ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/1/12

Οιδίπους επί Λισσαβώνα

Κουτσοί, στραβοί, και οιδίποδες στον Άγιο Φραγκίσκο Ξαβιέρ. Ε, ρε γλέντια...

Στην αρχή ήταν μια κοινή γρίππη. Πόνοι στα κόκκαλα, ψηλός πυρετός, αδυναμία, αυτά. «Θα περάσει», είπα, καθώς όλες οι ιώσεις μια βδομάδα κρατάνε. Όταν άρχισαν να πρήζονται τα πόδια μου, βέβαια, με ζώσανε λίγο τα φίδια – κυρίως επειδή δε μου είχε ξανασυμβεί κάτι ανάλογο τα τελευταία 44 χρόνια, μάλλον. Αλλά πάλι σκέφτηκα ότι μες στο γενικό χάλι, να τρέχω παράλληλα να εξοπλίζω το σπίτι, να βιδώνω καρέκλες, να ψωνίζω πετσετάκια, να ψάχνομαι για ίντερνετ και να γίνομαι ρετάλι στην κούραση κάθε πέντε με έξι το απόγευμα, ίσως δεν ήταν αφύσικο. Το αφύσικο ήταν ότι έπεφτα για ύπνο στις 11 (εγώ, ο καριώτης) και τύχαινε να ξυπνήσω στις επόμενες 11 στο ίδιο μαύρο χάλι. Και με τους αστραγάλους σε μέγεθος μπαλακίου του τένις.

«Πρόβλημα», παραδέχτηκα τη δεύτερη εβδομάδα, συνειδητοποιώντας τη δυσκολία να κατέβω τρία σκαλιά, ή ενίοτε να μετακινηθώ από την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα. Μια μέρα ήμουν τόσο ισοπεδωμένος που δεν πήγα στη δουλειά. Ατυχώς εδώ δεν είναι Ολλανδία που σε αφήνουν να πεθάνεις από διακριτικότητα· στις 11:35 είχε έρθει μήνυμα από την εργοδότι μου. «Ήρθα στο γραφείο σου και δεν ήσουν, συμβαίνει κάτι;». Είναι ακριβώς το είδος της ερώτησης που με εκνευρίζει αφόρητα, κυρίως επειδή μου υπενθυμίζει ποιος είναι ο κύριος του χρόνου μου. Απάντησα ευγενικά, αλλά ειλικρινώς, ότι μου είναι αδύνατον να μετακινηθώ πάνω από τρία βήματα χωρίς σοβαρές διαταραχές. Λίγο μετά χτύπησε το τηλέφωνο, και η Π. (η εργοδότις) μου είπε μειλίχια ότι πρέπει να πάω στο γιατρό ΤΩ-ΡΑ. Της είπα ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο αλλά ότι αν χρειαστώ γιατρό θα την ενημερώσω για να βοηθήσει (επί του μεταφραστικού κυρίως). Ξαναπήρε άλλες δύο φορές, μέχρι που της είπα (ψευδώς) ότι είχα μιλήσει με κάποιον Έλληνα φίλο γιατρό και με συμβούλευε ήδη. Δεν καθησυχάστηκε πολύ, αλλά μου μπήκε η ιδέα για τα καλά.

Αργά το βράδι ώρα Ελλάδας βρήκα στο τηλέφωνο του ιατρείου τη φίλη μου τη Λ., ιστιοπλόο και παιδίατρο. Δεν είναι ακριβώς η ειδικότητα που χρειαζόμουν, αλλά μια ιατρική γνώμη τη θες, δεν τη θες; Φυσικά με καταπτόησε (όπως όλοι οι γιατροί) – δεν έπρεπε να πάω σε γιατρό ΤΩ-ΡΑ, έπρεπε να είχα πάει στα επείγοντα ΧΤΕΣ. Αφού μου ανακάτεψε διάφορα τρομοκρατικά με καρδιές, νεφρά, σηκώτια και σπληνάντερα, με έπεισε ότι έπρεπε να το διερευνήσω περαιτέρω. Έκανα μια απέλπιδα προσπάθεια και με τη Χ., φίλη αναισθησιολόγο εκ Παρισίων: τα ίδια και χειρότερα, ήθελε και υπέρηχους και δεν ξέρω 'γω τι άλλο.

Σηκώθηκα το πρωί με την απελπισία του μελλοθάνατου (σιχαίνομαι τους γιατρούς μέχρι αηδίας, τα κορίτσια είναι φίλες υπό άλλη ιδιότητα) και σύρθηκα μέχρι το εργαστήριο. Βρήκα την Π. και της εξέθεσα την κατάσταση· πήραμε έναν τηλεφωνικό αριθμό να μας κατατοπίσουν. Όπως σωστά είχα προβλέψει, μιλούσαν μόνο πορτογαλικά· η Π. μετέφερε τα συμπτώματα με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια: «αισθάνομαι ένα βάρος», έλεγα, «έχει πόνο στο στήθος» μετέφραζε, «και κάνα φτερούγισμα που και που», «ταχυκαρδία» το απλοποιούσε. Όπως ήταν επόμενο, μας είπαν να φωνάξουμε ασθενοφόρο πριν τα τινάξω μέσα στο εργαστήριο. Εκεί τα στύλωσα διότι σκέφτηκα ότι θα με πάρει το ασθενοφόρο του πεθαμού και θα γυρίσω το απογεματάκι με κάνα κρυωματάκι έστω βαρύ και θα γίνω το ανέκδοτο του Ινστιτούτου (θα λένε «έφυγε πεθαμένος και γύρισε κρυωμένος»), αλλά η επίμονη εργοδότις πήρε τα ασθενοφόρα που για καλή μας τύχη δεν είχαν διαθέσιμο και μας είπαν να πάμε με αμάξι «αλλά αν αισθανθεί οτιδήποτε περίεργο κάντε στην άκρη και περιμένετε το ασθενοφόρο, ναι;».

Πήγαμε λοιπόν με το αμάξι λέγοντας αστειάκια δρόμο δρόμο (όχι, δεν αισθάνθηκα κάτι), στο εφημερεύον νοσοκομείο του Αγίου Φραγκίσκου Ξαβιέρ στην Αλζές. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο άνθρωπος, αλλά το ίδρυμα είχε ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες με το ΠΕ.ΠΑ.Γ.Ν.Η στο Ηράκλειο. Σκάσαμε ένα εικοσάρικο στην είσοδο (η Π. δηλαδή, διότι εγώ είχα πάει άφραγκος) κι ένας καλοσυνάτος μουσάτος νεαρούλης που μιλούσε αγγλικά μου πήρε το ιστορικό, την πίεση, τον πυρετό (είχα κάτι δέκατα) και το οξυγόνο (99%) και μου φόρεσε ένα κίτρινο βραχιολάκι. Κίτρινο σήμαινε «επείγον», αλλά υπήρχε και κόκκινο που ήταν «τρεχάτε ποδαράκια μου» και πράσινο που ήταν «αν βρούμε χρόνο θα ασχοληθούμε και με εσένα». Υπήρχε κι ένα μπλε που πιθανώς σήμαινε «δε μας παρατάς που μας κουβαλήθηκες και στα επείγοντα», αλλά δεν είδα κανένα να το φοράει. Ο μουσάτος ρώτησε από πού είμαι· η Π. απάντησε “Grego” και σκέφτηκα ότι το όνομα της φυλής εδώ είναι ίδιο με το όνομα του βορειοανατολικού ανέμου αλλού. Ενδιαφέρον...

