ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


17/12/12

Cutting corners

Συντομεύσεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η εικόνα από εδώ.

Βλέπω την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Δεν γνωριζόμαστε, τυπικά τουλάχιστον, αλλά έχω την εντύπωση ότι είναι ξένη όσο είμαι κι εγώ και δουλεύει στον από πάνω όροφο. Φαντάζομαι κι εκείνη θα υποψιάζεται πάνω κάτω τα ίδια για μένα. Πρέπει να μένει κάπου στη γειτονιά. Πριν λίγη ώρα με προσπέρασε μπροστά στην εκκλησία του Οέιρας, κατηφορίζοντας βιαστικά για το ινστιτούτο. Λίγο αργότερα με ξαναπροσπέρασε (εδώ μάλλον θα ένιωσε την πρώτη έκπληξη) λίγο πριν το μέγαρο του Πομπάλ που στεγάζει το «Εθνικό Ινστιτούτο Διοίκησης» αν μεταφράζω σωστά. Τώρα φτάνει, βιαστική πάντα, στην πόρτα της πτέρυγας και με αντικρύζει ξανά μπροστά της φάντη-μπαστούνι. Της ανοίγω να περάσει πρώτη με ένα ουδέτερο χαμόγελο, μου λέει με γουρλωμένα μάτια το υποχρεωτικό “obrigada”. Ίσως νομίζει ότι είμαι Πορτογάλος, αρκετοί το νομίζουν άλλωστε. Ανεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω της· μπορεί ενδομύχως να φοβάται ότι με κάποιο μαγικό τρόπο θα εμφανιστώ στην κορυφή της σκάλας.

Βέβαια δεν υπάρχει καμμιά μαγεία στο φαινόμενο, απλώς η κοπέλα προφανώς δεν ξέρει πάρα πολύ καλά τα κατατόπια και στηρίζεται στις γεωγραφικές πληροφορίες που δίνουν οι χάρτες. Τον πρώτο καιρό κι εγώ το ίδιο έκανα, ανεβοκατέβαινα σπίτι με βάση τις οδηγίες του google maps: 1450 μέτρα αν στρίψεις εδώ κι ύστερα εκεί. Λίγο περισσότερα, αν και με λιγότερη ανηφόρα αν πας από λίγο πιο κει. Με τον καιρό παρατήρησα μερικά πλάγια δρομάκια που δεν τα είχε ο χάρτης, ίσως επειδή δεν περνάνε αυτοκίνητα από εκεί. Μια μέρα πήρα ένα από αυτά και ανακάλυψα ότι έκοβα δρόμο. Μια άλλη μέρα αντί να κάνω το γύρο του τετραγώνου μπήκα στον κήπο του Πομπάλ από το πάρκιγκ του Ινστιτούτου Διοίκησης, προχώρησα ως τη μεσοτοιχία με το δικό μας και βρήκα την πορτούλα που άνοιγε με το ηλεκτρονικό κλειδί που έχουμε όλοι. Ο θυρωρός με διαβεβαίωνε ότι μόνο το δικό του κλειδί την ανοίγει, αλλά η πραγματικότητα τον διέψευδε. Με τούτα και με κείνα μάζεψα τη διανυόμενη απόσταση κατά 200-300 μέτρα. Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουώτσον.

Ατυχώς η κοπελίτσα δεν ήξερε αυτές τις λεπτομέρειες, και προφανώς αναρωτιόταν έκπληκτη πώς γίνεται εγώ να πηγαίνω σχετικά με το πάσο μου κι εκείνη με γοργό βήμα, να με προσπερνάει και μετά από λίγο να με ξαναβρίσκει μπροστά της. Από μια ορισμένη οπτική γωνία, μπορείς να βρεθείς σε μεγάλη σύγχιση. Θυμάμαι μια αντίστοιχη φάση στο Λέιντεν που περπατούσα για το Πανεπιστήμιο με το γνωστό αργόσχολο βήμα, παράλληλα με μια νεαρή Κινέζα του πέμπτου ορόφου που πήγαινε τροχάδην. Βέβαια στην άπλα του ολλανδικού τοπίου η παρασπονδία μου (αν το δει κανείς έτσι, διότι δεν το απαγόρευε τίποτα άλλο εκτός από τη λάσπη μετά τη διαρκή ολλανδική βροχή) ήταν αμέσως ορατή: η κοπελίτσα πήγαινε από το πεζοδρόμιο κι εγώ έκοβα χαλαρά από το γρασίδι. Έτσι εκείνη έκανε τις πλευρές του τριγώνου κι εγώ την υποτείνουσα, με αποτέλεσμα να τρακαριζόμαστε σε κάθε γωνία σχεδόν. Μετά από 2-3 τετράγωνα είχε φουρκιστεί απεριόριστα, και το τελευταίο το έκανε τρέχοντας σχεδόν.

