ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/5/11

Κάντε join

Dam, Amsterdam, 29 Μαΐου 2011.

Σάββατο, κατα τις τρεις, στην πλατεία Dam, μπροστά στο μνημείο των πεσόντων, καμμιά εκατοστή άτομα, Ισπανοί ως επί το πλείστον. Συμπαραστέκονται στους indignados των Ισπανικών πόλεων. Κάποιος πλησιάζει και μας δίνει μια μικρή μπροσούρα γραμμένη στα αγγλικά, και προσπαθεί να μας εξηγήσει το αίτημα. Του διευκρινίζουμε ότι ξέρουμε μια χαρά περί τίνος πρόκειται, ως Έλληνες. Συστηνόμαστε ισπανιστί - τον λένε Χόρχε - και πιάνει κουβέντα με το φίλο που φιλοξενώ αυτές τις μέρες στην Ολλανδία σχετικά με την αντιμετώπιση των συγκεντρώσεων από τα κατεστημένα media στις χώρες μας. Εγώ που δεν την κατέχω τη γλώσσα αρκούμαι στο να τραβάω φωτογραφίες τον κόσμο που κουνάει τα χέρια και λέει συνθήματα, υπό τα περίεργα βλέμματα των περαστικών.

Κάποιος μακρυμάλλης με φάτσα μάλλον ινδιάνικη, σωσίας του Εμιλιάνο Ζαπάτα, μιλάει σε μια ντουντούκα με κάπως σπαστά αγγλικά και εξηγεί το σκεπτικό της διαδήλωσης. Λίγα μέτρα πιο πέρα, περνάει μια παρέα Ολλανδών σαραντάρηδων, ντυμένων στα λευκά και χρυσά. Παραείναι κιτς ακόμα και για τα Ολλανδικά δεδομένα. Παρατηρούμε ότι το Άμστερνταμ είναι γεμάτο λευκοχρυσοντυμένους. Πιθανολογώ ότι πρόκειται για κάποιο event που μας διαφεύγει προσώρας. Κάποιοι παρατυχόντες νεαροί, χωρίς χρυσάφια αλλά ντυμένοι με κάτι πανομοιότυπα μπλουζάκια που γράφουν κάτι στα γερμανικά και σέρνουν ένα καροτσάκι με κάτι κολλημένες φωτογραφίες (τους;), μας ρωτάνε δείχνοντας τη διαδήλωση περί τίνος πρόκειται· τους εξηγούμε και κουνάνε το κεφάλι χωρίς άλλα σχόλια.

Ρωτάμε με τη σειρά μας για ποιο λόγο είναι εκείνοι έτσι· μας εξηγούν ότι ο τάδε της παρέας παντρεύεται και ήρθαν όλοι μαζί από τη Γερμανία για μπάτσελορ πάρτυ. Υποψιάζομαι ότι η βόλτα τους θα καταλήξει σύντομα στο red light district. Ο (νιόπαντρος) φίλος μου λέει στο μέλλοντα γαμπρό να μην ανησυχεί, ωραία είναι. Ο Ζαπάτα πλησιάζει και μας προτείνει πάλι τη μίνι μπροσούρα, αλλά την έχουμε ήδη στην κατοχή μας. Κατευθύνεται προς τους πιτσιρικάδες Γερμανούς, που δε δείχνουν και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κόσμος πηγαινοέρχεται, τα ισπανόπουλα κουνάνε πάλι τα χέρια κυματιστά.

Κυριακή απόγευμα, περνάμε πάλι από τη Dam, αλλά εκτός από κάτι περιστέρια και κάτι τριτοκοσμικούς, δε φαίνεται κάτι σε διαδήλωση μπροστά στο μνημείο. Ωστόσο, τεράστια πλήθη λευκοχρυσοντυμένων Ολλανδών ανεβοκατεβαίνουν τη Damrak και τους κάθετους δρόμους. Μαθαίνουμε ότι πάνε σε ένα πάρτυ στο Amsterdam Arena (το γήπεδο του Άγιαξ) που έχει λευκόχρυσο dress code. Το εξασκημένο μάτι του φίλου μου εντοπίζει το Ζαπάτα να συζητάει με έναν αστυνομικό πάνω σε μια μηχανή. Προφανώς ο αστυνόμος έχει απαγορεύσει τη συνάθροιση δίπλα στο άγαλμα, και ο κόσμος έχει πάει απέναντι, μπροστά στο ανάκτορο.

Διασχίζουμε το δρόμο ταυτόχρονα με το συμπαθή Εμιλιάνο, που παίρνει τη ντουντούκα και εξηγεί με τα ίδια χτεσινά μαραμένα αγγλικά ότι θα διαμαρτυρηθούν στο δημαρχείο, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει νόμος που να απαγορεύει τις συναθροίσεις δίπλα στο μνημείο. Βέβαια μικρή σημασία έχει, καθώς οι ισπανόφωνοι έχουν κάνει έναν κύκλο (στο κέντρο του οποίου έχει και κάτι πιατάκια με μεζεδάκια) και συζητάνε τα τεκταινόμενα.

Παραδίπλα σχηματίζεται ένας άλλος κύκλος, από Έλληνες, φοιτητές κυρίως από όσο μπορώ να καταλάβω. Ένα παλληκάρι φωνάζει στα ελληνικά ότι «όποιος θέλει να κάνει join να έρθει κοντά», και μια κοπέλα συμπληρώνει γελώντας ότι μετά το join μπορούν να κάνουν like. Κάθονται κυκλικά και κουβεντιάζουν (αν και δεν έχει φαΐ εδώ), και για λίγη ώρα παρακολουθώ τη Λαϊκή Συνέλευση Άμστερνταμ εκ του σύνεγγυς.