Μας είπαν να περιμένουμε δέκα λεπτά αλλά περιμέναμε πάνω από μιάμιση ώρα καθώς ερχόντουσαν συνεχώς ασθενοφόρα και κόκκινα κορδελάκια. Κοιτούσα τους λοιπούς αναξιοπαθούντες· μερικοί είχαν έρθει εφοδιασμένοι για την αναμονή με περιοδικά και εφημερίδες. Μια έντονη κουβέντα ξέσπασε κάποια στιγμή. Ρώτησα την Π. τι λένε αλλά μου εξήγησε ότι σε αυτή τη χώρα όποτε η κουβέντα είναι έντονη το θέμα είναι η μπάλα. Κάποτε ακούστηκε κάτι σαν μακρινός απόηχος του ονόματός μου σε κάποια μυστήρια γλώσσα (μάλλον θα φταίει ο ηλίθιος τρόπος που γράφουν τα ονόματα με λατινικούς χαρακτήρες στα διαβατήρια). Μπήκαμε ξανά μέσα (εγώ με το κίτρινο βραχιολάκι και η Π. με ένα βυσσινί «του συνοδού») και μια κοκκινομάλλα κυρία μου ξαναπήρε το ιστορικό, την πίεση, τον πυρετό και το οξυγόνο (99%), και με έστειλε στην αναμονή για αιματολογικές και ακτινογραφίες.

Η αναμονή ήταν ένας θάλαμος από όπου κρέμονταν διάφορες μάσκες οξυγόνου. Μια δεσποινίς ήρθε να μου περάσει μία. «Μα δε θέλω», της είπα, «καλά είμαι, 99%». Δεν το συζήτησε και μου φούσκωσε τη μάσκα. Έκατσα ψιλοαπελπισμένος σε μια καρέκλα, κοιτάζοντας γύρω μου τους άλλους ετοιμοθάνατους. Κάνα-δυο φαινόντουσαν σε ψιλοκαλή κατάσταση, αλλά μερικοί ήταν το χάλι τους. Βέβαια όλοι κίτρινο βραχιόλι φοράγαμε σχεδόν, οπότε ίσως να μην ήταν τόσο του πεθαμού. Μια γιαγιά καθόταν δίπλα μου σε πολυθρόνα με ροδίτσες, διάφορα σωληνάκια της έβγαιναν από διάφορες φλέβες. Το βραχιολάκι της ήταν κόκκινο. Παρατήρησα ότι η συνήθως κουλ Π. είχε γίνει ένα με το χώμα και γυρνούσε με συμπονετικό ύφος και ρωτούσε αν χρειάζεται κάτι. Η γιαγιά χρειαζόταν διάφορα πράγματα, κυρίως μια παρηγορητική κουβέντα. Η Π. της είπε διάφορα με χαμηλή φωνή. Μου εξήγησε ότι η γιαγιά φοβόταν επειδή τα παιδιά της ήταν μακριά. Μέσα από τη μάσκα τη ρώτησα αν είναι γενικώς έτσι συμπονετική· μου είπε κάτι σαν «τους ξέρω αυτούς τους χώρους, έχω βρεθεί πολλές φορές. Συχνά αυτό που χρειάζεσαι είναι απλώς να ακούσεις μια καλή κουβέντα». Δεν επέμεινα, κάτι ήξερε παραπάνω.

Το διαστρεβλωμένο μου όνομα ξανακούστηκε από τα μεγάφωνα. Με πήραν για αιμοληψία και με ξαναπόθεσαν στα οξυγόνα μέχρι να έρθει η ώρα για ακτινογραφία. Είδα ότι η Π. ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει – περασμένες τρεις το μεσημέρι και δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα. Φυσικά είναι διαρκώς σε δίαιτα, αλλά και πάλι παραήταν βάναυσο· της είπα να φύγει και δεν υπάρχει πρόβλημα με τα πορτογαλικά, θα βγάλω άκρη. Με τα πολλά έφυγε, με ξαναφώναξαν για ακτινογραφία και μετά αντί να με ξαναπάνε στα οξυγόνα μου είπανε να πάω καμιά βόλτα και να γυρίσω σε κάνα δίωρο που θα είναι έτοιμες οι αιματολογικές. Κράτησα όμως τη μάσκα για σουβενίρ.

Περιπλανήθηκα λίγο στους χώρους του νοσοκομείου, χάζεψα την είσοδο των ασθενοφόρων και τους ανθρώπους που έκαναν τις μεταφορές των ασθενών. Άχαρη δουλειά. Κόσμος μπαινόβγαινε στα ιατρεία προς διάφορες κατευθύνσεις, άνθρωποι με τους οποίους είχα διασταυρωθεί νωρίτερα έξω ή στα οξυγόνα. Άραξα λίγο σε μια μικρότερη αίθουσα αναμονής που μου φάνηκε λιγότερο δυσάρεστη, όπου κάποια στιγμή ήρθε μια μαμά με την κόρη της, που δε θα ήταν πάνω από τεσσάρων-πέντε χρονών. Η μαμά ήταν λευκή, το παιδί μιγάδα (προφανώς ο πατέρας μαύρος). Φορούσε το κίτρινο βραχιολάκι στο χεράκι του, αλλά του έπεφτε συνέχεια και η μαμά προσπαθούσε να το βάλει πίσω. Έκλεισα τα μάτια κι έμεινα ακίνητος για ώρα και τα ξανάνοιξα όταν ακούστηκε πάλι το διαστρεβλωμένο μου όνομα από τα μεγάφωνα. Η μαμά και το μικρό είχαν φύγει, ακουγόταν μόνο ο επίμονος βήχας του διπλανού παππούλη.

Χώθηκα πάλι στα ιατρεία προσπαθώντας να καταλάβω πού μου είχαν πει να πάω. Στο τέλος άρχισα να ρωτάω “Do you speak English?” όποιον έβλεπα μπροστά μου. Κάποιος είχε την υπομονή να κοιτάξει το κίτρινο βραχιολάκι που έγραφε το όνομά μου. “Grego?” ρώτησε. «Γραίγος», απάντησα. Μετά έβγαλε μια δυνατή φωνή με το διαστρεβλωμένο όνομά μου και από μια άκρη ακούστηκε κάτι. «Στο οχτώ» είπε ο τύπος, και πήγα στο οχτώ όπου με περίμενε μια ξανθιά. “Kalimera” είπε. Ρώτησα τι έχω· όπως φοβόμουν μου είπε ότι έχω ένα κρύωμα. Προφανώς είχα μια βαριά γρίπη και κάποιο βακτήριο με βρήκε μπόσικο και με αποτελείωσε. Μου έδωσε αντιβίωση, αποχρεμπτικό για τα φλέματα και διουρητικό για να ξεπρηστώ. Μου έδωσε και τις αιματολογικές (εξαιρετικές ήτανε, μη με βασκάνω). Ρώτησα αν υπάρχει κανένα θέμα καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας. Γούρλωσε τα μάτια «Όοοοοοχι, μια χαρά είσαι». Με διαβεβαίωσε ότι σε μια βδομάδα δε θα το θυμάμαι καν, αρκεί να παίρνω τα φαρμακάκια μου και να ξεκουράζομαι.

