ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/8/11

Έξι στιγμιότυπα Αυγούστου (κι ένα bonus)

Πανηγύρι Ακαμάτρας, 15 Αυγούστου 2011.

Φέτος δεν πολυείχε γκρούβαλους· μάλλον κυκλοφόρησε η βρώμα ότι καταστράφηκε το φαράγγι της Χάλαρης και δεν παίζει πλέον κατασκήνωση κάτω από τα πλατάνια. Βέβαια αυτό δεν εμπόδισε μερικούς έμφοβους Καριώτες να πάρουν τα μέτρα τους, κατά το δοκούν. Έτσι, κάποιοι που θεώρησαν ότι ο γκρούβαλος ο σωστός πάει σετάκι με πωλήσεις αυτοσχέδιων κοσμημάτων και συνοδό σκύλο, έβαλαν στο πανηγύρι της Ακαμάτρας μια ταμπέλα που έγραφε: «Ικαριώτικο πανηγύρι - Όχι μικροπωλητές - Όχι σκυλιά». Κάποια στιγμή εμφανίζεται απόδημος (στην Εσπερία) Ακαματριώτης και μένει να κοιτάει εκστατικός την ταμπέλα. Τον πλησιάζει έτερος συγχωριανός και ρωτάει:

- Πώς σου φαίνεται η ταμπέλα μας;
- Ενδιαφέρουσα, δε λέω, επισημαίνει ο απόδημος, αλλά καλά οι μικροπωλητές· τα σκυλιά όμως ξέρουν να διαβάζουν;

- . - . -


Αγιορείτης μοναχός ικαριακής καταγωγής (ναι, υπάρχει αυτό) επισκέπτεται το νησί για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια. Πηγαίνει ένα μεσημέρι, περίπου δύο η ώρα, να προσκυνήσει στη Μονή της Οσίας Θεοκτίστης στην Πηγή (Αγία Λεσβία για τους ντόπιους), όπου διασταυρώνεται με διαδοχικές παρέες επισκεπτών. Τον χαιρετάνε, τους χαιρετάει, και μετά κάθεται στο υποτυπώδες καφενεδάκι μέσα στη Μονή όπου η κυρία που προσέχει το χώρο με την ανηψιά της τον κερνάνε σπιτική λεμονάδα και γλυκό του κουταλιού. Κουβεντιάζουν μεταξύ άλλων για το αν έρχονται συχνά επισκέπτες, και ο μοναχός επισημαίνει ότι συνάντησε ήδη δύο παρέες, μια Καριώτες και μια ξένοι (με την ικαριακή έννοια του όρου, δηλαδή όχι Καριώτες).

Ο συνοδός του μοναχού απορεί για το πώς ξεχώρισε ποιοι είναι οι Καριώτες και ποιοι οι ξένοι, οπότε ο μοναχός (που παρά τα τα 22 χρόνια απουσίας δεν έχει απωλέσει τα ικαριακά αντανακλαστικά του) εξηγεί το κριτήριο:

- Βρε ευλογημένε, δύο η ώρα το μεσημέρι είναι...
- Ε, και;
- Ε, όταν με χαιρέτησαν οι ξένοι μου είπαν "Καλησπέρα". Οι Καριώτες, βέβαια, "Καλημέρα".


- . - . -


Ο ανωτέρω μοναχός διηγείται (σε άλλη ομήγυρη) ιστορία που του διηγήθηκε προ πολλών ετών ο συχωρεμένος παπα-Νικόλας Μάζαρης από τον Εύδηλο. Ήτανε, λέει, στο χωριό παλιά ένας αρκετά ευκατάστατος αλλά και αρκετά ηλικιωμένος τύπος που είχε μείνει γεροντοπαλλήκαρο. Κάποια στιγμή άρχισε να ζαχαρώνει μια όμορφη και πεταχτή νεαρά, από φτωχή οικογένεια, και οι γονείς της το σκεφτόντουσαν σοβαρά να του τη δώσουν για προφανείς οικονομικούς λόγους (υπολογίζοντας μάλλον ότι ο τύπος δεν θα είχε και πολλά ψωμιά ακόμα, και η νεαρά κόρη με την κληρονομιά του θα είχε πιθανώς και μια δεύτερη ευκαιρία αργότερα). Οι φίλοι του γεροντομνηστήρος όμως ήγειραν σοβαρές αντιρρήσεις και προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν από αυτό το παράτολμο σχέδιο που διακινδύνευε ασφαλώς την καλή του φήμη:

- Βρε συ, είντα 'α το κάνεις το μικρό που 'α σε κερατώνει όλην την ώρα; Για δεν πέρεις καμμιά της σειράς σου που 'α σε προσέχει κιόλας;

Και ο μνηστήρ απαντούσε:

- Κάλλιο να τρώω κατσικάκι ρασκό με παρέα, παρά γεροντοκατσίκα μόνος μου.

- . - . -


Ο φίλος ικαριογαμβρός (κοινώς «μάζεμα») δεν είναι πολύ μεγάλος φαν της τρικυμισμένης θάλασσας, και με τα μελτέμια που είχε φέτος είναι ζήτημα αν έβρεξε το πόδι του δύο φορές όλο τον Αύγουστο. Τη μία από τις δύο πάντως τον πέτυχα στην πλατεία του Ευδήλου με μαγιώ.

- Τι έγινε, ηκολούμπησες;
- Ηκολούμπησα, απαντάει ο γαμβρός, στη Μαμακίτα.

Το όνομα της εν λόγω παραλίας μου φάνηκε παράξενο, αλλά με τις διάφορες Σεϋχέλλες και Μαλδίβες που μας έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Αναρωτήθηκα μήπως αναφερόταν στις καινοφανείς παραλίες του Καρκιναγρίου ή του Τραπάλου, αν και μου φάνηκαν υπερβολικά εξωτικοί προορισμοί, οπότε δεν κρατήθηκα και ρώτησα. Μου έδειξε την εναπομείνασα (μετά την κατασκευή της ανισόπεδης γέφυρας) μισή παραλία που λεγόταν διαχρονικά «Σπάσματα»· βρίσκεται σχεδόν μέσα στο λιμάνι του Ευδήλου και ο λιμενοβραχίονας την καλύπτει επαρκώς από το κύμα όταν φυσάει μαΐστρος (καλή ώρα), οπότε είναι προσφιλής προορισμός οικογενειών με μικρά παιδιά και των αντίστοιχων παππούδων (οι ενδιάμεσες ηλικίες πάνε αλλού).

- Και το όνομα πώς προέκυψε;
- Επειδή μαζεύονται να κολυμπήσουν όλα τα πιτσιρίκια με τις μανάδες τους και φωνάζουνε συνέχεια «Μαμά, κοίτα! Μαμά, κοίτα!»


- . - . -


Η παρέα κάθεται στο καφενείο του Αυγά παρά θιν' αλός και το έχει μετατρέψει σε μπαρ παραγέλλοντας ποτάκια. Μαζί με τα ποτάκια η Γεωργία φέρνει και ένα μπωλ φυστίκια. Στην προσπάθειά του να βάλει χέρι στα φυστίκια γνωστός μπλόγκερ (που είναι κάπως ευτραφής, να λέγεται...) συναντάει τη σθεναρή αντίσταση παιδιόθεν φίλης (εκπάγλου καλλονής) που απολαμβάνει το τζιν τόνικ της με πολλές φουσκάλες.

- Κάτω τα χέρια, παλιοχοντρέ. Αυτά παχαίνουν.
- Μα...
- Δεν έχει μα και ξεμά. Πρώτα θα χάσεις είκοσι κιλά και μετά θα φας φυστίκια.


Λίγη ώρα αργότερα, εκμεταλλευόμενος την παιδιόθεν φιλία τους και τα μαγικά του δάχτυλα (κι αυτό επίσης να λέγεται...), ο ευτραφής κάνει στην εκπάγλου ένα μασαζάκι-χαδάκι μαλλιών-κεφαλής που την έχει λύσει εντελώς πάνω στην πολυθρόνα σκηνοθέτη που κάθεται και την κάνει να παραληρεί από ενθουσιασμό.