Κάποιοι γράφουν συνθήματα σε χαρτιά ενώ διάφορος κόσμος παίρνει το λόγο. Μερικά από αυτά που ακούγονται μου φαίνονται υπερβολικά απλοϊκά, σκέφτομαι όμως ότι δεν έχει τόση σημασία. Η αλήθεια είναι ότι σε όλη αυτή την ιστορία των indignados θα προτιμούσα κριτική περισσότερο πολιτική, στοχευμένη ας πούμε στον καπιταλισμό, το κεφάλαιο και τις τράπεζες, παρά στους «πολιτικούς», την κατά τόπους τρόικα και το εκάστοτε μνημόνιο αυτό καθεαυτό. Από την άλλη σκέφτομαι ότι δεν είναι ο ρόλος μου να «εξηγήσω» στα παιδιά που κουβεντιάζουν τα κατ' εμέ λάθη τους· αρκετό καπέλωμα έχει φάει ο κόσμος τόσα χρόνια έτσι κι αλλιώς. Δε θέλω λοιπόν να πάρω το λόγο, αν και ίσως κάποιοι να άκουγαν με ενδιαφέρον, διότι μου φαίνεται πιο σημαντικό να μιλάνε όσοι δεν έχουν ξαναμιλήσει ως τώρα γι' αυτά. Αν χρειαστεί θα κάνω comment, ναι; Ναι.

Η νιόπαντρη σύζυγος έρχεται να μας συναντήσει. Ψάχνω για το χτεσινό Χόρχε στον κύκλο των Ισπανών, αλλά δεν τον εντοπίζω. Οι κύκλοι είναι κάπως κλειστοί ανά εθνότητα, δεν επικοινωνούν και πολύ. Ούτε εμείς επικοινωνούμε πολύ με τη νεώτερη γενιά, οι κώδικες είναι κάπως διαφορετικοί. Μας έχει πιάσει μια πείνα. Πάμε για φαγητό· στην επιστροφή η συνέλευση έχει διαλύσει. Τα λευκοχρυσοντυμένα πλήθη έχουν τραβηχτεί επίσης στο Αρένα. Αποφασίζουμε να γυρίσουμε στο Λέιντεν πριν πέσει εντελώς η νύχτα. Στο βαγόνι του τραίνου ακούμε σκόρπιες κουβέντες στα ελληνικά, κάποιες κοπέλες που γκρινιάζουν με τους Ισπανούς που δεν ήθελαν να μιλήσουν αγγλικά. Πενήντα-εκατό αγανακτισμένοι σε όλη την Ολλανδία, και κάμποσοι πέφτουμε στο ίδιο βαγόνι...

Περπατάμε στο Λέιντεν με το λυκόφως (λίγο πριν τις έντεκα) κουβεντιάζοντας. Μια κοπελίτσα σταματάει το ποδήλατό της δίπλα μας, προφανώς άκουσε τα ελληνικά και ρωτάει (στη μητρική γλώσσα) αν είμαστε φοιτητές και αν ζούμε εδώ. Το ζευγάρι των φίλων με δείχνει γελώντας· αν και είμαι ο πιο μακριά σε φοιτητική ηλικία από τους τρεις, ζω εδώ. Η κοπέλα με καλεί για την επόμενη Κυριακή στο International Student Cultural Festival του Λέιντεν, στη Rapenburg. Θα πάω; Να πάω. Να φωνάξω κι άλλους; Κι άλλους, βέβαια. Έλληνες; Ό,τι να 'ναι. Άλλωστε πρέπει να εκθέσουμε το θέμα της χώρας μας.

- Και ξέρετε, είχαμε και διαδήλωση στο Άμστερνταμ, συμπληρώνει η κοπέλα.
- Από εκεί ερχόμαστε, την καθησυχάζουμε.

Κοιτάζω το πρόσωπό της, δεν πρέπει να είναι πάνω από εικοσιδύο-εικοσιτρία. Σπουδάζει εδώ και ενάμιση χρόνο στην Ολλανδία, κάνα μάστερ φαντάζομαι. Της δίνω ραντεβού για την Κυριακή, στο φεστιβάλ.

- Και καπάκι γραμμή στο Dam, λέει η κοπελίτσα.

Δεν τα πάω πολύ καλά με τις γραμμές, αλλά με κόβω να κατανικώ τη ραθυμία και να κατηφορίζω. Εγώ δεν «αγανάκτησα» χτες-προχτές, από τότε που απέκτησα ψήγματα πολιτικής συνείδησης πάντα αγανακτισμένος ήμουνα (αν και όχι πάντα με τα ίδια πράγματα), ωστόσο λέω να ενώσω την παραδοσιακή αγανάκτησή μου με την καινούργια αγανάκτηση των υπολοίπων. Θα κάνω join, έτσι φαίνεται.

Η κοπέλα απομακρύνεται πάνω στο μικροσκοπικό της ποδήλατο. Οι νιόπαντροι φίλοι μου περπατούν προς το σπίτι, αγκαλιασμένοι.

(Like, μάλλον, ε; Δηλαδή τι μάλλον, σίγουρα... Έτσι, παιδιά;)

19/5/11

Προφητάναξ με πάθη

Προφητάναξ Δαυίδ, Νίκος Εγγονόπουλος, κάρβουνο και μολύβι σε χαρτί, 57 x 42 εκ., από εδώ

Eίναι από εκείνους που η ιστορία τους παραμένει στη μνήμη. Δεν είναι απαραίτητο να έχεις διαβάσει τα δύο πρώτα βιβλία των Βασιλειών (που στο δυτικό χριστιανικό κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης ονομάζονται «Σαμουήλ», αλλά εγώ προτιμώ να κρατήσω τους εβδομήκοντα της αρχαίας Εκκλησίας και της καθ' ημάς Ανατολής), ή των Παραλειπομένων («Χρονικά» κατά το δυτικό κανόνα) ή τους εβδομήντα τρεις από τους Ψαλμούς που του αποδίδει η παράδοση, για να έχεις μια ιδέα για τη ζωή του.