Βγήκα χαλαρός, σέρνοντας βέβαια τα πρησμένα πόδια μου, αλλά εντάξει. Το τηλέφωνο δε σταματούσε να χτυπάει, από την Π. και τα παιδιά του εργαστηρίου που ρωτούσαν τι έγινε. Βρήκα ένα μηχάνημα και έκανα ανάληψη και μετά πήρα ένα ταξί όπου με τη γλώσσα του σώματος προσπάθησα να εξηγήσω στον ταξιτζή πού θέλω να πάω. Ήταν πολύ μπερδεμένη έννοια το Ινστιτούτο, οπότε βολεύτηκα με το Σταθμό που είναι κοντά. Σταμάτησα σε ένα φαρμακείο και πήρα τα φάρμακα (δεκαεφτά ευρώ· ο υπάλληλος μου εξήγησε ότι σε κάποιο δε θα μου δώσει το γραμμένο αλλά το γενόσημο, διότι λόγω λιτότητας έχουν περικοπές). Γύρισα στο Ινστιτούτο μετά τις έξι, όπως αναμενόταν κρυωμένος αντί για πεθαμένος. «Σε μια βδομάδα θα το ξεχάσω», τους είπα.

Μια βδομάδα και κάτι αργότερα, η κατάσταση έχει βελτιωθεί, δε λέω, κρύωμα δεν έχω ούτε πυρετό, αν και αραιά και που μου ξεφεύγει κάνα βηχαλάκι. Αλλά αν και ξεπρήστηκα κάμποσο, τα πόδια μου έχουν ακόμα το χαρακτηριστικό στυλάκι των κωδωνόσχημων ειδωλίων που μεγαλούργησαν (χμ...) προ ετών με τα ψευδώνυμα Φοίβος και Αθηνά. Οι συνάδελφοι στο Ινστιτούτο έχουν μάλλον πειστεί ότι είμαι κάποιου είδους άτομο με ειδικές ανάγκες έτσι όπως σέρνομαι δεξιά κι αριστερά, κι εγώ έχω ξεσκολίσει τις εγγραφές με το όνομα «οίδημα» στο διαδίκτυο. Αλλά δεν ανησυχώ, κάποια βδομάδα θα το ξεχάσω, απλά δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι η παρούσα.

Α, ναι, και πού και πού θυμάμαι εκείνο το ποίημα του Βαφόπουλου που είχα μνημονεύσει εδώ μια εποχή.

21/1/12

Λαθρεπιβάτις σε τοπικό γκαζάδικο

Στην αυλή της Αργυρούλας στον Εύδηλο, καλοκαίρι 2011.

Τη θυμάμαι παιδιόθεν βέβαια, όλοι τη θυμούνται στον Εύδηλο, αλλά για κάποιο λόγο είχε επικρατήσει να αποκαλούνται συλλογικά με το όνομα της μεγαλύτερης αδελφής: οι Θοδωρούλες. Είχαν ένα μικρό μαγαζάκι, ραφτάδικο αν θυμάμαι καλά, στην πάνω πλατεία. Η μάνα μου μπαινόβγαινε εκεί πότε πότε και μας τραβολογούσε κι εμάς, αλλά πιο πολύ πηγαίναμε και τις βρίσκαμε στο σπίτι τους, πάνω στη Νεάπολη, ένα μικρό αλλά κουκλίστικο σπιτάκι. Δεν πρέπει να είχαμε κανενός είδους στενή συγγένεια, αν και κάποια στιγμή μου είχαν εξηγήσει τις ικαριακές ρίζες τους και πως αυτές ακουμπούσαν απέξω απέξω σε κάτι άγνωστους προγόνους. Άλλωστε δεν ήταν λόγω συγγένειας η αγάπη που τους είχε η μάνα μου, όσο λόγω μάλλον της καλωσύνης με την οποία την είχαν αντιμετωπίσει όταν είχε πάει, κοριτσάκι μικρό, να μάθει ραπτική κοντά τους. Ό,τι έκανε με το βελόνι και τη ραπτομηχανή (παλιά έκανε πολλά πράγματα) τα είχε μάθει σ' αυτές. Χρόνια μετά αναφερόταν σ' αυτή τη μαθητεία με ένα είδος συγκίνησης που δεν διέφευγε στο συνομιλητή της.

Βέβαια αναδρομικά αναρωτιέμαι πόσο να κόλλαγε πολιτισμικώς η μαμά με τις Θοδωρούλες, που μεγάλωσαν στη Λέσβο, ανακατεύτηκαν οικογενειακώς με το ΕΑΜ και το ΔΣΕ αργότερα στη δύσκολη δεκαετία του '40 (η Αργυρούλα που ήταν μικρότερη μου έλεγε ότι κράταγε τσίλιες δήθεν παίζοντας έξω από το μέρος που κάνανε γιάφκα τα στελέχη, με το μεγαλύτερο αδελφό της και τη Θοδώρα μεταξύ τους), και αφού καταλάγιασαν κάπως τα πράγματα βρέθηκαν ο μεν αδελφός εξορία και οι δύο αδελφές -με λιγάκι αλλαγμένη κατάληξη στο επίθετο ώστε να μην προδίδεται η εκ Λέσβου καταγωγή και ξύνονται εμφυλιακές πληγές κατά πως φαίνεται- κατέληξαν έρημες και πάμφτωχες στην πατρίδα της μάνας τους, για να ανοίξουν το ραφτάδικο του βιοπορισμού τους.

Τα χρόνια πέρασαν, ο αδελφός πέθανε λίγο μετά που τον άφησαν έχοντας συμπληρώσει ήδη 18 χρόνια σε διάφορα ξερονήσια, οι Θοδωρούλες ζούσαν την ήσυχη ζωή τους στο σπιτάκι της Νεάπολης (αλλά ποιος ξέρει τι ματαιωμένες επιθυμίες να έκρυβε η στωικότητα με την οποία αντιμετώπιζαν τον κόσμο). Γύρω στο 1990 ίσως, θυμάμαι που άκουσα στον 902 μια έκκληση για προσφορά αίματος Ο ρέζους αρνητικό, για τη Θοδώρα που νοσηλευόταν. Δεν έζησε πολύ· έμεινε η Αργυρούλα μόνη της πια στο σπιτάκι. Με ένα είδος πικρής ειρωνίας μου είπε κάποτε «ίσως τώρα θυμηθεί ο κόσμος ότι έχω κι εγώ όνομα».

