ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


17/3/12

Κάτι μένει

Amstel park, Amsterdam, 11/3/2012. Ζεστή μέρα, σχεδόν πορτογαλική...

Η μέρα ήταν κάπως ζεστή ακόμα και για Λισσαβώνα, και κάμποσοι κυκλοφορούσαν με κοντομάνικα και γυαλιά ηλίου. Τα γυαλιά τα φόρεσα κι εγώ καθώς έβγαινα στην αποβάθρα του σταθμού του Οέιρας, αλλά η υπόλοιπη εμφάνισή μου πρέπει να παραξένευε αρκετά τους ανθρώπους γύρω, καθώς μέσα από το αντιανεμικό-αδιάβροχο-διαπνέον μπουφανάκι υπήρχε έτερο μπουφανάκι φλις και πιο μέσα πουλόβερ ζιβάγκο. Από τη μια τσέπη του αντιανεμικού προεξείχε (έστω διπλωμένο) ένα μακρύ κασκώλ, και από την άλλη μπορούσες να διακρίνεις το σκουφί και τα γάντια. Μια κάπως ξεχειλωμένη τσάντα υπολογιστή συμπλήρωνε το συνολάκι, κάπως παράταιρο, είναι αλήθεια, στην καλοκαιρινή σχεδόν μέρα.

Μια ώρα αργότερα ήμουν στο αεροδρόμιο· είχα άφθονο χρόνο να χαζέψω στα μαγαζιά. Αγόρασα ένα πόρτο, ένα πορτογαλικό σαλάμι-λουκάνικο ή κάτι τέτοιο, ένα τοπικό τυρί και δυο γλυφιτζούρια από άσπρη σοκολάτα, ένα με γαλάζια τρουφάκια κι ένα με ροζ. Φαντάστηκα ότι θα είναι επαρκή. Προσγειώθηκα στο Άμστερνταμ λίγο πριν τις οκτώ το βράδι, τοπική ώρα. Ο Τάσος μου έστειλε μήνυμα να τον περιμένω στο γνωστό σημείο. Την ώρα που έβγαινα από το Σίπχολ με χτύπησε το ολλανδικό κρύο· όχι υπερβολικό, αλλά αρκετό για να κουμπώσω φλις και αντιανεμικό και να περάσω το κασκώλ από πάνω. Ο σκούφος και τα γάντια δε χρειάστηκαν, καθώς ο φίλος εμφανίστηκε αμέσως σχεδόν.

- Η αγαπημένη σου σε περιμένει, μου είπε.

Τη συμφωνία μαζί της ότι θα ξαναγυρίσω την είχαμε κλείσει πριν φύγω από την Ολλανδία. Η σχέση μας έχει περάσει από διάφορες διακυμάνσεις, καθώς ως γυναίκα και ως ανθρωπος είναι πολύ ευσυγκίνητη. Όταν με πρωτογνώρισε, πριν δυο χρόνια, η πρώτη της αντίδραση ήταν να βάλει τα κλάματα, και συνέχισε να κλαίει κατά περιόδους για όσο καιρό (όχι πολύ) συγκατοικούσαμε. Τη δικαιολογούσα βέβαια, καθώς τότε ήταν στην κρίσιμη ηλικία των δεκατεσσάρων μηνών, και δυσκολευόταν να εκφραστεί διαφορετικά. Τώρα πια όμως μιλάει κανονικά και ενίοτε ζητάει από το μπαμπά να ανοίξει το σκάιπ για να μιλήσει μαζί μου, και με ρωτάει πότε θα έρθω να τη δω. Η σχέση μας έχει πλέον τεθεί σε άλλες βάσεις (με τη βοήθεια βέβαια και της σοκολάτας που επιστρατεύω εν είδει δωροδοκίας κατά καιρούς), οπότε όχι μόνο δεν κλαίει πια αλλά γελάει κατευτυχισμένη καθώς σκαρφαλώνει πάνω μου κι εγώ την περιστρέφω ή της κάνω τουμπίτσες.

Βέβαια είναι με τα φεγγάρια της, καθώς την επόμενη μέρα μετατρέπει μια ήρεμη βόλτα στο συννεφιασμένο Άμστερνταμ σε μια μεγάλη περιπέτεια με καταδιώξεις, κατεβασμένα μούτρα, κλάματα και φωνές, σοκολάτα βιενουά, σάντουιτς με τυρί Oud Amsterdam, καραμελίτσες χύμα, χυμό μήλου, ντοματόσουπα, τραμ, κούνια σε αιώρα, αναζήτηση στην αγορά των λουλουδιών, ξανά κλάματα και φωνές, ξανά χυμό μήλου. Κάποια στιγμή εγκαταλείπω την οικογένεια με κατεύθυνση την Ουτρέχτη. Η υπάλληλος στο σταθμό με πληροφορεί ότι τραίνα για Ουτρέχτη δεν υπάρχουν μέσα στο σαββατοκύριακο, λόγω έργων. Απογοητευμένος, πάω να χρησιμοποιήσω το εισιτήριο που έχω ήδη βγάλει για να κατέβω στο σταθμό Άμστελ και να γυρίσω σπίτι, αλλά στο τραίνο με διαβεβαιώνουν ότι μια χαρά Ουτρέχτη πάνε και η βλαμμένη στις πληροφορίες έχει μπλέξει τα μπούτια της.