Ατυχώς (για την ίδια) πήγε από το πιο απόμακρο γεφυράκι, ενώ εγώ νωχελικά έκοψα μέσα από τον ποδηλατόδρομο προσέχοντας μη με πατήσουν οι διερχόμενοι (οι ποδηλάτες έχουν προτεραιότητα έναντι των πεζών εκεί πέρα) και πέρασα από την αυλή του διπλανού κτιρίου φτάνοντας στο δικό μας μερικά βήματα πριν από εκείνην. Κάπου εκεί σταμάτησα για να καθαρίσω τα παπούτσια από τις λάσπες· με προσπέρασε σα δρομέας που τερματίζει στο νήμα κι έτρεξε σίφουνας προς τα ασανσέρ (σπάνια πολυτέλεια για ολλανδικό κτίριο). Χώθηκε ανακουφισμένη μέσα, αλλά προς μεγάλη της δυσαρέσκεια έφτασα κι εγώ και μπήκα πίσω της. Πάτησα το κουμπί για τον τρίτο και της είπα «καλημέρα» στα ολλανδικά. Με κοιτούσε με ένα βλέμμα απίστευτης απορίας μάλλον παρά οτιδήποτε άλλο.

Με αυτές τις ιστορίες θυμήθηκα την αγγλική έκφραση “cutting corners” που δεν αντιστοιχεί απόλυτα στο δικό μας «κόβω δρόμο». Η δική μας έκφραση δε νομίζω να έχει τίποτα αρνητικά συμφραζόμενα, ενώ η αγγλική υποδηλώνει μια ορισμένη τσαπατσουλιά, το να μην κάνεις όλα τα απαραίτητα βήματα. Από την άλλη σκέφτομαι ότι αν το δει κανείς μεταφορικά μπορεί και να δηλώνεται μια πολιτισμική ειδοποιός διαφορά: στην Ελλάδα το να βρεις έναν «καταφερτζήδικο» τρόπο να κάνεις τη δουλειά σου (που μπορεί να είναι τσαπατσουλιά ή βύσμα ή γρηγορόσημο), το να «σουρουμπελιάσεις» κάπως τα πράγματα τσάτρα-πάτρα, δεν είναι και κανένα στίγμα. Αλλού που οι άνθρωποι εκπαιδεύονται να πηγαίνουν by the book και πιστεύουν ότι το να πετύχεις τους στόχους σου είναι αποτέλεσμα μεθοδικότητας και εργατικότητας (και όχι αυτοσχεδιασμών και «πατέντας» της τελευταίας ώρας), το να εμφανίζεται ένας Έλλην φάντης μπαστούνι από τα γρασίδια και να μπαίνει άξαφνα μπροστά τους ενδέχεται να τους προκαλεί σοβαρό πολιτισμικό σοκ.

Αλλά εγώ έχω ανατραφεί σε ένα κλίμα ελληνοπρεπούς ηθικού σχετικισμού που αν και δεν ξέφυγε ποτέ από κάποια όρια (που έχουν να κάνουν με τη χριστιανική αντίληψη περί του «πλησίον» ως εικόνας Θεού, που δεν πρέπει να τον βλάψεις) από την άλλη δεν είχε και κάνα φοβερό πρόβλημα με την παραβίαση των κανόνων, στο βαθμό που δεν υπήρχε κάποιο «θύμα» που να ζημιώνεται από τις πράξεις ή τις παραλείψεις μου. Φυσικά δεν είναι όλοι έτσι: κάποιοι βρίσκουν πολύ διασκεδαστικό να περνάνε με κόκκινο ή να πηγαίνουν ανάποδα σε μονόδρομο· εγώ καθόλου (το «όλοι έτσι κάνουν» δε μου ακουγόταν ποτέ σαν ιδιαίτερα καλό επιχείρημα, άλλωστε). Χώρια που ο εν γένει «καταφερτζήδικος» και «σουρουμπελιαστός» τρόπος που γίνονται πολλά στη χώρα (από τα έργα στις εθνικές οδούς και τους ολυμπιακούς αγώνες μέχρι την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ και τις επισκευές των οχημάτων με πατέντες) είναι εν πολλοίς υπεύθυνος για αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια, ίσως πιο πολύ από τους δήθεν κακούς που μας επιβουλεύονται και τους εκάστοτε «προδότες» (από δω παν' κι άλλοι...) της πατρίδας.

