ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


22/9/12

Το πέρασμα στη φυσιοκρατία (Otinanai)

karkinagri
photo "Karkinagri" by onirorama

Ζώντας στην Ικαρία: Μικρο-κείμενα, χωρίς αξιώσεις, σκόρπια, ασύνδετα και βιωματικά.

Φθινοπωρινή ανατροπή
Λιγοστεύουν οι άνθρωποι,
Μένει η φύση που μοιάζει
Να μεγαλώνει -καθώς
μεγαλώνουν οι νύχτες.

Οι λίγοι που μένουν
Δεν μας αποσπούν
τόσο την προσοχή.
Μόνο την αγάπη μας.

Και μιλάμε μαζί τους
για τον καιρό.
Για την υγεία.
Για τις ελιές.
Ή δεν μιλάμε καθόλου.
Παρά βλέπει ο ένας τον άλλο
-φυσιογνωμίες, φιγούρες-
και καταλαβαινόμαστε.

“Ό,τι κάνεις, είναι καλό.
Όμως, όλα πρόσκαιρα. Νοικάρηδες
ήμαστε σ' αυτόν τον κόσμο”.


Έτσι που λέτε, κάθε χρόνο
τέτοιο καιρό μπαίνει στα φόρα
το περίφημο ερώτημα
-Τι χρειάζεται για να μείνει
κανείς στην Ικαρία το χειμώνα;

Εγώ πάντα απαντώ
-Να αγαπάς τη φύση.
-Να ξυπνάς πρωί.
-Να λες καλημέρα.

Και άλλα, διάφορα τέτοια.

Αλλά καλύτερα να το κόψω εδώ
πριν αρχίσω να γράφω
...

otinanai


Σ.Σ. Πρώτη δημοσίευση 22/9/2012 στο ikariamag από όπου το τσίμπησα μάνι-μάνι. Αν δεν κάνω λάθος, τη στήλη otinanai (υπο)γράφει ο Άγγελος Καλοκαιρινός.

19/9/12

Αποχρώσεις του πορτοκαλί

Ο τροχός των ανθρωπίνων χρωμάτων, κατά τον Neil Harbisson.

Όταν το άκουσα μου φάνηκε εντελώς άνω ποταμών, αλλά ίσως και να τα βλέπω τα πράγματα πιο άσπρα από όσο είναι στην πραγματικότητα, δεν ξέρω σίγουρα. Το θέμα είναι ότι η Κ. πήγε να νοικιάσει ένα σπίτι μέσω ενός μεσιτικού γραφείου, το είδε, της άρεσε, τα μιλήσανε (τηλεφωνικώς), τα συμφωνήσανε, έδωσε προκαταβολή, πήγε να πάρει τα κλειδιά και ξαφνικά της είπανε ότι δεν της το δίνουνε. Ρώτησε για ποιο λόγο, και η απρόσμενη απάντηση ήταν «η κυρία ιδιοκτήτρια είπε ότι δε νοικιάζει σε νέγρους». Αφού συνήλθε από το αρχικό σοκ, η Κ. ζήτησε από το μεσίτη να της το δώσει και γραπτώς· όλως παραδόξως της το έδωσε ακριβώς με την ίδια διατύπωση. Δε νοικιάζουμε σε νέγρους. Τελεία.

