ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


29/4/12

Όπως συνήθως

Κεντρικός σταθμός Λέιντεν, έξι παρά δέκα, 3 Μαΐου 2010. Ακόμα βρέχει.

Ξεκίνησα να γράφω αυτή την ανάρτηση ακριβώς δυο χρόνια πριν. Όπως πολλά πράγματα στη ζωή μου, παρέμεινε ανολοκλήρωτη για καιρό, καθώς η ιδέα που την είχε εμπνεύσει ξεθώριαζε κάπως συν τω χρόνω, αν και κατά καιρούς επανερχόταν με διάφορες αφορμές. Ή μάλλον με μία και μόνη αφορμή· αυτό καθεαυτό το γεγονός της αποδημίας μου στο εξωτερικό. Όταν ξεκίνησα να γράφω, κόντευα να κλείσω μια βδομάδα στην Ολλανδία, αλλά κάτι τα γενέθλια της βασιλομήτορος στις 30 του μήνα, κάτι το Σαββατοκύριακο που ακολουθούσε, βρέθηκα να έχω περάσει ένα γεμάτο τριήμερο και βάλε με τους φιλόξενους οικοδεσπότες μου, ένα ζευγάρι που ξέρω από τα φοιτητικά μου χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα. Εκείνοι αποδήμησαν στις αρχές της δεκαετίας του '90, και η διαδρομή τους είχε διάφορους ενδιάμεσους σταθμούς (σπανίως μαζί, γεωγραφικά), πότε στη Γερμανία, πότε στην Αγγλία, πότε στη Γαλλία, μέχρι να καταλήξουν στην Ολλανδία όπου ρίζωσαν και έκαναν τα παιδιά τους. Εγώ έφυγα σε μια άλλη ηλικία και με άλλες παραστάσεις βέβαια, αλλά θυμάμαι σαν και τώρα, δυο χρόνια μετά, μια ορισμένη έκπληξη που είχα νιώσει τις πρώτες εκείνες μέρες στο Άμστερνταμ, σχετικά με το πόσο ριζικά διαφορετική ήταν η εικόνα που είχαμε για την Ελλάδα.

Βέβαια εγώ έλειπα από τη χώρα μια βδομάδα κι εκείνοι είκοσι χρόνια, αλλά φυσικά και σε πλήρη επαφή με τις οικογένειές τους βρίσκονταν, και στην Ελλάδα έρχονταν όσο συχνά μπορούσαν (ειδικά μετά τη γέννηση των παιδιών) και οι φίλοι τους ήταν σε μεγάλο βαθμό Έλληνες, και εφημερίδες και ιστοσελίδες ελληνικές διάβαζαν σχεδόν καθημερινά. Ωστόσο, τις παράξενες εκείνες μέρες του 2010 που η χώρα έμπλεκε σε εκείνη την ιστορία που έμελλε να καταχωρηθεί κάτω από τη λέξη «Μνημόνιο», φάγαμε ατέλειωτες ώρες κουβεντιάζοντας μεταξύ μπέιμπυ-σίτιγκ και μαγειρέματος (κι εγώ τότε ήμουν πιο επιρρεπής στο να ακούω μάλλον παρά να μιλάω, ως νεοφερμένος), μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι ναι μεν εγώ δεν είχα καμμιά ιδιαιτέρως συνεκτική εικόνα για το πώς είναι τα πράγματα «έξω» ως αναμένετο, αλλά και οι φίλοι μου είχαν μια αρκούντως θαμπή εικόνα για το πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα.

Να εξηγήσω ότι δεν αναφέρομαι σε διαφωνίες που μπορεί να προέκυπταν από διαφορετικές πεποιθήσεις ή πνευματικές διαδρομές (θεμιτό, άλλωστε) αλλά για μια ριζικά διαφορετική αντίληψη για τα γεγονότα αυτά καθεαυτά. Χαρακτηριστικά, είχα καταγράψει τη φράση του φίλου μου «όπως συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα», για πράγματα που δεν ήταν καθόλου συνήθη, ή που είχαν πάψει να είναι συνήθη στα χρόνια που μεσολάβησαν, και την τάση να ερμηνεύει σημερινές συμπεριφορές με αναγωγές σε κατηγορίες που είχαν εκλείψει προ πολλού ή είχαν αλλάξει περιεχόμενο στο μεταξύ (π.χ. οι έννοιες «Άκης Τσοχατζόπουλος» ή «Βιολογικό Αθήνας», ή η κοινωνική κατηγορία «Κνίτης» σήμαιναν άλλα πράγματα το 1988 και άλλα το 2004 ή το 2010). Δίς εἰς τόν αὐτόν ποταμόν οὐκ ἄν ἐμβαίης, που έλεγε κι ο Ηράκλειτος.

