ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/6/11

Τι είναι η πατρίδα μας

Τρόικα δημοσίων υπαλλήλων ψάχνει να βρει πού πήγαν τα λεφτά. Από τη σελίδα των Αγανακτισμένων στο facebook, 29/6/2011.

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;
Μην είναι τ' άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που 'χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!

Iωάννης Πολέμης

25/6/11

Καλοκαίριασμα


Μνήμη Περικλή Χαρβά

Να σας πω ότι τον γνώριζα τον άνθρωπο, ποιος ήταν και τι έκανε, ψέματα θα σας πω. Είχα διαβάσει μικρός μια δισκοκριτική (μέτρια...) για το δίσκο του με τίτλο «Στην άσφαλτο» σε κάποιο περιοδικό, αλλά η πρώτη φορά που τον θυμάμαι καθαρά πρέπει να ήταν με αφορμή μια συναυλία που είχε δώσει στον Εύδηλο, στο λιμάνι, τέλος καλοκαιριού του 1984. Εγώ βέβαια στη συναυλία δεν ήμουν παρών, αν και είδα την προετοιμασία της σκηνής στο μώλο και παρακολούθησα λίγη πρόβα ήχου και λίγο κούρδισμα. Μετά όμως μας μάζεψαν από το σπίτι να ανεβούμε στην Ξανθή, στο συχωρεμένο το θείο μου τον Κώστα, και την κυρίως συναυλία την έχασα.

Αργότερα εκείνη τη νύχτα, έπιασε φωτιά στο ρουμάνι κι έφτασε ως το Ανάκυμα και τη Ράχη. Φύγαμε τρέχοντας από την Ξανθή να πάμε να σβήνουμε· επί της κατασβέσεως συναπαντηθήκαμε με κάμποσους που κατέβαιναν από ένα πάρτυ στην Ακαμάτρα και είχαν πάει κι αυτοί να σβήνουν ντυμένοι με τα καλά τους, καθώς και με άλλους που ανέβαιναν από τον Εύδηλο, προερχόμενοι ακριβώς από τη συναυλία. Μας είπαν ότι όπως έπαιζε το συγκρότημα, η αναλαμπή από τις φλόγες έκανε την εμφάνισή της πίσω από τη σκηνή. Οι μουσικοί έπαιζαν συνεπαρμένοι και στην αρχή δεν καταλάβαιναν γιατί ο κόσμος αρχικά πισωπατούσε, και μετά άρχισε να φεύγει τρέχοντας (τόσο χάλια δεν έπαιζαν, να λέγεται...), μέχρι που κοίταξαν πίσω τους και είδαν το φλεγόμενο βουνό. Η συναυλία τέλειωσε κακήν-κακώς.

Η επόμενη φορά ήταν λιγότερο περιπετειώδης. Πρέπει να ήταν τέλη της δεκαετίας του ‘80 μάλλον. Έπαιζε χωρίς συγκρότημα, ντουέτο με το Σταμάτη τον κιθαρίστα, στην πλατεία αυτή τη φορά. Χωρίς εισιτήριο, εννοείται. Είχε μαζευτεί όλη η μαρίδα μπροστά, και μερικά πιτσιρίκια τρέχανε γύρω γύρω στην υποθετική «σκηνή». Κάποια στιγμή ένα κοριτσάκι δυο-τριών χρονών πήγε και στήθηκε μπροστά του, κοιτάζοντας το κοινό. «Κάνε πιο κει, μπουμπούκα» της είπε χαδιάρικα. Και συμπλήρωσε: «Κατρουλού!». Το μικρό πήγε να το πάρει το παράπονο, αλλά ο καλλιτέχνης άρχισε να παίζει τις πρώτες νότες από το «Ποδαρόδρομος του Ντοκ» και να τραγουδάει τον πρώτο στίχο:

- Είχα κι εγώ μια κατρουλού...

