ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/8/12

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις

Αύγουστος 2012, Νας, Ικαρία.

Ο αφορισμός που χρησιμεύει ως τίτλος της ανάρτησης αποδίδεται σε ένα άρθρο που δημοσίευσε ο Ουμπέρτο Έκο το 1990 στο περιοδικό «L' Espresso» (αργότερα, γύρω στο 1993, κυκλοφόρησε μια ομότιτλη συλλογή δοκιμίων του στα ελληνικά από τις εκδόσεις Επίκεντρο). Αν και οι πραγματικές ειδήσεις όντως σπανίζουν τον Αύγουστο, τα δελτία ειδήσεων έχουν πάνω κάτω την ίδια διάρκεια, και οι εφημερίδες πάνω κάτω τον ίδιο αριθμό σελίδων, οπότε οι αρμόδιοι συντάκτες οφείλουν να αναβαθμίσουν σε «είδηση» οτιδήποτε μπορεί να κάνει λίγο μπούγιο και να γεμίσει τα κενά. Ας πούμε, ένα καλαμάρι που αλλάζει χρώματα ανάλογα με τη μουσική που παίζει ένα iPod που έχει συνδεθεί με το νευρικό του σύστημα (για να μην απορείτε με τις ερευνητικές ασχολίες ημών των επιστημόνων). Ή μια ερασιτέχνη ζωγράφο που ξεκίνησε να αναπαλαιώνει μια εικόνα σε μια εκκλησία της Αραγωνίας, τη σταμάτησε στη μέση και πήγε διακοπές δυο εβδομάδων, και όταν γύρισε ανακάλυψε ότι είχε γίνει θρύλος του tweeter και του facebook, σελίδα στη Wikipedia και αυγουστιάτικη είδηση (ή μάλλον περίγελως) στον πλανήτη όλο. Και last but not least, μια συνέντευξη ενός παγκοσμίως αγνώστου πλην φερέλπιδος νέου επιστήμονος με θέμα κάτι πεταλούδες· μια συνέντευξη με απροσδόκητες ακούσιες συνέπειες. Πολλώ δε μάλλον εφόσον ο φέρελπις νέος ήταν ο γράφων.

Την εποχή εκείνη ήμουν στ’ αλήθεια νέος (για επιστήμονας τουλάχιστον...) και για μερικούς ανθρώπους ήμουν όντως φέρελπις. Η ιστορία ξεκίνησε σε ένα Λεπιδοπτερολογικό συνέδριο στο Κολυμπάρι, το καλοκαίρι του 2001. Μια μέρα, ο τότε διευθυντής της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης που φιλοξενούσε το συνέδριο, θέλησε να στείλει ένα δελτίο τύπου στις τοπικές εφημερίδες των Χανίων, και ζήτησε από τους οργανωτές κάποιες σχετικές πληροφορίες, στα ελληνικά κατά προτίμηση. Με κάποιο μαγικό τρόπο το έργο ανατέθηκε ως υπεργολαβία σε εμένα που υποτίθεται έγραφα εύκολα και γρήγορα (απορώ πώς το κατάλαβαν, δεν είχα καν μπλογκ τότε...). Ετοίμασα μια τυπική παράγραφο μες στο κλισέ και τη βαρεμάρα: «κορυφαίοι επιστήμονες από όλο τον κόσμο συγκεντρώθηκαν στο Κολυμπάρι για να συζητήσουν τις τελευταίες εξελίξεις στην έρευνα των Λεπιδοπτέρων...» (δηλαδή των πεταλούδων, των μεταξοσκωλήκων και μερικών σκώρων, για να ακριβολογούμε, με την έμφαση στους μεταξοσκώληκες μάλλον). Επίσης στα διαλείμματα οι κορυφαίοι έκαναν και κάνα μπανάκι στη θάλασσα και τα βράδια ξεπόρτιζαν στα μπαρ του Πλατανιά και των Χανίων, αλλά αυτό δεν το έγραψα. Επιστήμονας σε μπαρ, πού ξανακούστηκε;

Την άλλη μέρα, μετά το μεσημεριανό διάλειμμα (και το σχετικό κορυφαίο επιστημονικό μπανάκι) ετοιμάστηκα να πάω στη αίθουσα που διεξαγόταν το Συνέδριο, με πλήρως συνεδριακή εμφάνιση (βερμούδα, σαγιονάρα, βρεγμένο μαλλί, μπλουζάκι με ζωγραφιστές συνεδριακές πεταλούδες και κρεμαστή ετικέτα με το όνομα ευδιάκριτο). Στην πόρτα με σταμάτησε ένας άγνωστος τύπος με κάπως απελπισμένο ύφος:

- Συγγνώμη, μήπως μιλάς ελληνικά;

Μιλούσα· άσε που μιλούσε και το όνομα στην ετικέτα. Ανακουφίστηκε· μάλλον θα είχε απευθύνει ήδη την ερώτηση σε διάφορους άλλους διερχόμενους αλλά θα είχε απελπιστεί από τα ιαπωνο-κινεζικά πλήθη συν κάτι Αμερικάνους, κάτι Ινδούς Σιχ με τουρμπάνι, Ινδούς σκέτους ασκεπείς και διάσπαρτους Ευρωπαίους. Μου είπε ότι ήταν δημοσιογράφος σε μια τοπική εφημερίδα, όπου είχε δημοσιευτεί το δελτίο τύπου του συνεδρίου. Τον ήξερα ως όνομα, ήταν και ανταποκριτής της Ελευθεροτυπίας παράλληλα. Βάσκανος η μοίρα του ανταποκριτή: κάνεις όλα τα ρεπορτάζ μαζί, κοινωνικό, δικαστικό, αθλητικό, πολιτικό. Και επιστημονικό ενίοτε, κάποιες ζεστές μέρες του Αυγούστου.

- Ναι, ξέρω, του είπα καθησυχαστικά, εγώ το έγραψα το δελτίο.

Τα μάτια του έλαμψαν· άρχισε να μου ζητάει επιπλέον πληροφορίες για να γράψει ένα κομμάτι για την αυριανή έκδοση. Τι ακριβώς συνέβαινε εδώ πέρα, γιατί ήταν σημαντικό και τέτοια. Του εκμυστηρεύτηκα ότι δεν συνέβαινε τίποτα φοβερά σημαντικό, μια επιστημονική συνήθεια είναι τα συνέδρια, καλή συνήθεια βέβαια, αλλά τα πιο σημαντικά επιστημονικά πράγματα είναι αλλού. Ο άνθρωπος απογοητεύτηκε μάλλον, με ρώτησε γιατί είναι σημαντικές οι πεταλούδες και οι μεταξοσκώληκες, άρχισα να του λεώ κάτι για μοντέλα και για γονίδια και μηχανισμούς που είμαι βέβαιος ότι δεν κατάλαβε γρυ. Μετά με ρώτησε με τι ασχολούμαι εγώ αυτοπροσώπως, αλλά επειδή βιαζόμουν να μπω μέσα στην αίθουσα του απάντησα κάτι τσάτρα-πάτρα και ότι καλύτερα να απευθυνθεί σε άλλους πιο γκράντε προφεσόρους συνέδρους που κυκλοφορούσαν (και μιλούσαν και ελληνικά) κι αυτός με ευχαρίστησε και πάνω στη σύγχιση έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή τσέπης και με απαθανάτισε. «Έχει γούστο...», σκέφτηκα μπαίνοντας τελευταίος και καταϊδρωμένος ενώ ο ομιλητής ήταν ήδη στο βήμα και είχε ξεκινήσει την παρουσίαση.