Ακόμα κι αν δεν ξέρεις ότι ήταν γιος κάποιου Ιεσσαί από τη Βηθλεέμ ή ότι χρίστηκε από τον Σαμουήλ τον βλέποντα, ότι ήταν βοσκός αλλά και ποιητής και μουσικός, σίγουρα θα έχεις ακούσει ότι σε μια διάσημη μονομαχία στην κοιλάδα του Ηλά σκότωσε με τη σφεντόνα του κάποιον Γολιάθ, το πρωτοπαλλήκαρο των αλλοφύλων. Θα ξέρεις ίσως ότι έγινε βασιλιάς της φυλής του Ιούδα και λίγο αργότερα και των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, ότι έδρα του βασιλείου του ήταν η πόλις Δαυίδ εκεί που είναι σήμερα η Ιερουσαλήμ. Ίσως ακόμα, αν είσαι λίγο μπασμένος στα θρησκευτικά, να ξέρεις ότι αν και ο ίδιος δεν ήταν πολύ τυχερός με τα παιδιά του (που πότε αλληλοσφάζονταν, πότε στασίαζαν εναντίον του), προφήτεψε ότι δικός του απόγονος θα ήταν ο Μεσσίας, αυτός που θα λύτρωνε τους ανθρώπους.

Πρέπει να έζησε κάπου χίλια χρόνια προ Χριστού, ίσαμε τρεις χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα. Δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα πώς να ήταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, αλλά σκέφτομαι καμμιά φορά τον άνθρωπο Δαυίδ· όχι εκείνον που συνομιλεί με το Θεό και τους προφήτες Του, αλλά αυτόν που σπαράσσεται από πάθη και φόβους όλως διόλου ανθρώπινους. Φαντάζομαι, ας πούμε, το απότομο ξύπνημά του εκείνη τη νύχτα που η νεαρή γυναίκα του, η Μελχόλ, τον φυγάδευσε κρυφά από το παράθυρο ώστε να μην τον βρουν οι στρατιώτες του πατέρα της, του Σαούλ. Διατρέχω το κείμενο των Βασιλειών και βρίσκω μια σημαδιακή σκηνή: ο Σαούλ πέφτει να κοιμηθεί σε μια σπηλιά, που λίγο πιο μέσα παραφυλάει ο κυνηγημένος Δαυίδ με το σπαθί έτοιμο. Τον φαντάζομαι να ακροβατεί ανάμεσα στην παρόρμηση να βυθίσει το σπαθί του στο στήθος του κοιμισμένου εχθρού, και στην τελική απόφαση να κόψει απλώς ένα κομμάτι του βασιλικού χιτώνα (εἰ εὕροι τις τὸν ἐχθρὸν αὐτοῦ ἐν θλίψει καὶ ἐκπέμψει αὐτὸν ἐν ὁδῷ ἀγαθῇ, καὶ Κύριος ἀποτίσει αὐτῷ ἀγαθά, Βασιλειών Α' 24, 20). Σκέφτομαι με μια ορισμένη απορία το πόσο απότομα μίσησε την ίδια αυτήν Μελχόλ, την πρώτη από τις (όχι και λίγες) γυναίκες του, τη μέρα που τον έψεξε επειδή χόρευε μαζί με το λαό μπροστά στην Κιβωτό της Διαθήκης. Αναρωτιέμαι αν το «ξενέρωμά» του ίσως δεν είχε τόσο να κάνει με τον ψόγο της γυναίκας, όσο με τα χρόνια που είχαν περάσει από τη νύχτα που του έσωσε τη ζωή.

Τον φαντάζομαι ακόμα και εκείνη τη μέρα που το μάτι του έπιασε τη Βηρσαβεέ, την κόρη του Ελιάβ, γυναίκα του Ουρία του Χετταίου, την ώρα που έβγαινε από το λουτρό (καὶ ἐγένετο πρὸς ἑσπέραν καὶ ἀνέστη Δαυὶδ ἀπὸ τῆς κοίτης αὐτοῦ καὶ περιεπάτει ἐπὶ τοῦ δώματος τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ εἶδε γυναῖκα λουομένην ἀπὸ τοῦ δώματος, καὶ ἡ γυνὴ καλὴ τῷ εἴδει σφόδρα, Βασιλειών Β', 11,2). Τι διαφέρει ο τρόπος που την κοίταξε από το πώς θα την κοίταζες σήμερα εσύ ή εγώ; Ήταν όμορφη, πολύ όμορφη· κι ο τρόπος που κοιτάζουν οι άντρες τις γυναίκες δεν πρέπει να έχει αλλάξει στον πυρήνα του τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια. Θα μπορούσε να πει μέσα του «όχι»; Δεν είμαι βέβαιος· άλλωστε στις λίγες στιγμές που μας δίνεται η ευκαιρία του έρωτα, πόσοι από μας λέμε όχι, πιστοί σε άλλου είδους κλήσεις και δεσμεύσεις; Ο άντρας της έλειπε στον πόλεμο, πολιορκούσαν μια πόλη. Ο βασιλιάς δε δίστασε πολύ· έστειλε να τη φέρουν.