Ήταν άνθρωπος γλυκός και εγκάρδιος, με μια ήσυχη, φυσική ευγένεια. Ερχόταν και μας έβρισκε για χρόνια φορτωμένη με διάφορα πραγματάκια που ετοίμαζε (κάπου έχω μια κουρελού που είχε φτιάξει για μένα στον αργαλειό). Κάθε Πάσχα μας έκανε επίσκεψη (με τα φαγητά της εννοείται) και κουβέντιαζε χαλαρά με τους φίλους μας που διασκέδαζαν και χόρευαν στο σπίτι. Κάποιες χρονιές μάζευε στο δικό της σπίτι διάφορους ξέμπαρκους και τους τάιζε, κάποτε ερχόντουσαν κάτι ανήψια της που την έπαιρναν πότε-πότε και στην Αθήνα. Θυμάμαι μια φορά που είχε έρθει να μας βρει στην Αθήνα και μας έλεγε τις εντυπώσεις της από μια θεατρική παράσταση που την είχαν πάει «τα παιδιά».

Ήταν μικροκαμωμένη και αδύνατη πάντα, σκέφτομαι όμως ότι είχε μια πραγματικά ωραία φωνή, που ακόμα κι όταν έλεγε σχετικά κοινότυπα πράγματα, άξιζε να την ακούς όπως ακούς να κυλάει το νερό σε ένα ποτάμι. Είχε όμορφα μάτια· δεν ξέρω πόσο όμορφη θα ήταν στα νιάτα της ίσως, αλλά σκέφτομαι αν δεν είχε περάσει από όλη αυτή τη δίνη των χρόνων του πολέμου ίσως να είχε διεκδικήσει μια διαφορετική ζωή, πιο γεμάτη. Τα τελευταία χρόνια βέβαια ήταν καταβεβλημένη· κάποια στιγμή έπεσε και έσπασε το πόδι της και άργησαν πολύ να την ανακαλύψουν οι γείτονες και να τη μεταφέρουν για νοσηλεία. Ποτέ δεν ανένηψε εντελώς, φέτος το καλοκαίρι όμως που ο αδελφός μου επανεμφανίστηκε στην Ικαρία μετά από εικοσιδύο χρόνια με πήρε να πάμε να την επισκεφτούμε.

Τη βρήκαμε, εμφανώς κουρασμένη, στην αυλή της να ρεμβάζει το πέλαγος. Χάρηκε που μας είδε, μας κέρασε γλυκό και καφέ, κατεβαίνοντας με δυσκολία τα σκαλιά από το κουζινάκι. Η αυλή της ήταν πανέμορφη, γεμάτη γλάστρες και λουλούδια όπως πάντα, με την πιο όμορφη θέα σε όλο τον Εύδηλο. Είχε κάμποσα γατιά που τριγύριζαν· πάντα αγαπούσε τις γάτες και πάντα είχε μερικές. Μας είπε (με σιγανή φωνή, λιγάκι σπασμένη αυτή τη φορά), ότι κάθε μέρα που περνάει κάθεται και κοιτάζει το πέλαγος, κι αυτή η ομορφιά την κάνει να ζει άλλη μια μέρα.

Δεν της έμεναν και πάρα πολλές, όμως. Χειροτέρεψε απότομα το Δεκέμβρη και τη μετέφεραν στην Αθήνα όπου πέθανε μετά από λίγες μέρες. Μετά άρχισε μια άλλη περιπέτεια, όταν πήγαν να μεταφέρουν τη σορό της στην Ικαρία ώστε να ταφεί (στον ίδιο τάφο με την αδελφή της). Ωστόσο την ημέρα εκείνη άλλαξε το πλοίο της γραμμής και διάφοροι ικαριακοί σύλλογοι (δηλαδή το Κόμμα, ένα είναι...) αποφάσισαν να οργανώσουν μια διαμαρτυρία (καλώς μάλλον) για την ακτοπλοϊκή εγκατάλειψη των νησιών. Αφού έγινε κάποιος ντόρος στον Πειραιά, εν τέλει το πλοίο απέπλευσε μετά από ώρες με το φέρετρο της Αργυρούλας (κι ενός ακόμα συμπατριώτη από τα μέρη του Αγίου Κηρύκου). Στο λιμάνι του Ευδήλου, οι επαναστατημένοι συμπατριώτες μου απέτρεψαν δυναμικά το πλοίο από το πιάσει (κάκιστα...), και σε μια επίδειξη υψηλοφροσύνης απαγόρευσαν την αποβίβαση έστω και στο φέρετρο μόνο. Έγινε μια απόπειρα να το κατεβάσουν από τον καταπέλτη σε ένα καΐκι, που δεν ευοδώθηκε (καλύτερα, μπορεί να είχαμε σοβαρά ατυχήματα). Τα ίδια ακολούθησαν στον Άγιο Κήρυκο λίγο αργότερα, κι η φουκαριάρα η Αργυρούλα έμεινε να περιφέρεται στο Αιγαίο σαν την άδικη κατάρα.

Για λίγο ήταν άδηλο τι επρόκειτο να συμβεί· κυκλοφόρησε μια φήμη ότι από τη Σάμο που κατέληξε το βαπόρι, θα φόρτωναν τα φέρετρα σε ένα εμπορικό, γκαζάδικο, που μετέφερε βενζίνη στο νησί, και θα τα παραλάμβαναν οι συγγενείς από εκεί. Σκέφτηκα λίγο πικρόχολα ένα παλιό τραγουδάκι που περιείχε το στίχο «λαθρεπιβάτης σε τοπικό γκαζάδικο», το μικροκαμωμένο σώμα της Αργυρούλας άταφο, μεταθανάτιο θύμα εν μέρει και μιας ορισμένης μικρομυαλιάς που ενδημεί, δυστυχώς, στη μικρή μας πατρίδα. Τελικά δε χρειάστηκε γκαζάδικο, γύρισε από το Σάμο με το πλοίο της γραμμής (που πλέον μεγαλόψυχα το αφήσαμε να δέσει, αφού γίναμε θέμα στα media και τροφοδοτήσαμε με επιχειρήματα και τον Άδωνι τον τρισμέγιστο, έτσι σύντροφοι;) και κάποτε βρήκε την ανάπαυσή της λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα από το σπίτι της, ατενίζοντας το ίδιο πέλαγος που έβλεπε από την αυλή.

Ελπίζω κάποιος να βρέθηκε να ταΐσει τις γάτες, η Αργυρούλα φαντάζομαι θα το εκτιμούσε.


Σ.Σ. Κάποιες μέρες μετά το θάνατό της, ένας ξάδελφός μου που δεν το είχε μάθει εγκαίρως σπεύδει να συλληπηθεί τον ανηψιό της τηλεφωνικώς, και μεταξύ άλλων λέει και το τυπικό «ας είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει». «Ας είναι», απαντάει αυτός, «αλλά για την ώρα ακόμα δεν τη σκεπάζει».

Μια αφήγηση των περιστατικών (και του υποβάθρου της ζωής που έζησε η Αργυρούλα) μπορείτε να δείτε
εδώ.

Ο στίχος που δίνει (παραλλαγμένος) τον τίτλο της ανάρτησης είναι από το τραγούδι «Φάλτσα μενεξεδιά» του Λάκη Παπαδόπουλου.

17/1/12

Μουτράκι σκανταλιάρικο

«...θα σιγούρευες τα βήματά μου στην άκρη εκείνου του γκρεμού...» - Φωτο Ροβυθέ, άνοιξη 2007, Δρούτσουλας, Ικαρία.