Το ιλαροτραγικό της υπόθεσης είναι ότι η Κ. δεν εμπίπτει με κανέναν τρόπο στον ορισμό (οποιοδήποτε ορισμό) της λέξης· αν και η αλήθεια είναι ότι είναι σχετικά μελαχροινή, ίσως ένα κλικ παραπάνω από το μέσο «λευκό» Πορτογάλο, πιθανώς λόγω μιας απώτερης ινδικής καταγωγής της μητέρας της. Ωστόσο όχι τόσο μελαχροινή που να μην τη θεωρήσει κανείς τυπική Πορτογαλίδα, και μάλιστα ομολογουμένως συμπαθέστατη Πορτογαλίδα, λίγο ψηλότερη όντως από το μέσο όρο, λίγο πιο χαμογελαστή, και λίγο πιο ευχάριστη παρουσία εν γένει για μας τους ξενόφερτους, όχι τόσο για τα λουλουδάτα κοκκαλάκια που χρησιμοποιεί για να δένει τα μαλλιά της (μαύρα μαλλιά, οπωσδήποτε) όσο για την προσήνεια και την απροσποίητη καλωσύνη που δείχνει γύρω της, και για τα πολύ καλά αγγλικά της (επίσης πάνω από το μέσο όρο, ακόμα και για «επιστημονικά» περιβάλλοντα σαν το δικό μας).

Ψιλά γράμματα βέβαια για την κυρία ιδιοκτήτρια, σε βαθμό που η συνήθως μειλίχια Κ. έγινε αρκούντως έξαλλη ώστε να διασπείρει την είδηση παντού και να κάνει επίσημη καταγγελία. Δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς απευθύνθηκε, αλλά μας έλεγε ότι τους παραξένεψε κι αυτούς η ιστορία, καθώς έχουν συνηθίσει να δέχονται αντίστοιχες καταγγελίες από κάποιους όντως μαύρους και μερικούς Βραζιλιάνους, αλλά από ιθαγενή Πορτογάλο και μάλιστα αναλογικά κάτασπρο που να τον αποκαλούν «νέγρο» ήτανε λίγο περίεργο. Μετά από κάποιες μέρες που κάπως ηρέμησε (και αφού είχε πάρει πίσω την προκαταβολή και είχε βρει άλλο σπίτι στο μεταξύ), τη ρώτησα αν της έχει ξανασυμβεί κάτι ανάλογο, στην ίδια ή στη μητέρα της (που εικάζω ότι ίσως είναι και ένα ακόμα κλικ πιο μελαχροινή). Μου είπε ότι η ίδια δεν έχει ξανανιώσει έτσι ποτέ, αλλά αφότου το συζήτησε το θέμα με τη μαμά, της είπε εκείνη ότι της έχει ξανασυμβεί κάτι ανάλογο (όχι και γραπτώς όμως) άλλες δύο φορές. Άλλες δύο από το 1974 που εγκαταστάθηκε οριστικά στη χώρα. Μια χώρα που, να το πούμε απλά, βρίθει αληθινών μαύρων, και είναι εκ του φυσικού αρκούντως πολυφυλετική ώστε να μη μπορεί να πει κανείς ότι οι κάτοικοί της δεν έχουν εκτεθεί σε άλλα ανθρώπινα χρώματα πέρα από την άμωμη, άσπιλη λευκότητα.

Ύστερα θυμήθηκα εκείνη την ιστορία με εκείνον τον περίεργο τύπο που περνιέται για cyborg και είχε δώσει μια διάλεξη σε ένα άλλο ερευνητικό κέντρο της Λισσαβώνας. Ο τυπάκος έχει εκ γενετής ολική αχρωματοψία· κάποια στιγμή στη ζωή του φόρεσε μια συσκευή με μια ενσωματωμένη μικροκάμερα που τρέχει ένα λογισμικό το οποίο μετατρέπει τα χρώματα σε ήχους. Με αυτό τον τρόπο, αν και δεν βλέπει τα χρώματα, μπορεί να τα «ακούει», και αφού έχει πλέον εκπαιδεύσει τον εγκέφαλό του σχετικά, η συσκευή του έχει γίνει απαραίτητη τόσο που την αισθάνεται οργανικά τμήμα του εαυτού του (εξ' ου και "cyborg"). Πέρα από την παραξενιά του όμως, ο τύπος έχει τη δυνατότητα μεταξύ άλλων να «ακούει» και το χρώμα του δέρματος των ανθρώπων, και κάποτε που τον ρώτησαν κάτι για λευκούς και μαύρους, είπε:

- Δεν υπάρχουν λευκά δέρματα και δεν υπάρχουν μαύρα δέρματα. Τα ανθρώπινα δέρματα είναι από διαφορετικές αποχρώσεις του πορτοκαλί.