Την επομένη μου έφεραν την τοπική εφημερίδα λέγοντας «ωραία η συνέντευξή σου, αλλά η φωτογραφία, καίτοι ασπρόμαυρη, δε σε κολακεύει πολύ, σε δείχνει κάπως ευτραφή». Η «συνέντευξη» ήταν ένα συμπίλημα που ανακάτευε ατάκτως πεταλούδες, ιούς και νευρικό σύστημα, και η ηλίθια φάτσα της φωτογραφίας ήταν πταίσμα μπροστά στα ασυνάρτητα που φερόμουν να λέω. Για όσους μπορούσαν να τα καταλάβουν βέβαια: κράτησα το απόκομμα πάντως να το δείξω στη μαμά μου, η οποία το διάβασε αργότερα κατασυγκινημένη που ο γιόκας της δίνει συνεντεύξεις - έστω και στα Χανιώτικα Νέα - και μετά το δίπλωσε και το έκρυψε κάπου κατά την προσφιλή της συνήθεια ώστε να ανακαλυφθεί από αρχαιολόγους τον 25ο αιώνα. Πάντως κάποια στιγμή ο δημοσιογράφος επανεμφανίστηκε, με χαιρέτησε από μια απόσταση και πήγε να συνεντευξιάσει πιο σημαντικά πρόσωπα. Έτσι την άλλη μέρα είχε μια εκτεταμένη συνέντευξη της παλιάς μου καθηγήτριας στο Αθήνησι στην τοπική εφημερίδα και μια πιο συνοπτική παρουσίαση («σαλόνι» τετράστηλο όμως) στην Ελευθεροτυπία, με έγχρωμη φωτό αυτή τη φορά. Το ένα φέρνει το άλλο, και την επομένη υπήρχε τρισέλιδο στην τοπική εφημερίδα με συνέντευξη του επικεφαλής του εργαστηρίου που δούλευα τότε στο Δημόκριτο και σχεδόν ολόκληρο το σαλόνι της Ελευθεροτυπίας. Όχι μόνο έγχρωμη φωτό (ατυχώς τον πέτυχε με βερμουδίτσα παραλίας και μάλλον αξύριστο) αλλά και μίνι βιογραφικό. Ο διαπρεπής καθηγητής που ήρθε μετά από μια μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό κλπ.

Βέβαια για τους ανθρώπους του συναφιού μας οι εν λόγω συνεντεύξεις προκαλούσαν πηγαίο γέλιο: οι ερωτήσεις ήταν επιπέδου «κάτι-συγκλονιστικό-συμβαίνει-και-δε-μας-το-λέτε», ο εκάστοτε συνεντευξιαζόμενος προσπαθούσε να πει διάφορα μεγαλοπρεπή επιστημονικά με απλό και εύληπτο τρόπο αλλά εμφανώς βρισκόταν σε άλλο μήκος κύματος. Τι τα θες, τι τα γυρεύεις, η «επιστημονική επικοινωνία» είναι μια τέχνη που δε διδάσκεται στις σχολές επιστημών. Στο τέλος ερχόταν πάντα η κουβέντα στο αν το κράτος βοηθάει την έρευνα με επιχορηγήσεις και ερευνητικά προγράμματα και ίσως ο ιδιωτικός τομέας επίσης και εκεί μπορούσε βέβαια να γελάσει άκοπα ο κάθε πικραμένος. Το συνέδριο τελείωσε κάποτε, αν και πριν γυρίσουμε στην Αθήνα χτυπούσαν ήδη διάφορα τηλέφωνα για συνεντεύξεις από ραδιόφωνα κυρίως. Τι ακριβώς γίνεται στην Κρήτη με τα Λεπιδόπτερα; Και βασικά, τι είναι αυτά τα Λεπιδόπτερα, επιτέλους;

Μετά μπήκε ο Σεπτέβρης και γυρίσαμε στις συνήθεις δραστηριότητες και το πράγμα ψιλοξεχάστηκε. Ωστόσο την επόμενη χρονιά είχαμε πάλι συνέδριο στο Κολυμπάρι, με θέμα μια ενδιαφέρουσα ορμόνη που κάνει τα έντομα να αλλάζουν επιδερμίδα (είναι κάπως πιο περίπλοκο από όσο σας το λέω, πιστέψτε με πάντως ότι αξίζει τον κόπο να κάνεις συνέδριο γι’ αυτό το πράγμα – ή τέλος πάντων άξιζε το 2002). Ο γράφων ήταν τύποις «Γραμματεία Συνεδρίου», ιδιότητα που του εξασφάλισε και πάλι την τιμή να γράψει ένα δελτίο τύπου. Η λέξη κλειδί ήταν φυσικά «ορμόνη», αν και εντόμων. Ο συνήθης ύποπτος ανταποκριτής εμφανίστηκε για την καθιερωμένη συνέντευξη, αλλά αυτή τη φορά με παρέκαμψε και πήγε κατευθείαν στα σημαντικά πρόσωπα. Ο επικεφαλής ήταν καλά προετοιμασμένος, βγήκε φωτογραφία επαρκώς γραβατωμένος, και τοποθετήθηκε επί παντός του επιστητού. Ατυχώς δεν ζήτησε να δει τη συνέντευξη πριν δημοσιευτεί, αρκούμενος στη διαβεβαίωση ότι θα μπουν όλα όπως τα είπε.

Ωστόσο ο αρμόδιος συντάκτης ύλης (εικάζω...) είχε άλλη γνώμη, κι έκανε μια κοπτοραπτική στο κείμενο κατά το δοκούν. Οι σχετικοί με το αντικείμενο άνθρωποι θα εξέφραζαν το λιγότερο απορία για τα λεγόμενα, αλλά ο μέσος αναγνώστης (έστω αυγουστιάτικος) διάβασε ότι υπάρχει μια φοβερή ορμόνη που σε κάνει να αλλάζεις δέρμα και το μυστικό της το έχουμε στο Δημόκριτο κλειδωμένο σε κάτι μεταξοσκώληκες. Επίσης το κράτος δε δίνει λεφτά στην έρευνα αλλά ευχαριστούμε το Υπουργείο Ανάπτυξης που μας χρηματοδότησε παρόλα αυτά το νευρικό σύστημα και κάτι ιούς που το χαλάνε. Ή μπορεί και να το φτιάχνουν, δεν ήταν πολύ σαφές. Εμείς πάντως ευχαριστούμε. Από πάνω ο τίτλος ήταν κάτι σαν «Ορμόνες στους ιούς του νευρικού συστήματος στο Κολυμπάρι – πρωτοποριακή έρευνα στο Δημόκριτο». Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν.

Πέτυχα το δημοσιογράφο σε ένα επιστημονικό μπαράκι της παλιάς πόλης των Χανίων όπου μας πήγε η εντόπιος φίλη Αριάδνη, κοινή γνωστή με τον άνθρωπο. Έκανα πως διαμαρτύρομαι αναδρομικώς· μου εξήγησε ότι του είχαν πει για εξάστηλο αλλά τελικά το έκαναν τετράστηλο και ο υλατζής έκοψε ό,τι γούσταρε, με αποτέλεσμα να προκύψει σαλάτα. Βέβαια πολλοί το είδαν, λίγοι το αντελήφθησαν. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν πάλι και ο καθηγητής δεν έχασε την ευκαιρία να δώσει μερικές ραδιοφωνικές διευκρινίσεις, ειδικά ως προς το ρόλο του Υπουργείου. Είπε και τις μαγικές λέξεις «Αριστεία» και «Προϊόντα προστιθέμενης αξίας» και τους μπέρδεψε τελείως. Αλλά μετά ήρθε πάλι Σεπτέβρης και πήγε ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Κι εμείς στον εργαστηριακό μας πάγκο.

Την επόμενη χρονιά είχε πάλι Λεπιδόπτερα στο Κολυμπάρι, αλλά πλέον είμασταν όλοι καλά προετοιμασμένοι. Ο γνωστός και μη εξαιρετέος εμφανίστηκε ως συνήθως και πήγε καρφωτός στον αρχηγό, ούτε καλησπέρα δεν είπε στην πλέμπα. Η συνέντευξη κύλησε ομαλά καθώς ήταν πλέον σαφές το μάλλον χαμηλό επίπεδο πολυπλοκότητας στο οποίο έπρεπε να απευθύνεται κανείς στο «ευρύ κοινό», καθώς και η ανάλογη απλοϊκή γλώσσα. Καλού κακού όμως, τον βάλαμε να υποσχεθεί ότι θα στείλει το κείμενο για έλεγχο σε εμάς πριν πάει στην εφημερίδα, ώστε να αποφευχθούν τυχόν παρατράγουδα. Όντως, κάποια στιγμή το κείμενο ήρθε, με φαξ. Ατυχώς ήταν εξίσου φρικαλέα κοπτοραπτική με την προηγούμενη χρονιά: τα βιομηχανικά προϊόντα μπλεκόντουσαν με τη σκλήρυνση κατά πλάκας και οι ιοί των εντόμων με τις πατέντες και τα υπουργεία με την ελονοσία. Κάτσαμε με τον καθηγητή και διορθώναμε για ώρα, ενώ γύρω μας εξελισσόταν το event «Κρητική βραδιά» όπου φολκλορικά συγκροτήματα χόρευαν αντάμα με παραληρούντες Ιάπωνες. Στο τέλος κάναμε το κείμενο σουρωτήρι από τις διορθώσεις, αλλά τουλάχιστον δεν έλεγε σαχλαμάρες. Συγχαρήκαμε αλλήλους και τρέξαμε να προλάβουμε τη ρακή πριν την εξαφανίσουν οι ασιατικές ακρίδες.

