεξήγησης σε μεταγενέστερη συνάντηση, δυο εκλογές αργότερα. Με άκουσε με προσοχή, αλλά δεν ίδρωσε το αυτί της και πολύ – ο Κουβέλης συμμετείχε στην ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που στήριζε η Ντόρα. Και η φίλη με αποστόμωσε με το γνωστό «έλα μωρέ, όλοι αυτοί... τι Δημοκρατική Συμμαχία, τι Δημοκρατική Αριστερά, αυτοί είναι ικανοί για όλα». Τότε ψευτοθύμωσα, αλλά εσχάτως με αυτά που βλέπω στην πολιτική σκηνή με έχουν ζώσει τα φίδια. Λες να ήταν ο Καβάφης πεσιμιστής κι ο Καρυωτάκης ομοφυλόφιλος; Μήπως όντως έγραφε θέατρο ο Γκαίτε; Μήπως ο Σάμπατο ήταν το άλλο πρόσωπο του Μπόρχες;

Αλλά δε βαριέσαι, όλοι αυτοί οι ποιητές κι οι λογοτέχνες ίδιοι είναι.

Ευτυχώς που εμείς οι επιστήμονες έχουμε τους μυρμηγκελέφαντές μας να πορευόμαστε ατάραχοι.


Σ.Σ. Για να είμαστε δίκαιοι, ο Σίλλερ και ο Γκαίτε είχαν πολύ στενή προσωπική σχέση. Ο Καβάφης πάλι μάλλον δεν έκανε παρέα με Καρυωτάκηδες, αλλά έχουν γραφτεί εργασίες για τις Καβαφικές επιδράσεις στον ύστερο Καρυωτάκη. Όσο για τον Μπόρχες και το Σάμπατο, είχαν τσακωθεί (για τα πολιτικά) αρκετά, αλλά έχει βγει και βιβλίο με τους διαλόγους τους.

Τα χρόνια περνάνε και ο ορισμός της κατά Αριστοτέλη εντελέχειας μάλλον θαμπώνει στο μυαλό μου πια. Όσο για την ενδελέχεια, αυτή τείνει να γίνει συγκρότημα ελληνόφωνης ροκ, αλλά παλιότερα στο φόρουμ «Λεξιλογία» υπήρχε μια σχετική συζήτηση.

Σχετικά με την ακρίβεια στην επιστήμη (στον υπερθετικό) είχα αναρτήσει παλιότερα ένα κείμενο του ... Μπόρχες, εδώ.

Ο Σπύρος, καλή του ώρα, μετανάστευσε στη Λατινική Αμερική σε μια εποχή που ήταν αρκετά ασυνήθιστο να μεταναστεύει κανείς, πριν πολλά χρόνια. Έχω χάσει τα ίχνη του έκτοτε.


31/8/13

Εφτά (συν μία) αυγουστιάτικες ιστορίες, 2013

Τουλέτες στην πλατεία της Ακαμάτρας. Βρήκα κι ένα Δύκτιο καταστημάτων δίπλα σε μια επιχείρηση που έδινε ως έδρα το (υποθετικό) χωριό Εύδειλος.


Το περιστατικό είναι ηλικίας αρκετών ετών, από την εποχή που ήταν αρκετά σύνηθες να βλέπεις γαδάρους (=γαϊδούρια) στην Ικαρία εδώ κι εκεί. Όχι τόσο σύνηθες πάντως για το ζευγάρι των τουριστών που κοιτά με θαυμασμό τον ηλικιωμένο καριώτη καβάλα σε έναν κάτασπρο γάδαρο.

- Πολύ ωραίο το άλογό σας, του λένε.
- Μα ‘εν είν’ άλογο, τους απαντά συνοφρυωμένος. ‘Ε βλέπετε τ’ αυτιά του;
- Α, μάλιστα, λέει το ζεύγος παρατηρώντας με προσοχή τα εν λόγω αυτιά. Και τι ζώο είναι δηλαδή;

Και ο καριώτης με απόλυτη σοβαρότητα:

- Λαγός...

- . - . -


Η διήγηση (δεύτερο χέρι) αφορά ιστορία από μάθημα καλλιτεχνικών σε δημοτικό σχολείο: ο μικρός μαθητής ζωγραφίζει με εξαιρετική λεπτομέρεια σπιτάκια, δρόμους – μια ολόκληρη πολιτεία στο χαρτί. Ύστερα προσθέτει αστεράκια στον ουρανό. Άξαφνα αρχίζει να μουτζουρώνει την εικόνα με αδρές μολυβιές παντού.

- Γιατί παιδάκι μου το κάνεις αυτό; ωρύεται ο δάσκαλος. Γιατί τα χαλάς τόσο ωραία σπιτάκια στη ζωγραφιά;

Και το παιδάκι απορημένο:

- Μα είναι νύχτα, κύριε, δε φαίνονται στο σκοτάδι.

