ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/3/12

Μια νύχτα στον κόσμο

Προς κατάργηση: το αύριο, η εργασία, το σχολείο, ο γκόμενος, το εισιτήριο επιστροφής (της), ο χρόνος και η καριέρα του Τζάστιν Μπίμπερ (ή όπως αλλιώς τον λένε), σε έναν τοίχο στην Αλφάμα ή ίσως τη Μουράρια, Λισσαβώνα. (φωτό Κ.Α.)

Αποχαιρετιστήκαμε με τον Πέδρο και τη Σουζάνα και προχωρήσαμε προς την πιάτσα του Chiado. H Άνα προθυμοποιήθηκε να εξηγήσει πορτογαλιστί στον ταξιτζή πού πηγαίναμε ακριβώς· της είπα να του πει ότι πάμε στο σταθμό του Οέιρας για αρχή, κι από κει θα τον οδηγούσα εγώ με τα αλάνθαστα πορτογαλικά μου. Τη σταυροφιλήσαμε, είπαμε τα απαραίτητα obrigado, και χωθήκαμε στο ταξί, εγώ μπροστά ως οικοδεσπότης, το παπί και ο ψηλός πίσω. Είχα έναν προβληματισμό αν χώραγαν τα πόδια του στα καθίσματα του ταξί, αλλά με διαβεβαίωσε ότι τα καταφέρνει. Για το παπάκι δεν είχα κανέναν προβληματισμό, τόσα χρόνια που την ξέρω πια κι από παπάκι έχει μεταμορφωθεί σε ώριμη μεταναστευτική πάπια με διδακτορικό, σε μέγεθος δεν έχει αυξηθεί καθόλου, οπότε όπου τη βάλεις χωράει. Χώρεσε λοιπόν και στο πορτογαλικό μου διαμέρισμα μια χαρά, φέρνοντας και τον ψηλό στις αποσκευές, επιτρέποντάς μου να ανταποδώσω τη φιλοξενία στο σπίτι τους στο Παρίσι.

Τελευταίο τους βράδυ στη Λισσαβώνα, βράδυ γενεθλίων για ορισμένους, μάζεψα τους (μετρημένους) φίλους μου για φαγητό και ποτάκι. Πρόσθεσα τελευταία ώρα και τα παιδιά από το εργαστήριο - μερικοί μάλιστα ήρθαν κιόλας - σε μια νυχτερινή βολτίτσα στο Bairro Alto και στα μπαράκια της Bica. Κάποιοι ήταν στη γειτονιά, άλλοι είχαν κανονίσει άλλα πράγματα, βράδυ Παρασκευής που κανονικά δεν προβλέπεται πρωινό ξύπνημα την επομένη. Βέβαια οι θαμώνες των εργαστηρίων δε χαμπαριάζουν από τέτοια, οπότε η Αντελίνα και η Μάρτα έφυγαν μετά από μια μπυρίτσα. Η Ρίτα εμφανίστηκε κάποια στιγμή μαζί με την παρέα της κι έκατσαν λίγο μαζί μας στο ορθάδικο δίπλα στις γραμμές του ακίνητου τραμ. Η Ελβίρα ήταν εκεί γύρω αλλά η παρέα της είχε άλλα σχέδια, άρτι αφιχθέντες από Ισπανία. Ο Ρομπέρτο είχε μπέιμπυ-σίτιγκ και ο Γιάννης επίσης. Η Φιλίπα είχε μια άλλη υποχρέωση, όπως και η Λέιλα. Αυτοί. Όχι και λίγοι. Ούτε πολλοί.

Αλλά καθώς μέναμε κολλημένοι στην κίνηση του κέντρου της πόλης (κίνηση άγνωστη τις προηγούμενες μέρες για τη συγκεκριμένη ώρα της νύχτας) ρώτησα τα παιδιά του πίσω καθίσματος πώς τους φάνηκε η φάση. Ο ψηλός είπε ένα ελληνοπρεπέστατο «πω πω πω πω πω» που έχει μάθει να λέει, αλλά την κουβεντούλα τη συνέχισα με το παπί στα ελληνικά. Κάπου εκεί παρενέβη ο ταξιτζής, που προς μεγάλη (έως τεράστια) έκπληξή μου, μίλησε αγγλικά (που μας εξήγησε μετά ότι τα έμαθε από κασέτες του BBC) και ρώτησε τι γλώσσα είναι αυτή που μιλάμε. "Grego" του είπα, εξασκώντας το σύνολο σχεδόν των πορτογαλικών μου γνώσεων. "A, Grego, much money" έκανε ο ταξιτζής, τρίβοντας ταυτόχρονα τα δάχτυλά του σύμφωνα με τη διεθνή χειρονομία που σημαίνει τα λεφτά. Έσπευσα να συμπληρώσω (μη μου θίξουν την εθνική αξιοπρέπεια) ότι και οι Πορτογάλοι μια χαρά τα πάνε· ο οδηγός συμφώνησε κουνώντας εμφατικά το κεφάλι. Ύστερα ρώτησε αν είμαστε όλοι Έλληνες.

Φυσικά και δεν είμασταν· οι Έλληνες και οι Πορτογάλοι χωράγαμε μια χαρά στα καθίσματα του ταξί, ο Γάλλος της παρέας είχε στρίψει αστραγάλους και γόνατα και είχε πάρει μια περίεργη κλίση. Δηλώσαμε την εθνικότητά του· αυτομάτως, ο ταξιτζής ενθουσιάστηκε. Μας είπε ότι έχει γεννηθεί στη Γαλλία και έχει μεγαλώσει στο Παρίσι. Ήτανε μάλιστα και στο Μάη του '68 (εδώ τον κοίταξα καχύποπτα διότι τίποτα πάνω του δεν παρέπεμπε σε Πορτογάλο αντιπρόσωπο της λαϊκής συνέλευσης της Σορβόννης), αν και διευκρίνισε ότι τα γεγονότα τα είχε δει από την τηλεόραση, πιτσιρικάς ων («α, είπα κι εγώ...»). Το παπί τον ρώτησε γαλλιστί πότε έφυγε από το Παρίσι, και ο άνθρωπος άρχισε να μιλάει γαλλικά (προς μεγάλη μου απογοήτευση γιατί δεν έπιανα και πολλά, οπότε κάμποσα από αυτά που μεταφέρω είναι δεύτερο χέρι).