Την άλλη μέρα το κείμενο δημοσιεύτηκε όπως ακριβώς το είχαμε φτιάξει, ολοσέλιδο με φωτό άψογη του καθηγητή κουστουμαρισμένου και καλοξυρισμένου. Ατυχώς όμως είχαμε παραβλέψει μια μικρή λεπτομέρεια: ο τίτλος που δέσποζε στη σελίδα ήταν κάτι σαν «Πρωτοποριακή θεραπεία για τον καρκίνο από Έλληνες ερευνητές». Κοίταξα τον καθηγητή με μισό μάτι.

- Του αναφέρατε τίποτα για καρκίνο;
- Από πού κι ως πού καρκίνο; Μήπως του είπες τίποτα εσύ;
- Μα ούτε καν του μίλησα.


Αργότερα ένα φίλος στην Ελευθεροτυπία μου διευκρίνισε ότι τους τίτλους τους βγάζει ο υλατζής, όχι ο συντάκτης του κειμένου, οπότε ο φουκαράς ο ανταποκριτής ήταν αθώος του αίματος. Ωστόσο ο εν λόγω καρκίνος πυροδότησε έναν απίστευτο καταιγισμό τηλεφωνημάτων και δημοσιευμάτων. Ο καθηγητής από τη μια απολάμβανε τη δημοσιότητα, από την άλλη πάλευε να διορθώσει τις λάθος εντυπώσεις. Εις μάτην, βέβαια, καθώς μέρα με τη μέρα το πράγμα φούντωνε με δημοσιεύματα και κόντρα δημοσιεύματα, που προς μεγάλη μου έκπληξη έφτασαν ως τις πρώτες μέρες του Σεπτέβρη, όταν ελλάσσων αντιπολιτευόμενη εφημερίδα το χτύπησε πρωτοσέλιδο: «Γιατί η κυβέρνηση δεν χρηματοδοτεί την πρωτοποριακή έρευνα του Δημοκρίτου για τον καρκίνο;». Ευτυχώς δεν τη διάβαζαν και πολλοί, και λίγες μέρες αργότερα, με τη βοήθεια και των εξαγγελιών του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ και της φήμης για επικείμενες εκλογές, το πράγμα ξεφούσκωσε.

Προσώρας.

- . - . -

Μια μέρα κατά τις δέκα-δεκαπέντε του Σεπτέβρη, μια κυρία αρκετά περασμένης ηλικίας εμφανίστηκε στην πύλη του Δημοκρίτου και ζήτησε να δει τον κ. Καθηγητή. Για καλή του τύχη, ο άνθρωπος έλειπε στο εξωτερικό. Τη ρώτησαν στην πύλη αν ήθελε να δει κάποιον άλλον από το εργαστήριο, και τελικά την πήγαν σε έναν ερευνητή Β’ βαθμίδας που συνεργαζόταν. Η κυρία ζήτησε (πολύ ευγενικά, είναι αλήθεια) να της δώσουν το φάρμακο για τον καρκίνο, γιατί ο άντρας της ήταν πολύ άρρωστος. Ο ερευνητής ήταν ξένος και έκανε πως δεν καταλαβαίνει καλά ελληνικά, την παρέπεμψε στην επιστροφή του καθηγητή. Η κυρία ευχαρίστησε και έφυγε. Ο ερευνητής ήρθε και με βρήκε αρκετά ταραγμένος και μου είπε τα καθέκαστα. Ευτυχώς η κυρία δεν ξαναφάνηκε. Ευτυχώς για μας δηλαδή.

Χρόνια μετά, χαζεύω τα παλλόμενα χρωματοφόρα κύτταρα ενός καλαμαριού να δονούνται στο ρυθμό ενός τραγουδιού ραπ. Στην από πάνω είδηση, ο πρόεδρος της Αλβανίας διαψεύδει ότι διεξάγονται κρυφά συνομιλίες με την Ελλάδα για τα θαλάσσια σύνορα και κατηγορεί τους δημοσιογράφους ότι τα γράφουν αυτά επειδή δεν έχουν τίποτα άλλο να γράψουν αυτή την εποχή.

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις.

26/8/12

Έξι και ένα στιγμιότυπα Αυγούστου - 2012

(Ιστορίες σε ικαριακό ντεκόρ που ακούστηκαν το καλοκαίρι του 2012 αν και ενδεχομένως έχουν διαδραματιστεί αρκετά παλαιότερα).

Μερικά από τα χρώματα της Δύσης (ή ίσως της Ανατολής), κάπως πειραγμένα από τους καπνούς της φωτιάς στη Χίο, λίγο βορειότερα.

Φεύγουν μισομεθυσμένοι και κατάκοποι ξημερώματα από το πανηγύρι και έχουν πολύ οδήγημα μπροστά τους για να γυρίσουν πίσω στο χωριό. Ο συνοδηγός αποκοιμιέται ταχέως και ο οδηγός νυστάζει επίσης, οπότε του βάζει τις φωνές:

- ΜΙΛΑ μου ρε, κράτα με ξύπνιο, μη με πάρει ο ύπνος και σκοτωθούμε πουθενά.
- Και τι να σου λέω; απορεί ο συνοδηγός. Αφού δε μου 'ρχεται τίποτα.
- Ότι να 'ναι λέγε, φτάνει να μου μιλάς.

Ο συνοδηγός κοιτάει γύρω-γύρω μέχρι που βρίσκει το κατάλληλο ερέθισμα:

- Κοίτα τι ωραία χρώματα που έχει η Δύση...
- ΠΟΙΑ ΔΥΣΗ, βρε μαλάκα τέτοια ώρα; ΑΝΑΤΟΛΗ είναι.

Και ο άλλος με ειλικρινή απορία:

- Ε, και; Τα ίδια χρώματα δεν έχουν;

- . - . -

Ο μάστορας έχει μόλις βάλει τα κάγκελα στη βεράντα αλλά ο νοικοκύρης δε φαίνεται ευχαριστημένος. Τα πιάνει και τα τραντάζει με δύναμη.

- Κουνιούνται, λέει στα μάστορα, να τα στερεώσεις πιο καλά.

Ο άλλος τα στερεώνει πάλι με εξτρά υλικό, τα δείχνει στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος πάλι τα τραντάζει και δεν φαίνεται να πείθεται ιδιαίτερα:

- Πάλι κουνιούνται, να τα ξαναστερεώσεις.

Ο μάστορας τα στερεώνει και τρίτη φορά ακόμα πιο καλά, και τα δείχνει πάλι στον ιδιοκτήτη, που τα τραντάζει για πολλοστή φορά:

- Βρε ακόμα κουνιούνται, επιμένει.
- Μη φοβάσαι, τον καθησυχάζει ο μάστορας. Και τ' αρχίδια μου κουνιούνται αλλά μετά από τόσα χρόνια ακόμα 'εν έχουν πέσει.

- . - . -

Έτερος μάστορας καλείται να επισκευάσει ένα ταλαιπωρημένο πλυντήριο. Μετά από κάμποση ώρα προσπάθειας, φωνάζει την ιδιοκτήτρια.

- Έχεις μπλε μπογιά;
- Τι να την κάνω; απορεί η γυναίκα.
- Να το βάψεις μπλε πριν το πετάξεις στη θάλασσα, να μη φαίνεται.