- Αααααχ, αγόρι μου, άμα δεν ήταν η κρίση και είχα λεφτά θα σου έκοβα μισθό να το κάνεις αυτό.
- Μπα, λέει με προσποιητή αδιαφορία ο μπλόγκερ, δε χρειάζεται λεφτά, μπορείς να με ανταμείψεις σε είδος.
- Δηλαδή; ρωτάει κάπως αυστηρά η εκπάγλου, καθότι η παιδική φιλία τους και μερικά ακόμα πράγματα δεν αφήνουν περιθώρια για πολλά-πολλά υπονοούμενα.

Τότε ο τύπος (χαϊδεύοντας ακόμα) σκύβει στο αυτί της καλλονής και της λέει χαμηλόφωνα, ερωτικά σχεδόν:

- Φυστικάκι;

- . - . -


Η κοπέλα, μεγάλη φαν της Ικαρίας και εμποτισμένη με την ικαριακή νοοτροπία αν και τύποις «ξένη», αφηγείται πώς πέρασε το χειμώνα της στον Καριώτη φίλο της τον οποίο συναντάει μια φορά το χρόνο (λίγο τυχαία και λίγο εξεπίτηδες) στο Να. Μεταξύ άλλων περιπετειών διηγείται πώς έπαθε αλλεργικό σοκ κατά τη διάρκεια μια ιατρικής εξέτασης ρουτίνας και παραλίγο να τη χάσουνε (ευτυχώς ήταν μέσα σε νοσοκομείο και τη γλύτωσε). Έκπληκτος και στεναχωρημένος ο φίλος λέει διαφορα «αμάν» και «πω πωωω» και «αααα» καθώς η διήγηση εκτυλίσσεται και η φίλη περιγράφει ότι η τελευταία φράση που άκουσε πριν χάσει τις αιθήσεις της ήταν «ένα ψαλίδι, φέρτε ένα ψαλίδι».

- Και τι σκέφτηκες; ρωτάει το άκρον άωτον της κοινοτοπίας ο φίλος.
- Ε, σκέφτηκα «Όχι ρε γαμώτο, πάει το καινούργιο το πουκάμισο... Θα μου το κόψουν...».

- . - . -


Κάπου στο μακρινό Παπιστάν, χωρίς τυροτούρτα και μαύρα δάση...

Στην αυτοσχέδια ταβέρνα που λειτουργεί στον Αη-Σίδερο (στο Πέζι), καταφτάνουν πεινασμένοι τέσσερις εξερευνητές των Νέων Παραλιών της Δύσεως (δηλαδή του Καρκιναγρίου και του Τραπάλου). Ρωτάνε τι έχει για φαγητό και το ευγενές ζεύγος Παπιστάνων που δουλεύει την ταβέρνα απαντάει «παϊδάκια». Οι εξερευνητές ρωτάνε τι άλλο έχει και οι άνθρωποι συμπληρώνουν «τηγανιά» (εννοώντας όμως και πάλι παϊδάκια, αλλά στο τηγάνι). Ζητάνε και τηγανητές πατάτες, αλλά επειδή υπάρχει μόνο ένα μάτι για τηγάνισμα, θα πρέπει να γίνουν μετά την τηγανιά. Συνηθισμένοι στα ικαριακά χούγια, οι ατρόμητοι εξερευνητές της Δύσεως την αράζουν με σαλατούλα και μπύρες μέχρι να γίνουν τα παϊδάκια, και συζητάνε χαμηλόφωνα πως είναι τυχεροί που πρόλαβαν και έφτασαν πρώτοι και ίσως καταφέρουν να φάνε εντός τριώρου, πριν πλακώσει κανένα πλήθος από την θεατρική παράσταση που εξελίσσεται λίγο ψηλότερα, στα βράχια του Αη-Σίδερου, όπου ο γνωστός πρωτοποριακός Ικάριος σκηνοθέτης του διαδραστικού (interactive) θεάτρου Νίκος Παροίκος εξασκεί τη γνωστή στους παροικούντες τέχνη του να μεταφέρει το κοινό και το θίασο αντάμα από ραχούλα σε κορφοβούνι και τανάπαλιν (και με χιόνια και με κρύα...).

