ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


26/8/12

Έξι και ένα στιγμιότυπα Αυγούστου - 2012

(Ιστορίες σε ικαριακό ντεκόρ που ακούστηκαν το καλοκαίρι του 2012 αν και ενδεχομένως έχουν διαδραματιστεί αρκετά παλαιότερα).

Μερικά από τα χρώματα της Δύσης (ή ίσως της Ανατολής), κάπως πειραγμένα από τους καπνούς της φωτιάς στη Χίο, λίγο βορειότερα.

Φεύγουν μισομεθυσμένοι και κατάκοποι ξημερώματα από το πανηγύρι και έχουν πολύ οδήγημα μπροστά τους για να γυρίσουν πίσω στο χωριό. Ο συνοδηγός αποκοιμιέται ταχέως και ο οδηγός νυστάζει επίσης, οπότε του βάζει τις φωνές:

- ΜΙΛΑ μου ρε, κράτα με ξύπνιο, μη με πάρει ο ύπνος και σκοτωθούμε πουθενά.
- Και τι να σου λέω; απορεί ο συνοδηγός. Αφού δε μου 'ρχεται τίποτα.
- Ότι να 'ναι λέγε, φτάνει να μου μιλάς.

Ο συνοδηγός κοιτάει γύρω-γύρω μέχρι που βρίσκει το κατάλληλο ερέθισμα:

- Κοίτα τι ωραία χρώματα που έχει η Δύση...
- ΠΟΙΑ ΔΥΣΗ, βρε μαλάκα τέτοια ώρα; ΑΝΑΤΟΛΗ είναι.

Και ο άλλος με ειλικρινή απορία:

- Ε, και; Τα ίδια χρώματα δεν έχουν;

- . - . -

Ο μάστορας έχει μόλις βάλει τα κάγκελα στη βεράντα αλλά ο νοικοκύρης δε φαίνεται ευχαριστημένος. Τα πιάνει και τα τραντάζει με δύναμη.

- Κουνιούνται, λέει στα μάστορα, να τα στερεώσεις πιο καλά.

Ο άλλος τα στερεώνει πάλι με εξτρά υλικό, τα δείχνει στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος πάλι τα τραντάζει και δεν φαίνεται να πείθεται ιδιαίτερα:

- Πάλι κουνιούνται, να τα ξαναστερεώσεις.

Ο μάστορας τα στερεώνει και τρίτη φορά ακόμα πιο καλά, και τα δείχνει πάλι στον ιδιοκτήτη, που τα τραντάζει για πολλοστή φορά:

- Βρε ακόμα κουνιούνται, επιμένει.
- Μη φοβάσαι, τον καθησυχάζει ο μάστορας. Και τ' αρχίδια μου κουνιούνται αλλά μετά από τόσα χρόνια ακόμα 'εν έχουν πέσει.

- . - . -

Έτερος μάστορας καλείται να επισκευάσει ένα ταλαιπωρημένο πλυντήριο. Μετά από κάμποση ώρα προσπάθειας, φωνάζει την ιδιοκτήτρια.

- Έχεις μπλε μπογιά;
- Τι να την κάνω; απορεί η γυναίκα.
- Να το βάψεις μπλε πριν το πετάξεις στη θάλασσα, να μη φαίνεται.

- . - . -

Στο πανηγύρι της Ακαμάτρας, κάπως έρχεται η κουβέντα για το ποιό είναι το πιο μεγάλο σόι της Ικαρίας. Άλλος λέει οι τάδε, άλλος οι δείνα, άκρη δε βγάζουν και στο τέλος ρωτάνε έναν παρακαθήμενο παλιό χωριανό να τους πει την άποψή του.

Το σκέφτεται λίγο σοβαρά ο τύπος και εν τέλει μετά από ώριμη σκέψη το βρίσκει:

- Οι γαμπροί.