- . - . -

Στο πανηγύρι της Ακαμάτρας, κάπως έρχεται η κουβέντα για το ποιό είναι το πιο μεγάλο σόι της Ικαρίας. Άλλος λέει οι τάδε, άλλος οι δείνα, άκρη δε βγάζουν και στο τέλος ρωτάνε έναν παρακαθήμενο παλιό χωριανό να τους πει την άποψή του.

Το σκέφτεται λίγο σοβαρά ο τύπος και εν τέλει μετά από ώριμη σκέψη το βρίσκει:

- Οι γαμπροί.

- . - . -

Το περιστατικό συνέβη προ ετών όταν υπήρχε ακόμα αυτόνομο υπουργείο Αιγαίου με έδρα τη Μυτιλήνη. Μικροεπιχειρηματίας με ποικίλες επαγγελματικές δραστηριότητες με έδρα τις Ράχες Ικαρίας, επεδιώκει να εντάξει την επιχείρησή του σε κάποια από τις περίφημες Δράσεις της ΕΕ για την ενίσχυση της περιφέρειας. Μετά από επίμονες προσπάθειες, κατορθώνει με τα χίλια ζόρια και με τη μεσολάβηση κάποιου (αρμόδιου υπηρεσιακού παράγοντα, μην πάει στο κακό το μυαλό σας) να κλείσει ραντεβού με τον υπουργό Αιγαίου στη Μυτιλήνη, ώστε να του αναπτύξει το επιχειρηματικό πλάνο της επένδυσης και για ποιο ρόλο θα πρέπει να ενταχθεί στις εν λόγω Δράσεις. Μετά από ένα μακρύ και περιπετειώδες ταξίδι, επιστρέφει στην Ικαρία και ο μεσολαβητής τον ρωτάει μόλις τον βλέπει:

- Λοιπόν, τι έγινε στη Μυτιλήνη;
- Α, πολύ ώραία πόλη, δεν είχα ξαναπάει. Γύρισα και το νησί λίγο, καταπληκτικά ήτανε!
- Καλά, εντάξει αυτά, στο ραντεβού με τον υπουργό τι έγινε;
- Α, μωρέ, με πήρε ο ύπνος, και δεν πήγα τελικά.


(Και για την ιστορία, ο άνθρωπος ΔΕΝ είναι Καριώτης - για να μη λένε μερικοί ότι και καλά «γεννιέσαι, δεν γίνεσαι». Γίνεσαι και παραγίνεσαι...).

- . - . -

Δεν είναι βέβαιον για ποια εκκλησία πρόκειται, έχει ακουστεί ότι αφορά την Ανάληψη στο Γιαλισκάρι αλλά ίσως τον Άγιο Αλέξανδρο στους Κουνιάδους ή μια άλλη στους Βρακάδες. Πάντως ο μύθος αναφέρει ότι κατά την κατασκευή (ή την αγιογράφηση) έπρεπε να έχει προβλεφθεί ένας χώρος στον τρούλο για να ιστορηθούν οι Δώδεκα Απόστολοι. Ωστόσο από κακό υπολογισμό φέρεται να χώρεσαν μόνο έντεκα τελικά. Ο τεχνίτης έτυχε μια ορισμένης κριτικής, και όταν κάποτε βαριέστησε να ακούει τα σχετικά σχόλια φημολογείται ότι αντέδρασε λέγοντας:

- Βρε άμε στο διάολο, 'εν τους ήφταναν οι έντεκα, ηγήρευαν να τους κάμω και τον Ιούδα; Μα 'εν ήτανε προδότης αυτός;

Βρε σαστισμένοι καλά καλά είστε, μου φαίνεται...


- . - . -

Η ιστορία είναι από ένα παλιό πανηγύρι, μάλλον στο Μαυράτο. Την εποχή εκείνη όλα γίνονταν ρεφενέ, κι όσοι δεν είχαν να προσφέρουν κρασί ή κρέας ή κάτι τέτοιο προσέφεραν προσωπική εργασία ή ότιδήποτε άλλο χρειαζόταν. Κάποιος τέτοιος λοιπόν ρωτάει κάποια στιγμή στο κελί τι να κάνει και του λένε να φέρει μια σκάφη για να βάλουν το βραστό όπως βγαίνει από το καζάνι (για την παρασκευή του ζωμού). Πρόθυμος λοιπόν αυτός, πάει να φέρει τη σκάφη από το σπίτι του, λίγο πιο πέρα.

Περνάει μια ώρα, περνάνε δύο, περνάνε τρεις και πέντε, φυσικά στο μεταξύ το βραστό έχει γίνει πλέον και ο ζωμός έχει σχεδόν καταναλωθεί και κάποτε βλέπουν τον τυπάκο να έρχεται αργά-αργά κουβαλώντας παραμάσκαλα και την (άχρηστη, πλέον) σκάφη.

- Βρε ήντα ήκανες τόσην ώρα; απορούν οι συγχωριανοί.

Και ο άνθρωπος, αφοπλιστικά:

- Ήρκουμουν...

(Σ.Σ. Ερχόμουνα...)

Ταμπέλα που απαγορεύει την κατασκήνωση στην παραλία Λιβάδι Αρμενιστή.


Στιγμιότυπα Αυγούστου 2011 εδώ.

Στιγμιότυπα 2010 εδώ κι εδώ.

Στιγμιότυπα 2009 εδώ.

23/8/12

Καλεσμένος

Ιστορικής αξίας φωτογραφία από συγκέντρωση στην πλατεία Ευδήλου το 2007 εναντίον της καύσης σκουπιδιών στη χωματερή (ΧΑΔΑ) στο Φύτεμα. Η συγκέντρωση πραγματοποίητο μέσα σε νέφος καπνού και οσμή καιομένου πλαστικού.

Την εποχή που ελάμβανε χώρα η παρούσα ιστορία, κάπου το 1991 αν θυμάμαι καλά, έκανα κάτι χαρούμενες μεταφοιτητικές διακοπές, έχοντας μόλις ξεκινήσει μια διατριβή με θέμα κάποια σαλιγκάρια στο Αιγαίο κυρίως. Αφού είχα ολοκληρώσει τη συλλογή υλικού (δηλαδή σαλιγκαριών σε διάπαυση· μιας ώρας συλλογή και μιας βδομάδας χαλάρωση στην Αμοργό), είχα παραδώσει το «υλικό» στο εργαστήριο και εξοντωμένος από την πολλή δουλειά (που ως γνωστόν τρώει τον αφέντη) είχα πάει να ξεκουραστώ στην Ικαρία παρέα με τον εκ της ορεινής Θεσπρωτίας συμμαθητή και φιλαράκο μου το Χρήστο, που ήταν στην ομάδα που βγάζαμε κάποτε το περιοδικό «Μπορεί...». Είχε ακούσει πάμπολλα για την Ικαρία τόσα χρόνια και ήθελε να τα δει από κοντά. Τα είδε όλα βέβαια ο άνθρωπος, εκτός από τη ραδιοφωνική εκπομπή που του είχα τάξει.

Δυο χρόνια νωρίτερα είχα (με άλλη παρέα) σαρώσει τα ερτζιανά από τα μικρόφωνα του διαδημοτικού ΙΚΑΡΙΑ FM, εγχείρημα που ετελεύτησε άδοξα μεσοχείμωνα (βλ. εδώ κι εδώ). Αυτή τη φορά ο ας πούμε «ιδιωτικός» σταθμός που υπήρχε, με τους ίδιους συντελεστές πάνω-κάτω, λεγόταν «Ικαριακή Ραδιοφωνία», στεγαζόταν στο σπίτι ενός από τα ιδρυτικά στελέχη και λειτουργούσε με δανεικά μηχανήματα. Ωστόσο τα μικρόφωνά του δεν ήταν και τόσο ανοιχτά στους πάντες με την ίδια άνεση που αυτό συνέβαινε στο πρώτο εγχείρημα, και με μια ορισμένη έκπληξη συνειδητοποίησα ότι η πρότασή μου για «κοινωνικο-πολιτικο-πολιτιστική» εκπομπή δεν συνάντησε και καμιά ιδιαίτερα θερμή ανταπόκριση (χωρίς να μου πει κανείς ακριβώς «όχι», αλλά με κάτι «ναι μεν, αλλά», κάτι «άσε να δούμε από βδομάδα», κάτι «η μάνα σου τι κάνει, καλά είναι; Χαιρετισμούς δώσ’ της»).