Η ιστορία από κει και κάτω είναι λίγο-πολύ γνωστή. Η γυναίκα μένει έγκυος, ο Δαυίδ διατάζει να σταλεί ο σύζυγος στην Ιερουσαλήμ, με σκοπό (ελαφρώς κουτοπόνηρα) να του φορτώσει την εγκυμοσύνη της. Ο Ουρίας, υποδειγματικός στρατιώτης, αντί να πάει σπίτι του κατσικώνεται στο παλάτι και κοιμάται στα σκαλιά, από αφοσίωση στους μαχόμενους συντρόφους του. Μια, δυο, τρεις, στο τέλος ο βασιλιάς χάνει την υπομονή του και τον στέλνει πίσω στην πολιορκία, με μια σφραγισμένη διαταγή που διατάζει τον αρχιστράτηγο να στείλει τον φουκαρά στην πρώτη γραμμή για να σκοτωθεί στη μάχη. Ο αρχιστράτηγος (που όλο και κάτι ξέρει από τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης) εκτελεί υποδειγματικά την εντολή και ο κακομοίρης ο Ουρίας σκοτώνεται σε μια χαζή έφοδο κάτω από τα τείχη της πολιορκημένης πόλης.

Σε έναν κάπως τραγικό διάλογο (αν και η τραγωδία θα εφευρεθεί τέσσερις-πέντε αιώνες αργότερα) ο αγγελιαφόρος φέρνει το μήνυμα της αποτυχημένης εφόδου στο βασιλιά. Έξαλλος αυτός, αναθεματίζει τον αρχιστράτηγο και μέμφεται την ηλιθιότητά του: ποιος ο λόγος να εκθέσει το στρατό στα πυρά από τα τείχη και να πάθει τέτοια νίλα και να σκοτωθεί τόσος κόσμος; Ο αγγελιαφόρος συμπληρώνει ότι πάνω στη σύγχιση σκοτώθηκε και ο Ουρίας ο Χετταίος. Ο βασιλιάς αιφνιδίως αρχίζει να το φιλοσοφεί το θέμα: τι να κάνουμε, η ζωή έχει και αναποδιές, συμβαίνουν αυτά... Παίρνει τη γυναίκα στο παλάτι (όπου και γέννησε ένα γιό όταν ήρθε ο καιρός) και κυρήττει την υπόθεση περαιωμένη.

Αμ δε. Μια μέρα εμφανίζεται στο παλάτι ένα τύπος ονόματι Νάθαν· προφήτης (ιδιότητα που δεν δηλώνει ότι ξέρει τα μελλούμενα, αλλά ότι μιλάει γνωστοποιώντας το θέλημα του Θεού). Ο Νάθαν απευθύνεται στο Δαυίδ υπό την ιδιότητά του τελευταίου ως δικαστή (την εποχή εκείνη η διάκριση των εξουσιών δεν ήταν ακόμα επαρκώς αντιληπτή έννοια) και του ζητάει να αποδώσει δικαιοσύνη για μια υπόθεση: Κάποιος πλούσιος έχει πολλά κοπάδια αρνιά, κι ένας φτωχός γείτονάς του μόνο ένα αρνάκι, και πολυαγαπημένο. Μια μέρα που ήρθε στον πλούσιο κάποιος επισκέπτης, αντί να σφάξει ένα από τα πολλά δικά του αρνιά, ο τύπος πάει και σφάζει αυτό του γείτονα για να ταΐσει τον επισκέπτη του. Ο Δαυίδ έξαλλος φωνάζει ότι ο πλούσιος είναι υιός θανάτου και πρέπει να πληρώσει. Σὺ εἶ ὁ ἀνὴρ ὁ ποιήσας τοῦτο· του λέει ο προφήτης, κι αρχίζει να απαριθμεί τα δεινά που θα βρουν το βασιλιά και τη γενιά του εφεξής.

Ίσως να είναι εκείνες τις στιγμες που ο Δαυίδ θυμάται ότι είναι ποιητής· ίσως τότε αρχίζουν να σχηματίζονται μέσα στο μυαλό του οι φράσεις της μετάνοιας που έμελλε να γίνουν ο N' ψαλμός («Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει»). Σύντομα το παιδί της Βηρσαβεέ αρρωσταίνει, όπως προφήτεψε ο Νάθαν. Ο εν μετανοία ευρισκόμενος Δαυίδ, προσεύχεται στο Θεό να ζήσει το παιδί, και στο μεταξύ δεν τρώει και δεν πίνει και δε μιλάει σε κανέναν. Όταν κάποτε το παιδί πεθαίνει, οι αυλικοί δεν τολμάνε να μιλήσουν στο βασιλιά, σκεπτόμενοι ότι αφού είναι σε τέτοια χάλια απλώς και μόνο με την αρρώστια του παιδιού, φαντάσου πώς θα κάνει άμα του πουν ότι πέθανε κιόλας. Ο Δαυίδ αντιλαμβάνεται τα σιγοψιθυρίσματα και ρωτάει τι συνέβη. Αφού ακούει τα καθέκαστα, προς έκπληξη των αυλικών του σταματάει το θρήνο, τρώει, πίνει, και λέει «εγώ τα έκανα αυτά μήπως και ζήσει το παιδί, τώρα που πέθανε τι άλλο να κάνω, πίσω δε μπορώ να το φέρω», θυμίζοντας λιγάκι κάτι που μερικούς αιώνες αργότερα θα έγραφε ο δικός μας Αρχίλοχος:

Οὔτε τι γὰρ κλαίων ἰήσοµαι
οὔτε κάκιον
θήσω τερπωλὰς καὶ θαλίας
ἐφέπων.


που θα μπορούσε να σημαίνει «μήτε κι αν κλαίω θα γιατρευτώ, μήτε χειρότερο κακό θα πάθω αν ριχτώ σε γλέντια και χαροκόπια».

