ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


24/2/12

Σταγόνα πράσινο αίμα

Εγχειρίδιο επαφών με εξωγήινους ή τι παθαίνατε για να μην είστε ΠΑΣΟΚ πριν εικοσιεφτά χρόνια (για την ακρίβεια, το εξώφυλλο του Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη από τις εκδόσεις Ίκαρος και η συνοδευτική λιθογραφία του Γιάννη Μόραλη).

Οι σοφοί της παρέας το ξέρουν ότι η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε, όπως βίωσε άλλωστε εναργώς ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε και κατέγραψε ο Νίκος Εγγονόπουλος σε ένα γνωστό ποίημα που διδάσκεται στη Β’ τάξη των Γενικών Λυκείων ακόμα και στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα. Δηλαδή εγώ στη Β’ Λυκείου το έκανα, και νομίζω και σήμερα εκεί ακόμα το διδάσκουν ακαταπόνητοι διδάσκοντες των Νέων Ελληνικών σε βαριεστημένους λυκειόπαιδες, ορισμένοι εκ των οποίων βέβαια μπορεί και να κοντοστέκονται στο στίχο «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς» και προσπερνώντας το σκόπελο του είθισται, να φτάνουν στις ποιητικές δολοφονίες με ένα είδος αληθινής απορίας:

- Τι λε ρε πούστη... Σοβαρά;
- Σοβαρά, είπε ο Κ. (ο λεγόμενος και «το βουνό») και άναψε τσιγάρο.

Καθόμασταν στο καφενείο του Αυγά, στον Εύδηλο, αργά τη νύχτα. Πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1985 ή κάπου εκεί γύρω. Την εποχή εκείνη το ξενύχτι δεν ήταν τόσο διαδεδομένο στην Ικαρία όσο είναι σήμερα, και ο Αυγάς ήταν φυσικά κλειστός, όπως και όλα τα μαγαζιά στα πέριξ. Καθόμασταν ωστόσο στις καρέκλες και χαζεύαμε την άδεια πλατεία και το κυματάκι που έσκαγε· δε θυμάμαι από πού είχαμε γυρίσει.

- Μα Νέα Ελληνικά; Όλοι Μαθηματικά μένουνε, εσύ έμεινες Νέα;
- Άστα, μη μου τα θυμίζεις.


Ήταν σκασμένος, διότι θα άφηνε το ωραίο καλοκαιράκι από τις εικοσιλίγες Αυγούστου για να μαζευτεί στην Αθήνα να διαβάσει. Και τι να διαβάσει; Νέα Ελληνικά. Τι σκατά να διαβάσεις στα Νέα Ελληνικά; Οι υπόλοιποι την είχανε περάσει την τάξη, θα γυρίζανε λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία. Μερικοί είχαμε περάσει και το σχολείο ολόκλήρο πλέον, θα γυρίζαμε όταν βγαίνανε τα αποτελέσματα των πανελληνίων (ή πανελλαδικών, κατά την καινούργια ορολογία). Το καλοκαίρι μας είχε μέλλον ακόμα. Το βουνό όμως κάπνιζε σκοτεινιασμένο, γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να τα μαζεύει.

- Ρε μαλάκα, δεν είναι δυνατόν να μείνεις Νέα. Τι βαθμούς είχες πάρει όλη τη χρονιά;

Πέταξε τη γόπα νευριασμένος. Απήγγειλε τους βαθμούς των τριμήνων. Δεκατρία, δεκατέσσερα, δεκαπέντε. Έβγαζαν άθροισμα 42 – μια χαρά. Χρειαζόταν άλλα έξι για να πιάσει τη βάση οριακά. Δηλαδή έπρεπε στο διαγώνισμα, που ο βαθμός μέτραγε διπλός, να γράψει τρία. Τρία;