Έφευγε συχνά. Λόγω δουλειάς - οδηγός σε φορτηγά. Κάποτε κόλλαγε κάπου και ξέμενε εκεί. Στο Βέλγιο, Βρυξέλλες. Στο Παρίσι (σε κάτι φτωχικά προάστια μεταναστών, όπως μου διευκρίνισε το παπί αργότερα). Στη Λισσαβώνα. Κάθεται λοιπόν τώρα εδώ και κάνει τον ταξιτζή. Αλλά δεν έχει πλέον λεφτά το επάγγελμα. Πριν την κρίση παίρνανε ταξί, τώρα τους βλέπεις και πάνε όλοι με τα πόδια (μας έδειξε κάτι διαβάτες στη νυχτερινή λεωφόρο). Ακόμα και αργά τη νύχτα, με τα πόδια. Μόνο οι τουρίστες παίρνουν ταξί, που τους φαίνεται φτηνό. Ουσιαστικά έχει δουλειά μόνο το σαββατοκύριακο, τη νύχτα. Αυτός δουλεύει νύχτα. Γενικά δε μπορεί να κάτσει σε ένα μέρος. Για λίγα χρόνια ίσως, όχι για πολύ. Άμα βρει κάνα καλό πόστο, θα πάει αλλού. Αλλά πού να πας; Παλιά, όταν δεν βγαίνανε τα πράγματα σε ένα μέρος, πήγαινες αλλού. Οι γονείς του πήγαν μετανάστες στη Γαλλία, μπορούσες τότε ακόμα να πας στην Αμερική. Τώρα πού να πας; Στη Βραζιλία; Στην Αφρική; Ίσως στην Αφρική, αλλά είναι δύσκολο. Αυτός θέλει να πάει στην Αυστραλία, αλλά η κόρη του έχει προβλήματα και έχει ανάγκη το μπαμπά της. Μένει εδώ λοιπόν. Τον λένε Ζοζέ. Έχει τρία παιδιά. Από τρεις γυναίκες. Βρυξέλλες, Παρίσι, Λισσαβώνα, ένα παιδί σε κάθε πόλη. Η Αυστραλία μπορεί να περιμένει για την ώρα.

Αφήνει τη Μαργινάλ (την παραλιακή) και μπαίνει στους δρόμους του Οέιρας. Κάτω από τη γέφυρα του λέω ευγενώς "frente" (ευθεία) διότι δεξιά θα μπλέξουμε και αριστερά θα βρεθούμε πίσω από τις γραμμές του τραίνου. Το γυρίζει στα αγγλικά και ρωτάει αν είμαστε τουρίστες. Από το πίσω κάθισμα του διευκρινίζουν ότι εγώ δεν είμαι, δουλεύω εδώ. Ο Ζοζέ με κοιτάει με ανανεωμένο ενδιαφέρον. "Direito" (δεξιά), λέω ήσυχα στην επόμενη διασταύρωση. Περνάμε την εκκλησία και ρίχνω και το τελευταίο πυρομαχικό να σκάσει: "Esquerda" - τουτέστιν αριστερά. Ο Ζοζέ μου λέει ότι μιλάω εξαιρετικά πορτογαλικά. Του λέω obrigado, αλλά έχω πρφανώς εξαντλήσει όλο μου το λεξιλόγιο με το αναπόφευκτο "Eu não falo Portugués" (δε μιλάω Πορτογαλικά). Ο Ζοζέ συνεχίζει ατάραχος την κουβέντα στα γαλλικά: είχε λέει πριν λίγο καιρό πάρει κούρσα κάτι Εβραίους, και τους τρέλανε μιλώντας τους εβραϊκά, δηλαδή τέσσερις με πέντε λέξεις που είχε μάθει στο Παρίσι. Ισχυρίζεται ότι τους έπεισε ότι τα ξέρει καλά, και ότι έτσι πρέπει να κάνω κι εγώ με τα πορτογαλικά, είμαι σε καλό δρόμο.

Φτάνουμε μπροστά στο σπίτι και μη έχοντας διαθέσιμη πορτογαλική λέξη λέω "Ici" (γαλλιστί "εδώ"). Ο Ζοζέ κουνάει το κεφάλι εντυπωσιασμένος. Τον πληρώνω με ένα χαρτονόμισμα και ένα δυσανάλογα μεγάλο κέρμα τα οποία τσεπώνει επιτόπου χωρίς καμμία διάθεση να μου δώσει τα ρέστα όπως συνηθίζουν οι Πορτογάλοι. Μάλλον γενναιόδωρο φιλοδώρημα, σκέφτομαι, αλλά από την άλλη με τρία παιδιά σε τρεις πόλεις ίσως να το χρειάζεται λίγο περισσότερο. Αποχαιρετιούνται θερμά γαλλιστί με το παπί και τον ψηλέα, και σκέφτομαι ότι ακόμα κι αν τα μισά από όσα έλεγε είναι μούφα, μια ωραία ιστορία αξίζει πάντα μια δίκαιη ανταμοιβή.

Ύστερα σκέφτομαι την ταινία Night on Earth του Τζάρμους, πέντε ιστορίες με ταξιτζήδες που διαδραματίζονται ταυτόχρονα σε διάφορα μέρη του κόσμου, και σκέφτομαι να ρωτήσω τα παιδιά αν την έχουν δει. Αλλά είναι ταινία του 1991 και αυτοί τότε ήταν εφτά-οχτώ χρονών μόνο.

Ίσως να την έχει δει ο Ζοζέ, λέω, αλλά το ταξί στρίβει αριστερά στη Φιγκερίνια και απομακρύνεται με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο.

Έχει αρκετό δρόμο για να επιστρέψει στη Λισσαβώνα.

24/3/12

Αληθινή

Ακαμάτρα, 16/8/2009, ξημέρωμα μετά το πανηγύρι.

Ξανάρθε στην Ικαρία το καλοκαίρι που μας πέρασε, εικοσιδύο χρόνια μετά από την τελευταία φορά. Είχε κάμποσα να δει και να θυμηθεί, και υπήρξαν κάμποσοι που ήθελαν να τον δουν και να τον θυμηθούν. Ορισμένοι σαν κάτι το αξιοπερίεργο (Καριώτης μοναχός στο Άγιο Όρος, κάπως σπάνιο πράγμα ακούγεται), άλλοι από ειλικρινή διάθεση να κουβεντιάσουν μαζί του, να δουν και να ακούσουν. Έμεινε κάμποσες μέρες· ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο λειτούργησε στην Παναγία τη Λέφαινα, στην Ακαμάτρα, πιο πριν έκανε και μερικές παρακλήσεις στον Εύδηλο. Τα πρωινά γύριζε το νησί, πηγαίνοντας σε μέρη που ως παιδί ή ως έφηβος δεν είχε επισκεφτεί. Πήγε στο Μουντέ και στη Θεοσκέπαστη, και στον Αη-Γιώργη πάνω στο Κάστρο του Κοσκινά.