Σε κοιτάζω καθώς γυρίζεις και μου χαμογελάς. Σκέφτομαι θα ‘χες αυτό το χαμόγελο από τότε που ήσουν παιδί και σκαρφάλωνες με τ’ άλλα τα μικρά στους βράχους, και κάτω στο χωριό φώναζε η μάνα σου «πού πας βρε, παναγκασμά σε για μικρό, άμα σε πιάσω ‘α σε τελειώσω», μα εσύ σκαρφάλωνες να φτάσεις στο πλάτωμα να βλέπεις από πάνω τον Αθέρα κι από κάτω τη θάλασσα, μια μικρούλα βασίλισσα στο θρόνο της από σκαλισμένο πάσπαρο ή γρανίτη. Τώρα περνάς με το ίδιο σκανταλιάρικο μουτράκι, βιαστική όπως πάντα να κάμεις τις δουλειές σου («δουγειές» τις ακούω εγώ μάλλον), γιατί όπως όλοι ξέρουμε η χαλαρότητα και η αμεριμνησία χαρακτηρίζει τους Καριώτες, αλλά όχι και τις Καριωτίνες· κάποιος πρέπει να κάνει και τη βρώμικη δουλειά. Δηλαδή βρώμικη δεν τη λες κιόλας, πάστρα και νοικοκυροσύνη, τα πεζούλια ασπρισμένα, το γλαστράκι με το βασιλικό στη σκάλα δίπλα στο πυργάρι, και ποτίζεις και τ’ άλλα τα λουλουδικά κι ας είναι το σπίτι έρημο χρόνια, κανείς δε μένει μέσα, η μάνα σου δε σου φωνάζει πια, εσύ είσαι τώρα που φωνάζεις τάχα μου δήθεν στην κόρη γιατί είναι και καλά σε δύσκολη ηλικία και πρέπει να προσέχει, αλλά από μέσα σου ξέρεις πώς ακριβώς πάνε αυτά τα πράγματα κι ακόμα κι όταν της φωνάζεις «Άχου, ‘α με σκάσεις πια! Φαούδι!» ξέρεις πως σε κοιτάζει με εκείνο το ίδιο χαμόγελο, με ένα μουτράκι σκανταλιάρικο σαν το δικό σου.

Άμα σε γνώριζα πριν χρόνια, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα καινούργιος στα μάτια μου, θα μου δίδασκες τις άγνωστες λέξεις, θα με οδηγούσες στους ήχους και τις μυρωδιές του δάσους που δεν άκουσα, θα σιγούρευες τα βήματά μου στην άκρη εκείνου του γκρεμού, το χέρι σου πιασμένο στο δικό μου καθώς θα βαδίζαμε μαζί στο παλιό μονοπάτι. Τώρα ο κόσμος έχει πάρει και σκουριάζει λιγάκι, φθείρεται, το δάσος το ‘χουν καταφάει τα κατσίκια, το μονοπάτι έγινε δρόμος, κάπως κακοτράχαλος βέβαια κι όποτε βρέχει κατρακυλάει λίγο-λίγο καθώς ο γκρεμός διεκδικεί το μερίδιό του. Μα σκέφτομαι πως άμα τελειώσεις τις δουλειές και κατακάτσεις θα βρεις λίγο χρόνο και για σένα, και σε μένα δυο λόγια να πεις κι ας είμαστε μακριά· δηλαδή εγώ είμαι ο «μακριά» γιατί εσύ είσαι εκεί ακριβώς που πρέπει. Και μου έρχεται άξαφνα στο μυαλό ο στίχος που λέει:

Της Ικαριάς το πέλαο, της Σμύρνης το κανάλι,
να πάρουν το κορμάκι μου αν αγαπήσω άλλη.

Λόγια των τραγουδιών, βέβαια· δεν είναι να τα πιστεύεις κιόλας. Ε, λίγο μόνο...


Σ.Σ. Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 10/1/2012 στα πλαίσια του εν εξελίξει αφιερώματος στη γυναίκα της Ικαρίας (Φάκελος Καριωτίνα) που ετοίμασαν κρυφά από το «άλλο μισό» οι άρρενες συντάκτες.

15/1/12

Φοβού τους Δαναούς

Ένα από τα καρεδάκια στο «Ο Αστερίξ λεγεωνάριος» στα οποία αναφέρεται η επίμαχη φράση. Ο μεταφραστής ή ο επιμελητής της έκδοσης κάνει φιλότιμη προσπάθεια να καταστρέψει το νόημα μεταφράζοντας από κάτω «Φοβού τους Δανούς», οι οποίοι προφανώς με αρχηγό τον Άμλετ θα πήγαν κι αυτοί στον Τρωικό πόλεμο... (Δε φαντάζομαι να επηρεάστηκε από έναν πρώην, πλέον, πρωθυπουργό μας, που έβλεπε την Ελλάδα ως «Δανία του νότου»).

Η έννοια «βαρύς χειμώνας» δεν έχει εφευρεθεί ακόμα στην Πορτογαλία, από ό,τι φαίνεται, αλλά εξίσου δεν έχει εφευρεθεί και η έννοια «κεντρική θέρμανση» ή έστω «θέρμανση» με κάτι άλλο εκτός από τζάκι (που δεν έχουμε) ή σόμπα (ομοίως). Βέβαια κρύο αληθινό δεν κάνει (άμα έχεις περάσει τον προηγούμενο χειμώνα στην Ολλανδία σιγά μη μασήσεις άλλωστε) και σχεδόν όλες οι μέρες ως τώρα είναι ηλιόλουστες, έστω και με έναν χλωμό χειμωνιάτικο ήλιο. Ωστόσο, τα σπίτια στάζουν από την υγρασία άμα δεν τα ζεστάνεις κάπως, και το δικό μου φυσικά δεν είναι εξαίρεση, ειδικά στο παραποτάμιο ή παραθαλάσσιο Oeiras πάνω στο λοφάκι και δίπλα στο δασάκι.

Όπως ήρθα και κρυωμένος από την Ελλάδα το πράγμα ήρθε κι έδεσε, καθώς το πρώτο βράδυ στο καινούργιο σπίτι έστρωσα να κοιμηθώ σε μια κατάσταση γενικευμένης αποσύνθεσης και περίπου τρέμοντας από το κρύο. Ευτυχώς είχα προνοήσει να κουβαλήσω το πάπλωμα που προανέφερα (εδώ) από την Ελλάδα (και που στην Κρήτη το είχα σχεδόν διακοσμητικό) και κάτι σεντόνια από αυτά που ονομάζω «του σχεδίου Μάρσαλ»: κάτι αμερικάνικα που ο πατέρας μου κουβάλαγε ως ναυτικός πριν τριάντα-σαράντα χρόνια από το Κόρπους Κρίστι στο Τέξας και τη Τζάκσονβιλ στη Φλόριντα και άλλα εξωτικά μέρη, και η μάνα μου τα στοίβαζε στα πατάρια για «την προίκα των παιδιών».