Κοιτάζω την Κ., με μια τεράστια μαργαρίτα στα μαλλιά, τη λεπτή της σιλουέτα να περιφέρεται ανάμεσα στους εργαστηριακούς πάγκους. Σκέφτομαι ότι στην πραγματικότητα η κυρία ιδιοκτήτρια πρέπει να είναι απείρως χαζή (αλλά πόσο πρέπει να αφήνουμε τη βλακεία και την άγνοια να πολλαπλασιάζονται και να προκαλούν κακό στον κόσμο;). Έπειτα κοιτάζω με ανανεωμένο ενδιαφέρον την πολυφυλετική επιστημονική κοινότητά μας, αυτόχθονες και μέτοικοι από τον πλανήτη όλο, χωρίς να παραλείψω και τις αφρικανικής καταγωγής καθαρίστριες και τις σερβιτόρες του κυλικείου.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς «ακούγεται» ο καθένας ή η καθεμιά τους, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο όλοι τους κάπως μου πορτοκαλοφέρνουν. Κι εγώ, εδώ που τα λέμε, κάπως πορτοκαλής αισθάνομαι τελευταία.

10/9/12

Οι βετεράνοι

82οι Πανικάριοι Αγώνες, screenshot από εδώ.

Λένε ότι τη δεύτερη φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται ως κωμωδία, αλλά εδώ το αστειάκι είχε ξεκινήσει ήδη από την πρώτη. Ή τουλάχιστον αυτό θα πίστευε όποιος τους έβλεπε στην αφετηρία. Άλλος με βερμουδίτσα, άλλος με τζηνάκι, άλλος με σορτσάκι. Ένας πήγε να βγάλει το σορτσάκι και να μείνει με το μαγιώ, αλλά τον κράξανε οι υπόλοιποι και το ξανάβαλε. Το συζητάγανε κάμποση ώρα πριν, καθώς αγωνίζονταν στην κολύμβηση τα παιδιά τους, στους 81ους Πανικάριους Αγώνες. Πλάκα-πλάκα το πράγμα κάποια στιγμή σοβάρεψε, και παρά τις απώλειες της τελευταίας στιγμής (ένας που χώθηκε μια στιγμή στο πρακτορείο «να πάρει εφημερίδα» και δεν ξαναβγήκε παρά αφότου είχε διαβάσει όλες τις κυριακάτικες εκδόσεις μαζί με τα ένθετα, κι άλλος ένας που είπε «ναι, έρχομαι τώρα αμέσως» και έκτοτε αναζητείται από τον Ερυθρό Σταυρό) πέντε έφτασαν ως το βατήρα της αφετηρίας. Δηλαδή βατήρα ο Θεός να τον κάνει, το λιμανάκι του Ευδήλου δεν είναι ακριβώς κολυμβητήριο. Με κοιλίτσες και προγούλια μερικοί, με μαλλιά αραιά και κάπως γκρίζα κάποιοι, (ένας-δυο ήτανε ξανθοί βέβαια και μπερδευότανε το πράγμα), άλλοι πιο καλά διατηρημένοι, αλλά όλοι πατημένα σαράντα. Κάποια στιγμή ακούστηκε ένα «πλατς» και πέντε κορμιά έπεσαν στο νερό. Καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πέρα, στην απέναντι προκυμαία, η ελλανόδικος επιτροπή περίμενε να τερματίσουν.