- Τρία.
- Και δεν έγραψες ούτε τρία;
- Τίποτα, λευκή κόλλα έδωσα.
- Τι λε ρε μαλάκα!
- Άσε... Με αυτό που η έβαλε η μαλακισμένη η φιλόλογος...
- Καλά, τι σκατά έβαλε;


Τράβηξε μια καρέκλα, άπλωσε τα πόδια του απάνω βγάζοντας τα τσόκαρα που φορούσε και άναψε άλλο τσιγάρο. Τραβήξαμε κι οι υπόλοιποι από μία. Τσιγάρο δεν άναψαν όλοι· δεν είχαν όλοι λεφτά για τσιγάρα και μερικοί το είχαμε παρατραβήξει στην τράκα. Εκείνος ρούφηξε δυο τζούρες απανωτά και φύσηξε τον καπνό με δαχτυλιδάκια. Κρεμόμασταν απ’ τα χείλη του.

- Άκούστε μαλάκες στίχο και πείτε μου τι θέλει να πει ο ποιητής: «Δάγκωσα το φεγγάρι και δεν έσταξε ούτε σταγόνα πράσινο αίμα».
- Τι έκανε λέει;
- Αυτό που ακούς. Δάγκωσα το φεγγάρι. Και δεν έσταξε. Ούτε σταγόνα. Πράσινο. Αίμα.


Σιγή φαρμακερή έπεσε. Μόνο το κύμα ακουγόταν αδιόρατα.

- Καλά πώς το δάγκωσε το φεγγάρι; Με διαστημόπλοιο πήγε;
- Τι να σου πω, αυτό λέει το ποίημα.
- Καλά, και ανέβηκε ο άλλος στο φεγγάρι και αυτό που βρήκε να κάνει ήτανε να το δαγκώσει;

- Σίγουρα φεγγάρι ήτανε; ρώτησα λίγο δύσπιστα, διότι κάτι μου θύμιζε αλλά όχι ακριβώς με φεγγάρι.
- Ναι ρε μαλάκα, φεγγάρι. Ξέρω γω, μπορεί να ήταν ο ουρανός, κάτι τέτοιο. Μπα, φεγγάρι ήτανε. Αλλά ότι και να ‘τανε, πρέπει να το δαγκώσεις δηλαδή;

Ξανάπεσε σιωπή. Ξεφυσήματα καπνού. Κάποιοι πήγαν να κάνουν κι αυτοί δαχτυλιδάκια, αλλά δεν έπιασε. Ο Κ. ήταν πιο έμπειρος σ’ αυτά τα πράγματα.

- Και μετά;
- Ε, τι μετά; Άντε και το δάγκωσες. Και του άνοιξες πληγή με τα δόντια. Και τρέχει αίμα. Αλλά ΠΡΑΣΙΝΟ;
- Κοίτα, το ότι τρέχει αίμα μπορεί να σημαίνει ότι είναι ζωντανό.
- Ναι ρε μαλάκα, αλλά ΠΡΑΣΙΝΟ;
- Ρε συ, άμα είναι στο φεγγάρι, μπορεί να είναι εξωγήινοι και το αίμα τους να είναι πράσινο.
- Λες;
- Ναι ρε, δε λένε ότι στον Άρη ζουνε κάτι πράσινα ανθρωπάκια;
- Ρε μαλάκα, τότε θα έλεγε δάγκωσα τον εξωγήινο και δεν έσταξε σταγόνα πράσινο αίμα. Όχι το φεγγάρι. Ή θα έλεγε δάγκωσα τον Άρη, όχι το φεγγάρι. Γι’ αυτό ήταν πράσινο το αίμα.
- Μαλακίες λες. Αφού δεν έσταξε αίμα τελικά, δεν ξέρουμε τι χρώμα θα είχε αν έσταζε. Μπορεί να ήταν και κόκκινο.

- Μαλακίες λέτε όλοι, αλλού είναι το μυστικό, παρενέβη ο Κ.