Ένα πρωί βρέθηκε στις Ράχες, σε κάποιο σπίτι όπου τον περίμεναν για να κουβεντιάσουν μαζί του. Κάπως γύρισε η κουβέντα στα καριώτικα ονόματα, και αναφέρθηκε ειδικά το όνομα «Αληθινή». Τα τελευταία χρόνια βέβαια τα μικρά τα βγάζουν άλλοτε «Αθηνά» κι άλλοτε «Αλίκη» ή κάπως έτσι, αλλά η παραδοσιακή ονομασία (της γιαγιάς της εν λόγω Αθηνάς ή Αλίκης, ας πούμε) είναι με το βαφτιστικό «Αληθινή». Τον ρώτησαν αν το είχε συναντήσει και αλλού το όνομα, αν υπήρχε κάποια σχετική Αγία ή κάτι τέτοιο. Δεν είχε ακούσει κάτι. Ωστόσο μια κυρία ξένη (τουτέστιν όχι καριωτίνα…) ανέφερε ότι της είχαν πει κάποτε για κάποια εικόνα που λεγόταν «Παναγία η Αληθινή» που την είχαν φέρει πρόσφυγες από τη Μικρασία κάπου στην Πελοπόννησο, στην Πάτρα μάλλον. «Ενδιαφέρον» είπε εκείνος, «να το ψάξουμε».

Το έψαξα κι εγώ για μερικά δευτερόλεπτα στο γκουγκλ· βρήκα ένα χωριό που λέγεται Αληθινή στην Κρήτη, στην πεδιάδα της Μεσαράς, δίπλα στις Μοίρες. Θυμήθηκα ότι είχα περάσει από κει κάποτε και μου ήρθε φευγαλέα η εικόνα μιας χιλιοπυροβολημένης πινακίδας στην είσοδο του χωριού. Σύμφωνα με τη Βικιπαιδεία, το χωριό έχει εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά για εικόνα δε βρήκα τίποτα, ούτε εκεί, ούτε αλλού πουθενά. Το ξέχασα σύντομα το ζήτημα.

Εκείνος πάλι δεν το ξέχασε, το έψαξε κατά πως φαίνεται, αν και χωρίς διαδίκτυο. Πριν κάποιο καιρό με πήρε τηλέφωνο στη Λισσαβώνα και μεταξύ άλλων μου ανακοίνωσε και τα πορίσματα της έρευνας.

- Λοιπόν, δεν υπάρχει.
- Τι δεν υπάρχει;
- Εικόνα με το όνομα Αληθινή. Ούτε στην Πάτρα ούτε πουθενά.


Λογικό μου φάνηκε εδώ που τα λέμε, στα πλαίσια της ορθόδοξης παράδοσης όλες οι εικόνες της Παναγίας αληθινές πρέπει να είναι, δεν φαντάζομαι να είναι καμιά ψεύτικη.

- Βρήκα όμως το όνομα στη «Μεγάλη ορθόδοξη χριστιανική εγκυκλοπαίδεια», συνέχισε.
- Και τι λέει;
- Αληθινή: όνομα γυναικείο, προερχόμενο από την πασχαλινή αντιφώνηση «Αληθώς Ανέστη».
- Τι, αυτό είναι όλο;
- Έτσι λέει.


Έκλεισα το τηλέφωνο με μια ορισμένη αίσθηση ανικανοποίητου· κάτι μου έλειπε. Από δω το έφερα, από ‘κει το είχα, προβληματίστηκα γιατί να το συναντάμε μόνο στην Ικαρία το όνομα και όχι αλλού; Εκτός πάλι αν όπως το κρύβουν ή το παραλλάσσουν σήμερα οι καριωτίνες, το κρύβουν και αλλού, με μεγαλύτερη επιτυχία ίσως. Έτσι κι αλλιώς ζούμε στην εποχή της Νεφέλης, της Δάφνης και της Αριάδνης (συγγνώμη, κορίτσια...), για Αληθινές θα μιλούμε τώρα;

Πάντως όταν ξαναμιλήσουμε με τον αδελφό μου στο τηλέφωνο, ελπίζω να θυμηθώ να ρωτήσω μήπως η «Μεγάλη ορθόδοξη χριστιανική εγκυκλοπαίδεια» έχει λήμμα και για το όνομα «Μοσχούλα».

Ίσως και για μερικά ακόμα, ρίχτε καμμιά ιδέα.


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στις Ελεύθερες Πτήσεις του ikariamag στις 15/3/2012. Έκτοτε έχω δεχτεί προτάσεις να διερευνήσω την προέλευση των ονομάτων Μοσχούλα (φυσικά), Ανθοδέσμη (υπάρχει), Πάτρα (χωρίς Κλεο- μπροστά) και Φιλιώ (ευκολάκι...). Μερικοί το έχουν πάρει σοβαρά το «ρίχτε καμμιά ιδέα»...

Τη φωτογραφία την έχω ξαναβάλει, εδώ.

17/3/12

Κάτι μένει

Amstel park, Amsterdam, 11/3/2012. Ζεστή μέρα, σχεδόν πορτογαλική...

Η μέρα ήταν κάπως ζεστή ακόμα και για Λισσαβώνα, και κάμποσοι κυκλοφορούσαν με κοντομάνικα και γυαλιά ηλίου. Τα γυαλιά τα φόρεσα κι εγώ καθώς έβγαινα στην αποβάθρα του σταθμού του Οέιρας, αλλά η υπόλοιπη εμφάνισή μου πρέπει να παραξένευε αρκετά τους ανθρώπους γύρω, καθώς μέσα από το αντιανεμικό-αδιάβροχο-διαπνέον μπουφανάκι υπήρχε έτερο μπουφανάκι φλις και πιο μέσα πουλόβερ ζιβάγκο. Από τη μια τσέπη του αντιανεμικού προεξείχε (έστω διπλωμένο) ένα μακρύ κασκώλ, και από την άλλη μπορούσες να διακρίνεις το σκουφί και τα γάντια. Μια κάπως ξεχειλωμένη τσάντα υπολογιστή συμπλήρωνε το συνολάκι, κάπως παράταιρο, είναι αλήθεια, στην καλοκαιρινή σχεδόν μέρα.