Τα πάθη του Δαυίδ θα συνεχιστούν βέβαια, με βιασμούς και φονικά ανάμεσα στα ίδια του τα παιδιά, με εξεγέρσεις και εμφυλίους πολέμους, με τις γυναίκες του να διαπομπεύονται δημόσια (όπως του το είχε προφητέψει ο Νάθαν: αυτό που έκανες εσύ κρυφά θα σου το κάνουν άλλοι φανερά...), με θανάτους και δυστυχίες μέχρι το τέλος. Κάπου εκεί προς το τέλος, από τα εναπομείναντα παιδιά του θα δώσει το χρίσμα της διαδοχής στον άλλο γιο που έκανε με τη Βηρσαβεέ, αυτόν που θα γινόταν αργότερα ο σοφός Σολομών. Τότε όμως ήταν ακόμα παιδί, γιατί να διαλέξει αυτόν; Μα επειδή του το ζήτησε εκείνη βέβαια... Ίσως γιατί από όλες τις γυναίκες της ζωής του, ακόμα και μετά από όλη αυτή την καταιγίδα της δυστυχίας, για εκείνην να ένιωθε ένα δέσιμο διαφορετικό, ίσως γιατί μπορεί να θυμόταν ακόμα στη ραχοκοκκαλιά του αυτό το σκίρτημα που είχε νιώσει όταν την πρωτοείδε να βγαίνει από το λουτρό. Ίσως αυτό το σκίρτημα να ζύγιζε ακόμα μέσα του περισσότερο από τις πόλεις και τα βασίλεια. Ίσως ακόμα ακόμα (Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου...) να ήταν πιο πολύτιμο κι από τους ίδιους του τους στίχους.

Αλλά γι' αυτό το τελευταίο δεν είμαι και πολύ σίγουρος.


Σ.Σ. Άλλοι παθιάζονται με τις γυναίκες (που είναι και το πρέπον) κι άλλοι τραβάμε τα ζόρια μας με τις ιστορίες των ανθρώπων και βάζουμε σκοπό να μαγαρίσουμε όποια καλή ιστορία έχουμε ακούσει η διαβάσει, να τη διαστρέψουμε και να την ξανασερβίρουμε για καινούργια σ' όποιον είναι πρόθυμος να ακούσει. Μια μέρα πριν κάτι μήνες ένα συνήθως πρόθυμο αυτί το πήρε ο ύπνος πριν ακούσει την ιστορία του Δαυίδ. Η άλλη μέρα έφερε άλλες έννοιες και το πράγμα ξεχάστηκε, όμως η ιστορία έσκαβε μόνη της το δρόμο προς την επιφάνεια. Γι' αυτό υπάρχει άλλωστε το ιστολόγιο, για να αερίζεται το χώμα στο χωράφι που φυτρώνουν οι ιστορίες «και να μη σέπουνται» που λένε κι οι Καριώτες...

Ξαναδιαβάζοντας, βέβαια, βλέπω ότι τα έχω κάνει ολίγον σαλάτα, ανακατεύοντας Παλαιά Διαθήκη με Αρχίλοχο (καμμία σχέση...) και σε μια περίεργη ειρωνία βάζω ασυναίσθητα σε ένα κείμενο για το Δαυίδ μια κοινή φράση που προέρχεται ακριβώς από έναν Ψαλμό δικό του («Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη µου», Ψαλμ. 140). Ανακατεύω ακόμα κάμποσα άσχετα μεταξύ τους πράγματα, και το αποτέλεσμα προκύπτει εμφανώς άνισο, μην πω καλύτερα μισοκατεστραμμένο από το ίδιο το βάρος του εγχειρήματος.

Άλλοι έχουν καταπιαστεί με μεγαλύτερη επιτυχία με όψεις αυτής της ιστορίας, από Ραββίνους και Πατέρες της Εκκλησίας, μέχρι ταινίες του Χόλιγουντ και πρώην μέλη των Police, σαν τον Sting που πριν καμμιά εικοσαριά χρόνια έβγαλε ένα τραγουδάκι που μάλλον τα λέει καλύτερα από μένα τα καταληκτικά του κειμένου (και πιο μελωδικά, ομολογουμένως):

Though all my kingdoms
turn to sand
And fall into the sea
I'm mad about you
I'm mad about you


Αλλά ο καθείς και τα όπλα του, πώς να γίνει...



Ανακατασκευασμένη εκδοχή του προ εικοσαετίας βίντεο του Mad about you, που αναφέρεται ακριβώς στην ιστορία Δαυίδ-Βηρσαβεέ, με ορισμένες ελευθερίες. Μια εξελληνισμένη εκδοχή που βγήκε κάποτε παρέα με τον αναπόφευκτο Νταλάρα είναι, αναπόφευκτα, για τα μπάζα.

13/5/11

Δεν είμαι εκεί

"When the going gets tough, the tough gets going": ένα υποδειγματικό κλισέ μηδαμινής ερμηνευτικής αξίας. Τράβηξα τη φωτογραφία τον περασμένο Ιούλιο αλλά παραμένει επίκαιρη, νομίζω.