Χαιρετισμούς έδωσα, πλην όμως εκπομπή δεν πήρα (ενώ άλλοι γνωστοί και φίλοι έκαναν αβλεπί και απροβλημάτιστα αφιερώματα από σκυλάδικο μέχρι χέβι μέταλ) μέχρι που στο τέλος επείσθην ότι υπήρχε σχέδιο οιονεί «προληπτικής λογοκρισίας». Σκέφτηκα ότι διάφοροι εκ των προ διετίας συντελεστών (που ήταν όπως είπαμε οι ίδιοι πάνω-κάτω με τους νυν) δεν είχαν χαρεί φοβερά με τις (μάλλον βαρύγδουπες εν τέλει αλλά τέλος πάντων...) τοποθετήσεις της τότε εκπομπής μας για τα πράγματα της νήσου και της χώρας. Ίσως ήταν επόμενο οι εν λόγω συντελεστές, ανεξάρτητα αν θα συμφωνούσαν ή όχι με τα περιεχόμενα των σχολίων μου (ή και άλλων βέβαια), να μην ήθελαν ενδεχομένως να τα χρεωθούν. Καλού κακού λοιπόν, έδιναν αβέρτα χρόνο για χαβαλέ και μουσικούλα «ό,τι να ‘ναι» σε όποιον ζήταγε, αλλά το σχολιασμό της επικαιρότητας και τις εκπομπές γνώμης έλεγαν μάλλον να τα κρατήσουν υπό έλεγχο.

Διαμαρτυρήθηκα φυσικά σε δύο από τους συντελεστές (που ετύγχαναν και συγγενείς άλλωστε, εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας, οπότε θα έτσουζε λίγο η διαμαρτυρία και σε επιπέδο σογιού) και εξίσου φυσικά οι άνθρωποι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους ότι ΠΟΤΕ δεν τους πέρασε τέτοιο πράγμα από το μυαλό και ΦΥΣΙΚΑ μπορούσα να πω ό,τι γούσταρα και ΑΛΟΙΜΟΝΟ, ξάδελφος ων, να φαντάζομαι τέτοια πράγματα, πλην όμως μια και είχαν δώσει ήδη όοοοοολο το χρόνο (- Όλο; - Ε, ναι, ναι, όοοοολο) σε άλλους παραγωγούς μήπως θα μπορούσα να εμφανιστώ κάπου εμβόλιμα; Ας πούμε όχι ως παραγωγός του σταθμού (τς τς τς, φτου κακά...) αλλά, ξέρω γω, ως «καλεσμένος»;

- Καλεσμένος; Τίνος καλεσμένος;
- Δικός μου
, είπε μεγαλόθυμα ο εξ’ αίματος ξάδελφος. Έλα αύριο το απόγευμα.
- Και υπό ποία ιδιότητα θα με καλέσεις δηλαδή; Ως το μικρό σου ξαδελφάκι;
- Ως επιστήμονα. Βιολόγος δεν είσαι; Διδακτορικό δεν κάνεις; Να πεις για το περιβάλλον.
- Μα επιστημονικώς δεν ασχολούμαι με το περιβάλλον. Με το DNA ασχολούμαι.
- Δεν πειράζει, πάλι πιο πολλά ξέρεις από μας. Δώσε μου και τις ερωτήσεις έτοιμες να σου τις κάνω να τις απαντάς.
- Πάρτε όση ώρα θέλετε, και δυο και τρεις ώρες, δεν πειράζει
, συμπλήρωσε ο εξ’ αγχιστείας ξάδελφος που ξαφνικά ξέχασε ότι ήταν δοσμένος όοοοολος ο χρόνος και εγώ δε χώραγα ως αυτόνομος παραγωγός.
- Μα αυτά θέλουν προετοιμασία, θέλουν κείμενα... είπα να επιμείνω στις αντιρρήσεις μου.
- Εντάξει, δεχόμαστε, με άφησε σύξυλο ο Χρηστάκης που ως «ξένος» μέχρι τότε ήταν τμήμα του ντεκόρ. Θα ετοιμάσουμε κείμενα και μουσική. Αύριο κατά τις έξι στο στούντιο καλά είναι;
- Μια χαρά! έσπευσε να συμφωνήσει ο εξ’ αίματος, κι έδωσε τα χέρια με το φίλο μου. Κι εσείς βιολόγος είστε;
- Οικονομολόγος, ειπε ο κολλητός, κάνοντας ένα χρονικό άλμα στο μέλλον κι ένα ακόμα στο γνωστικό αντικείμενο μια και ήταν καθυστερημένα δευτεροετής στη Διοίκηση Επιχειρήσεων της Βιομηχανικής (νυν Πανεπιστήμιο) Πειραιά.
- Έξοχα, άλλωστε το περιβάλλον έχει και οικονομική διάσταση, συμπλήρωσε ο εξ’ αγχιστείας κι έφυγε τρέχοντας μην τυχόν και αλλάξουμε γνώμη στο μεταξύ.

Αφού απομακρυνθήκαμε επαρκώς και από τον εξ’ αίματος ξάδελφο έριξα στο φιλοξενούμενό μου το χέσιμο που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Με άκουσε υπομονετικά, ατάραχος. Στο τέλος είπε «Ρε μαλάκα, σιγά μη και σε άφηναν να κάνεις εκπομπή. Εσύ θα τα έχωνες στην κυβέρνηση, στην αντιπολίτευση και στον πλανήτη όλο και θα είχες άποψη και για το πραξικόπημα εναντίον του Γκορμπατσώφ». Όντως, ήταν οι μέρες που κατέρρεε η Σοβιετική Ένωση, και ορισμένοι στην Ικαρία έβλεπαν τα τανκς ως ελπίδα του σοσιαλισμού. Φυσικά και θα έπαιρνα θέση: εναντίον των τανκς και πιθανώς ικανής μερίδας των συμπατριωτών μου. Αντίθετα, ως καλεσμένος θα μπορούσα να πω ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι χωρίς να τους προβληματίζει ιδιαίτερα. Τώρα αυτό άραγε ήταν καλό ή κακό; Εναλλακτικά πάντως είτε δεν θα έκανα εκπομπή είτε θα έκανα με Νέο Κύμα ή με New Wave, το ίδιο έκανε, αλλά πάντως χωρίς σχόλια. Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι είχε δίκιο, παρότι δεν ήθελα να έχουμε πέσει αμαχητί. «Ωραία, κάτσε στρώσου τώρα να στήσουμε την εκπομπή μέχρι αύριο».

Η εκπομπή σχεδιάστηκε επί της άμμου (πώς λέμε «επί χάρτου») στα Σπάσματα, διότι είχε βρωμόκαιρο και το κύμα θέριζε παραέξω (ειδικά κάτι άμαθους Ηπειρώτες σαν το φίλο μου). Έγραψα μια ανάλυση για τα αδιέξοδα του τεχνολογικού πολιτισμού, τη φενάκη της διαρκούς ανάπτυξης, τις οικολογικές προτεραιότητες, την οικονομική διάσταση της οικολογίας (να βολευτούν όλες οι ειδικότητες). Κόψαμε το κείμενο σε κομμάτια που θα διαβάζαμε εναλλάξ (είχε καλή φωνούλα για ραδιόφωνο ο μπαγάσας, είχε κάνει και τον ηθοποιό μια εποχή), και βάλαμε κατάλληλα «μουσικά σχόλια» ενδιάμεσα. Δε μπήκα στον κόπο να ετοιμάσω σικέ ερωτήσεις για τον οικοδεσπότη ξάδελφο, αυτό έλειπε άλλωστε. Έβαλα όμως κείμενο για την αποίμενη κτηνοτροφία (κοινώς κατσίκια) και την υπερβόσκηση, τις πυρκαγιές, την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων που οδηγεί σε πλημμύρες με τις επόμενες βροχές, σε διάβρωση και εν τέλει ερημοποίηση. Θέμα ικαριακού ενδιαφέροντος: αν δεν προσέξουμε θα γίνουμε Μύκονος και άλλα τέτοια. Όχι από πλευράς τουρισμού· από πλευράς βλάστησης κυρίως. Δεν ήταν εντελώς απαλλαγμένο από συναισθηματισμό, αλλά επιστημονικά έστεκε. Και είχε σχέση με τα τοπικά θέματα, όσο μπορούσα να σκεφτώ. Εντάξει, με DNA ασχολούμαι, είπαμε...