Όντας είκοσι χρόνια επισκέπτες κατά βάση, οι φίλοι μου είχαν μια εικόνα που ταίριαζε περισσότερο στις αντιλήψεις και τις προσδοκίες της προ εικοσαετίας εποχής, χωρίς να έχουν πάρει και πολύ είδηση (παρά μόνο κάπως επιφανειακά ίσως) τις μεταβολές που έφεραν στη χώρα και τους κατοίκους της μια σειρά από πράγματα που επισυνέβησαν στο μεταξύ. Ας πούμε, η επίπλαστη (όπως ξέρουμε οδυνηρά πλέον σήμερα) ανάπτυξη των ημερών της «ισχυρής Ελλάδας» και του Χρηματιστηρίου, και ο νεοπλουτισμός που τη συνόδευσε. Η μετανάστευση και οι κοινωνικές μεταβολές που προκάλεσε. Ακόμα και οι επιμέρους προσωπικές διαδρομές κοινών γνωστών (τι απέγινε ο τάδε και ο δείνα...), που αν επιχειρούσες να τις ερμηνεύσεις με όρους 1990 σου φαινόντουσαν εξωπραγματικές, αλλά με όρους 2010 φυσικά έβρισκαν την επαρκέστατη εξήγησή τους. Κάποια στιγμή (τηρουμένων των αναλογιών) σκέφτηκα ότι οι φίλοι μου έμοιαζαν λίγο σαν τη θεία μου τη Σταματούλα, που αφού έζησε στην Αίγυπτο και στην Αμερική, είχε πάντα στο μυαλό της την εικόνα της Ελλάδας και της Ικαρίας του 1910, ακόμα και πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο.

Από εκείνες τις κουβέντες που κάναμε πέρασαν άλλα δυο χρόνια, όπου τα παιδιά παρέμειναν στην Ολλανδία, με κάποιες εργασιακές μικροαλλαγές, εγώ βρέθηκα στην εξωτική Λισσαβώνα μετά από ενάμιση χρόνο, και η Ελλάδα βρέθηκε στη δίνη ενός τεράστιου κυκλώνα, που αν και «το πώς και το γιατί» του υπερβαίνουν τις αναλυτικές δυνατότητες του ιστολογίου, το σίγουρο είναι ότι επιτάχυνε τις κοινωνικές μεταβολές στη χώρα με έναν ρυθμό απίστευτα γρήγορο. Σ’ αυτά τα δύο χρόνια πέρασα κάμποσο καιρό στην Ελλάδα, διαβάζω καθημερινά ελληνικές ιστοσελίδες και εφημερίδες, μιλάω τακτικότατα με τους Έλληνες φίλους μου επί παντός του επιστητού, κοιμάμαι και ξυπνάω με την έννοια του τι γίνεται εκεί, κι όμως συνειδητοποιώ με κάποια έκπληξη ότι πολλά πράγματα από αυτά που συμβαίνουν μάλλον μου έχουν διαφύγει. Δεν χρειάστηκε να λείψω για είκοσι χρόνια σαν τον Οδυσσέα, άρκεσαν μόνο δύο (αλλά βέβαια ΑΥΤΑ τα δύο, μετάξύ 2010 και 2012) για να διαπιστώσω ότι αργά αργά η εικόνα που έχω για τη χώρα κάπως παύει να ανταποκρίνεται στα ερεθίσματα που έρχονται. Υπάρχουν πράγματα που βλέπω και δεν αναγνωρίζω.

Βέβαια το γεγονός ότι δεν είμαι μέσα στην «άψη» των πραγμάτων και έχω μια απόσταση (και όχι μόνο γεωγραφική, αλλά και σε σχέση με τις πηγές πληροφόρησης) θα μπορούσε να είναι υπό προϋποθέσεις θετικό: κάτι που έχω (για την ώρα) δουλειά, κάτι που δε μου ‘ρχεται η οσμή του δακρυγόνου, κάτι που ζω σε πολυεθνικό περιβάλλον και έχω εικόνα και «πλούσιας» (βλ. Ολλανδία) και «φτωχής» (βλ. Πορτογαλία) χώρας, μπορώ να βλέπω κάπως αυτό που λένε “big picture”, δηλαδή το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται τα πράγματα, χωρίς το μυωπικό συχνά τρόπο που προσεγγίζουμε την πραγματικότητα όταν τη ζούμε από πολύ κοντά. Από την άλλη πλευρά, η απόσταση δε σου επιτρέπει να αντιληφθείς επαρκώς μερικά πράγματα που εν τέλει δεν είναι καθόλου λεπτομέρεια στην όλη ιστορία. Τα πλήθη των αστέγων, ας πούμε. Το ποσοστό της απήχησης της Χρυσής Αυγής. Την τυφλή οργή (και τον συνακόλουθα θολωμένο νου) πολλών καλών ανθρώπων (και όχι αναγκαστικά των ορφανών του πελατειακού κράτους).