Αν και κάτοικος εξωτερικού πλέον, όλη μου η ζωή στην Ελλάδα είναι ή γύρω από αυτήν περιστρέφεται, οπότε ρουφάω τα νέα της χώρας σε ικανές ποσότητες. Διαβάζω εφημερίδες (στο διαδίκτυο, εννοείται), ιστοθέσεις και ιστολόγια. Κουβεντιάζω με φίλους και λιγότερο φίλους, κατεβαίνω όσο πιο συχνά μπορώ στα πάτρια. Με διακατέχει μια αγωνία να μην αποκοπώ από την καθημερινότητα (ειδικά των λεγόμενων «απλών ανθρώπων»), να μην καταλήξω σαν κάτι παλιούς μετανάστες που παλιννοστούσαν κάποτε έχοντας όμως στο μυαλό τους την εικόνα μιας «παλιάς» Ελλάδας που είχε πάψει να υφίσταται καιρό πριν, και δεν είχαν πάρει μυρωδιά τις θεμελιακές μεταβολές σε αυτό που λέμε «ελληνική πραγματικότητα». Προσπαθώ, την παλεύω, αλλά ώρες ώρες «δεν παλεύεται» που λέει και ο νεολογισμός που εισήχθη σχετικά πρόσφατα στο λεξιλόγιο.

Χτες είχε απεργία πάλι, δεν είχε ειδήσεις από τα mainstream media. Υπέθεσα ότι οι περισσότεροι φίλοι μου θα ήταν απεργοί ή και διαδηλωτές (δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι...) και υπέθεσα επίσης με βάση την προγενέστερη εμπειρία ότι θα μου έδιναν επιτόπιο ρεπορτάζ το βραδάκι που θα μαζευόντουσαν σπίτι, μπροστά στο skype και το facebook (το τζάκι είναι πλέον για άλλες χρήσεις). Ως εκ τούτου τις αργόσχολες ώρες μου (όχι εντός χώρου εργασίας, μην πάει στο κακό το μυαλό σας) τις αφιέρωσα στο CNN και το BBC (που χτες μου φάνηκαν παραδόξως ισορροπημένα) και ακολούθως στα ελεγχόμενης αξιοπιστίας διαβάσματα των εναλλακτικών media, και στους κατηραμένους απεργοσπάστες των πόρταλ.

Από εκείνη την ώρα διαβάζω τα νέα (copy-paste):

- Δολοφόνησαν 44χρονο στο κέντρο της Αθήνας για μία κάμερα.

- Επιθέσεις ακροδεξιών κατά μεταναστών στο σημείο της δολοφονίας του 44χρονου.

- Νύχτες κρυστάλλων στην Αθήνα.

- Άγριος ξυλοδαρμός διαδηλωτή από ΜΑΤ - Κινδύνευσε η ζωή του.

- Κρίσιμα τα επόμενα 24ωρα για τον 31χρονο που χτυπήθηκε στα επεισόδια.

- Υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης σπλήνας ο δεύτερος τραυματίας της απεργιακής πορείας.

- Σε διαθεσιμότητα οι αστυνομικοί που χτύπησαν πεσμένο στο δρόμο διαδηλωτή.

- Σκότωσαν με 4 μαχαιριές νεαρό μετανάστη από το Μπαγκλαντές.

- Τεταμένη ατμόσφαιρα στο κέντρο της Αθήνας, σε εξέλιξη πορεία κατά της βίας.

- Άγνωστοι άρπαξαν όπλο από αστυνομικούς της Ασφάλειας Αττικής στην οδό Ακαδημίας.

(Και μετά; Μετά τι;)

Χτες βράδι μίλησα με τους δικούς μου κάμποση ώρα. Μου είπαν, μεταξύ άλλων, ότι πέρασαν για την απογραφή. Ήταν μόνο η μάνα μου στο σπίτι, η οποία δήλωσε τον τόπο κατοικίας και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας. Ο απογραφέας άφησε απογραφικά δελτία για τους άλλους, για μένα δεν άφησε.

Καλά έκανε. Δεν είμαι εκεί.


ΥΓ. 15/5/2011: Η ανάρτηση χάθηκε μια-δυο μέρες λόγω ανωμαλιών στο blogger, αλλά στο μεταξύ πρόλαβα να διαβάσω επιπλέον τα εξής:

- Στα σκουπίδια βρέθηκε λίγες ώρες αργότερα το όπλο που έκλεψαν άγνωστοι από αστυνομικούς (Σ.Σ. ευτυχώς! εκεί είναι η θέση του άλλωστε...).

- Νύχτα των κρυστάλλων στην Αθήνα. Δεκάδες μετανάστες στο νοσοκομείο λόγω ρατσιστικών επιθέσεων.

- Η χήρα του Μανώλη Καντάρη επέστρεψε την ανθοδέσμη που έστειλε ο Μιχαλολιάκος της Χρυσής Αυγής (Σ.Σ. αυτό ήταν αρβύλα στο tweeter, εύχομαι να είναι όντως αλήθεια).

- Τρεις τραυματίες από επίθεση κουκουλοφόρων με μολότοφ στο ΑΤ Εξαρχείων. (Σ.Σ. μια ανθοπώλις στη λαϊκή της Καλλιδρομίου, ένας 48χρονος διερχόμενος που πήγε να τη βοηθήσει κι ένας Βούλγαρος μετανάστης).

- Σε κλίμα οδύνης η κηδεία του 44χρονου που δολοφονήθηκε στο κέντρο της Αθήνας.

- Μάχη για τη ζωή του δίνει στην Εντατική ο 48χρονος τραυματίας της επίθεσης στα Εξάρχεια (Σ.Σ. εύγε, συντρόφια, τον τσακίσαμε τον καπιταλισμό...)

Άντε να δούμε τι άλλο έρχεται...

4/5/11

Μια άλλη επέτειος

Με ήλιο και βροχή, ομίχλη και χιόνια, φωτογραφίες τραβηγμένες από το παράθυρό μου. Burcht, Λέιντεν, 2010.