Μια ώρα αργότερα ήμουν στο αεροδρόμιο· είχα άφθονο χρόνο να χαζέψω στα μαγαζιά. Αγόρασα ένα πόρτο, ένα πορτογαλικό σαλάμι-λουκάνικο ή κάτι τέτοιο, ένα τοπικό τυρί και δυο γλυφιτζούρια από άσπρη σοκολάτα, ένα με γαλάζια τρουφάκια κι ένα με ροζ. Φαντάστηκα ότι θα είναι επαρκή. Προσγειώθηκα στο Άμστερνταμ λίγο πριν τις οκτώ το βράδι, τοπική ώρα. Ο Τάσος μου έστειλε μήνυμα να τον περιμένω στο γνωστό σημείο. Την ώρα που έβγαινα από το Σίπχολ με χτύπησε το ολλανδικό κρύο· όχι υπερβολικό, αλλά αρκετό για να κουμπώσω φλις και αντιανεμικό και να περάσω το κασκώλ από πάνω. Ο σκούφος και τα γάντια δε χρειάστηκαν, καθώς ο φίλος εμφανίστηκε αμέσως σχεδόν.

- Η αγαπημένη σου σε περιμένει, μου είπε.

Τη συμφωνία μαζί της ότι θα ξαναγυρίσω την είχαμε κλείσει πριν φύγω από την Ολλανδία. Η σχέση μας έχει περάσει από διάφορες διακυμάνσεις, καθώς ως γυναίκα και ως ανθρωπος είναι πολύ ευσυγκίνητη. Όταν με πρωτογνώρισε, πριν δυο χρόνια, η πρώτη της αντίδραση ήταν να βάλει τα κλάματα, και συνέχισε να κλαίει κατά περιόδους για όσο καιρό (όχι πολύ) συγκατοικούσαμε. Τη δικαιολογούσα βέβαια, καθώς τότε ήταν στην κρίσιμη ηλικία των δεκατεσσάρων μηνών, και δυσκολευόταν να εκφραστεί διαφορετικά. Τώρα πια όμως μιλάει κανονικά και ενίοτε ζητάει από το μπαμπά να ανοίξει το σκάιπ για να μιλήσει μαζί μου, και με ρωτάει πότε θα έρθω να τη δω. Η σχέση μας έχει πλέον τεθεί σε άλλες βάσεις (με τη βοήθεια βέβαια και της σοκολάτας που επιστρατεύω εν είδει δωροδοκίας κατά καιρούς), οπότε όχι μόνο δεν κλαίει πια αλλά γελάει κατευτυχισμένη καθώς σκαρφαλώνει πάνω μου κι εγώ την περιστρέφω ή της κάνω τουμπίτσες.

Βέβαια είναι με τα φεγγάρια της, καθώς την επόμενη μέρα μετατρέπει μια ήρεμη βόλτα στο συννεφιασμένο Άμστερνταμ σε μια μεγάλη περιπέτεια με καταδιώξεις, κατεβασμένα μούτρα, κλάματα και φωνές, σοκολάτα βιενουά, σάντουιτς με τυρί Oud Amsterdam, καραμελίτσες χύμα, χυμό μήλου, ντοματόσουπα, τραμ, κούνια σε αιώρα, αναζήτηση στην αγορά των λουλουδιών, ξανά κλάματα και φωνές, ξανά χυμό μήλου. Κάποια στιγμή εγκαταλείπω την οικογένεια με κατεύθυνση την Ουτρέχτη. Η υπάλληλος στο σταθμό με πληροφορεί ότι τραίνα για Ουτρέχτη δεν υπάρχουν μέσα στο σαββατοκύριακο, λόγω έργων. Απογοητευμένος, πάω να χρησιμοποιήσω το εισιτήριο που έχω ήδη βγάλει για να κατέβω στο σταθμό Άμστελ και να γυρίσω σπίτι, αλλά στο τραίνο με διαβεβαιώνουν ότι μια χαρά Ουτρέχτη πάνε και η βλαμμένη στις πληροφορίες έχει μπλέξει τα μπούτια της.

Βρίσκω το Μιχάλη και περιφερόμαστε για λίγο στα ουτρεχτικά κανάλια και τα καφέ, κουβεντιάζοντας για σπουδές και για γκόμενες και πολιτική και άλλα πράγματα που απασχολούν τους εικοσάχρονους. Για το μέλλον, κυρίως. Ο ίδιος ανησυχεί ότι μεγαλώνει καθώς πλησιάζει τα εικοσιτρία· τον διαβεβαιώνω από τα οσονούπω σαραντατέσσερα ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έχουμε μια σχέση που παρωδεί τη σχέση δασκάλου-μαθητή από τότε που γνωριστήκαμε σε ένα εργαστήριο στην Κρήτη, και όταν βρέθηκε στην Ολλανδία, γνωρίζοντας πόσο αντιπαθώ τη λέξη «αφεντικό», με διαφήμιζε στους φίλους του λέγοντας:

«Το αριστερό μου αφεντικό, πατίνι μ’ έχει κάνει
και ύστερα μου έλεγε πως φταιν’ οι Αμερικάνοι
».

Επιστρέφω στο Άμστερνταμ για δείπνο, που περιλαμβάνει κατσικάκι Μεσσηνίας, λουκάνικο και τυρί Πορτογαλίας, πατατούλες Ολλανδίας και κρασί Καλιφόρνιας. Πέφτω να κοιμηθώ νωρίς, διότι η επόμενη μέρα είναι πλήρης δραστηριοτήτων. Παραδόξως δε, είναι και απίστευτα ηλιόλουστη. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της αγαπημένης μου, φεύγω για το Λέιντεν για να συναντηθώ με μερικούς παλιούς συναδέλφους. Φτάνω πρώτος στο ραντεβού (αυτό κι αν είναι έκπληξη...), αλλά η Νικολίν δεν αργεί να καταφτάσει με το ποδηλατάκι της, και σύντομα έρχεται και ο Μαουράιν με τη γερμανίδα σύντροφό του. Καθόμαστε σε ένα ηλιόλουστο καφέ, οι άλλοι παραγέλλνουν πλήρες πρωινό καθότι μόλις ξύπνησαν, εγώ απλό καφέ καθότι φαγωμένος και ξύπνιος από ώρες. Τα ύστερα του κόσμου...

Στη γνώριμη διαδρομή, αν και έχουν προσθέσει ένα σταθμό στους τρεις μήνες που λείπω.