Η μαρίδα ενθουσιάστηκε, ενδεχομένως και το κοριτσάκι. Το υπόλοιπο τραγούδι αναφερόταν μάλλον σε κάποιον προδρομικό γκρούβαλο φυσαρμονικίστα, γνωστό κλοσάρ της εποχής» διάβασα σ’ ένα μπλογκ, χρόνια αργότερα). Κάπου στο τέλος έπαιξε και το «σήμα κατατεθέν» του, ένα τραγούδι που τέλη δεκαετίας του ’60 έβγαλε σε ένα δίσκάκι, σε στίχους του Στέλιου Σταυρινάδη, και λεγόταν «Το καλοκαίριασμα στην Ικαριά». Αν και μουσικά και στιχουργικά δεν κόλλαγε ιδιαίτερα με τα υπόλοιπα (κάπως «ροκάδικα») ακούσματα της βραδιάς, ήταν για προφανείς λόγους το γκραν σουξέ.

Μόνο τότε συνειδητοποίησα από τα συμφραζόμενα ότι ο άνθρωπος είναι Καριώτης. Ρώτησα κάνα δυο μεγαλύτερους, που το επιβεβαίωσαν και μου είπαν ότι είχε μια ορισμένη καριέρα ως τραγουδοποιός, σε μια εποχή που οι τραγουδοποιοί δεν ήταν ακόμα στη μόδα. Τον συναντούσα αργότερα στο υποτυπώδες στούντιο του ΙΚΑΡΙΑ FM, ενός βραχύβιου διαδημοτικού ραδιοφωνικού εγχειρήματος του 1989. Η εκπομπή του ακολουθούσε τη δική μας και κάποιες φορές ξέμενα στο στούντιο και την άκουγα. Όχι τυχαία προφανώς, η εκπομπή λεγόταν «Το καλοκαίριασμα στην Ικαριά», και το μουσικό της σήμα ήταν το ομώνυμο τραγούδι. Κάπου έχω ακόμα τις κασέτες που ηχογραφούσα τότε από το ράδιο...

Την άλλη χρονιά ο σταθμός δεν υπήρχε πια· κι αυτόν ελάχιστες φορές τον ξαναείδα, φευγαλέα μάλλον, τα επόμενα καλοκαίρια. Αμυδρά ίσως τον θυμάμαι (ή μπορεί και να νομίζω πως τον θυμάμαι) με μια παρέα Καριωτών μουσικών (από διαφορετικά μουσικά είδη πάντως) στον Εύδηλο. Ή μπορεί απλώς να μπερδεύω τη σκηνή με μια άλλη που θυμάμαι σίγουρα, με κάποιους δακρυσμένους μουσικούς να κουβεντιάζουν ένα βράδι στο καφενείο, εκείνο το θλιβερό καλοκαίρι. Πλησίασα να ρωτήσω τι έγινε πάλι· μου είπαν ότι είχε βρεθεί νεκρός στο σπίτι του, στο Φραντάτο αν θυμάμαι καλά. Ήταν το 1993, τον Αύγουστο· εκείνη η χρονιά είχε τόσους θανάτους μαζεμένους που δεν ήξερες ποιον να πρωτοκλάψεις.

Το τραγούδι το έψαχνα χρόνια μετά, καθώς το είχα μόνο ως σήμα εκπομπής σε εκείνες τις μισοξεχασμένες κασέτες. Μονάχα πριν λίγους μήνες μου το υπέδειξε ένας φίλος στο youtube. Η αλήθεια είναι ότι αν το πρωτοάκουγα τώρα, μάλλον θα μου φαινόταν κάπως περιπαθές για τα σημερινά μου γούστα, που φοβούνται τα πολλά κοσμητικά επίθετα. Όμως υπάρχουν πράγματα που διεισδύουν στο βαθύτερο είναι μας από μια πίσω πόρτα χωρίς να περνάνε την κρησάρα της λογικής ή αισθητικής επεξεργασίας. Κάπως έτσι βρίσκεσαι να μουρμουρίζεις, χρόνια μετά, κάτι σαν:

...γλυκά σκιρτήματα, νότες χιλιάδες,
το καλοκαίριασμα στην Ικαριά

Χαρά σ’ αυτούς που τις ακούν, τούτες τις νότες.