Ακούω καμπάνες. Συνήθως τις Κυριακές, καθώς μένω κοντά στην καθολική εκκλησία, ακούω όμως και τα χτυπήματα από το ρολόι του Δημαρχείου κάθε μισή ώρα, ενίοτε κάθε τέταρτο. Κάποιες φορές οι ακέραιες ώρες συνδυάζονται με μια μεγαλοπρεπή κωδωνοκρουσία, αρκετά μελωδική μπορώ να πω. Βέβαια όχι και να την έχεις στ' αυτιά σου όλη μέρα, οπότε το κλειστά παράθυρα είναι μια στοιχειώδης προφύλαξη.

Όμως η άνοιξη που διανύουμε στην Ολλανδία είναι ιδιαιτέρως ζεστή και ξηρή, με αποτέλεσμα τα καλοριφέρ να είναι κλειστά και τα παράθυρα ανοιχτά. Διαβάζω ότι οι Αρχές ανησυχούν κάπως, διότι για την άνοιξη (μέχρι 21 Ιουνίου) προβλέπονται περίπου 170 χιλιοστά βροχής και έχουμε για την ώρα μόνο 35, και τις επομενες δέκα μέρες δεν αναμένεται να βρέξει. Οι Αρχές είναι σε επιφυλακή για τυχόν πυρκαγιές (πυρκαγιές!!!) και ήδη μια θαμνώδης έκταση πενήντα εκταρίων κοντά στη θάλασσα άρπαξε λόγω της ξηρασίας. Δεν περίμενα να ακούσω ποτέ τη λέξη ξηρασία σε μια χώρα που το ένα τέταρτο της έκτασής της είναι νερό, αλλά πρέπει να έχει κανείς υπόψιν του πάντα τη δυναμική των πραγμάτων. Αυτό που ήταν χτες, δεν θα είναι απαραίτητα και αύριο· ας έχουμε λοιπόν το νου μας.

Πάντως η μέρα μεγαλώνει, καθώς κοντεύει εννιά το βράδυ και έξω έχει ακόμα άφθονο φως. Ανάβω τα φώτα για ψυχολογικούς λόγους, αλλά βλέπω ακόμα το χλωμό ήλιο πίσω από το καμπαναριό της εκκλησίας. Στο τέλος της άνοιξης θα έχει φως ίσαμε τις έντεκα, πράγμα όσο να 'ναι λίγο κουραστικό, καθώς θυμάμαι από πέρσι. Κάθομαι και μετράω το χρόνο και συνειδητοποιώ ότι κλείνω την πρώτη βδομάδα της δεύτερης χρονιάς μου στις Κάτω Χώρες. Η ακριβής επέτειος με βρήκε στην Αθήνα, οπότε σχεδόν δεν το θυμήθηκα. Τα γενέθλια της βασιλομήτορος πέρασαν χωρίς να το καταλάβω φέτος· κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο ίσα που πρόλαβα να δω τα απορριματοφόρα να μαζεύουν τις μπύρες από τους δρόμους την επομένη. Μετά γυρίσανε στους κανονικούς ρυθμούς. Τη Δευτέρα χτύπησαν οι σειρήνες ακριβώς στις δώδεκα το μεσημέρι, όπως την πρώτη Δευτέρα κάθε μήνα. Business as usual.

Σήμερα όμως παρατήρησα ξανά σημαίες στα μπαλκόνια. Όχι τις πορτοκαλί της δυναστείας της Οράγγης-Νασσάου, αλλά τις τρίχρωμες της χώρας. Ορισμένες μεσίστιες, άλλες με μια μαύρη πλερέζα. Προς στιγμήν το γεγονός με έβαλε σε υποψίες· μήπως η βασιλομήτωρ μας άφησε χρόνους; Μετά θυμήθηκα ότι ξημερώνει εθνική εορτή: η ημέρα της Απελευθέρωσης, το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου· στην Ευρώπη τουλάχιστον. Ίσως γι' αυτό ακούγονται οι καμπάνες. Ρίχνω μια ματιά στα ολλανδικά νέα της ημέρας: όντως, το βράδι της 4ης Μαΐου είναι αφιερωμένο στους νεκρούς του πολέμου. Ο πονηρούλης Βίλντερς (ο ακροδεξιός εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού) έβγαλε μια ανακοίνωση όπου καλεί σε περισυλλογή στη μνήμη «των θυμάτων του (εθνικού) σοσιαλισμού». Έτσι ακριβώς, εντός παρενθέσεως. Σα να λέμε ότι οι ναζί είναι σοσιαλιστική τάση ή παραφυάδα. Ένα σωρό (αντιπολιτευόμενα) κόμματα που επικαλούνται το σοσιαλισμό έβαλαν τις φωνές (περίπου η μισή Ολλανδία), αλλά ο κυβερνητικός εταίρος δεν πήρε λέξη πίσω. Σκέφτομαι ότι τα χειρότερα ενίοτε ξεκινάνε με ένα παιχνίδι με τα νοήματα των λέξεων, με κάτι άσχετες παρενθέσεις σαν αυτές. Ή μπορεί και να έχουν ξεκινήσει καιρό τώρα, δεν ξέρω.