Αφού ανταλλάσσουμε τα νέα μας, η κουβέντα γυρίζει πάλι στο μέλλον, που προδιαγράφεται κάπως σκοτεινό, πανευρωπαϊκώς. Φυσικά μιλάμε για την Ελλάδα και τα μνημόνια, η γερμανίδα κυρίως έχει διάφορες απορίες για το τι μας κάνανε και τους μισούμε. Προσπαθώ να λύσω τις διάφορες απορίες και να ξεμπλέξω στερεότυπα και προκαταλήψεις· εξηγώ ότι οι «καλοί» και οι «κακοί» της ιστορίας δεν είναι ο απλός κόσμος με βάση την εθνική του προέλευση. Μιλάω για τη λανθασμένη αρχιτεκτονική του ενιαίου νομίσματος, τις οικονομικές ανισορροπίες βορρά-νότου που υπερβαίνουν τις συνήθεις ερμηνείες περί «τεμπέληδων» και «δουλευταράδων» (άλλωστε αν πει κανείς τους Ολλανδούς δουλευταράδες θα πέσει φωτιά να τον κάψει), τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των διαφόρων χωρών, την παγκοσμιοποίηση και τη διαφορά πραγματικής οικονομίας και χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι συνομιλητές μου με ακούν με προσοχή και εγώ με τη σειρά μου ακούω τον εαυτό μου και δεν πιστεύω αυτό που συμβαίνει, καθώς δίνω κανονική διάλεξη περί οικονομικών ανισορροπιών σε τρεις ξένους επιστήμονες ενώ μέχρι πριν δυο χρόνια δεν είχα κανένα απολύτως ενδιαφέρον ούτε γνώση για τα οικονομικά. Αλλά ας όψεται η σκληρή πραγματικότητα, που σε βάζει τώρα στα γεράματα να διαβάζεις για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Στρέφω την κουβέντα στα αυξανόμενα επιτόκια των στεγαστικών δανείων που δίνουν οι ολλανδικές τράπεζες και στην αρνητική ανάπτυξη του τέταρτου τριμήνου (της Ολλανδίας, πάντα). Κουνάνε το κεφάλι με περίσκεψη, καθώς επισημαίνω ότι αυτό συμβαίνει ενώ δεν έκαναν τίποτα «λάθος» σαν τους Έλληνες που υποτίθεται είναι οι κακοί της ιστορίας. Μετά μιλάμε για τις τιμές στα σουπερμάρκετ και για ταξίδια. Με κάποιους θα συναντηθούμε στη Λισσαβώνα κάποια στιγμή, από ό,τι φαίνεται.

Ξαναγυρίζω στό Άμστερνταμ και βρίσκω τους οικοδεσπότες μου στο πάρκο με ένα απίστευτο παιδομάνι που έχει ξαμοληθεί στην ανοιξιάτικη μέρα. Κουβεντιάζουν με άλλους γονείς και πότε πότε αναζητούν τα παιδάκια τους μέσα στο πλήθος, καθώς η αγαπημένη μου σε κάποια φάση έχει απωλεσθεί και όταν ανευρίσκεται λέει στην τρομαγμένη μάνα της «καλέ δεν πειράζει, βρήκα άλλη μαμά», δείχνοντας μια Ολλανδέζα που την πρόσεχε για λίγο μέχρι να εμφανιστεί η αλλόφρων κανονική μαμά. Καθώς πέφτει ο ήλιος τα μαζεύουμε (κουμπώνω μέχρι ψηλά το φλις και το αντιανεμικό και σφίγγω το κασκώλ) και γυρνάμε σπίτι. Μετά το φαγητό αναχωρώ κουβαλώντας εκτός από το (όχι ξεχειλωμένο πλέον) τσαντάκι του υπολογιστή και μια εικοσάκιλη βαλίτσα που είχα αφήσει παρακαταθήκη πριν εγκαταλείψω τη χώρα. Η αγαπημένη μου ρωτάει πότε θα ξανάρθω, και της εξηγούν ότι πάω στην Πορτογαλία. «Καλά, αύριο τότε;» ρωτάει.

Προσγειώνομαι κατά τις έντεκα το βράδι, τοπική ώρα, στη Λισσαβώνα και προσπαθώ να στριμώξω τα περισσευούμενα πλέον μπουφάν και κασκώλ στη βαλίτσα. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού που μου φαίνεται πια γνώριμο. Ξεκινάω να αδειάσω την αποσκευή μου αλλά μόλις βγάζω το μαξιλάρι και το πάπλωμα που έχει μέσα πέφτω σε κάτι καλοκαιρινά ρούχα που είναι νωρίς ακόμα να φορεθούν και σε κάτι πουλόβερ που αναρωτιώμουν πού να είναι τόσο καιρό και δεν τα βρίσκω. Επίσης, ξεχασμένα βιβλία, σεντόνια και κάτι φλυτζανάκια που μου είχε χαρίσει η Ε. πέρσι καθώς και κάτι άλλα από το μουσείο Βαν Γκογκ. Παρατάω τη βαλίτσα μισοάδεια (ακόμα έτσι είναι...) και πέφτω να κοιμηθώ, σκεπτόμενος ότι τώρα δεν έχει μείνει τίποτα πίσω πια.

Μεσοβδόμαδα μιλάγαμε με τον Τάσο για μπάλα, ως συνήθως. Κάποια στιγμή μου λέει «Ξέρεις, η κόρη μου σε περιμένει το Σάββατο για φαγητό». Φαίνεται πως η αγαπημένη μου πιστεύει ότι η Πορτογαλία είναι προάστιο του Άμστερνταμ. Του λέω να της πει ότι με έχουν καλέσει αλλού, ότι έχω κάποιο μήτιγκ, μήπως πιάσει αυτό.