Οι τρεις έφτασαν σχεδόν μαζί – οι δυο ξανθοί δευτερότριτοι κι ο άλλος που ανακηρύχθηκε νικητής. Ανεπιβεβαίωτες φήμες που κυκλοφόρησαν αργότερα ισχυρίζοντο ότι δεν ήταν απολύτως σαφές ποιος τερμάτισε πρώτος, αλλά βάρυνε το ότι η ελλανόδικος επιτροπή ήταν κατά βάση η σύζυγος και η αδελφή του ανακηρυχθέντος. Πιο πίσω είχαμε ένα άλλο μεγάλο ντέρμπυ, καθώς ο πέμπτος δήλωνε ότι έφαγε μια υποβρύχια κλωτσιά στα μούτρα σε ανύποπτο χρόνο και αποπροσανατολίστηκε με αποτέλεσμα να τερματίσει τελευταίος. Ο τέταρτος ισχυριζόταν ότι δεν υπήρξε καμμία κλωτσιά. Απλώς κάποια στιγμή προσευχήθηκε στον καλό θεούλη να μην έρθει τελευταίος, οπότε η υποτιθέμενη κλωτσιά μάλλον ήταν θεϊκή παρέμβαση.

- Ρε εγώ έφαγα κλωτσιά, γκρίνιαζε ο πέμπτος.
- Μη βλασφημείς, τέκνον μου, τον αποστόμωνε ο τέταρτος δείχνοντας κατά τον ουρανό.

Βέβαια όλο και κάποιο θαύμα θα υπήρχε, καθότι αν και ισοϋψείς, ο τέταρτος ήταν είκοσι-τριάντα κιλά παχύτερος. Φιλική τιμή.

- Ρε μπας και του ‘χωσες καμιά μουλωχτή στ’ αλήθεια;
- Συκοφαντίες του κιτρίνου τύπου. Εγώ έχω μυϊκή μάζα, έχω αντοχή. Αυτός ρέταρε μετά τα είκοσι μέτρα και προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.


Μέχρι να τελεσιδικήσει το ζήτημα το βράδι στο πανηγύρι, είχε μεσολαβήσει και η απονομή στους νικητές (καθότι είχαν περισσέψει κάτι μετάλλια στους απογευματινούς αγώνες στίβου), από το Δήμαρχο Ικαρίας αυτοπροσώπως παρακαλώ. Κανονική απονομή, με βάθρο και ανακοίνωση των ονομάτων και χειροκροτήματα. Κατηγορία «βετεράνων», λέει. Όχι και εντελώς βετεράνων βέβαια, καθώς ο τερματίσας δεύτερος πρόλαβε κι έτρεξε και στα πέντε χιλιάδες μέτρα. Όχι τίποτα βετεράνων, τα κανονικά πέντε χιλιάδες μέτρα. Και πήρε και το ασημένιο μετάλλιο· όχι παίζουμε.

Κατόπιν εορτής βέβαια ήθελαν κι άλλοι να παίξουν.

- Ρε γαμώτο, να μην προλάβω να κατέβω...
- Ε, καλά, του χρόνου.
- Σιγά μην επαναληφθεί τέτοιο σκηνικό του χρόνου.


Αυτό το «του χρόνου» έφτασε κάποτε και ξαναμαζεύτηκαν στην Ικαρία το καλοκαίρι που μόλις πέρασε, συν γυναιξί και τέκνοις (όσοι είχανε). Μεταξύ ποικιλίας και ούζου έπεφτε και καμμιά παραίνεση «με φειδώ παιδιά, έχουμε και αγώνες». Τζίφος βέβαια, αφειδώς πήγαιναν κάτω τα ούζα. Με μια πιθανή εξαίρεση, καθώς ο περσινός δευτεραθλητής, φέτος έκανε υγιεινή ζωή. Οι άλλοι οδηγούσαν από και προς τις παραλίες, κουβαλώντας κουτσούβελα και ομπρέλες και ψάθες, ενώ αυτός πηγαινοερχόταν με ποδήλατο. Και στον ανήφορο. Όταν δεν ποδηλατούσε, έκανε τζόγκιγκ· τον πέτυχα ένα σούρουπο στον Κάμπο.