Έξω από το παράθυρο βλέπω το Burcht, το μικρό οχυρό πάνω σε ένα εμφανώς τεχνητό ύψωμα, γύρω από το οποίο χτίστηκε αρχικά η πόλη. Το έχω δει με ομίχλη και βροχή, με χιόνι και ζέστη, με τα φύλλα των δέντρων να πέφτουν ή να ξαναφυτρώνουν, όπως τώρα. Φέρνω στο μυαλό μου νοερά το χρόνο που πέρασε. Θυμάμαι την πρώτη φορά που ανέβηκα τα εβδομήντα επτά σκαλοπάτια, κι ύστερα όταν τα ξανανέβηκα αγκαλιά με δυο βαλίτσες. Την παράξενη (τότε) αίσθηση του να ζεις στη σοφίτα, κάτω από τη σκεπή, τα δύο καχεκτικά φυτά που εξακολουθώ να αμελώ να ποτίσω, τον αφύσικα σιωπηλό σκύλο του γείτονα, τους θορύβους των πουλιών στα κεραμίδια και στο γείσο με την υδρορροή που νόμιζα ότι είναι περιστέρια (αλλά τελικά είναι κοράκια), το τρίξιμο των βημάτων στις ξύλινες σκάλες.

Ήρθα στο σπίτι ακριβώς πριν ένα χρόνο, τη μέρα της εθνικής επετείου. Σκέφτομαι ότι κάπως πρέπει να το γιορτάσω, κι ανοίγω ένα Merlot καθώς και τον υπολογιστή για να γράψω την ανάρτηση που διαβάζετε.

Πάνω στην ώρα, το ρολόι του Δημαρχείου χτυπάει και μισή. Σιγά σιγά νυχτώνει.


Υ.Γ. Ιούνιος 2011: Να διορθώσω αναδρομικώς μια εν δυνάμει ανακρίβεια στο κείμενο: Η βασιλομήτωρ μας έχει αφήσει χρόνους από το 1980 περίπου, αλλά τα γενέθλιά της εορτάζονται ανελλιπώς...

2/5/11

Περί θανάτου (Ζοζέ Σαραμάγκου)

Ζοζέ Σαραμάγκου (1922-2010) - η φωτογραφία από εδώ.

[...] Έτσι όπως ήταν, ούτε ορατή, ούτε αόρατη, ούτε σκελετός, ούτε γυναίκα, σηκώθηκε από το πάτωμα σαν αύρα και μπήκε στο δωμάτιο. Ο άντρας δεν είχε κουνηθεί. Η θάνατος σκέφτηκε, Δεν έχω άλλη δουλειά εδώ, φεύγω, δεν άξιζε καν τον κόπο να έρθω μόνο και μόνο για να δω έναν άντρα κι ένα σκύλο να κοιμούνται, ίσως να ονειρεύονται ο ένας τον άλλο, ο άντρας το σκύλο κι ο σκύλος τον άντρα, ο σκύλος να ονειρεύεται πως είναι πια πρωί και πως έχει αποθέσει το κεφάλι του πλάι στο κεφάλι του άντρα, κι ο άντρας να ονειρεύεται πως είναι πια πρωί και το αριστερό του χέρι βαστά το ζεστό και μαλακό σώμα του σκύλου και το σφίγγει το στήθος του. Δίπλα στη ντουλάπα που αχρήστεψε την πόρτα που οδηγούσε στο διάδρομο βρίσκεται ένας μικρός καναπές, όπου η θάνατος πήγε και κάθισε. Δεν το είχε αποφασίσει από πριν, πήγε όμως και κάθισε εκεί, σ' εκείνη τη γωνιά, ίσως επειδή θυμήθηκε το κρύο που έκανε αυτή την ώρα στην υπόγεια αίθουσα των αρχείων. [...] Ο άντρας άλλαξε στάση, γύρισε την πλάτη του στην ντουλάπα που αχρήστευε την πόρτα κι άφησε να γλιστρήσει το δεξί του χέρι προς την πλευρά του σκύλου. Ένα λεπτό αργότερα είχε ξυπνήσει. Διψούσε. Άναψε το λαμπατέρ του κομοδίνου, σηκώθηκε, φόρεσε τις παντόφλες, που, όπως πάντα, βρίσκονταν κάτω από το κεφάλι του σκύλου, και πήγε στην κουζίνα. Η θάνατος τον ακολούθησε. Ο άντρας έβαλε νερό σ' ένα ποτήρι και ήπιε. Ο σκύλος εμφανίστηκε στο σημείο αυτό, έσβησε τη δίψα του στο πιατάκι του δίπλα στην πόρτα που βγάζει στον κηπάκο κι ύστερα σήκωσε το κεφάλι του προς το αφεντικό του. Θέλεις να βγεις, βέβαια, είπε ο τσελίστας. Άνοιξε την πόρτα και περίμενε να γυρίσει το ζώο. Στο ποτήρι είχε μείνει λίγο νερό. Η θάνατος το κοίταξε, έκανε μια προσπάθεια να φανταστεί πώς θα ήταν να διψούσε, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε κι όταν χρειάστηκε να πεθάνει ανθρώπους στη δίψα μέσα στην έρημο το είχε καταφέρει, αλλά τότε δεν είχε καν αποπειραθεί. Το ζώο επέστρεψε κουνώντας την ουρά. Πάμε να κοιμηθούμε, είπε ο άντρας. Επέστρεψαν στο δωμάτιο, ο σκύλος έκανε δυο κύκλους γύρω από τον εαυτό του και ξάπλωσε κουλουριασμένος. Ο άντρας σκεπάστηκε μέχρι το λαιμό, έβηξε δυο φορές και μετά από λίγο τον πήρε ο ύπνος. Καθισμένη στη γωνιά της, η θάνατος κοιτούσε. Πολύ αργότερα ο σκύλος σηκώθηκε απ' το χαλί και ανέβηκε στον καναπέ. Για πρώτη φορά στη ζωή της η θάνατος έμαθε τι θα πει να έχει ένα σκύλο αγκαλιά.

José Saramago, As Intermitências da Morte, 2005
(Μετάφραση: Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη).

Σ.Σ. Η λέξη morte (θάνατος) στα πορτογαλικά είναι θηλυκού γένους.