Εμφανιστήκαμε στην ώρα μας με κειμενάκια, δισκάκια και κασετούλες ανά χείρας. Από Εφιάλτη της Περσεφόνης μέχρι Άκη Πάνου. Μπήκαμε στο «στούντιο» την ώρα που ο Νάσος διάβαζε το δελτίο ειδήσεων. Το πραξικόπημα ήταν ακόμα σε εξέλιξη, αλλά μάλλον δεν τα πήγαινε και πολύ καλά. Η παλινόρθωση του υπαρκτού δεν φαινόταν και τόσο αυτονόητη τελικά. Ενώ έπεφτε το σήμα του σταθμού, ο εξ’ αίματος ξάδελφος έπιασε το ένα μικρόφωνο, εγώ το διπλανό και ο Χρήστος το τρίτο. Ο ξάδελφος με παρουσίασε στο κοινό ως wannabe διδάκτορα και περίπου ως ειδήμονα επί παντός του επιστητού (ιδιότητα που διάφοροι μου έχουν αποδώσει ενίοτε, σκωπτικά μάλλον). Διαβάζαμε τα κειμενάκια μας με τη δέουσα σοβαρότητα αν και με κάποιο τρακ, η μουσική επεφτε ανάμεσα, η ώρα περνούσε με κάποια απρόοπτα (κάποια στιγμή κάποιος τηλεφώνησε και είπε ότι δεν ακουγόταν τίποτα και μας πήρε λίγη ώρα μέχρι να καταλάβουμε ότι ο Χρήστος απήγγειλε εμφατικώς το κειμενάκι του σε κλειστό μικρόφωνο), μέχρι που κάποτε ξεμείναμε από κειμενάκια και σχεδόν και από μουσικούλα. Ο ξάδελφος με κοίταξε ερωτηματικά.

- Πού είναι οι ερωτήσεις;
- Δεν ετοίμασα. Δεν έχεις δικές σου;
- Καλά, θα βρω
, είπε αδιάφορα, κι έβαλε ένα δίσκο της Λένας Πλάτωνος, το «Μη μου τους κύκλους τάραττε» στο τραγούδι «Σκουπίδια πέραν της ατμόσφαιρας». Ύστερα έπαιξε λίγο με τα κουμπάκια στην κονσόλα, κατέβασε τη μουσική, ανέβασε το μικρόφωνό του και ρώτησε on air:

- Και ποια είναι η γνώμη σου για τα σκουπίδια;

Άρχισα να μιλάω για ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση και οργανικά λιπάσματα και άλλα τέτοια κινέζικα. Ο ξάδελφος με διέκοψε.

- Ναι, βέβαια, αλλά σε σχέση με τα σκουπίδια και τις πυρκαγιές και τα δάση και τα ρέματα που μας έλεγες πιο πριν...

Τον κοίταξα με μια ορισμένη απορία· δεν έβγαζα νόημα. Με καθησύχασε ενώ ξανάβαζε το τραγουδάκι από την αρχή. Ύστερα επαναδιατύπωσε την ερώτηση λέγοντας για έναν άνθρωπο που σε κάποια δημόσια συζήτηση περί περιβαλλοντικών ζητημάτων προ καιρού στην Ικαρία, είχε επιχειρηματολογήσει υπέρ ενός «απλού και οικολογικού» συστήματος διαχείρισης όλων των σχετικών προβλημάτων: Αντί να πετάμε τα σκουπίδια σε χωματερές, τα πετάμε στα ρέματα. Μετά τα θάβουμε και φυτεύουμε από πάνω δέντρα. Έτσι με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: και σκουπίδια δεν έχουμε, και δάση ή καλλιέργειες έχουμε. Άσε που δεν αυτοαναφλέγονται τα σκουπίδια για να κάψουν τα δάση. Και μπορούμε να καλλιεργούμε και τα ρέματα με τα σκουπίδια για λίπασμα. Λοιπόν, ποια είναι η γνώμη μου ως ειδικού;

Τα αυτιά μου κατσαρώσανε. Έκανα νόημα «τάιμ άουτ». Ο ξάδελφος ξανάβαλε τη μουσική· την ίδια Λένα Πλάτωνος για τρίτη φορά. Είπα τη γνώμη μου κατ' αρχήν off air:

- Μα ποιος τις λέει αυτές τις μαλακίες;
- Τι σημασία έχει; Άμα σου πω θα είσαι προκατειλλημένος εναντίον του επειδή δεν είναι ειδικός.


Σε κάποιον πήγε το μυαλό μου, αλλά είπα να το επιβεβαιώσω πριν βάλω τις φωνές.

- Δηλαδή έχει σπουδάσει κάτι; Τι ειδικότητας είναι;
- Έχει σημασία τώρα αυτό; Αν ήταν μηχανικός δηλαδή ή βιολόγος θα ήταν εντάξει;
- Πάλι μαλακία θα ήταν, αλλά ασυγχώρητη. Αν είναι άσχετης ειδικότητας ή αν είναι αγράμματος μπορεί να του δώσουμε ένα πόντο λόγω άγνοιας ή ασχετοσύνης.


Μου αποκάλυψε ποιος ήταν: αυτός που φανταζόμουν. ΄Οντως, ήταν σπουδαγμένος σε κατιτί αν και πραγματικά δεν είχε καμμιά σημασία η ειδικότητα των σπουδών του. Ο άνθρωπος δεν ήταν ξερόλας της σειράς σαν εμένα, ανήκε στα αλήθεια (και ακόμα ανήκει) σε εκείνη την κατηγορία του «ειδικού» επί των πάντων που μπορεί να είναι ηγέτης γκρουπούσκουλου, γκουρού θρησκευτικής σέχτας, εναλλακτικός θεραπευτής, τηλεοπτική περσόνα, αναζητητής κρυμμένων μυστικών, δημοσιογράφος και συγγραφέας ιδίοις αναλώμασι, ή όλα τα παραπάνω μαζεμένα σε ένα. Τι να σου κάνουν οι σπουδές αν τα ξέρεις ήδη όλα; Του έδωσα τον πόντο πάντως και δεν τον κάρφωσα επωνύμως όταν άνοιξαν πάλι τα μικρόφωνα.

- Κοίταξε, εμένα η ειδικότητά μου είναι στο DNA, όχι στο περιβάλλον, αλλά δεν ξέρω, μπορεί ο άνθρωπος που αναφέρεις να είναι πιο ειδικός. Αλλά και θεολογία να έχεις σπουδάσει που λέει ο λόγος, μπορείς να φανταστείς βέβαια τι θα γίνει άμα τυχόν βρέξει...
- Άμα βρέξει;
- Ε, ναι. Να έχεις μπαζώσει τα ρέματα, να τα έχεις γεμίσει σκουπίδια, και μετά να βρέξει. Κάπου θα πρέπει να πάει το νερό, δε θα πρέπει;
- Θα πρέπει,
αναγκάστηκε να συμφωνήσει ο ξάδελφος.
- Και δεν εννοώ τον κατακλυσμό του Νώε, συνέχισα τις βιβλικές αναφορές. Μια βροχούλα μιας-δυο ημερών κάπως δυνατή, νομίζω μπορεί να κατεβάσει όλα τα θαμμένα σκουπίδια.
- Κι αν το νερό δε μπορεί να μπει στα φραγμένα ρέματα;
- Ε, τότε θα πάει από αλλού. Από τους δρόμους. Απ’ τα χωράφια. Απ’ τους αναβαθμούς. Αλλά από κάπου θα πάει, δε θα πάει;


Ο ξάδελφος παραδέχτηκε ότι μάλλον από κάπου θα πήγαινε. Τελικά η απλή και οικολογική ιδέα μπορεί να μην ήταν ούτε τόσο απλή ούτε τόσο οικολογική. Κλείσαμε την εκπομπή με ευχαριστίες, χωρίς να χρειαστεί να ξαναβάλουμε την Πλάτωνος για τέταρτη φορά. Ο Νάσος ετοιμάστηκε για το τελευταίο δελτίο ειδήσεων της ημέρας. Το πραξικόπημα μάλλον έπνεε τα λοίσθια.