Όντως, λίγο αργότερα εμφανίζεται κλιμάκιο θεατών της παράστασης και καταλαμβάνει το (λιγοστό, οπωσδήποτε) χώρο της αυλής. Δύο κυρίες κάποιας ηλικίας, προφανώς όχι πολύ σχετικές με τους τρόπους της νήσου, απευθύνονται στη χαμογελαστή κοπέλα που προθυμοποιείται να πάρει παραγγελία, την ώρα που ο σύντροφός της κόβει παϊδάκια από ένα κρεμασμένο σφαχτάρι παραδίπλα:

- Μήπως έχετε τσηζ κέικ;

Η κοπέλα κοιτάει αμήχανα τη σκηνή κρεοπωλείου που εκτυλίσσεται στο background ενώ τα μεγάφωνα παίζουν σκυλονησιώτικα στη διαπασών και οι τέσσερις εξερευνητές τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους.

- Εεε, όχι, δεν έχουμε τσηζ κέικ, λέει στο τέλος.

Οι κυρίες κουνάνε το κεφάλι με κατανόηση, αλλά μια έκλαμψη έρχεται στη μία από τις δύο και το ξαναπροσπαθεί:

- Μπλακ φόρεστ τότε;



Σ.Σ. Ρασκό είναι το (πάλαι ποτέ) άγριο κατσίκι του βουνού. Μάζεμα αποκαλείται ενίοτε σκωπτικά ο ξένος γαμβρός ή νύφη που έχει παντρευτεί δικό μας (τέτοια τιμή...). Μαΐστρος είναι ο βορειοδυτικός άνεμος. Παπιστάνος ονομάζεται ο κάτοικος των χωριών της περιοχής του Κάβου-Πάπα στη δυτική Ικαρία (η οποία καλείται σε μια ορισμένη αργκό και Παπιστάν...). Για την ιστορία, το καλύτερο κομμάτι του μενού ήταν οι πατάτες στο τέλος.

Υ.Γ. 2013: Ενίοτε κάνει θαύματα η Παναγία η Παναφωνήτρια (νυν Βονταφωνήτρια) και οι μοναχοί του Αγίου Όρους αποκτούν πρόσβαση στο διαδίκτυο (3G κιόλας) και διαβάζουν και μπλογκς, οπότε συνεισφέρουν τις εξής διορθώσεις: Το κατσικάκι σε αντιδιαστολή με τη γεροντοκατσίκα δεν ήτο ρασκό, δηλαδή ελευθέρας βοσκής, αλλά οικόσιτο, όπως άλλωστε και η νεαρά της ιστορίας. Επίσης, είναι προφανές ότι τα παιδάκια στη Μαμακίτα ήταν αθηναϊκού ή τέλος πάντων αστικού υποβάθρου, καθότι η αυτόχθων εκδοχή θα έπρεπε να ήταν «'αμάαα, βλέπε!»

1/8/11

Ο τρόμος του Αυγούστου (Μάνος Στεφανίδης)

Τέλος πάντων, ποτέ δεν συνήθισα τους ανθρώπους,
αλλά αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία
Δ. Δημητριάδης