Σιωπή πάλι. Άρα υπήρχε μυστικό: κάτι άλλο ήθελε να πει ο ποιητής. Το βουνό πέταξε τη γόπα αποφασιστικά, σχεδόν με σιχασιά. Ύστερα κοίταξε γύρω του το εφηβικό πλήθος. Πάλι κρεμόμασταν από τα χείλη του.

- Το πράσινο, είπε στο τέλος, είναι το χρώμα της ελπίδας.

Κοιταχτήκαμε μουρμουρίζοντας «τι λε ρε μαλάκα». Εκείνος συνέχισε:

- Δηλαδή θέλει να πει ότι έφτασε μέχρι το φεγγάρι, αλλά δε βρήκε καθόλου ελπίδα, κάτι τέτοιο.

Δυνατότερα μουρμουρητά ακούστηκαν «τι λε ρε πούστη μου».

- Καλά, κι αφού ήξερες τι θέλει να πει, γιατί δεν το έγραφες να πάρεις το τριαράκι να φύγεις κύριος;
- ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΞΕΡΩ εγώ ρε μαλάκα ποιο είναι το χρώμα της ελπίδας;
- Ε, και τώρα δηλαδή πού το έμαθες;
- Μου το είπανε μετά κάτι παιδιά από το ΠΑΣΟΚ.
- Έλα ρε...
- Ναι ρε...
- Κρίμα όμως να μην το ξέρεις τότε.
- Τι να κάνω ρε μαλάκα, αφού δεν είμαι ΠΑΣΟΚ.
- Κι ο ποιητής; Αυτός είναι ΠΑΣΟΚ;

- Στ’ αρχίδια μου, είπε ο Κ. ανάβοντας τρίτο τσιγάρο. Δε φτάνει που δάγκωσε το φεγγάρι ο μαλάκας έπρεπε μετά να κάτσει να το γράψει κιόλας και να μας ταλαιπωρεί; Πάει το καλοκαίρι τώρα...
- Ε, δε φταίει αυτός... Η φιλόλογος φταίει. Δεν ήξερε να βάλει κάνα πεζό;
- Ναι, την καριόλα...


Ξανά σιωπή για λίγο. Ύστερα κάποιος ακούστηκε από το βάθος.

- Δηλαδή άμα ήσουνα ΠΑΣΟΚ θα είχες περάσει τώρα;
- Δεν πα’ να γαμηθείς κι εσύ και το ΠΑΣΟΚ
, έκλεισε τη συζήτηση ο Κ.

Η ώρα περνούσε· ένας-ένας καληνύχτιζε κι έφευγε. Στο τέλος μείναμε οι δυο μας. Το σκεφτόμουνα ώρα, αλλά στο τέλος δεν άντεξα και έκανα το βήμα.

- Έχεις κάνα τσιγάρο;
- Το προτελευταίο, τυχερός είσαι.


Πήρε κι αυτός το τελευταίο και τα καπνίζαμε παρέα, σιωπηλοί. Στο βάθος, προς την ανατολή, ο ουρανός άρχιζε να παίρνει ένα αδιόρατα ροδαλό χρώμα. Τον πρόσεξα που κάτι σκεφτόταν.

- Τελικά μπορεί να μην ήταν το φεγγάρι, να ήταν κάτι άλλο. Αλλά πράσινο αίμα δε μπορεί να είχε, σίγουρα.
- Πάντως μη σκας, κανείς δεν έμεινε από Νέα, θα περάσεις.
- Θα περάσω, δεν ανησυχώ. Αλλά πάει το καλοκαιράκι, τέλειωσε.


Ύστερα σηκώθηκε, τεντώθηκε, είπε «τα λέμε» και τράβηξε κατά το σπίτι του. Άκουγα τα τσόκαρα να σέρνονται στα σπασμένα τσιμέντα (η πλατεία δεν είχε πλακοστρωθεί ακόμα). Μετά προσπάθησα - για πολλοστή φορά - να κάνω δαχτυλιδάκια με τον καπνό. Χωρίς επιτυχία, όπως πάντα. Το πέταξα όταν πια έφτασε στο φίλτρο.