Τα παιδιά μεγάλωσαν και την εν λόγω προίκα δεν την χρειάστηκαν αλλά ακόμα και με καθυστέρηση 40 ετών καλό είναι να μην πηγαίνουν χαμένα τα πράγματα· έφερα λοιπόν τα σεντονάκια στη Λισσαβώνα, ίσα για να ανακαλύψω ότι οι 54 ίντσες που γράφουν απάνω δεν αντιστοιχούν απόλυτα στα 140 εκατοστά που είναι το στρώμα μου, και η μικρή διαφορά (τρεις πόντοι περίπου) είναι επαρκής για να καταστήσει τουλάχιστον τα κατωσέντονα άχρηστα. Έβαλα λοιπόν πανωσέντονα πάνω-κάτω, άσχετα βέβαια μεταξύ τους από πλευράς σχεδίου και χρώματος αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, στρίμωξα κάνα-δυο μαξιλάρια του καναπέ σε μια μαξιλαροθήκη, τσόνταρα και το πάπλωμα και έπεσα ξερός μετά την ολονυχτία στα αεροπλάνα και την ολοήμερη ταλαιπωρία στη δουλειά βήχοντας και κουτουλώντας από τη νύστα.

Κοιμήθηκα έντεκα ώρες, αλλά ξύπνησα εξίσου παγωμένος όπως είχα πέσει. Έριξα κάμποσο ζεστό νερό πάνω μου για να επανέλθω (το μόνο ζεστό πράγμα στο σπίτι, άλλωστε), και ξαναπήγα στη δουλειά, όπου έμπλεξα για πολλές ώρες, μέχρι που ήρθε και με μάζεψε η φίλη μου η Σ. (επονομαζόμενη έκτοτε και «Αγία Σ.») που κουβάλαγε τις ενισχύσεις: μια ηλεκτρική σομπίτσα περιστρεφόμενη και κάτι κουβερτούλες και χαλάκια περίσσευμα από το σπίτι της. Μου κουβάλησε και τα δύο κιβώτια που κατέφθασαν από το Λέιντεν με κάτι επιπλέον μικροπράγματα, και με πήγε σε ένα εμπορικό κέντρο να ψωνίσουμε κουζινικά και παραφερνάλια. Σαν καλό κορίτσι επέμενε να πάρουμε χαριτωμένα σκεύη, σαν καλό αγόρι επέμενα ότι αρκεί να είναι χρηστικά. Διαφωνήσαμε για λίγη ώρα για μια υγρή παρκετίνη και ένα καθαριστικό επιφανειών μπάνιου-κουζίνας, και σπαταλήσαμε κάνα δεκάλεπτο για το αν θέλουμε μαξιλάρια αντιαλλεργικά, βιοδυναμικά ή απλώς οικολογικά (τη διαφορά δεν την κατάλαβα ποτέ, πάντως εν τέλει πήρα τα ακριβότερα για να μη με πει τσίπη κι αν κάποιος ξέρει τι είναι βιοδυναμικό μαξιλάρι να μου το πει να 'χω κι εγώ να λέω).

Έψαξα μάταια στα ράφια για κανένα ηλεκτρικό καλοριφέρ – βγήκαμε από το μαγαζί την ώρα που έκλεινε και σπρώχναμε το καρότσι μας χαζεύοντας ρολά να κλείνουν μπροστά μας. Κάποια στιγμή το μάτι μου εντόπισε το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου σε ένα παραδίπλα κατάστημα πίσω από ένα ημίκλειστο ρολό. Ένας σεκιουριτάς καθόταν στην πόρτα και μας κοιτούσε που κοιτούσαμε. Του έδειξα ότι θέλω να μπω. «Κλείσαμε», είπε. Μετά απευθύνθηκα σε έναν υπάλληλο παραμέσα που κατέβαζε τα διπλανά ρολά. Ένα ταμείο ήτον ανοιχτό, με έναν πελάτη να πληρώνει. Ο υπάλληλος μου έδειξε το σεκιουριτά: «ό,τι σου πει».

«Τι κρίμα», είπε η Αγία Σ. «Κλείσανε και τώρα δε μπορώ να ξανάρθω πριν την Κυριακή». Σκέφτηκα τον εαυτό μου να παγώνει για μέρες, καθώς εμφανώς δε μπορούσα να κουβαλήσω τη γκουμούτσα άνευ οχήματος ακόμα κι αν έσκαγα πρώτος-πρώτος το χάραμα. Απευθύνθηκα ξανά στο σεκιουριτά, αυτή τη φορά με το πιο παρακαλετικό πορτογαλικό ύφος που μπορούσα να πάρω. Κούναγα χέρια και κεφάλια, έβηχα και για λίγο εφέ, ανέβασα λίγο μελοδραματικούς τόνους. Η φουκαριάρια η Σ. είχε σοκαριστεί καθώς προσπαθούσε να μεταφράσει τα λεγόμενα στον εμβρόντητο κυριούλη, καθώς έβλεπε τον καλό της φίλο να καταρρέει λες και τον είχε πιάσει κρίση ελονοσίας.

Τους είπα ότι κρυώνω, ότι είμαι άρρωστος, ότι το σπίτι είναι παγωμένο και δεν έχω τίποτα (η Σ. έκανε μια γκριμάτσα καθώς στο πορτ μπαγκαζ της ήταν η ηλεκτρική της σομπίτσα) και ότι χρειάζομαι να πάρω «να, αυτό εκεί πέρα το καλοριφεράκι» προς σαραντατρία ευρώ και δέκα λεπτά, αυτό μόνο και τίποτα άλλο, που αν ήξερα βέβαια πόρτογαλικά θα του έλεγα και να κάνει ψυχικό, να τον χαίρονται τα παιδάκια του, να τον καμαρώνει η μανούλα του και άλλα τινά σπαραξικάρδια. Από το βήχα η φωνή μου έσπαγε, και προφανώς το μάτι μου γυάλιζε παράξενα. Φαντάζομαι πιο πολύ επειδή τρόμαξε παρά επειδή με λυπήθηκε, ο σεκιουριτάς είπε «καλά, αυτό μόνο, και γρήγορα, ε;», οπότε εγώ κόλλησα τρία obrigado στη σειρά, βούτηξα θριαμβευτικά το σώμα και το πήγα στο ταμείο όπου η ταμίας ήθελε να μας δώσει και εγγύηση υπογεγραμμένη και της πήρε κάνα πεντάλεπτο επιπλέον, πράγμα που έκανε έξαλλο το σεκιουριτά, αλλά εγώ είχα ηρεμήσει πια καθώς μάλλον μου είχε περάσει η μαλάρια και είχε κολλήσει σε εκείνον.

Βγήκαμε έξω και το ρολό έπεσε αμέσως πίσω μας εμφατικά, σχεδόν ένα ολόκληρο τέταρτο μετά την επίσημη λήξη ωραρίου του μαγαζιού, και σύραμε νωχελικά το καρότσι μέχρι το πάρκιγκ, γεμάτο μαξιλάρια και πετσετάκια και κουζινικά και ηλεκτρικά καλοριφέρ λαδιού και παρκετίνες και λεμονοστίφτες. Η Σ. που είχε κοκκινήσει από ντροπή στην αρχή, τώρα γελούσε.