Τρομακτικό καλοκαίρι, τρομακτικές οι αλλαγές, αφανείς ή φανερές. Οι άνθρωποι διεκδικούν απελπισμένοι ό,τι η διαφήμιση της ευτυχίας τους υπόσχεται, λίγες ανέφελες δηλαδή διακοπές, ένα ταξίδι που θα ισοφαρίσει όλα τα προηγούμενα κακά, έναν άνθρωπο που θα έχει όλες τις αρετές των lifestyle περιοδικών και καμιά, ανθρώπινη, αδυναμία, μια ευκαιρία να ξεφύγουν από την εγκλωβισμένη ζωή τους, τον παγιδευμένο τους εαυτό. Ο Αύγουστος καθίσταται έτσι ένας περιφραγμένος ιδιωτικός παράδεισος, στον οποίο ο καθένας θέλει να τρυπώσει. Έστω για λίγο. Φυγή, απόδραση, απομάκρυνση, άγονη γραμμή, κατασκευή του «εξωτικού», αντικατοπτρισμός του μακρινού ορίζοντα που παρασύρει και ελευθερώνει. Προσωπικά, κάνω τον Αύγουστο τις σκέψεις ή τους απολογισμούς που οι άλλοι πραγματοποιούν την Πρωτοχρονιά. Αυτόν το μήνα είναι όλες μου οι επέτειοι, οι επιτυχίες και οι ήττες. Αύγουστο κλαίω τους νεκρούς μου. Αύγουστο αποφασίζω ν’ αλλάξω, κι όσο πιο σοφός, δηλαδή πιο μεγάλος γίνομαι, συνειδητοποιώ ακόμα πιο βαθιά πόσο ανώφελες είναι όλες αυτές οι αλλαγές. Είμαστε οι επιθυμίες και οι αδυναμίες μας, είμαστε οι κερδισμένες στιγμές που όμως κάποτε θα πληρωθούν με το παραπάνω, είμαστε κάτι χαρακωμένοι ανάποδοι καθρέφτες, μάσκες πληγωμένες, ατελείς υποκριτές που οφείλουν, πάντως, να υποδυθούν τέλειους ρόλους. Κι οι αγάπες μας πάντα αρχίζουν και τελειώνουν τον Αύγουστο, την εποχή των ορίων που παραβιάζονται και του κρεσέντο που διεκδικεί για μια στιγμή και μόνη την ένταση της αιωνιότητας. Μισές οι χαρές, κολοβές οι λύπες, εφόσον το κακό σέρνεται υπόγειο και ανεξέλεγκτο. Κάθε φορά που τολμάς να δεις έξω απ’ το καβούκι σου, το home-castle του χειμώνα, το σκάφανδρο των διακοπών το καλοκαίρι, ο τρόμος του πραγματικού σε συντρίβει. Στις κοινωνίες των μαζικών ατομισμών η ζωή η ίδια είναι πρόβλημα μέγα, γι’ αυτό και επισημοποιούνται τα λογής υποκατάστατα. Οι μοναξιές βαφτίζονται σχέσεις, οι ευκαιριακές συνευρέσεις δύο φιδιών κάτω απ’ το ίδιο ξερολίθαρο οικογένειες, τα παραισθητικά παιχνίδια που δημιουργεί ο κάθετος ήλιος όταν φωτίζει έκκεντρα τα πρόσωπα έρωτες, κ.ο.κ. Μεγαλωμένοι με μελό και happy end και με πάθη τόσης διάρκειας όση χωράει ένα σήριαλ, καταθλιβόμαστε αθεράπευτα όταν βλέπουμε πόσο άσχημη είναι η ζωή όταν την ομορφιά την ψάχνεις σ’ ένα ηλιοβασίλεμα, κάπου πέρα μακριά κι όχι σε όσα εσωτερικά πράγματα σου επιτρέπουν να την δικαιούσαι. Άνθρωποι σε δίπολα, σε τρίγωνα, σε ασύμπτωτες ευθείες, σε φαύλους κύκλους, υποκρίνονται πως αγαπάνε χαζεύοντας απλώς τον καθρέφτη τους, και τότε η ίδια τους η εικόνα ετοιμάζεται να τους κατασπαράξει.

Να τι είναι η τηλεόραση: Το απορροφητικό γυαλί που μας προστατεύει από την αδήριτη πραγματικότητα και, κυρίως, από την αναπόφευκτη έκλειψή της. Κοιτάμε μέσα απ’ αυτό σαν από δίχτυ ασφαλείας και προσομοιώνουμε τις όποιες απόψεις μας για τα πράγματα που μας βομβαρδίζουν σύμφωνα με τα μέτρια μέτρα και τα υπονομευμένα σταθμά της. Η εξάρτηση όλων από το ληθαργικό γυάλινο μάτι της δεν είναι απλώς μια παραδοχή αδυναμίας. Είναι η «ζώνη αγνότητας» που επιτηρεί τις δυτικές, κυρίως, κοινωνίες ώστε να μην έλθουν σ’ επαφή με τον αληθινό κόσμο και τα προβλήματά του. Τη σκηνοθεσία της απάτης ανέλαβαν όσοι νέμονται της εξουσία των ΜΜΕ. Μια δράκα πολιτικοοικονομικών συμφερόντων που αφορούν σ’ όλο τον πλανήτη, που τον χειραγωγούν και τον εξανδραποδίζουν. Κι ας μην ξεχνάμε: ο «ολόκληρος κόσμος» αρχίζει πάντα απ’ τον διπλανό μας. Από τον ξένο του πεζοδρομίου που αγνοήσαμε, αγνοώντας κυρίως πόσο ξένοι είμαστε όλοι μας σ’ έναν αφιλόξενο κόσμο. Δος μοι τούτον τον ξένον, ζωντανό όμως, έστω κι αν είναι ρυπαρός ή πληγιασμένος, κι όχι το αποστειρωμένο είδωλο της θλίψης μέσα από τη μικρή οθόνη (δες, Λάμπρου Καμπερίδη, «Δος μοι τούτον τον ξένον», Ίνδικτος 2006, στην εύγλωττη σειρά «Εκτός Συνόρων»).