- Να σε πάω με τ’ αμάξι;
- Άσε μωρέ, πάω με τα πόδια.
- Μιλάμε, εσύ κάνεις φουλ προπόνηση για το χρυσό μετάλλιο, έτσι;
- Ποιο μετάλλιο, πλάκα κάνεις; Έτσι για τη φάση τρέχω.


Φάση στη φάση, οι μέρες περνούσαν και πλησίαζε η μεγάλη μέρα για τους 82ους Πανικάριους Αγώνες. Άρχισα να μαζεύω συμμετοχές: Ο περσινός πρώτος δήλωνε έτοιμος για όλα. Ο δεύτερος όπως είπαμε ποδηλατούσε ακατάπαυστα. Ο τρίτος δεν έκανε δηλώσεις, έκανε ψαροτούφεκο. Ο τέταρτος συνέχιζε τα ούζα δηλώνοντας άμετρη εμπιστοσύνη στα θαύματα του καλού θεούλη. Ο πέμπτος δήλωσε ότι αρνείται να πέσει αν είναι δίπλα στον τέταρτο. Ο «ρε-γαμώτο-να-μην-προλάβω» φέτος θα προλάβαινε. Ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο», ξεμύτισε πίσω από μια εφημερίδα και δήλωσε έτοιμος να ξεπλύνει τη ντροπή. Ο «σε-λίγο-έρχομαι» ακόμα αγνοείται – φήμες λέγουν ότι πήρε τα βουνά και εθεάθη τελευταία φορά σε ένα καφενείο στην Αρέθουσα.

- Πάντως κι αυτός αδυνατισμένος είναι, σχολίασε ο περσινός πρώτος. Ίσαμε δέκα κιλά έχει χάσει. Λες να κάνει προετοιμασία κρυφά;
- Δεν έχει μυϊκή μάζα, επέμεινε ο τέταρτος τσιμπολογώντας κάτι καλαμαράκια. Άκου με εμένα που ξέρω από μάζα.
- Εγώ δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα, είπε ο πρώην-κρυμμένος-και-άρτι-εμφανισθείς κατεβάζοντας την εφημερίδα του. Το πανηγύρι είναι Σάββατο βράδι φέτος, πώς θα πάμε στους αγώνες Κυριακή πρωί; Όλοι σουρωμένοι θα είμαστε.
- Έλα μωρέ, εδώ είμαστε σουρωμένοι τις καθημερινές, στις Κυριακές θα κολλήσουμε; είπε ένας άλλος, άρτι αφιχθείς από το Νεπάλ. Άντε εβίβα!

Σάββατο βράδι, εν μέσω πανηγύρεως, τους τσέκαρα έναν προς έναν. Έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν μέχρι τις έξι το πρωί. Ξημέρωσε και χόρευαν ακόμα. «Αποκλείεται να γίνουν αγώνες», σκέφτηκα, «βετεράνων, τουλάχιστον», και πήγα ήσυχος για ύπνο.

Στις δώδεκα το μεσημέρι, χτύπησε το τηλέφωνο του περσινού πρώτου.

- Τι έγινε, πού είσαι; Αργείς; Οι άλλοι περιμένουν.
- Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί
, είπε κι έφυγε τρέχοντας.