- Μα πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό; μου είπε στο τέλος. Εγώ δε θα μπορούσα να πω ψέμματα.
- Δεν είπα ψέμματα, εξήγησα. Απλά δεν είπα όλη την αλήθεια, και χρησιμοποίησα λίγο πιο δραματικούς τόνους.
- Μα εσύ του έλεγες αυτά κι εγώ ήξερα πως τα πράγματα δεν είναι έτσι και μου φαινόταν κάπως... εγώ να ξέρω κι αυτός να μην ξέρει...
- «Τραγική ειρωνία» λέγεται αυτό. Είναι ελληνική εφεύρεση. Δεν είναι «ψέμματα», είναι θέατρο. Μια μορφή τέχνης.

Η Αγία Σ. κούνησε το κεφάλι της με δυσπιστία.

- Πάντως εγώ δε θα μπορούσα να το κάνω. Είναι κόλπο.
- Timeo Danaos et dona ferentes, είπα με όσα λατινικά μου επέτρεπαν τα Αστερίξ μου. Αν οι Έλληνες δεν έκαναν και κάνα κόλπο, ακόμα δε θα είχε τελειώσει ο Τρωικός πόλεμος.

Σταμάτησε να γελάει όταν φτάσαμε πια στο σπίτι. Με βοήθησε να τα κουβαλήσω, δώσαμε ραντεβού για επιδρομή στο ΙΚΕΑ το σαββατοκύριακο, κι έφυγε για να κάνει όλη την τέράστια διαδρομή μέχρι την άλλη πλευρά του ποταμού όπου ζει. Ο καλός της θα την περίμενε σε αναμμένα κάρβουνα, τον είχε ήδη στημένο κάμποση ώρα με τους Δαναούς και με τους Τρώες. Πριν φύγει πάντως μου άναψε την ηλεκτρική σομπίτσα και έριξε ένα χαλάκι στο πάτωμα του (σχεδόν άδειου) σαλονιού. Ύστερα άναψα κι εγώ το ηλεκτρικό καλοριφεράκι στην κρεββατοκάμαρα, έβαλα τα λουξ μαξιλαράκια στις μαξιλαροθήκες του σχεδίου Μάρσαλ (που φυσικά περίσσευαν), κι έπεσα να κοιμηθώ με το ερώτημα αν είναι πια αργά για μένα να ξεκινήσω καριέρα στο θεατρικό σανίδι.

Για λίγη ώρα, το δωμάτιο είχε μια γλυκειά ζεστασιά.


Σ.Σ. Η λατινική φράση που προσωπικώς ξεσήκωσα από το «Ο Αστερίξ λεγεωνάριος» κανονικά προέρχεται από την Αινειάδα του Βιργίλιου και συνήθως αποδίδεται στα ελληνικά ως «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες» (ή κατά τη συμβολή της Γ. στο πρώτο σχόλιο παρακάτω «φέροντας»).

12/1/12

Φεγγάρι στο νερό

Δεν ξέρω ποιος τράβηξε τη φωτογραφία, εγώ πάντως την πήρα από εδώ.

Στο αεροπλάνο μπήκα με πυρετό. Και πέρσι που πήγαινα στην Ολλανδία μετά τις γιορτές πάλι κρυωμένος ήμουνα, και φέτος στην Πορτογαλία μία από τα ίδια. Και την πρώτη φορά που πήγα για εγκατάσταση στο Λέιντεν, επίσης. Μεταφυσικώς σκεπτόμενος θα έλεγα ότι δε μου πάει η ξενητειά και η αναχώρηση και το σώμα μου με εγκαλεί ώστε να παραμείνω στην πατρίδα (όπου αν μη τι άλλο υπάρχει ζεστή σουπίτσα και στοργή και κάνα χάδι ενίοτε), αλλά ο ορθολογιστής εαυτός μου προτιμά να απευθύνει την κατηγορία στους παραμυξοΐούς του κοινού κρυολογήματος (αν και κάτι ύποπτα ρίγη θα μπορούσαν να αποδοθούν και σε ιό γρίππης). Σε κάθε περίπτωση είχα μήτιγκ Δευτέρα, δέκα το πρωί ώρα Λισσαβώνας· Κυριακή δέκα το βράδι Ελλάδας ετοίμαζα βαλίτσες στην Αθήνα σε κατάσταση ημιαποσύνθεσης. Στις έντεκα πήρα μια ασπιρίνη ή κάτι τέτοιο και έπεσα να κοιμηθώ, στις τρεις ξύπνησα, πήρα άλλη μία, ντύθηκα, σταυροφίλησα τους δικούς μου και περίμενα το ταξί.

Θυμάμαι τη σκοτεινή Αθήνα, τους άδειους δρόμους ώρας τετάρτης πρωινής. Στο αεροδρόμιο ψυχή σχεδόν, η πτήση μου ήταν από τις πρώτες. Έκανα τσεκ-ιν τις δύο αποσκευές μου και πλήρωσα το προβλεπόμενο πρόστιμο. «Το ξέρετε ότι δικαιούστε μόνο μία;», ρώτησε με αληθινή ανησυχία η υπάλληλος. Το ήξερα· η δεύτερη αποσκευή περιείχε ένα πολύτιμο και απαραίτητο πάπλωμα για να αντιμετωπίσω το κρύο του άδειου σπιτιού και κάτι πετσετάκια συμπλήρωμα. Ίσως έπρεπε να βάλω μέσα και τη ρακή που μου έδωσε η Ε. από την Κρήτη, αλλά δεν το έκανα γιατί φοβήθηκα τι θα γινόταν αν έσπαγε το μπουκάλι. Μετά σκέφτηκα το πάπλωμα, επίσης απόκτημα Κρήτης: αξία κτήσης 25 ευρώ, άλλα 15 στο καθαριστήριο γιατί είναι τεράστιο και δε χώραγε στο πλυντήριο, άλλα 50 να ταξιδέψει ως τη Λισσαβώνα. Αυτό πρέπει να είναι που λέμε «προστιθέμενη αξία».

Οι εφημερίδες δεν είχαν βγει ακόμα· αγόρασα έναν τουριστικό οδηγό της Πορτογαλίας. Υπήρχε στα αγγλικά με 20 ευρώ και στα ελληνικά με 25· με βάση το αλάνθαστο οικονομικό μου κριτήριο πήρα την ελληνική έκδοση, φυσικά. Έξι παρά είκοσι τροχιοδρομούσαμε για απογείωση, καμιά εικοσιπενταριά νυσταγμένοι επιβάτες ενός αεροπλάνου από τα πιο άδεια που έχω ταξιδέψει ποτέ. Φοβούμαι ότι αν πάει έτσι θα την καταργήσουνε την πτήση και θα μας φάει η ανταπόκριση και η τρεχάλα στο μέλλον (χώρια που θα ψάχνουμε τις βαλίτσες μας στις Βαρκελώνες και στις Αλιτάλιες μετά - χαμένα θα πάνε τα παπλώματα προστιθέμενης αξίας του μέλλοντος). Για την ώρα πάντως είναι ωραία, ο παρακαθήμενος συνεπιβάτης πάει και πιάνει το πίσω άδειο κάθισμα και μου αφήνει όλη τη σειρά στη διάθεσή μου. Τρώμε ένα αεροπλανικό πρωινό με ελληνική μαρμελάδα και κρουασάν, καθώς και γιαουρτάκι με βύσσινο. Γυρίζω το ρολόι δυο ώρες πίσω, ώρα Πορτογαλίας (σα να λέμε Γκρήνουιτς, αλλά με διαφορετική ημερομηνία αλλαγής στη χειμερινή ώρα).