Βρίσκω το Μιχάλη και περιφερόμαστε για λίγο στα ουτρεχτικά κανάλια και τα καφέ, κουβεντιάζοντας για σπουδές και για γκόμενες και πολιτική και άλλα πράγματα που απασχολούν τους εικοσάχρονους. Για το μέλλον, κυρίως. Ο ίδιος ανησυχεί ότι μεγαλώνει καθώς πλησιάζει τα εικοσιτρία· τον διαβεβαιώνω από τα οσονούπω σαραντατέσσερα ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έχουμε μια σχέση που παρωδεί τη σχέση δασκάλου-μαθητή από τότε που γνωριστήκαμε σε ένα εργαστήριο στην Κρήτη, και όταν βρέθηκε στην Ολλανδία, γνωρίζοντας πόσο αντιπαθώ τη λέξη «αφεντικό», με διαφήμιζε στους φίλους του λέγοντας:

«Το αριστερό μου αφεντικό, πατίνι μ’ έχει κάνει
και ύστερα μου έλεγε πως φταιν’ οι Αμερικάνοι
».

Επιστρέφω στο Άμστερνταμ για δείπνο, που περιλαμβάνει κατσικάκι Μεσσηνίας, λουκάνικο και τυρί Πορτογαλίας, πατατούλες Ολλανδίας και κρασί Καλιφόρνιας. Πέφτω να κοιμηθώ νωρίς, διότι η επόμενη μέρα είναι πλήρης δραστηριοτήτων. Παραδόξως δε, είναι και απίστευτα ηλιόλουστη. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της αγαπημένης μου, φεύγω για το Λέιντεν για να συναντηθώ με μερικούς παλιούς συναδέλφους. Φτάνω πρώτος στο ραντεβού (αυτό κι αν είναι έκπληξη...), αλλά η Νικολίν δεν αργεί να καταφτάσει με το ποδηλατάκι της, και σύντομα έρχεται και ο Μαουράιν με τη γερμανίδα σύντροφό του. Καθόμαστε σε ένα ηλιόλουστο καφέ, οι άλλοι παραγέλλνουν πλήρες πρωινό καθότι μόλις ξύπνησαν, εγώ απλό καφέ καθότι φαγωμένος και ξύπνιος από ώρες. Τα ύστερα του κόσμου...

Στη γνώριμη διαδρομή, αν και έχουν προσθέσει ένα σταθμό στους τρεις μήνες που λείπω.

Αφού ανταλλάσσουμε τα νέα μας, η κουβέντα γυρίζει πάλι στο μέλλον, που προδιαγράφεται κάπως σκοτεινό, πανευρωπαϊκώς. Φυσικά μιλάμε για την Ελλάδα και τα μνημόνια, η γερμανίδα κυρίως έχει διάφορες απορίες για το τι μας κάνανε και τους μισούμε. Προσπαθώ να λύσω τις διάφορες απορίες και να ξεμπλέξω στερεότυπα και προκαταλήψεις· εξηγώ ότι οι «καλοί» και οι «κακοί» της ιστορίας δεν είναι ο απλός κόσμος με βάση την εθνική του προέλευση. Μιλάω για τη λανθασμένη αρχιτεκτονική του ενιαίου νομίσματος, τις οικονομικές ανισορροπίες βορρά-νότου που υπερβαίνουν τις συνήθεις ερμηνείες περί «τεμπέληδων» και «δουλευταράδων» (άλλωστε αν πει κανείς τους Ολλανδούς δουλευταράδες θα πέσει φωτιά να τον κάψει), τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των διαφόρων χωρών, την παγκοσμιοποίηση και τη διαφορά πραγματικής οικονομίας και χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι συνομιλητές μου με ακούν με προσοχή και εγώ με τη σειρά μου ακούω τον εαυτό μου και δεν πιστεύω αυτό που συμβαίνει, καθώς δίνω κανονική διάλεξη περί οικονομικών ανισορροπιών σε τρεις ξένους επιστήμονες ενώ μέχρι πριν δυο χρόνια δεν είχα κανένα απολύτως ενδιαφέρον ούτε γνώση για τα οικονομικά. Αλλά ας όψεται η σκληρή πραγματικότητα, που σε βάζει τώρα στα γεράματα να διαβάζεις για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Στρέφω την κουβέντα στα αυξανόμενα επιτόκια των στεγαστικών δανείων που δίνουν οι ολλανδικές τράπεζες και στην αρνητική ανάπτυξη του τέταρτου τριμήνου (της Ολλανδίας, πάντα). Κουνάνε το κεφάλι με περίσκεψη, καθώς επισημαίνω ότι αυτό συμβαίνει ενώ δεν έκαναν τίποτα «λάθος» σαν τους Έλληνες που υποτίθεται είναι οι κακοί της ιστορίας. Μετά μιλάμε για τις τιμές στα σουπερμάρκετ και για ταξίδια. Με κάποιους θα συναντηθούμε στη Λισσαβώνα κάποια στιγμή, από ό,τι φαίνεται.