- . - . -

Η αφήγηση προέρχεται από (εν δυνάμει) ανταγωνιστή, οπότε η ακρίβειά της ελέγχεται, αλλά σιγά μην αφήσουμε την ακρίβεια να μας χαλάσει μια ωραία ιστορία. Εν πάσει περιπτώσει, ο Δήμος Ικαρίας αποφασίζει να μαζέψει τα ανεξόφλητα χρέη για το νερό (πολλών χρόνων αμαρτίες) και καταφέρνει να καταγράψει τις οφειλές μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2012. Συνειδητοποιούν ότι ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας δεν έχει πληρώσει ποτέ νερό στη διάρκεια της λειτουργίας της επιχείρησής του (ίσως δεν είναι ο μόνος, βέβαια...) και μετά από επανειλημμένες πλην μάταιες οχλήσεις, στέλνουν αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο να του κόψει το νερό. Λίγο αργότερα γίνονται δέκτες παραπόνων ότι η πίεση του νερού στο παρακείμενο χωριό έχει πέσει και φτάνοντας στην περιοχή ανακαλύπτουν ότι σημαντικές ποσότητες νερού ρέουν στο δρόμο και τα διπλανά χωράφια από καμιά δεκαριά τρύπες που έχουν γίνει με αμβλύ όργανο (ψαλίδι ίσως) στον αγωγό (λάστιχο) ύδρευσης. Φωνάζουν τον υπάλληλο ο οποίος εν πλήρη αθωώτητι ομολογεί ότι ο ίδιος έκοψε τον αγωγό.

- Μα εμείς σου είπαμε να κόψεις το νερό του τάδε, όχι όλου του χωριού. Δεν ήξερες να πας στο μετρητή του και να τον σφραγίσεις;

Και ο «αρμόδιος» απορών:

- Στο μετρητή; Και πού να το ξέρω, σάμπως το ‘χω ξανακάνει; Να το κόψω μου είπατε, το ‘κοψα. Ε, έκανα και μερικές δοκιμές πιο πριν για σιγουριά.

- . - . -

Σε σουβλατζίδικο της σοφράνο πλευράς της νήσου (=βόρεια), ο πελάτης περιμένει να έρθουν τα σουβλάκια που έχει παραγγείλει από ώρα. Όταν επιτέλους έρχονται, ανακαλύπτει ότι είναι θεόσκληρα και δε μασιούνται, οπότε ευλόγως διαμαρτύρεται στο σερβιτόρο.

- Είναι που ‘ναι φρέσκο το κρέας, απαντά αυτός.

Την επομένη ο ίδιος πελάτης ξανακάθεται και παραγγέλνει πάλι σουβλάκια, κάπως ιδιόρρυθμα όμως:

- Και πού ΄σαι... Από τα μπαγιάτικα, έτσι;

- . - . -

Ο ηλικωμένος Παπιστάνος έχει πάει στην τράπεζα, στον Άγιο, να συζητήσει για ένα δάνειο. Φοράει ένα καπελάκι τύπου τζόκεϊ, πάνω στο οποίο περιφέρεται ένας ευμεγέθης μέρμηγκας. Ο τραπεζικός υπάλληλος δε μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια του από το μυρμήγκι στο καπέλο, οπότε κάποια στιγμή δεν κρατιέται και αφήνοντας τα επιτόκια και τα χρεωλύσια κατά μέρος, λέει στον Παπιστάνο:

- Με συγχωρείτε, αλλά ξέρετε, είναι ένας μέρμηγκας στο καπέλο σας.

Κι ο Παπιστάνος ατάραχος:

- Εεεε, το ξέρω... Αφ' το σπίτι μου τον ήφερα.

- . - . -

Μετά την πρόσφατη επίσκεψη του ΣΔΟΕ στο νησί (που ολοκληρώθηκε βγάζοντας ποσοστό παραβατικότητας 100% επί των ελέγχων, ώστε να μη μείνει κανείς παραπονεμένος) κάποιος διηγήθηκε μια παλαιότερη ιστορία όπου ικαριακής καταγωγής εφοριακός φέρνει μερικούς συναδέλφους για διακοπές. Ξεκινάνε να πάνε στον Εύδηλο για φαγητό, αλλά ατυχώς ορισμένοι συμπατριώτες αντιλαμβάνονται την παρέα ως εν δυνάμει ΣΔΟΕ, και άμα τη αφίξει τους διαπιστώνουν ότι όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Ελαφρώς απορημένοι μπαίνουν στο αμάξι για τον τουριστικό Αρμενιστή, αλλά η πληροφορία της έλευσής τους έχει προηγηθεί και τα βρίσκουν όλα επίσης κλειδαμπαρωμένα. Με ικανή δόση απογοήτευσης (και πείνας, πλέον...) τραβάνε για τις Ράχες, αλλά το τοπικό πρακτορείο Ικαρώιτερ έχει ήδη μεταδώσει την είδηση και τα μαγαζιά είναι επίσης κλειστά, παρότι οι πελάτες είναι στα τραπέζια, τα φαγητά σερβιρισμένα και η πλατεία σφύζει από ζωή. Αποκαμωμένοι κάθονται στα τραπεζάκια ενός (κλειστού, φυσικά) καφενείου μέχρι που εμφανίζεται μια γιαγιά, ξεκλειδώνει το μαγαζί, βάζει σε μια σακούλα μερικές μπύρες και αναψυκτικά, ξανακλειδώνει, και κάνει να φύγει.