Πέρασαν εικοσιένα χρόνια. Ο Γκορμπατσώφ ξεχάστηκε σχεδόν παντού, και ο υπαρκτός σοσιαλισμός λίγο ως πολύ επίσης (στην Ικαρία όχι εντελώς, πάντως). Ο Χρήστος ξαναπέρασε μια βόλτα το δύσκολο καλοκαίρι του ’93 αλλά μετά έκανε οικογένεια και δεν φάνηκε πια στο νησί· τον βλέπω αραιά και που για κάνα καφέ άμα έρθω Ελλάδα. Ο σταθμός έζησε κάποια χρόνια κι έσβησε· σήμερα υπάρχει ένας ομώνυμος σταθμός στον Άγιο Κήρυκο, που δε νομίζω να έχει κάποια οργανική σχέση με τον προ εικοσιενός ετών σταθμό του Ευδήλου. Ο καλός κύριος με τη φοβερή ιδέα να σκουπιδομπαζώσουμε τα ρέματα έτυχε αργότερα μιας αμφίβολης δημοσιότητας για άσχετους λόγους, πάντως εγώ τον πέτυχα το 2007 ως ομιλητή σε μια διαμαρτυρία εναντίον της καύσης των σκουπιδιών στη χωματερή· οφείλω να ομολογήσω ότι ήταν σαφώς πιο διαβασμένος και δεν είπε καμιά αντίστοιχη αρλούμπα, μάλιστα ορθώς επεσήμανε την ανάγκη να μένουν τα ρέματα ανοιχτά για να περνάνε τα νερά. Καλή ιδέα: το 2010 έβρεξε στ’ αλήθεια πολύ, η Ικαρία πλημμύρισε (κυρίως στα δυτικά), κάποιοι πνίγηκαν, και οι δρόμοι είναι ακόμα μισοκατεστραμμένοι, αν και ορισμένοι ακόμα αδυνατούν (ή αρνούνται) να αντιληφθούν ποια σχέση έχουν τα κατσίκια και η υπερβόσκηση με όλα αυτά. Ο ξάδελφος έκανε κι αυτός διδακτορικό και τώρα είμαστε δύο οι σοφοί και με τη βούλα στην ευρύτερη οικογένεια. Εγώ ακόμα με το DNA ασχολούμαι, λίγο ως πολύ.

Πάντως όλα αυτά τα χρόνια δε με κάλεσε κανείς άλλος στο ραδιόφωνο, υπό καμμία ιδιότητα, επιστημονική ή άλλη.

Και Λένα Πλάτωνος δεν πολυπαίζουν, νομίζω.


Σ.Σ. Η ιστορία μου ξανάρθε στο μυαλό πρόσφατα, με αφορμή κάποιες επικείμενες κινητοποιήσεις για τα ικαριακά σκουπίδια. Αν και οι «ξένοι» (μη Καριώτες) εκ των αναγνωστών πιθανότατα δεν θα το έχουν υπόψιν τους, η Ικαρία δεν έχει (ακόμα) κάποιο οργανωμένο και λειτουργικό σύστημα διαχείρισης των απορριμάτων, και (παρανόμως, εικάζω) τα θάβει σε αυτοσχέδιες χωματερές. Οι προσπάθειες να συγκροτηθεί κάποιο σύστημα διαχείρισης είναι για την ώρα ατελέσφορες, έχοντας σκοντάψει σε τοπικιστικές και μικροκομματικές αντιπαραθέσεις (ευγενικά το γράφω...), στην αδιαφορία για την ανακύκλωση (που φυσικά όλοι τη θέλουν γενικώς αλλά ελάχιστοι την εφαρμόζουν ειδικώς) και στη γενική πεποίθηση ότι το πρόβλημα δε μας αφορά αν δεν είναι στην αυλή μας (αλλά αλοίμονο αν βρεθούν στη «δική μας» χωματερή τα σκουπίδια των «άλλων», οπότε ξαφνικά ποιος είδε το λαό και δεν τον φοβήθηκε).

Φυσικά το πρόβλημα δεν είναι σημερινό, και επί χρόνια θυμάμαι τα σκουπίδια της κεντρικής-βορείου Ικαρίας να πετιούνται σε μια γκρεμίλα παρά θιν’ αλός (κυριολεκτικά), να αναφλέγονται κατά καιρούς (πιθανώς αυτοβούλως) και να σκεπάζονται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν από παρατυχόντα μπάζα. Θυμάμαι όταν κάναμε διαμόρφωση του οικοπέδου του νυν σπιτιού της οικογένειάς μου, τα φορτηγάκια να ξεφορτώνουν τα μπάζα επί των φλεγόμενων σκουπιδιών και να κατρακυλάνε όλα μαζί προς τη θάλασσα: ιστορικές εμπειρίες! Με τα χρόνια το πρόβλημα ψευτομασκαρεύτηκε σε μια υποτυπώδη χωματερή που τουλάχιστον δεν κατρακυλούσε, αλλά πού και πού άρπαζε φωτιά (ενίοτε και τα πέριξ) γεμίζοντας ανάλογα με τον αέρα τον Εύδηλο ή τη Μεσαριά με μια χαριτωμένη οσμή καιόμενης πλαστικής σακούλας, και σπέρνοντας την ανησυχία στους ντοματοκαταναλωτές για τυχόν επιπτώσεις στην τροφική αλυσίδα με διοξίνες και τέτοια, και στους ντοματοπαραγωγούς για τυχόν επιπτώσεις στην τιμή του προϊόντος.

Αλλά την εποχή της ιστορίας μας χωματερή δεν υπήρχε ακόμα· τα σκουπίδια μας κατρακυλούσαν ησύχως από το γκρεμό προς τη θάλασσα, φλεγόμενα ενίοτε. Και ανεζητείτο μια μόνιμη, βιώσιμη, ορθολογική λύση.

Αναζητείται ακόμα, εννοείται.

3/8/12

Σα σχοινοτενές ανέκδοτο

Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Γερμανοί και τόσοι άλλοι, για μια μπυρίτσα στο αίθριο.

Καθόμαστε να πιούμε μια μπύρα στο αίθριο λίγο πριν κλείσει το κυλικείο. Δυο Ισπανίδες, ένας Γιαπωνέζος, ο Έλλην μπλόγκερ, μια Πορτογαλίδα. Κάπως έρχεται η κουβέντα στις τοπικές ταυτότητες, το από πού είναι ο καθένας μας τοπικά. Γρανάδα, Μάλαγα, περίχωρα Μαδρίτης, Τόκιο, Ικαρία. Η Πορτογαλίδα το μπερδεύει λίγο το πράγμα: οικογένεια Πορτογάλων από τη Μοζαμβίκη, με καταγωγή από την (ινδική πλέον) Γκόα. Το δέρμα της είναι ένα-δυο τόνους πιο σκούρο από το συνηθισμένο, αλλά τόσο καιρό δεν είχε πάει το μυαλό μου στη Γκόα, σκεφτόμουν ότι θα κρατάει από τους Moriscos, τους Άραβες ή Βέρβερους που έχασαν τους θρησκευτικούς πολέμους πριν καμμιά χιλιετία και ξέμειναν μετά στη χερσόνησο. Υπάρχουν αρκετοί «ψιλοσκούροι» στον πληθυσμό. Και μερικοί κατάμαυροι, όλοι εξίσου Πορτογάλοι πολιτισμικά, πολλούς αιώνες τώρα. Χωρίς να μετρήσουμε αποικίες και σκλαβοπάζαρα.