- . - . -

Το περιστατικό συνέβη προ ετών όταν υπήρχε ακόμα αυτόνομο υπουργείο Αιγαίου με έδρα τη Μυτιλήνη. Μικροεπιχειρηματίας με ποικίλες επαγγελματικές δραστηριότητες με έδρα τις Ράχες Ικαρίας, επεδιώκει να εντάξει την επιχείρησή του σε κάποια από τις περίφημες Δράσεις της ΕΕ για την ενίσχυση της περιφέρειας. Μετά από επίμονες προσπάθειες, κατορθώνει με τα χίλια ζόρια και με τη μεσολάβηση κάποιου (αρμόδιου υπηρεσιακού παράγοντα, μην πάει στο κακό το μυαλό σας) να κλείσει ραντεβού με τον υπουργό Αιγαίου στη Μυτιλήνη, ώστε να του αναπτύξει το επιχειρηματικό πλάνο της επένδυσης και για ποιο ρόλο θα πρέπει να ενταχθεί στις εν λόγω Δράσεις. Μετά από ένα μακρύ και περιπετειώδες ταξίδι, επιστρέφει στην Ικαρία και ο μεσολαβητής τον ρωτάει μόλις τον βλέπει:

- Λοιπόν, τι έγινε στη Μυτιλήνη;
- Α, πολύ ώραία πόλη, δεν είχα ξαναπάει. Γύρισα και το νησί λίγο, καταπληκτικά ήτανε!
- Καλά, εντάξει αυτά, στο ραντεβού με τον υπουργό τι έγινε;
- Α, μωρέ, με πήρε ο ύπνος, και δεν πήγα τελικά.


(Και για την ιστορία, ο άνθρωπος ΔΕΝ είναι Καριώτης - για να μη λένε μερικοί ότι και καλά «γεννιέσαι, δεν γίνεσαι». Γίνεσαι και παραγίνεσαι...).

- . - . -

Δεν είναι βέβαιον για ποια εκκλησία πρόκειται, έχει ακουστεί ότι αφορά την Ανάληψη στο Γιαλισκάρι αλλά ίσως τον Άγιο Αλέξανδρο στους Κουνιάδους ή μια άλλη στους Βρακάδες. Πάντως ο μύθος αναφέρει ότι κατά την κατασκευή (ή την αγιογράφηση) έπρεπε να έχει προβλεφθεί ένας χώρος στον τρούλο για να ιστορηθούν οι Δώδεκα Απόστολοι. Ωστόσο από κακό υπολογισμό φέρεται να χώρεσαν μόνο έντεκα τελικά. Ο τεχνίτης έτυχε μια ορισμένης κριτικής, και όταν κάποτε βαριέστησε να ακούει τα σχετικά σχόλια φημολογείται ότι αντέδρασε λέγοντας:

- Βρε άμε στο διάολο, 'εν τους ήφταναν οι έντεκα, ηγήρευαν να τους κάμω και τον Ιούδα; Μα 'εν ήτανε προδότης αυτός;

Βρε σαστισμένοι καλά καλά είστε, μου φαίνεται...


- . - . -

Η ιστορία είναι από ένα παλιό πανηγύρι, μάλλον στο Μαυράτο. Την εποχή εκείνη όλα γίνονταν ρεφενέ, κι όσοι δεν είχαν να προσφέρουν κρασί ή κρέας ή κάτι τέτοιο προσέφεραν προσωπική εργασία ή ότιδήποτε άλλο χρειαζόταν. Κάποιος τέτοιος λοιπόν ρωτάει κάποια στιγμή στο κελί τι να κάνει και του λένε να φέρει μια σκάφη για να βάλουν το βραστό όπως βγαίνει από το καζάνι (για την παρασκευή του ζωμού). Πρόθυμος λοιπόν αυτός, πάει να φέρει τη σκάφη από το σπίτι του, λίγο πιο πέρα.

Περνάει μια ώρα, περνάνε δύο, περνάνε τρεις και πέντε, φυσικά στο μεταξύ το βραστό έχει γίνει πλέον και ο ζωμός έχει σχεδόν καταναλωθεί και κάποτε βλέπουν τον τυπάκο να έρχεται αργά-αργά κουβαλώντας παραμάσκαλα και την (άχρηστη, πλέον) σκάφη.

- Βρε ήντα ήκανες τόσην ώρα; απορούν οι συγχωριανοί.

Και ο άνθρωπος, αφοπλιστικά:

- Ήρκουμουν...

(Σ.Σ. Ερχόμουνα...)

Ταμπέλα που απαγορεύει την κατασκήνωση στην παραλία Λιβάδι Αρμενιστή.


Στιγμιότυπα Αυγούστου 2011 εδώ.

Στιγμιότυπα 2010 εδώ κι εδώ.

Στιγμιότυπα 2009 εδώ.

1 σχόλιο:

Γιώργος Δημ. Μπατζιλής είπε...

eputia 4
Tο καλό με αυτές τις παροιμιώδεις ιστορίες είν' οι 360' θέασης που διαθέτουν αλλά ακόμη κι' απτήν ίδια γωνία δε διασφαλίζουν σύμπτωση.