(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 20/6/2011. Μάλλον όμως πρέπει να μνημονεύσω τους άγνωστούς μου ανθρώπους - τουλάχιστον δύο - που το ανέβασαν στο youtube και το φίλο Γ.Τ. που μου το υπέδειξε, αρχικά σε αυτή την εκδοχή.)

18/6/11

Περαστικές

Καλοκαιρινή βροχή και ασήμαντες αναμνήσεις. Δεν είναι στο κλίμα των ημερών, αλλά δεν τρέχει και τίποτα...

Γυρίζω σπίτι αργά το βράδι. Αφήνω τα κλειδιά στην κλειδαριά, στην εσωτερική πλευρά της πόρτας. Δεν έχει να κάνει με ασφάλεια· άλλωστε η πόρτα δεν κλειδώνει από μέσα για κάποιο λόγο, μόνο απέξω. Απλά για να τα βρίσκω εύκολα την άλλη μέρα το πρωί. Προσπαθώ να θυμηθώ από πότε απέκτησα τη συγκεκριμένη συνήθεια, και συνειδητοποιώ ότι μου κόλλησε από μια κοπέλα, όταν με φιλοξενούσε ένα φεγγάρι στο σπίτι της στην Κρήτη. Ύστερα προσπαθώ να θυμηθώ άλλες μικρές καθημερινές συνήθειες που να έχω συνειδητά δανειστεί από άλλους. Παρατηρώ τον εαυτό μου για μια-δυο μέρες, παίζω λίγο με τη μνήμη...

Όποιος ψάχνει, βρίσκει. Ας πούμε, το ανθρακούχο νερό (τη Σουρωτή, για την ακρίβεια) αντί αναψυκτικού, δανεισμένη από την Κ. πριν καμιά δεκαριά χρόνια (ως τότε δεν είχα δοκιμάσει τίποτα σχετικό, ούτε σόδα). Το ξύρισμα κόντρα μετά από το ξύρισμα κανονικά (ιδέα της Τάδε, ένα καλοκαίρι αρχές δεκαετίας '90 στη Σίφνο). Μια στάξη παγωμένο νερό στον ελληνικό καφέ χωρίς να χαλάσει το καϊμάκι, αλλά καθιζάνοντας απότομα το κατακάθι (θέλει τέχνη αυτό), από την Δείνα, στην Ικαρία, τέλη δεκαετίας '80 (ως τότε έπινα φραπέ). Την ξεχασμένη πια (καθότι χρόνια πλέον άκαπνος) συνήθεια να αναποδογυρίζω το πρώτο τσιγάρο στο πακέτο και να το καπνίζω τελευταίο (από εκείνο το κορίτσι στο ωδείο, γύρω στο 1985). Αλήθεια πώς το έλεγαν εκείνο το κορίτσι στο ωδείο;

Πάλι βρέχει στο Λέιντεν.




Γυναίκες, που σας είδα σ' ένα τραίνο
τη στιγμή που κινούσε γι άλλα μέρη·
γυναίκες, που σας είδα σ' άλλου χέρι
με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο·

γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
το κενό, μ' ένα βλέμμα ξεχασμένο,
ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
μ' ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε.

Να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
τα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,

γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
απ' τη ζωή μου μέσα, και που τώρα
κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!



(μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου, σε ποίηση Κώστα Ουράνη με τον Αργύρη Μπακιρτζή, από το cd Βίος Ελληνικός, 2008)

10/6/11

Γιατί αυξάνονται τα spread εν τέλει;

Η προτεσταντική ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού (1905) του Μάξ Βέμπερ, εξώφυλλο της γερμανικής έκδοσης του 1934. Εικόνα από τη wikipedia.