Ορισμένοι πάλι δυσκολεύονται να παρασπονδήσουν σε βαθμό κακουργήματος, ακόμα και αν δεν υπάρχει ούτε υποψία πραγματικής παρασπονδίας. Θυμάμαι μια φορά έναν εκ των μετέπειτα εργοδοτών μου στην Κρήτη (τότε ήταν ακόμα απλώς ο κύριος από το γειτονικό εργαστήριο και δεν γνωριζόμασταν καλά) που μου ζήτησε κάποτε αν είχα ένα εισιτήριο λεωφορείου. Το λεωφορείο για την περιοχή είχε πιο ψηλή τιμή σε σχέση με το συνηθισμένο αστικό, αλλά εγώ είχα πάνω μου μόνο τα «απλά» εισιτήρια που για τη συγκεκριμένη διαδρομή ενείχαν ρόλο «φοιτητικού», οπότε του έδωσα ένα λέγοντας χάριν παιδιάς ότι μπορεί να περάσει για φοιτητής άνετα (είμαστε συνομίληκοι, αλλά αυτός μικροδείχνει τόσο χαρακτηριστικά που κάποιοι λέγαμε για πλάκα κάποτε να ψάξουμε στο σπίτι του για να βρούμε το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι). Δυστυχώς δεν την έπιασε τη φιλοφρόνηση και μου είπε πολύ σοβαρά και ελαφρώς παρεξηγημένα ότι δε μπορεί να δώσει φοιτητικό εισιτήριο χωρίς να είναι φοιτητής. Φυσικά δεν ήταν αυτό το πνεύμα της παρατήρησής μου, αλλά δεν έκατσε να του το εξηγήσω (βρήκε κάποιον άλλο και του έδωσε το «σωστό» εισιτήριο αν θυμάμαι καλά κι έφυγε αμέσως), και μάλιστα έχω την εντύπωση ότι για κάμποσο καιρό με αντιμετώπιζε κάπως επιφυλακτικά χάρη σε αυτό το αποτυχημένο αστειάκι. Εικάζω βέβαια ότι με τέτοιο πνεύμα ακεραιότητας θα είχε πάμπολλες δυσκολίες να αντιμετωπίσει σε σχέση με την περιβόητη «ελληνική πραγματικότητα», οπότε δε μου έκανε εντύπωση που κάποια στιγμή τα μάζεψε κι αναχώρησε συν γυναιξί και τέκνοις για την Εσπερία· φαντάζομαι αν ξαναπάω στην Κρήτη θα βρω τη μαύρη πέτρα που έριξε πίσω του (και δεν είναι και ο μόνος).

Όσο για μένα, αν και κατά κανόνα χτυπάω τα εισιτήρια κανονικά στα λεωφορεία (και πληρώνω κανονικά φόρους και εισφορές, και σταματάω το αμάξι πριν τη διάβαση πεζών και όχι πάνω κλπ.), η αλήθεια είναι ότι διασκεδάζω λίγο με την έκπληξη που αισθάνονται όσοι με βλέπουν ενίοτε να εμφανίζομαι άξαφνα κάπου ενω «κανονικά» θα έπρεπε να είμαι πολύ πίσω ακόμα. Και αναδρομικά ξεθάβω τη μνήμη μιας παλιάς μου συμμαθήτριας από το Λύκειο που συναπαντηθήκαμε μια μέρα στο δρόμο για το σχολείο αλλά δε με περίμενε να πάμε παρέα γιατί βιαζόταν (εγώ βάδιζα ράθυμα από κείνα τα χρόνια). Την αποχαιρέτησα λοιπόν, κι ενώ εκείνη γκάζωνε (που λέει ο λόγος) για να βγει στη λεωφόρο κι από κει να ανηφορίσει (τσίτα) για την κύρια είσοδο δεκαπέντε λεπτά λαχανιαστά, εγώ πέρασα από την πυλωτή της διπλανής πολυκατοικίας στο στενάκι προς τα προσφυγικά, από κει ανάμεσα στις παράγκες στο ρέμα, τσουπ απέναντι από το γεφυράκι στις φυστικιές κι έπειτα στην πίσω αυλή του Λυκείου ανάμεσα από τα χαλαρωμένα κάγκελα την ώρα που τελείωνε η πρωινή προσευχή, σύνολο δώδεκα λεπτά χωρίς πολύ άγχος.

Εκείνη μπήκε κάθιδρη μέσα στην τάξη ίσα ίσα για να πέσει πάνω μου την ώρα που πήγαινα στην έδρα να πάρω το απουσιολόγιο. Της χαμογέλασα· έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

Άλλα χρόνια εκείνα, βέβαια. Τώρα εννοείται ότι σιγά μη χώραγα με την κοιλούμπα ανάμεσα στα κάγκελα.

Και οι παράγκες μάλλον θα έχουν γίνει πολυκατοικίες.

3 σχόλια:

Περαστικός είπε...

Ένα τέτοιο κατεβατό ίσα για να μας πείτε ότι ήσασταν απουσιολόγος στο Λύκειο;

Μπορείτε και καλύτερα...

Idom είπε...


Και ότι πατάτε το Ολανδικό γρασίδι;;;

Τι θα γινόταν τα ωραία Ολανδικά γρασίδια αν τα πατούσαν όλοι σαν και εσάς;;

Απάντηση:
Ελληνικό χέρσο χώμα...

Idom

Ανώνυμος είπε...

Νωρίτερα αναρωτήθηκα αν μαθαίνετε τα νέα μας εδώ στο νησί. Μόλις ανακάλυψα ότι τα ξέρετε καλύτερα από 'μας που είμαστε ακόμα εδώ ;-)