- Βρε γιαγιάκα, της λένε απελπισμένοι, πεινάμε, μήπως μπορείς να μας κάνεις κάτι πρόχειρο να φάμε, οτιδήποτε...
- Άχου, παιδάκι μου, λέει η γιαγιά, εγώ θέλω να σε βοηθήσω αλλά τι να κάμω που έχουν έρτει αυτοί οι αναθεμαντισμένοι οι εφοριακοί και γυρεύουνε να μας φάνε ούλλους...

- . - . -

Με αφορμή την επικείμενη πενθήμερη άδεια που είναι να πάρει από τη φυλακή ένας από τους καταδικασμένους για συμμετοχή στη 17 Νοέμβρη ώστε να επισκεφτεί την πατρογονική Ακαμάτρα, ορισμένοι κάτοικοι του χωριού αναμένουν να ζωντανέψει άξαφνα το χωριό από ένα αιφνίδιο κύμα αστυνομικού τουρισμού. Τουτέστιν, «μυστικοί» της αντιτρομοκρατικής, δήθεν γκρούβαλοι με τίποτα σιντί, κάνα ποπκόρν, κάνα μαλλί της γριάς, όπως το καλοκαίρι του 2002 που γινόντουσαν οι συλλήψεις και ο τόπος είχε γεμίσει μυστήριους. Κάποιος αναπολεί περιστατικό της εποχής με πιτσιρικά, ίσαμε εφτά χρονών, που πάει σε πλανόδιο πωλητή παιχνιδιών (ή ίσως «πωλητή παιχνιδιών») και διαλέγει ένα μικροσκοπικό αυτοκινητάκι.

- Πόσο κάνει αυτό; ρωτάει ο πιτσιρικάς.
- Δέκα ευρώ, απαντάει μια μάλλον τυχαία τιμή ο «πωλητής».
- Δέκα; Πλάκα μου κάνεις; Πάω να το πάρω από τον άλλο μπάτσο που το ‘χει πέντε.

- . - . -

Γνωστός (αν και κάπως ολιγογράφος τελευταία) ιστολόγος, κοσμογυρισμένος πλέον, έρχεται στον Αυγά (βλ. εδώ) για να απολαύσει το τοστ του (χωρίς ντομάτα). Καθώς φοράει ένα μπλουζάκι της νιότης του μεγέθους large ενώ τώρα πια στη μέση ηλικία πρέπει να προσθέσει ένα διπλό Χ μπροστά από το large, η ομολογουμένως ευμεγέθης κοιλιά του αποκαλύπτεται ελαφρώς. Εις εκ των συνδαιτημόνων παρατηρεί μια γρατζουνιά στην κοιλιά του ιστολόγου και σπεύδει να ρωτήσει «τι είναι αυτό». Ο ιστολόγος που - για άγνωστο λόγο - εκνευρίζεται όταν αναφέρονται στα γνωρίσματα της κοιλιάς του, απαντάει δήθεν πνευματωδώς και οπωσδήποτε ψευδολογίως με ένα γνωστό στίχο του Καββαδία:

- Η μαχαιριά που μου ‘δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα.

Κι ενώ περιμένει να ακούσει εξίσου ψευδολογίως τη συνέχεια και σε πονάει με τη νοτιά; / όχι, απ’ αλλού πονάω, ο άλλος με ειλικρινή απορία ρωτά:

- Στην Κωστάντζα; Καλά, εσύ στην Πορτογαλία δεν ήσουνα, πώς βρέθηκες στην Κωστάντζα;



Σ.Σ. Οι ιστορίες φυσικά δεν έγιναν ακριβώς έτσι ούτε διαδραματίστηκαν Αύγουστο - απλά μία από τις πολλές αφηγήσεις τους έφτασε μέχρι τα αυτιά μου το καλοκαίρι που μας πέρασε, κι είπα να τις αναρτήσω όπως κάθε χρόνο. Κάποιος μου είπε ότι έχω μια εμμονή με το 6+1, οπότε ανέβασα τον αριθμό κατά μία μονάδα μην τυχόν και αρχίσει κανείς να ψάχνει στο ιστολόγιο για έξι και μια τύψεις ή για εφτά νυχτερινά εφτάστιχα.

Παλιότερες αντίστοιχες ιστορίες του 2009
εδώ,
του 2010
εδώ κι εδώ,
του 2011
εδώ
και του 2012 εδώ.

Το ποίημα του Καββαδία με τη μαχαιριά του Μαγιάρου λέγεται «Πικρία» (1975) και είναι από τη συλλογή «Τραβέρσο». Για όσους δεν ξέρουν τη σημασία της λέξης «Παπιστάνος» ας ρίξουν μια ματιά εδώ.