Είναι σκοτάδι έξω· η νύχτα φεύγει μπροστά μας και την κυνηγάμε ταξιδεύοντας προς τη Δύση, η μέρα έρχεται πίσω μας. Θα μας προφτάσει; Ναι, μάλλον θα μας προφτάσει, σκέφτομαι, αλλά για την ώρα χαζεύω τα φωτάκια στη γη καθώς έχω κολλημένη τη μούρη μου στο παράθυρο. Τι είναι εδώ; Α, Σικελία μάλλον· το επιβεβαιώνω στο χάρτη που εμφανίζεται κατά περιόδους στις οθόνες πάνω από τα καθίσματα. Ο πυρετός ανεβαίνει αργά και σκέφτομαι να κοιμηθώ λίγο, τραβάω την καρέκλα πίσω και αποκοιμιέμαι για δυο λεπτά. Όταν ανοίγω τα μάτια έχει περάσει μια ώρα και από το παράθυρο βλέπω κάτι άλλα φωτάκια, νησιωτικά μάλλον. Είναι ακόμα νύχτα, κι εδώ πρέπει να είναι οι Βαλεαρίδες νήσοι, σωστά; Σωστά, ο χάρτης με πληροφορεί ότι πετάμε πάνω από την Πάλμα ντε Μαγιόρκα πλησιάζοντας στην Ιβηρική. Ξανακοιμάμαι ξαπλωμένος στα τρία καθίσματα αυτή τη φορά και όταν ανοίγω τα μάτια ένα αχνό φως φαίνεται στο παράθυρο. Είναι κοντά εφτά, από κάτω μας έχει ακόμα νύχτα, αλλά στο βάθος του ορίζοντα πίσω μας ο ουρανός έχει ανοίξει για τα καλά, κι αντί για μαύρο έχει τώρα ένα βαθύ μπλε χρώμα.

Μένω κολλημένος στο παράθυρο χαζεύοντας άγνωστα χωριά της Ιβηρικής. Άραγε είμαστε Ισπανία ακόμα ή μπήκαμε Πορτογαλία; Ο χάρτης με διαφωτίζει προσωρινά (μόλις περάσαμε τα σύνορα) πριν εξαφανιστεί μαζί με την οθονίτσα ενώ τα μεγάφωνα μας πληροφορούν ότι πρέπει να ετοιμαζόμαστε για την προσγείωση. Πετάμε χαμηλώνοντας ολοένα και στη γη αρχίζουν να ξεχωρίζουν βουνά και ποτάμια ενώ το λυκαυγές προχωρά και μας αγκαλιάζει. Ποιο είναι αυτό το ποτάμι; Να είναι ο μεγαλοπρεπής Τάγος, στις εκβολές του οποίου είναι χτισμένη η καινούργια μου πόλη; Αγνοώ την τοπική γεωγραφία, αλλά το αεροπλάνο συνεχίζει να πετάει παράλληλα με το ποτάμι, και βλέπω τις γέφυρες ανάμεσα στις όχθες, αναγνωρίζω την Αλφάμα στην απέναντι πλευρά και καθώς το αεροπλάνο κάνει έναν ελιγμό, προβάλλει μπροστά μου, σκούρος, τεράστιος, ο Ατλαντικός.

Ύστερα το αεροπλάνο στρέφεται και πάλι, με κατεύθυνση το Βορρά· στη δεξιά πλευρά του τα παράθυρα φωτίζονται από τις πρώτες ηλιακές ακτίνες της αληθινής μέρας, ενώ στην αριστερή το σκοτάδι δίνει μάχες οπισθοφυλακών πάνω από τον Ωκεανό. Ύστερα, σε μια στιγμή παράξενης ομορφιάς, μια τεράστια Πανσέληνος (είναι στ' αλήθεια Πανσέληνος;) κουρασμένη και κατακόκκινη αρχίζει να διαλύεται στα νερά του Ωκεανού, κάπου μακριά στην άπω Δύση. Για λίγα δευτερόλεπτα μένω να κοιτάζω μαγεμένος, ύστερα το αεροπλάνο ξαναγυρίζει προς τα ανατολικά (η πόλη είναι πιάτο μπροστά μου τώρα, βλέπω την κίνηση των αυτοκινήτων, μικροσκοπικούς ανθρώπους που βαδίζουν στο δρόμο ή περιμένουν το πρωινό λεωφορείο) και σε λιγάκι προσγειώνεται, επτά και σαρανταοκτώ ακριβώς, με ένα λίγο δυνατό θόρυβο είναι αλήθεια.

Ο ήλιος είναι πια ψηλά πάνω από την πόλη. «Καλή χρονιά!», λέω στον εαυτό μου.

Ξεκινάμε.


Σ.Σ. Η πρώτη πανσέληνος του 2012 έλαβε χώρα στις 9 Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, ώρα 7.30 το πρωί (UTC).

8/1/12

Η ποίηση βαράει κατακέφαλα (Γιώργος Σκαμπαρδώνης)

Έπαιζα στην αυλή, φορώντας κοντό παντελονάκι, με μια γκαζιά στο χώμα.

Ο ξάδελφός μου ο Θοδωρής, έναν χρόνο μεγαλύτερος, στα έντεκα, καθότανε στα σκαλοπάτια του σπιτιού. Έβαλε στο αεροβόλο του αντί για βλήμα ένα σπυρί φακής, με σκόπευσε καλά στο πόδι και τράβηξε τη σκανδάλη. Με πέτυχε λίγο πιο πάνω από το δεξί γόνατο – έχω ακόμα, ύστερα από σαράντα οχτώ χρόνια, το σημάδι.

Η γιαγιά μου η Σμαρώ, που έπλενε πιο κει κάτι ασπρόρουχα σε μια σκάφη, είδε με την άκρη του ματιού της όλη τη σκηνή – χρησιμοποιούσε μια μεγάλη τετράγωνη πλάκα σαπούνι «Αλεπουδέλη». Και, λέγοντας «Αφορεσμένε!», σηκώνει το χέρι της, εκσφενδονίζει την πλάκα το σαπούνι, πετυχαίνει τον ξάδερφό μου στο κεφάλι και τον αφήνει αναίσθητο.

Προ ημερών μιλούσαμε για ποίηση – θυμήθηκε ο ξάδερφος το περιστατικό με το σαπούνι και μου λέει:

«Εκείνη ήταν η πρώτη σημαντική επαφή μου, μέσω της οικογένειάς του, με τον Οδυσσέα Ελύτη. Και από τότε δεν παύει να με βαράει κατακέφαλα».


Γιώργος Σκαμπαρδώνης – Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (Διηγήματα, 2011)

Σ.Σ. Το «Ελύτης» είναι φιλολογικό ψευδώνυμο, το επίθετο του ποιητή ήταν Αλεπουδέλης και κατάγεται από την ομώνυμη οικογένεια σαπωνοποιών της Λέσβου.

Η άρτι εκδοθείσα συλλογή διηγημάτων του Γ.Σ. με συντρόφεψε τις μέρες που έμεινα στην Αθήνα.