Ξαναγυρίζω στό Άμστερνταμ και βρίσκω τους οικοδεσπότες μου στο πάρκο με ένα απίστευτο παιδομάνι που έχει ξαμοληθεί στην ανοιξιάτικη μέρα. Κουβεντιάζουν με άλλους γονείς και πότε πότε αναζητούν τα παιδάκια τους μέσα στο πλήθος, καθώς η αγαπημένη μου σε κάποια φάση έχει απωλεσθεί και όταν ανευρίσκεται λέει στην τρομαγμένη μάνα της «καλέ δεν πειράζει, βρήκα άλλη μαμά», δείχνοντας μια Ολλανδέζα που την πρόσεχε για λίγο μέχρι να εμφανιστεί η αλλόφρων κανονική μαμά. Καθώς πέφτει ο ήλιος τα μαζεύουμε (κουμπώνω μέχρι ψηλά το φλις και το αντιανεμικό και σφίγγω το κασκώλ) και γυρνάμε σπίτι. Μετά το φαγητό αναχωρώ κουβαλώντας εκτός από το (όχι ξεχειλωμένο πλέον) τσαντάκι του υπολογιστή και μια εικοσάκιλη βαλίτσα που είχα αφήσει παρακαταθήκη πριν εγκαταλείψω τη χώρα. Η αγαπημένη μου ρωτάει πότε θα ξανάρθω, και της εξηγούν ότι πάω στην Πορτογαλία. «Καλά, αύριο τότε;» ρωτάει.

Προσγειώνομαι κατά τις έντεκα το βράδι, τοπική ώρα, στη Λισσαβώνα και προσπαθώ να στριμώξω τα περισσευούμενα πλέον μπουφάν και κασκώλ στη βαλίτσα. Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού που μου φαίνεται πια γνώριμο. Ξεκινάω να αδειάσω την αποσκευή μου αλλά μόλις βγάζω το μαξιλάρι και το πάπλωμα που έχει μέσα πέφτω σε κάτι καλοκαιρινά ρούχα που είναι νωρίς ακόμα να φορεθούν και σε κάτι πουλόβερ που αναρωτιώμουν πού να είναι τόσο καιρό και δεν τα βρίσκω. Επίσης, ξεχασμένα βιβλία, σεντόνια και κάτι φλυτζανάκια που μου είχε χαρίσει η Ε. πέρσι καθώς και κάτι άλλα από το μουσείο Βαν Γκογκ. Παρατάω τη βαλίτσα μισοάδεια (ακόμα έτσι είναι...) και πέφτω να κοιμηθώ, σκεπτόμενος ότι τώρα δεν έχει μείνει τίποτα πίσω πια.

Μεσοβδόμαδα μιλάγαμε με τον Τάσο για μπάλα, ως συνήθως. Κάποια στιγμή μου λέει «Ξέρεις, η κόρη μου σε περιμένει το Σάββατο για φαγητό». Φαίνεται πως η αγαπημένη μου πιστεύει ότι η Πορτογαλία είναι προάστιο του Άμστερνταμ. Του λέω να της πει ότι με έχουν καλέσει αλλού, ότι έχω κάποιο μήτιγκ, μήπως πιάσει αυτό.

Αλλά τελικά όλο και κάτι μένει πίσω, έτσι δεν είναι;

4 σχόλια:

karagiozaki είπε...

ναι, όλο και κάτι μένει. ευτυχώς. :)

αράπης είπε...

"Είναι το κάτι που μένει
όταν μι' αγάπη πεθαίνει νωρίς,
είναι το κάτι που δένει
αυτούς που ζουν χωρισμένοι, θαρρείς."

Αββαδών είπε...

Αυριο εχει παλι κατσικάκι Μεσσηνίας - τα παϊδάκια. Σαλαμάκι απο Barcelona αυτη την φορά. Για ήλιο στο πάρκο δεν το βλέπω. Ετσι κι αλλιώς σου πεφτει μακριά για μεσημεριανό.

Β. είπε...

...και καθυστερημένα χρόνια πολλά στους εορτάζοντες αγγέλους της αποκαλύψεως τώρα που ξαναείδαμε διαδίκτυο... ;-)