Ήταν επτά αυτή τη φορά. Ο περσινός τρίτος δεν συμμετείχε, ενώ ο περσινός πέμπτος παρέμεινε πιστός στη δήλωση ότι δεν πέφτει στην ίδια κούρσα με τον τέταρτο. Ήρθε όμως ο «ρε-γαμώτο-να-μην-προλάβω», ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο», ο «άρτι-αφιχθείς-από-το-Νεπάλ» κι ένας από τις Ράχες που είναι άγνωστο αν είχε ειδοποιηθεί επιτούτου ή αν είδε φως και μπήκε, πάντως έσπασε το Ευδηλιώτικο καρτέλ. Και ο αγώνας είχε τις συγκινήσεις του, παρά το ότι ο προπονημένος ποδηλάτης τους άφησε όλους ένα σώμα πίσω και κέρδισε καθαρά. Πίσω του ο περσινός πρώτος τώρα έμεινε δεύτερος, ενώ ο «πέρσι-δεν-πρόλαβα» φέτος πρόλαβε να βγει τρίτος. Ακολούθησε ο «κρύφτηκα-στο-πρακτορείο» που μετά τον αγώνα μετονομάστηκε σε «ξέπλυνα-τη-ντροπή». Ο από-τις-Ράχες ήρθε πέμπτος, ενώ ο περσινός τέταρτος (με τη μυϊκή μάζα) τώρα ήρθε έκτος, πλην όμως (θαύμα! θαύμα!) πάλι δεν ήταν τελευταίος, θέση που κατέλαβε ο αφιχθείς-απ-το-Νεπάλ, ο οποίος μάλλον ξεμέθυσε άξαφνα λίγη ώρα αφότου έπεσε στο νερό, σταμάτησε να κολυμπάει κι άρχισε να αναρωτιέται τι διάολο γυρεύει μέσα στη θάλασσα και γιατί άραγε κολυμπάνε του σκοτωμού όλοι αυτοί οι σαρανταφευγάτοι τύποι. Σε πιάνει μια αυτογνωσία στο Νεπάλ, όσο να ‘ναι.

Όσο για τα φετινά μεθεόρτια, εγώ ήμουνα στο βαπόρι για Πειραιά και δεν είδα την απονομή και τους απογευματινούς αγώνες, αλλά οι πληροφορίες λένε ότι ο «έτσι-για-τη-φάση-τρεχω» έτρεξε και φέτος στο πεντάρι του στίβου και πήρε πάλι το ασημένιο μετάλλιο. Φημολογείται επίσης ότι στον ακοντισμό υπήρξε ειδική κατηγορία «βετεράνων και εφήβων» όπου αγωνίστηκαν πατεράδες και παιδιά αντάμα, με σημαντικότερη είδηση ότι ο κριτής του αγωνίσματος κατάφερε να επιβιώσει αρτιμελής, χωρίς να του βγάλουν οι αθλητές κάνα μάτι (παρότι προσπάθησαν φιλότιμα).

Αν όλα πάνε καλά και δεν έχουμε καμμιά φύρα (είμαστε και σε κρίσιμη ηλικία οι βετεράνοι, μην ξεχνιόμαστε...) του χρόνου οι συμμετοχές αναμένεται αυξηθούν κι άλλο· μη σας πω ότι θα έχουμε και προκριματικές σειρές στην κατηγορία 40+ (κι όποιος αντέξει...). Στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι φημολογείται ότι θα αναζητηθούν εν δυνάμει αθλητές που προς το παρόν βρίσκονται αποκλεισμένοι σε ορεινά καφενεία, καθώς και ότι θα γίνει ειδική πρόσκληση και σε βετεράνους αποσταβέντου, ώστε να συμβάλλουν όλοι να ξαναζήσει ο ικαριακός αθλητισμός τις ιστορικές στιγμές του παρελθόντος.

Πάντως οι φήμες ότι ο περσινός πρώτος (και νυν δεύτερος) αγόρασε ήδη ποδήλατο και ξεκινάει προετοιμασία για του χρόνου, ελέγχονται ως ανακριβείς.


(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 5/9/2012. Μια ενδιαφέρουσα ιστορία για έναν παλιότερο αγώνα καταγράφει ο Νάσος Μπράτσος εδώ. Η φράση με τις συκοφαντίες του κιτρίνου τύπου είναι ατάκα του ηθοποιού Δημήτρη Νικολαΐδη στο ρόλο του ναυχου Γελεβουρδέζου στην παλιά ελληνική ταινία «Δεσποινίς Διευθυντής».)