Εμπρός μου κινείται αργά ένας ταξιτζής, το γνωστό μπαφιασμένο οδήγημα και το χέρι να κρέμεται έξω. Τον προσπερνάω βιαστικά και με κοιτάει σαν να μου λέει «εσύ πας κάπου, εγώ πουθενά». Λίγο πιο κάτω νεαρός οδηγεί μηχανή μεγάλου κυβισμού και μιλάει στο κινητό. Τον παρακολουθώ όσο μπορώ να ελίσσεται ταχύτατα ανάμεσα στις λωρίδες. Σαν να με κατάλαβε, χάνεται στην ανηφοριά με μια θριαμβευτική σούζα. Στα ρείθρα των πεζοδρομίων, στα διαχωριστικά των λεωφόρων, στα κάγκελα των δρόμων πληθαίνουν τα καρφιτσωμένα μπουκέτα in memoriam. Ο βλακώδης, ο άδικος θάνατος χιλιάδων (!) ανθρώπων, κυρίως νέων, έχει καταντήσει ο εθνικός μας παροξυσμός. Τα λύτρα της ευμάρειας και της ανίας. Ναρκωτικά και τροχαία, η θλιβερή μας πρωτιά. Πολύστροφα αυτοκινητάκια και μηχανές enduro διακοσμούν, αναποδογυρισμένα, σαν τεράστιες κατσαρίδες που τις έλιωσε ελέφαντας, κυρίως την παραλιακή, κυρίως τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Στανική, καθ’ υπαγόρευσιν, τυποποιημένη διασκέδαση και ο ανάλογος φόρος της. Και μη μου πείτε τις ανοησίες περί αστυνόμευσης, μέτρων, ανάλγητης πολιτείας και τα ρέστα. Σε κάθε ηλίθιο ή κτηνώδη φόνο οπουδήποτε στον πλανήτη είμαστε όλοι ανεξαιρέτως παρόντες· θύματα μαζί και θύτες. Απωθήσαμε τον ορθό λόγο, καταπνίξαμε το ένστικτο, κάναμε αλγόριθμο το συναίσθημα και κουρελού τη συλλογικότητα. Ιδού τα επίχειρα των επιτευγμάτων μας. Κάθε Αύγουστο κηδεύω τον νεκρό που σκότωνα έναν ολόκληρο χρόνο πριν. Μην περιμένετε λοιπόν χαρούλες.

Μάνος Στεφανίδης – Γυάλινο Μάτι
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (τηλεοπτικό ένθετο ON-OFF), Αύγουστος 2006



Σ.Σ. Από τον καιρό που γράφτηκε το κείμενο κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, τα λύτρα της ευμάρειας και της ανίας πληρώνονται πανάκριβα, ο κ. Στεφανίδης απολύθηκε από την εφημερίδα (και άλλοι πολλοί αργότερα), συνολικά ο έντυπος λόγος συρρικνώθηκε και παρόμοια κείμενα σπανίζουν στα τηλεοπτικά ένθετα, σαν ταξιτζήδες στους δρόμους της Αθήνας από ό,τι μου λένε οι φίλοι μου από την Ελλάδα για τούτον εδώ τον Αύγουστο.

Οπότε όντως, μην περιμένετε χαρούλες, ούτε λόγος...