Τη λέξη "spread" με την έννοια που έχει μπει στην καθημερινότητά μας την είχα πρωτοακούσει στα τέλη της δεκαετίας το 1990, τότε που διαρκώς εκσυχρονιζόμενοι ως χώρα (λέμε τώρα...) ασθμαίναμε να προκάμουμε την επελαύνουσα ευρωζώνη και το κοινό της νόμισμα. Τότε βέβαια τα spread πέφτανε, ενώ εδώ και ένα-ενάμιση χρόνο ανεβαίνουν σε ύψη δυσθεώρητα, ή ίσως εμείς να πέφτουμε σε κάποιο βάραθρο που οι φτωχές μου γνώσεις οικονομικών δεν φτάνουν να ερμηνεύσουν με επάρκεια. Γνωρίζω πάντως ότι το μέτρο σύγκρισης από το οποίο αποκλίνουμε κατά το εύρος (spread) των επιτοκίων, είναι η τιμή επιτοκίου με την οποία δανείζεται η Γερμανία.

Όπως προανέφερα, εγώ από οικονομικά δεν ξέρω, και παρότι έχω άποψη για τα πάντα (σαν καθώς πρέπει μπλόγκερ...), δεν έχω και την απαίτηση η άποψή μου να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτή του μέσου μέλους της Λαϊκής Συνέλευσης Συντάγματος, αγανακτισμένου ή μη. Ωστόσο η μικρή εμπειρία μου από το Ολλανδικό πνεύμα οικονομικής διαχείρισης με έβαλε σε κάποιες σκέψεις, όχι τόσο για τα αίτια της δικής μας κακοδαιμονίας, όσο για τις ρίζες του πλεονάσματος των βορειοευρωπαίων. Το βασικό αναλυτικό υπόδειγμα για τις σκέψεις μου αυτές είναι η γνωστή πραγματεία του Μαξ Βέμπερ που επιγράφεται «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού», βιβλίο που φυσικά και ΔΕΝ έχω διαβάσει, έχω όμως δει μια περιληπτική αναφορά στη wikipedia, χώρια το μπίρι-μπίρι στις κουλτουριάρικες παρέες της νιότης μου.

Στην πραγματικότητα βέβαια, η αφορμή μου δόθηκε από το πολύ απλό γεγονός ότι ένας τεχνικός στη δουλειά μου αρνήθηκε να μου δανείσει ένα υλικό (αξίας περίπου επτά ευρώ, όπως υπολογίζω) το οποίο θα του επέστρεφα την επομένη, διότι «είναι ακριβά αυτά τα πράγματα» (γεγονός που εν τέλει κατέστρεψε τέσσερις μέρες σκληρής δουλειάς, όχι μόνο δικής μου, που πήγανε στο βρόντο). Φυσικά δεν μπορείς να εξαναγκάσεις κανέναν να σου δανείσει οτιδήποτε (ρωτήστε και την κυρία Μέρκελ αν θέλετε) μόνο και μόνο επειδή εσύ το έχεις ανάγκη. Ειδικά στην Ολλανδία που το χρήμα (ακόμα και σε ελάχιστες ποσότητες) είναι ιερό και καθαγιασμένο. Προς Θεού, δεν υπαινίσσομαι καμμιά χοντροκομμένη γενίκευση τύπου τσίπηδες ή ταληροφονιάδες ή καρμίρηδες και άλλα τέτοια αντιεπιστημονικά. Απλά εδώ μπαίνει (επιστημονικότατα) ο φίλτατος Βέμπερ και το καλβινιστικό υπόβαθρο των (κατά τα λοιπά αθέων εν πολλοίς) κατοίκων της χώρας που με φιλοξενεί.