6/9/12

Καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν εἶνε νῆσος

Το βιβλιαράκι το βρήκα το καλοκαίρι στο φωτογραφείο του Μαλαχία στις Ράχες:

[...] Νῆσος ὀνομάζεται μέρος τῆς ξηρᾶς μικρόν ἢ μέγα, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη βρέχεται ὑπὸ τῆς θαλάσσης. Καὶ ἡ πατρὶς ἡμῶν εἶνε νῆσος καὶ ὀνομάζεται Ἰκαρία. [...]

Γεωργίου Σταμ. Λομβαρδά, Ικαρίου Σχολάρχου: Ικαρία, ήτοι γεωγραφική της νήσου περιγραφή προς χρήσιν των δημοτικών σχολείων της νήσου, εν Ερμουπόλει Σύρου, εκ του τυπολιθογραφείου Ν. Φρέρη, 1903.

Ανατύπωση: Βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα, 2012


Σημείωσα μερικά επίκαιρα αποσπάσματα, 110 χρόνια μετά τη συγγραφή:

[...] Τὸ κλίμα τῆς Ἰκαρίας εἶνε εὔκρατον καὶ ὑγιεινὸν, τὸ ἔδαφος αὐτῆς πετρῶδες ἐκτὸς τοῦ Φάρου, Κάμπου κάτω μερῶν καὶ κάτω Ραχῶν ὅπου ὑπάρχει καλλιεργήσιμος πως γῆ. Οι Ἰκάριοι ὅμως κατώρθωσαν διά τῆς φιλοπονίας αὐτῶν νὰ μεταβάλωσι πολλὰ πετρώδη τῆς νήσου μέρη εἰς ἀμπελῶνας, ἂν καὶ ἔχωσι πολέμιον ἰσχυρὸν τὴν κτηνοτροφίαν. [...]

[...] Ἡ γεωργία ἐν Ἰκαρίᾳ δὲν ἔχει γενικευθῇ ἀρκούντως, ἡ κτηνοτροφία εὑρίσκεται εἰς τὰ σπάργανα, διότι οἱ κτηνοτρόφοι τῆς Ἰκαρίας οὐχὶ ὅλοι ἔχοντες ἐντελῶς ἐλεύθερα τὰ ζῶα αὐτῶν οὐδὲν ὠφελοῦνται ἀφ’ οὗ καὶ οὗτοι ἀγοράζουσι τυρὸν καὶ ἄλλα προϊόντα τῆς κτηνοτροφίας [...]

Και αλλού:

[...] Δύναται τὸ τμῆμα Περαμερίας ἑνούμενον ὡς τὰ ἄλλα δύο τμήματα καὶ τακτοποιοῦν τοὺς πόρους αὐτοῦ νὰ συστηματοποιήσῃ σχολεῖα τελειότερα ἢ τὰ ἄλλα τμήματα, δυστυχῶς ὅμως οἱ προὔχοντες ἀποφεύγουσι σκοπίμως τὴν ἕνωσιν καὶ τοῦτο ἵνα ἕκαστος εἰς τὴν ἐνορίαν του πράττῃ ὅ,τι βούλεται καὶ θέλει. [...]


Σ.Σ. Έχει κι άλλα τέτοια επίκαιρα, αλλά μου έφαγε ώρες να περάσω σωστά όλες τις δασείες και τις βαρείες και τις υπογεγραμμένες οπότε φτάνει ως εδώ προσώρας. Για την ιστορία, το τμήμα Περαμερίας στο κείμενο είναι όλη η περιοχή από την Περαμεριά και δυτικότερα (και Ράχες και Πάπας). Όχι ότι έχει σημασία βέβαια, έκαστος εις την ενορίαν του είμαστε όλοι...