Τις προάλλες έγραφα χάριν παιδιάς στα social media ότι η έκθεση στο αλλότριο, στο διαφορετικό, βοηθάει στο να αποκτήσει κανείς ανοσία στο ρατσισμό και την ξενοφοβία. Το «χάριν παιδιάς» κολλάει στο ότι έδινα συμβουλές σε φίλους Κρητικούς να αυξήσουν την έκθεσή τους στους ξένους: οι Λασιθιώτες στους Ανωγειανούς (και τανάπαλιν), οι Χανιώτες στους Ηρακλειώτες κλπ. Κάποιοι φίλοι σκωπτικά σχολίασαν (επίσης χάριν παιδιάς) ότι στο τέλος θα ζητάω να έρχονται Αγιώτες (Σ.Σ. κάτοικοι του Αγίου Κηρύκου Ικαρίας) στον Εύδηλο (Ικαρίας επίσης, 40 χιλιόμετρα πιο δω). Ομολογώ ότι παλιότερα θα ήμουν κάπως καχύποπτος στην ιδέα («Τι θέλουν αυτοί εδώ; Να μας φάνε τις γκόμενες;») αλλά τώρα που έχω υποστεί λόγω ikariamag μια ορισμένη έκθεση στους εξωτικούς κατοίκους του Παπιστάν (προσοχή, με «πι» γράφεται), αισθάνομαι έτοιμος να δεχτώ στον άμεσο περίγυρο όχι μόνο Ραχιωτίνες και Μαγγανιωτίνες αλλά και Αγιώτες και ενδεχομένως (θου, κύριε...) μέχρι και Σαμιώτες, που λέει ο λόγος.

Βέβαια παίζοντας με τη διττή σημασία της λέξης «ξένος» στα καριώτικα (που δηλώνει κατά βάσιν τον οποιοδήποτε δεν κατάγεται από το νησί) μπορεί κανείς να σκαρώνει διάφορα λογοπαίγνια κατά βούληση, τι γίνεται όμως με τους «ξένους-ξένους»; Αρχίζω και μετράω νοερά τους «ξένους» συναδέλφους που συνάντησα και συναναστράφηκα τα τελευταία χρόνια. Χρονολογικά. Ντιόγκο, Λουκ, Σύλβια, Σοφία, Ανίσσα, Ντανιέλ, Τόμας, Σουζάνα, Ροδίκα, Ρίτα, Εντνίλντο. Από την Αθήνα στην Κρήτη. Τζων, Κριστίνα, Πάβελ, Ντη. Μεριέμ, Άντριου, Κλαούντια, Αντρές, Γιοχάνες. Ξεχνάω κανέναν; Α, ναι, Μάουρα. Και μετά έξω. Χωρίς να μετράω τους Ολλανδούς που γνώρισα στην Ολλανδία. Έχουμε και λέμε, Πατρίτσια, Πωλ, Ρίτα, Άνα, Αντρέ, Σιουξάνα, Όσκαρ, Ανιέσκα, Αντρέας, Τζοάνα. Εδώ στη Λισσαβώνα, των αυτοχθόνων εξαιρουμένων και πάλι. Ρομπέρτο, Ελβίρα, Λέιλα, Μανουέλ. Κοτάρο, Μπάρμπαρα. Κρίστεν, Σάρα, Τακάσι, Μάρτα. Τελειώσαμε; Κάνας άλλος;

Φτιάχνω μια λίστα με τις εθνότητες, αναδρομικά μιας δεκαετίας. Πορτογάλοι οκτώ (ταξιδιάρικος λαός, ομολογουμένως). Ιταλίδες δύο. Ισπανοί τρεις (ένας Καταλανός, δυο Καστιλλιάνες – αυτές που έχω απέναντί μου). Ιρλανδός ένας. Γερμανοί τέσσερις, η μία εκ των οποίων κατά το ήμισι Κορεάτισσα. Βέλγοι δύο (φλαμανδικής καταγωγής). Ήταν και μια γαλλόφωνη Βελγίδα στο Λέιντεν, αλλά ίσα που την πρόλαβα, δε μετράει. Δυο Γαλλίδες, εκ των οποίων η μία κατά το ήμισι Μαροκινή, η άλλη κατά το ήμισι Αλγερινή. Μια Λιβανέζα, μάλλον παλαιστινιακής καταγωγής. Μια Ρουμάνα. Βραζιλιάνοι δύο, εκ των οποίων η μία ιαπωνικής προέλευσης. Ιάπωνες καθαροί, δύο. Άγγλοι τρεις, η μία εκ των οποίων ινδικής καταγωγής. Δύο Πολωνοί, εκ των οποίων η μία «ολλανδοποιημένη». Μια Ρωσίδα. Ένας Χιλιανός. Μια Καναδέζα. Ένας Σουηδός με αφρικανικές ανησυχίες. Μια Αμερικανίδα. Ένας Μεξικάνος, απώτερης ελβετικής καταγωγής. Μια ξενιτεμένη Ολλανδέζα. Ένας απ’ τη Βενεζουέλα. Μοιάζει λίγο σα σχοινοτενές ανέκδοτο.

Μία από τις Ισπανίδες διηγείται μια ιστορία με έναν τρελαμένο πελαργό στο χωριό της που έφτιαχνε τεράστιες φωλιές κλέβοντας ρούχα από τις απλώστρες και άλλα πράγματα του χωριού. Κάθε 2-3 χρόνια οι χωριανοί ανέβαιναν στο καμπαναριό (με γερανό) και αποκαθήλωναν τη φωλιά η οποία είχε γίνει τόσο μεγάλη και βαριά που κινδύνευε η στατικότητα του κτιρίου. Μετά ο καθένας έπαιρνε πίσω ό,τι του είχε κλέψει ο πελαργός (άλλο σε τι κατάσταση το έβρισκε, βέβαια), ο οποίος με ζήλο ξανάρχιζε να φτιάχνει μια καινούργια φωλιά εξίσου τεράστια. Η ιστορία μου θυμίζει απέξω απέξω μια άλλη ημιτελή ιστορία με ένα σταχτοτσικνιά και ένα δρυοκολάπτη που πάσχιζα κάποτε να συνθέσω με αφορμή τις αφηγήσεις μιας Ρουμάνας πρώην συναδέλφου στην Αθήνα (τώρα έχει γυρίσει στην πατρίδα της). Σκέφτομαι ότι θα της άρεσε η εκδοχή της Ισπανίδας, αλλά προφανώς οι δύο κοπέλες δεν έχουν συναντηθεί ποτέ και πουθενά και πιθανότατα δεν πρόκειται να συναντηθούν έξω από αυτή την ανάρτηση.

Ξανασκέφτομαι τους ξένους που γνώρισα στη δουλειά (ξέχωρα από άλλους πολλούς εκτός ακαδημαϊκού κυκλώματος), τις διαδρομές τους πάνω στο χάρτη και μέσα στο χρόνο. Με άλλους συμπαθηθήκαμε και ταιριάξαμε και είμαστε σχεδόν φίλοι, με άλλους πάλι όχι και τόσο. Τι κοινό έχουν αυτοί οι άνθρωποι μεταξύ τους; Τη βάσκανο μοίρα του περιπλανώμενου επιστήμονα (ή μάλλον του περιπλανώμενου γενικά, αν και είναι αλήθεια ότι η επαγγελματική «φυλή» μας δυσκολεύεται να ριζώσει λιγάκι περισσότερο από όσο ο γενικός πληθυσμός). Και όλοι τους, μα όλοι, έχουν τουλάχιστον έναν κοινό γνωστό – εμένα. Μπορεί κάποτε να διηγούνται μια ιστορία σαν αυτή και να λένε «ήταν ένας Έλληνας που...».

Και θα 'μαι για όλους τους ένας «ξένος» – ένας από αυτούς που συνάντησαν κάποτε καθ’ οδόν.


Υ.Γ. Και γιατί δε μας το λες κι όλο κάθεσαι και κλαις;


Ξένος ήμουνα αλλά εσύ είσαι ο ξένος πια, και δίπλα μου όπως ζεις τη μέρα μου ενοχλείς, που λέει και ο στιχουργός (με ρεφραίν το ντεμέκ Ικαριώτικο του Κονιτόπουλου... Ας είναι...)