Αυτό βεβαίως δεν αρκεί για να τα ερμηνεύσει όλα. Στη διπλανή Γερμανία ο Καλβινισμός ουδέποτε άνθισε, καθώς οι από κάτω είναι μάλλον Καθολικοί (και ο νυν Πάπας άλλωστε Γερμανός είναι) και οι από πάνω Λουθηρανοί. Το ταμείον τους όμως είναι πλεονασματικό του κερατά, όπως όλοι ξέρουμε, ανεξαρτήτως δόγματος. Το γεγονός με προβλημάτισε (στα πλαίσια των σκέψεων που λέγαμε πιο πριν) και άκρη δεν έβγαλα· θυμήθηκα όμως μια ιστορία που μας είχε διηγηθεί προ εικοσαετίας ένας μεσήλιξ (τότε) κύριος που είχαμε γνωρίσει σε ένα κάπως περιπετειώδες ταξίδι μεταξύ Ικαρίας και Πειραιά (και έχω αναφέρει ξανά εδώ).

Ο κύριος μας διηγείτο την εμπειρία του με μια Γερμανίδα αεροσυνοδό με την οποία ήταν για λίγο καιρό ζευγάρι κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970, νομίζω. Κάποια στιγμή, διηγείτο, είχε φιλοξενηθεί για μια εβδομάδα περίπου στη Γερμανία, στο σπίτι της μητέρας της κοπέλας, δε θυμάμαι σε ποια πόλη. Κατόπιν συγκεκριμένων οδηγιών από την κόρη, ο δικός μας ήταν εξαιρετικά προσεκτικός με τη μαμά και - κυρίως - με την εικόνα άμεμπτης σοβαρότητας που έβγαζε, ως όφειλε, απέναντί της. Οι μέρες κύλησαν και έφτασε η στιγμή της αναχώρησης· ο Έλλην έφτιαξε τις βαλίτσες του, κατέβηκε στο σαλόνι, κάλεσε ένα ταξί για να τον μεταφέρει στο αεροδρόμιο, ευχαρίστησε ολόθερμα τη Φράου, και σε μια κίνηση τυπικής αβροφροσύνης (όπως θεώρησε), εξήγησε ότι είχε χρησιμοποιήσει δυο φορές το τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με τους δικούς του στην Ελλάδα και φυσικά προθυμοποιήθηκε να πληρώσει το αντίτιμο των δύο υπεραστικών τηλεφωνημάτων.

Η Φράου συνοφρυώθηκε, η κόρη χλώμιασε. Μια παγερή, αμήχανη σιωπή έπεσε. Ο δικός μας κατάλαβε ότι κάποιο λάκκο είχε η φάβα, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Στο τέλος ρώτησε τη γκόμενα ευθέως. «Μα γλυκέ μου», του εξήγησε εκείνη, «ξέχασες το τηλεφώνημα που έκανες μόλις, για το ταξί.» Ο Έλλην γούρλωσε τα μάτια και έγινε κατακόκκινος (σε μια προσπάθεια να κρατήσει τα γέλια του μάλλον, άλλο αν οι κυρίες θεωρησαν ότι ήταν από ντροπή), ζήτησε συγγνώμη για την αφηρημάδα του, και προσέθεσε στο ποσόν των δύο υπεραστικών τηλεφωνημάτων και το αντίτιμο του ενός αστικού, που ήταν μια αμελητέα υποδιαίρεση του μάρκου της εποχής. Ανακουφισμένες, μάνα και κόρη, τον σταυροφίλησαν, τον αποχαιρέτησαν εγκάρδια και τον κάλεσαν να ξανάρθει, όποτε θέλει.

Δεν τον ρώτησα αν ξαναπήγε. Αλλά δε φαντάζομαι, εδώ που τα λέμε...

5/6/11

Διεθνής διάσταση

Ό κόσμος στο χέρι σου· δεν είναι ακριβώς έτσι βέβαια, αλλά ας μην τα θέλουμε και όλα δικά μας... Η εικόνα είναι από την ιστοσελίδα ενός ισπανικού ιδρύματος εκπαίδευσης που φέρει ένα όνομα βασιλέως (επαρκής λόγος για να μην αξιωθεί λινκ εδώ).