Αλλά τελικά όλο και κάτι μένει πίσω, έτσι δεν είναι;

14/3/12

Μισοκωλάκι

(καταγραφή και επιμέλεια Αλέξης Πουλιανός, Ικαριακά Γράμματα,1959)

Μια φορά γκι’ ένα γκαιρό ήτανε ένας πατέρας και μια μάνα. Τώχανε μεάλο γκαμόμ που εν ηκάνασιν παιδιά. Μια μμέραν ο πατέρας ήλειπεν όξω στα χωράφια. Η μάνα ‘ πόμεινε σπίτιν να μαηρέψει. Το λοιπόν, εκεί που ξεμάτιζεν κουκιά, της ήρτεν να πει. Άχου Παναΐα μου κι’ ας ήταν νάταν παιδιά ικά μου τα κουκιά πούχω στην ποδιά. Έν ηπρόλαεν να τελέψει τη γκουέντα κι’ ούλα τα κουκιά εγινίκασιν παιδιά. Ούλο το σπίτι ήτανε ένα μονοφώνι αφ’ το ταβατούρι που κάνασιν. Εκεά ‘πισπέρα ηποϋρίστην κι’ ο άντρας της. Άμα είδεν μεσ’ στο σπίτι ένα σωρόν παιδιά ησάστισε. Η γυναίκα μαθόν τούπε πως έτσι, αφ’ το μεράκιν της που εν ήκανεν παιδιά της ξέφυγεν ο λόγος κι’ είπε να γίνονταν τα κουκιά παιδιά. Και κείνα μαθόν εγινήκασι. Έναν γκερεμέ ηκλαίασιν και ηφωνάζασι τα παιδιά κι’ ηγυρεύγασιν ψωμί. Και που ο κακοοίρης να μπουκώσει τόσα στόατα. Εκεά ηθύμωσε κι’ ηπήρεν την τσατήρα και τάσφαξεν ούλα.

Μετά λίην ώραν του συνέμπε κι’ είπεν της γυναίκας του:

- «Κρίμας, να η γκρατήσω ένα να τώχομε συντροφιά να μας φυλάει και την απιδιά».

Ά, ηξέχασα να σας πω. Τον γκαιρόν που ξεμάταν τα κουκιά η γυναίκα, της ξέφυγεν το μαχαίρι κι’ ηχάραξεν το πίσω του κουκιού. Άμα ήγινεν παιδίν αυτό το κουκί, φγήκεν κοψοκωλιασμένο. Εν ήταν βαρονούσικο. Την ώρα που σφαζόντανε τα’ αέρφια του, αυτό ηπήεν άθορο, κρυφά-κρυφά κάτ’ αφ’ τη μυλόπλακα του χερόμυλου κι’ ησκεπάστηκε με τη λακανίδα κι’ ηπερίενεν πια τα’ αποϊσόμενο.

Άμα ήκουσε τον πατέρα να λέει πως ήθελε νάμενεν ένα ζωντανό, σηκώνει τη λακανίδα και σαρτέβγει μεσ’ τη μέση. Άμα τώδε τα’ αντρόυνο, ηχαρίκανε κι’ ήμεινε πια παιδίν τους. Επειδής ήτανε κοψοκωλιασμένο, το ‘νοματίσανε από τότες Μισικωλάκι.

Την άλλη μμέρα κιόλας του δώσανε ένα μπιδαυλάκι και το στείλανε να φυλάει την απιδιά. Το Μισικωλάκι ηνέβηκε απά στην απιδιά και ηπιδαύλιζε. Κείνην την ώρα πέρασε μια γρε και τώδε, ύστερις του φώναζε με παρακάλια.

Έ, μισι-Μισικωλάκι
Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι
Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι ήκοψεν έναν απίδιν και της τώριξεν κάτω. Η γρε καμώνονταν πως ηπαιδέβγετο να το βρει. Αυτή εν ήτανε γρε, ήτανε μάγισσα κι’ ήθελε να τα’ αρπάξει το Μισικωλάκι και επειδής εν ημπορούσε να σκαρφαλώσει στην απιδιά, ηπολεμούσε να το κάμει να κατέβει και να το φέρει χεροβολιά. Ηγύρισεν πάλιν η γρε κατ’ απάνω του και τούλεε.

Έ, μισι-Μισικωλάκι
Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι
Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το κακόοιρον το Μισικωλάκι της ήριξεν κι’ άλλο. Η γρε πάλι το χχαβάν της: «Έν το βρίσκω. Ε καλοβλέπω κι όλας. Κατέβα να μου το βρεις».

Το Μισικωλάκι μ’ ένα σάρτο κατέβηκεν κάτω. Τ’ αρπά η μάγισσα και το μπουζουριάζει στο φυλάκιν της. Ύστερα τ’ ανεκρέμασε στημ πλάτην της κι’ ηπήαινεν σπίτιν της. Άμα ήνοιξεν τη μποριά της αυλής ηφώναζεν της κόρης της:

Άναψε Μαρού το φφούρνο
Και καλό μμεζέ σου φέρνω.

Ήμπε στο σπίτιν της η μάγισσα κι’ ‘πόθεκεν το φυλάκιν απά στημ πεζούλα. Ήβγαλεν από μέσα το Μισικωλάκι και τόβαλε σ’ ένα τσουάλιν κι’ από πάνω τώδεσε. Ύστερις είπεν της κόρης της. Εγώ πααίνω να κάμω κι’ άλλη ββότα. Άμα πυρώσει ο φούρνος να το ρίξεις μέσα το Μισικωλάκι μαζί με το τσουβάλι κι’ άμα γυρίσω νάχεις έτοιμον οφτόν να φάμε. Ήφυεν η μάγισσα κι’ ήμεινεν η κόρη της με το Μισικωλάκι. Άμα ηπύρωσεν ο φούρνος, ηπήεν η κόρη να σηκώσει το Μισικωλάκι αλλά ησκέφτηκε που δεν ήξερε πώς να το ψήσει. Κι’ ήλεε πώς να κάμω να το ψήσω.

Το Μισικωλάκι που τάκουσεν από μέσ’ στο τσουάλι της είπε: βγάλε με από δω μέσα να σου δείξω πώς να με ψήσεις.

Ηπίστεψεν η Μάρω και το λευτέρωσε.

Το Μισικωλάκι ήρχισε να τη δασκαλέβγει. Να έτσι να θα κάμεις και θα με βάλεις μέσ’ το τσουάλι κι’ ήπιασε τη Μάρω και την τσουβάλιασε. Ύστερις θα πιάσεις τους δυό πουγούνους του τσουβαλιού και θα τους δέσεις σφιχτά – και τώλεε και τώκανε. Κι έτσι κατάφερε κι’ έβαλε τη Μάρω με το τσουβάλιγ και την ήριξε με στο φούρνο να ψηθεί. Απώς ηψήθηκε την ήβγαλεν όξω, της ήκοψεν το σηκώτιν και το σέρβιρε στο τραπέζι για να το φάει η μάγισσα. Ύστερις ησηκώθην κι’ ήφυε.

Άμα η ηποϋρίστην η μάγισσα βρήκε το τραπέζι στρωμένο με το σηκώτιν κι’ ήπεσε με τη μούρη και τώφαν. Ηφώναζεν και της Μάρως αλλά δεν απεκούσε.