Μιλάω με αγαπημένους ανθρώπους στην Ελλάδα και προσπαθώ να καταλάβω γιατί ενώ μιλούσαμε την ίδια γλώσσα πριν δυο χρόνια, τώρα είναι στιγμές που χρειαζόμαστε μεταφραστή. Δεν δίνω άδικο ή δίκιο κάπου, όπως δεν υπήρχε κατ’ ανάγκην άδικο ή δίκιο σε όσα λέγαμε με τους οικοδεσπότες μου πριν δυο χρόνια. Προβληματίζομαι όμως για το τι θα συναντήσω επιστρέφοντας (καθώς δεν έχω τη φιλοδοξία, τη διάθεση ή και τη δυνατότητα ίσως να παραμείνω εκτός Ελλάδας για πάνω από τρία χρόνια), όχι τόσο από άποψη εργασίας ή τρόπου ζωής όσο από τη σκοπιά του πόσο θα έχει αλλάξει ο τόπος και οι άνθρωποι μέσα σε τρία χρόνια (βεβαια ΑΥΤΑ τα τρία χρόνια).

Ώρες ώρες σκέφτομαι πως μοιάζω με κάποιον που είναι έγκλειστος κάπου σε μια σπηλιά και πλήττει και θέλει να βγει έξω, αλλά έξω μαίνεται μια άγρια μάχη από τη φρίκη της οποίας αυτός είναι ασφαλής προσώρας. Αυτή η σκέψη μου είχε πρωτομπεί δυο χρόνια πίσω, εκείνη τη θλιβερή μέρα που περιφερόμουν ασκόπως στο Άμστερνταμ περιμένοντας να αδειάσει το μετέπειτα σπίτι μου στο Λέιντεν, την ίδια ώρα που η σύγκρουση στην Αθήνα κατέληγε σε τραγωδία. Σκέφτομαι τη στιγμή που θα τελειώσει η περίοδος του εγκλεισμού (και της ασφάλειας, βέβαια) και θα βγω από τη σπηλιά να αντικρύσω το πεδίο της μάχης. Δεν ξέρω κατά πόσον θα μαίνεται ακόμα, ή αν θα υπάρχει εκείνη η παράξενη σιωπή που λένε πως βασιλεύει στα πεδία των μαχών μετά το τέλος τους.

Αλλά ως τότε παλεύω να κρατήσω τα αυτιά μου ανοιχτά και τα μάτια μου να μπορούν να δουν και μακριά και κοντά, όσο γίνεται. Κουβεντιάζω λίγο με τον προ διετίας οικοδεσπότη μου που βρίσκεται συμπτωματικά στην Αθήνα αυτές τις μέρες («δεν καταλαβαίνω τι γίνεται», μου λέει, και τον πιστεύω απόλυτα). Κάνω ένα πρόχειρο γκάλοπ στους απόδημους (ανά την Ευρώπη) φίλους μου: ως τώρα είμαι ο μόνος που σκοπεύει να κάτέβει στην Ελλάδα το άλλο σαββατοκύριακο για να ψηφίσει. Και κάπου ξεκάρφωτα στο τέλος θυμάμαι ένα ποίημα από τα Νεοελληνικά Αναγνώσματα κάποιας τάξης του Λυκείου, τον «Καιόμενο» του Τάκη Σινόπουλου.

[...]Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

«Όπως συνήθως συμβαίνει στην Ελλάδα» , θα έλεγα ίσως, αλλά κάτι με συγκρατεί.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

2 σχόλια:

Idom είπε...

Αγαπητέ Ροβυθέ!

Μού φαίνεται ότι μόλιες έβγαλες στην ανεργία όλους τους αναλυτές και ερμηνευτές τής ιστορίας! :-)
Γιατί, για παράδειγμα, τρέχα γύρευε να γνωρίζουμε εκείνες τις μικρέεεεες, αλλά ΤΟΣΟ σημαντικές λεπτομέρειες που έκαναν τον λαό τής Ρώμης να θυσιάσει την Δημοκρατία για χάρη τής Τριανδρίας ... τού Ιούλιου Καίσαρα.

Νομίζω - ΝΟΜΙΖΩ - ότι με μία λέξη όλες αυτές οι λεπτομέρειες που αλλάζουν τους κόσμους, και τις αντιλαμβάνονται μόνο όσοι τις ζουν μυωπικά στη μάπα, λέγονται φθορά.

Βέβαια, μακροπρόθεσμα, σιγά την αλλαγή...


Χαίρομαι πολύ που θα 'ρθεις.
Άντε να γνωριστούμε από κοντά αυτή την φορά, βρε παιδί μου!

Idom

Αββαδών είπε...

Παντως η αποσταση κανει και καλο Βασιλη. Ο Βαρουφακης μου αρεσει περισσοτερο τωρα που την εκανε για Σηάτλ απο τότε που ητανε Ελλάδα ...