Υποτίθεται ότι είμαι συνηθισμένος σε αυτό το είδος επικοινωνίας αλλά ώρες ώρες το σκέφτομαι και με πιάνει κατιτί... Ξεκινάω να γράψω κάτι, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο το καλοκαιρινό Λέιντεν και τους Ολλανδούς που γυροφέρνουν στα κανάλια με τις βαρκούλες τους, φορώντας μαγιώ και αντηλιακό. Μιλάω στο τηλέφωνο (από τον υπολογιστή μου) με το Ν. στην Αθήνα, έπειτα η Β. μου γράφει στο skype (υποθέτω από Ηράκλειο) ότι φεύγει για την Ισημερινή Γουϊνέα, η Λ. μου στέλνει δυο λόγια που με χαροποιούν (όχι για αυτό που λένε, αλλά ακριβώς επειδή τα έστειλε), ανταλλάσσω κάτι φευγαλέα σχόλια στο facebook με διάφορους και ενώ στέλνω χαιρετίσματα στους αγανακτισμένους ιστιοπλόους, παρεμβαίνει στην κουβέντα η Ε. από τη Νέα Υόρκη (που με ρωτάει αν ξύπνησα κεφάτος ενώ είναι ήδη απόγευμα εδώ), χαζεύω λίγο την Εθνική Ελλάδος εναντίον της Μάλτας σε ένα κανάλι του Μαρόκου (!) που βρίσκω σε live streaming, ξανακάθομαι να τελειώσω το παρατημένο κείμενο κι εκεί μου στέλνει κάτι link η Κ. από το Παρίσι, ένα με επιστημονικά κόμιξ κι ένα άλλο stream όπου μια παρέα παίζει μουσική στα ΤΕΙ του Ρεθύμνου, και παίζει πολύ καλά μάλιστα, τόσο που παρατάω ό,τι έκανα, βάζω ένα κρασί κι ακούω εξαιρετική παραδοσιακή μουσική ζωντανά από το Ρέθυμνο, πιάνοντας όλο το κλίμα της συναυλίας, εγώ και άλλοι 22 που παρακολουθούμε διαδικτυακώς, ένας Θεός ξέρει από ποιά μέρη του κόσμου.

Η ώρα περνάει, χαζεύω τη φωτογραφία του μικρού Γ. που κάπου στον Πειραιά πρωτομπήκε σε σκαφάκι Όπτιμιστ στην ηλικία των έξι και η περήφανη μαμά του το ανέβασε από το Άμστερνταμ, διαβάζω σχόλια της Α. από τη Λισσαβώνα για κάτι που έγραψα για τις εκλογές στην Πορτογαλία, μαζί με κάτι άλλες δηλώσεις της Σ. από Ηράκλειο και μετά του Α. από Οξφόρδη αλλά και της Α. κάπου στην Κάτω Σαξωνία (δεν είμαι και βέβαιος με τα Γερμανικά κρατίδια) και το σκέφτομαι και με πιάνει πάλι κάτι· αυτή η παράξενη αίσθηση πώς έχω επικοινωνήσει με καμμιά δεκαριά ανθρώπους σήμερα αν και δεν έχω βγει ούτε στιγμή από το σπίτι και δεν έχω συναντήσει άνθρωπο.

Ψέματα· κάποια στιγμή κατέβηκα για να πετάξω τα σκουπίδια. Επιστρέφοντας είδα τα παιδιά του Ρέιμοντ και της Μαράικε που έπαιζαν στις σκάλες με την κόρη του Αλφόνς (άμα προσθέσεις τις ηλικίες τους, κάνουν δεν κάνουν δεκαπέντε όλα μαζί). Αλλά έχουν μάθει πια ότι δε μιλάω Nederlands και δε μου απευθύνουν το λόγο.

Η ώρα είναι έντεκα παρά κάτι. Κάπου στο Ρέθυμνο (δώδεκα παρά) κάποια άγνωστα σε μένα παιδιά τραγουδάνε το «Πέρα στους πέρα κάμπους» και αστειεύονται επί σκηνής. Οι φωνές τους γεμίζουν ένα δωμάτιο κάπου στο Λέιντεν.

Σηκώνομαι να κλείσω το ανοιχτό παράθυρο· σουρουπώνει.