Ηπήεν κι’ ήψαξε στο κρεβάτιν της και δεν την ήβρε πούμετα. Τότες το κατάλαβεν πως ήφαεν το σηκώτιν της κόρης της. Παίρνει το φυλάκιν της πάλιν και τρέχει και πά στην απιδιά. Είδεν το Μισικωλάκι ανεβασμένο στο δέντρο κι’ ήπαιζεν το πιδαύλιν του και τούλεεν πάλι.

Έ, Μισι-Μισικωλάκι
Ρίξε μου ‘ναν απιδάκι
Να χαρείς το πιδαυλάκι

Το Μισικωλάκι της ήριξεν ένα. Έν το βρίσκω ήλεεν πάλιν η γρέ. Το Μισικωλάκι όμως ηπονηρεύτηκεν πια και έν ηξανακατέαινεν. Ύστερις τούλεεν η μάγισσα. Πες για μπάρε μου πώς να κάμω ν’ ανέβω να κόψω ατή μου.

Να βάλεις πιάτα-πιάτα να πατήσεις και ν’ ανέβεις. Ήβαλλεν πιάτα-πιάτα, ηπήεν να πατήσει, ησπούσαν τα πιάτα, κι’ ήπεφτεν κάτω.

Και πάλιν τούλεε, πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Να βάλεις αυγά-αυγά και ν’ ανέβεις. Ησπούσαν και τ’ αυγά κι’ ήπεφτεν πάλι κάτω. Ησπαρούγγωνε η γρέ το θθυμόν της και ηπαρακάλαν πάλι.

Πες μου Μισικωλάκι πώς να κάμω ν’ ανέβω.

Α σου πω τι α κάμεις. Θα πυρώσεις ένα σίδερο στη φωτιά κι’ απέ θα το περάσεις στο μπισινό σσου και θ’ ανέβεις μια χαρά.

Ήκαμεν η μάγισσα κατά που της είπεν, ήβαλεν το πυρομένο σίδερο στο μπισινό της κι’ ηφουρλάτνισε κι’ ηπετάχτην μισοούρανα κι’ ήπεσεν κάτω κι’ ήσκασε. Κι’ έτσι ηγλύτωσεν το Μισικωλάκι κι’ ηπήεν σπίτιν του κι’ ηζήσανε καλά και μεις καλλίτερα.



Σ.Σ. Το ικαριακό παραμύθι-σπλάτερ με το Μισοκωλάκι (η εδώ Μισικωλάκι) μου ήρθε στο μυαλό τις προάλλες που λαθράκουγα μια διεθνούς σύνθεσης παρέα στο διπλανό τραπέζι να σχολιάζει το πόσο σκοτεινά και θριλεροειδή είναι τα γερμανικά παραμύθια. Πριν χρόνια είχα αναφερθεί στη συγκεκριμένη ιστορία με αφορμή μια σχετική έκθεση (δείτε εδώ), αλλά το λινκ που είχα βάλει έπαψε να ισχύει στο μεταξύ, οπότε το αντέγραψα από το μπλογκ της (άγνωστής μου) Νανάς. Αντιστάθηκα στον πειρασμό να παραθέσω λεξιλόγιο από κάτω, όποιος έχει απορίες ας ρωτήσει και θα απαντηθούν.

Ο Αλέξης Πουλιανός είχε κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λαογραφική δουλειά στην Ικαρία, από την οποία έχω πλειστάκις επωφεληθεί. Ωστόσο, ορισμένες συνήθειές του στην γραπτή απόδοση της ικαριακής ντοπιολαλιάς ομολογώ ότι με ζορίζουν λιγάκι (γκι έναν γκαιρόν το 'χαν γκαμόμ που μια χαρά και εξίσου καριώτικα θα διαβαζόταν με τα νι στη θέση τους κι έναν καιρόν το 'χαν καμόν), αλλά όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ανάρτηση, τα γλωσσολογικά λέω να τα αφήσω στους πιο ειδικούς.

Επί της ουσίας της ιστορίας, το σουρεαλιστικό στοιχείο αναδεικνύεται ήδη από την αρχική φράση, όπου έχουμε έναν πατέρα και μια μάνα (οι οποίοι ωστόσο δεν έχουν παιδιά, πράγμα που δεν πρέπει να μας προβληματίσει για το ποιανού πατέρας και μάνα είναι τότε, αφού αργότερα υιοθετούν κάτι όσπρια). Στην πορεία της ιστορίας, από αίματα και σφαγές δεν πρέπει να υπάρχει παράπονο (τι γερμανικά παραμύθια τώρα και σαχλαμάρες...) αλλά από μυαλό όλοι φυσέκια είναι: πατέρας, μάνα, μάγισσα, Μαρού, πάρ' τον ένα και χτύπα τον άλλο...

Ευτυχώς στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος (ή ο κοψοκώλικος, εν πάσει περιπτώσει) και κερδίζουν οι καλοί στο τέλος.

3/3/12

Το λι

Όποιος ξέρει πώς προφέρεται, να μας πει...

Εκείνη την εποχή είχα αρχίσει να προσθέτω μια καριώτικη πινελιά στον τρόπο που μιλούσα, με κάτι «πανάγκασμά το» και κάτι «κι απέκειο» (όχι πολύ πετυχημένα βέβαια, διότι εκ του φυσικού μιλάω τα ελληνικά του σχολείου και της τηλεόρασης με κάτι λόγιες παρεκτροπές), πράγμα που άλλους από τους φίλους μου τους διασκέδαζε και άλλους τους εκνεύριζε κάπως. Πάντως το ψιλομάζεψα όταν κάποιος μου έκανε το περίφημο «τεστ ικαριακότητας»:

- Και για πε, πεντακόσα και πεντακόσα πόσο κάνουνε;
- Χίλια
, είπα εγώ ανυποψίαστος.
- Μπα, 'εν είσαι καριώτης, συμπέρανε ο συνομιλητής μου.
- Χίγια ήθελα να πω, βρε.
- Τώρα είν' αργά, 'ε σου βγαίνει φυσικά.