Ξημέρωνε στην άδεια πλατεία.



Σ.Σ. Κάποια στιγμή μιλούσα με έναν έντρομο μαθητή της Β’ Λυκείου που είχε να διαβάσει, βράδι Κυριακής, το ποίημα του Εγγονόπουλου, το Πούσι του Καββαδία κι άλλο ένα του Ρίτσου που δεν πολυθυμάμαι. Αγαπώ τους εν λόγω ποιητές (πλην Ρίτσου, ομολογουμένως) όπως και τον Ελύτη που οι στίχοι του παρωδούνται στην ανάρτηση, οπότε μου ήρθε λίγο στραβά η απελπισμένη φάτσα του παιδιού που περιπλανιόταν ανάμεσα στις λέξεις λες και αντιμετώπιζε πυρηνικό αντιδραστήρα. Κάπου εκεί θυμήθηκα τον παλιό μου φίλο τον Κ. και το διάλογο προ 27 ετών στο καφενείο του Αυγά, τον οποίο αναπαρέστησα τσάτρα-πάτρα χωρίς πολλή ακρίβεια, προσπαθώντας τουλάχιστον να αποδώσω κάπως το κλίμα της εποχής.

Οι ακριβείς στίχοι που έπεσαν στο διαγώνισμα ( Τα Πάθη, Η', από το Άξιον Εστί του Ελύτη) είναι «Δάγκωσα τη μέρα / και δεν έσταξε ούτε / σταγόνα πράσινο αίμα». Το κατά πόσον εννοεί το πράσινο ως χρώμα της ελπίδας ή ως κάτι ανοιξιάτικο ή/και φαγώσιμο (το ποίημα αναφέρεται και στην πείνα της Κατοχής) είναι φαντάζομαι αντικείμενο συζήτησης επί έτη πολλά στο μάθημα των Νέων Ελληνικών ή όπως αλλιώς το λένε τώρα και δε θα ήθελα να παρέμβω στο έργο των φιλολόγων καθότι είμαι άλλης ειδικότητας.

Για την ιστορία, η κακιά φιλόλογος έβαλε πεζό στις επαναληπτικές και ο Κ. πέρασε άνετος και ωραίος και το επόμενο καλοκαίρι τα πίναμε παρέα και ηρωικά στο Παρθένι (εμπειρία που ίσως διηγηθώ με κάποια αφορμή στο μέλλον). Τέλος, να αναφέρω ότι εξ’ όσων γνωρίζω, ο Ελύτης μάλλον δε μπορεί να θεωρηθεί ΠΑΣΟΚ σε καμμία περίπτωση.

2 σχόλια:

Idom είπε...

Όπως συνηθίζω να λέω, "όλοι μασάμε μια μουκιά ουρανό πάνω απ' την πίκρα μας...".

Στις μέρες μας ο ποιητής ίσως προσάρμοζε τον στίχο του κάπως έτσι: "Με δάγκασε το Μνημόνιο και δεν έσταξε σταγόνα πράσινο αίμα".

Βλέπε:
Για το τότε: http://www.philodassiki.org/el/h-istoria-mas/history
(4η παράγραφος)

Για το τώρα:
http://www.palo.gr/cluster/articles/topika-nea/27064/?clid=4255235

Idom

tanevramou είπε...

Ρε φίλε, να' σαι καλά, το πόσο γέλασα δε λέγεται...

Μ' αυτά και μ' αυτά με έχει πιάσει να ξαναπάω Ικαρία, 10 χρόνια περάσανε πια...

ΥΓ: Δεν είμαι ρομπότ. Δεν είμαι ρομπότ γαμώτο μου. Γκρρρρρ.
Δεν είμαι ρομπότ, ήμαρτον, πόσες φορές πρέπει να πληκτρολογήσω τις καταραμένες λέξεις;