Δε μου 'βγαινε. Ο ήγιος μου πάει πιο καλά αλλά το χίλια καθόλου, και τελικά μερικά πράγματα ή τα 'χεις ή δεν τα 'χεις, οπότε ξαναγύρισα στην ψευδο-λόγια γλώσσα και τα καριώτικα τα λέω πλέον «εντός εισαγωγικών». Με τις κατάλληλες παρέες βέβαια μου βγαίνει πιο φυσικός αυτός ο τραγουδιστός τόνος στην ομιλία, που διακρίνεται ακόμα κι αν λές «τι» και όχι «είντα», «ναι» και όχι «εε...», ακόμα κι αν «μυρίζεις» τις μυρωδιές αντί να τις «ακούς».

Τελευταία όμως που βρέθηκα στην Πορτογαλία, είδα ότι έχουν κάποιους περίεργους κανόνες στο πώς προφέρεται το R (αλλιώς στην αρχή της λέξης κι αλλιώς στη μέση, εκτός αν είναι διπλό), οπότε άξαφνα έφαγα ένα κόλλημα να βρω ποιος είναι ο αντίστοιχος «κανόνας» που στα καριώτικα μετατρέπει το λάμδα σε μισοπνιγμένο γάμμα. Άρχισα λοιπόν να μετράω λέξεις, και η πρώτη παρατήρηση είναι ότι μετατρέπονται μόνο τα λάμδα που ακολουθούνται από γιώτα. Οτιδήποτε άλλο δε μας κάνει (ως εκ τούτου, μετατρέπονται τα γιαλιά σε γιαγιά και οι ελιές σε εγιές, αλλά αρνούνται οποιαδήποτε μετατροπή το αλάτι, ο ελέφας, ο αλήτης, ο ξυπόλυτος, ο όλος και η αλουσά).

Χάρηκα λοιπόν που το βρήκα, αλλά μετά ημπέρδεψα (ικαριακώς: μπερδεύτηκα) λίγο, διότι έχω την εντύπωση ότι δεν πάνε όλα τα «λι» προς μετατροπή, καθώς δεν έχω ακούσει ακόμα ελικόπτερο να το στρίβει και να γίνεται εγικόπτερο (σαν συνομοταξία εντόμων ακούγεται αυτό). Χώρια εκείνη η μακρινή ξαδέλφη η Αλισάβα (Ελισάβετ) που χρόνια άκουγα (εννοείται χωρίς μετατροπή στο λάμδα) και ποτέ δεν είδα. Φυσικά κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του, οπότε μπορεί να έχει ένα θέμα ο κανόνας μας με τις νεώτερες λέξεις (αν και η λέξη έλικας μάλλον παλιά είναι) ή με τα κύρια ονόματα.

Έψαξα να βρω κύρια ονόματα με «λι» και απογοητεύτηκα – εκτός από τη φίλη μου τη Βάλια που τη φωνάζουν Βάγια ακόμα και μη καριώτες, με μπέρδεψε η Αλίκη που δεν αλλάζει ποτέ (εκτός αν είναι κάνα μικρό που το φωνάζουν Αγικάκι, να μας το πει), κι έφαγα ένα ακόμα κόλλημα στο Καλίτσα (που επίσης δεν αλλάζει) αλλά σκέφτηκα ότι ίσως ο τόνος είναι αποτρεπτικός, δηλαδή αν η συλλαβή τονίζεται, το λάμδα ακούγεται κανονικά. Από την Καλίτσα βέβαια πήγα στην Καλλιόπη, όπου και πάλι τα ακούω τα λάμδα παχιά-παχιά (και τα δύο), αν και δε μου έχει διαφύγει ένα μικρό που το έψαχνε η μάνα του και φώναζε «Καγιοπάααααακι» σε όλη την πλαγιά.

Με τα πολλά όμως υπέθεσα ότι αν πρόκειται για κύριο όνομα με διπλό λάμδα, η προφορά διατηρείται, μέχρι που θυμήθηκα μια ιστορία με την κόρη ενός γνωστού, η οποία μεγάλωνε στην Αθήνα βέβαια, και με μαμά «ξένη».

- Πώς σε λένε, χρυσό μου; τη ρώτησε κάποιος.

Γυρίζει και κοιτάει με τις ματάρες του το μικρό (και τώρα που είναι ολόκληρη κοπέλα πάλι ματάρες έχει) και λέει με νάζι:

- Φιγιώ...

Με όσα λάμδα και να το γράψεις δεν αλλάζει. Έβαλα τα γέλια στο ξεκάρφωτο μέσα στην πορτογαλική νύχτα κι αποφάσισα να αφήσω τη γλωσσολογία στους πιο ειδικούς.


ΥΓ. Και όπως με διαφώτισε κάποια ψυχή καθ’ ύλην αρμοδιότερη επί των φιλολογικών ζητημάτων, ο «κανόνας» είναι πολύ απλός, δεν έχει σχέση με κύρια ονόματα, και προκύπτει αβίαστα από τα παραδείγματα που χρησιμοποίησα στο κείμενο παραπάνω: η εκφορά του λάμδα αλλάζει όταν το –ι ακολουθείται από φωνήεν (εγιές, ήγιος, Καγιοπάκι, χίγια, Φιγιώ) αλλά δεν αλλάζει όταν ακολουθεί σύμφωνο (Αλίκη, ηλικία, Καλίτσα, Αλισάβα, έλικας).

Ποτέ δεν είναι αργά να μάθει κάτι καινούργιο κανείς.


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στις Ελεύθερες Πτήσεις του Ikariamag στις 29/2/2012.

Για τους μη εξοικιωμένους με την ικαριακή ντοπιολαλιά, να προσθέσω μερικές χαρακτηριστικές φράσεις που σημείωσαν με αφορμή το κέιμενο ορισμένοι αναγνώστες και εκφράζουν ακριβώς αυτό που ατέχνως επιχειρεί να σκιαγραφήσει η ανάρτηση, όπως «Παγιά η γιαγιά είχε πχιο πολλά μαγιά αλλά τώρα δεν έχει πολλά μαγιά πχια» (κλοπυράιτ από Α.Κ.), καθώς και «Βάνε τα γυαγιά ήγιου σου, να μη σου γκαψει ο ήγιος τα μάθια σου» (κλοπυράιτ από το χρήστη με το ψευδώνυμο «κεραμέ ικαρίας», αν και δεν διευκρινίζεται εάν πρόκειται για το Κεραμέ το σοφράνου ή το αποσταβέντου).

Τέλος να σημειωθεί η προφορά με τα τρία διαδοχικά λάμδα, όπως στην κλητική πτώση του ονόματος «Βασίλλλη» που απαντάται στα ραχιώτικα, όπως επισημαίνει ηλεκτρονικώς ο damalailama.

Και εις άλλα με υγεία.