ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/3/11

Ἀφιέρωση (Μανόλης Αναγνωστάκης)



Γιὰ τοὺς ἐρωτευμένους ποὺ παντρεύτηκαν
Γιὰ τὸ σπίτι ποὺ χτίστηκε
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ μεγάλωσαν
Γιὰ τὰ πλοῖα ποὺ ἄραξαν
Γιὰ τὴ μάχη ποὺ κερδήθηκε
Γιὰ τὸν ἄσωτο ποὺ ἐπέστρεψε

Γιὰ ὅλα ὅσα τέλειωσαν χωρὶς ἐλπίδα πιά.




Σημ. Ροβυθέ: Και για να μην ξεχνιόμαστε...

25/3/11

Άχρηστη ειδικότητα

Πρόεδροι, Υπουργοί, Αρχηγοί και ποικίλων εθνοτήτων άρτι αποφοιτήσαντες αξιωματικοί. Δεν έχουν ανάγκη από τηλεκάρτες, φαντάζομαι.

Ο Δίκας με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Στον Έβρο ήμουνα τάχα μου «παλιός», αλλά εδώ, μετά τη μετάθεση στην περιοχή τέως διοικήσεως πρωτευούσης, δεν ήμουν σίγουρος ακριβώς πώς ήτανε τα κόζια. Κοιτάχτηκα κι εγώ να δω αν ήμουν αγιάλιστος ή ακομβίωτος ή αξύριστος. Δεν ήμουν τίποτα από τρία. Αδιάφορος ίσως. Αυτό σίγουρα. Κοίταξε ξανά το φύλλο πορείας και κούνησε το κεφάλι.

- Καρωτή Διδυμοτείχου, ε;

Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να απαντήσω με κάποιο μεγαλοπρεπές «μάλιστα», αλλά ακολούθησα τον άγραφο κανόνα που λέει ότι η σιωπή είναι χρυσός. Βλέπε, άκου, μη μιλάς. Δεν επέμεινε.

- Τι ειδικότητα είπαμε έχεις;

Άφησα το χρυσό και απάντησα όπως απαιτούσαν οι περιστάσεις.

- Τεχνικός Αποθηκάριος Γραφέας, κύριε Διοικητά.

Ξανακούνησε το κεφάλι.

- Μαλακία ειδικότητα, είπε. Άχρηστη είναι.

Για πρώτη φορά μετά από δέκα μήνες στον Ελληνικό Στρατό, αισθάνθηκα τέτοια ταύτιση με δήλωση αξιωματικού. Μου έγινε λίγο πιο συμπαθής.

- Είσαι και γιωτάς... Τι να σε κάνω εδώ που σε στείλανε, μου λες;

Υπέθεσα ότι η ερώτηση ήταν ρητορική και επανήλθα στο χρυσό κανόνα. Άλλωστε η απάντηση ήταν στις δικές του αρμοδιότητες, όχι στις δικές μου. Περιμένοντας να αποφανθεί ο ίδιος για το δέον γενέσθαι, περιεργάστηκα το γραφείο του. Εντόπισα ένα μισοάδειο μπουκάλι Τζόνυ καβατζωμένο πίσω από κάτι φακέλους. Δεν είναι το πάθος μου, αλλά συμπαθώ τους ανθρώπους με πάθη. Μου έγινε λιγάκι ακόμα συμπαθέστερος, παρόλα τα γαλόνια. Όχι και πολλά, δηλαδή, Τχης (ΠΖ). Μπορεί και να με πέρναγε λίγα χρόνια σε ηλικία.

- Ο καταδρομέας απολύεται, ίσως θα έπρεπε να σε βάλω στο πόστο του…

Πρέπει να έγινα μπλε μέσα σε δευτερόλεπτα· από γιωτάς σε καταδρομέας είναι μεγάλη η απόσταση. Καλύτερα στον Έβρο…

- …στο πρατήριο. Θα πουλάς τηλεκάρτες, κατά βάση. Άλλο οι υπηρεσίες στο λόχο διοικήσεως, θα τις κάνεις κανονικά.

Ανάσανα.

- Τράβα στον καταδρομέα να σου παραδώσει.

Χαιρέτησα μετά προσοχής και ρώτησα τους απέξω πού είναι το πρατήριο. Ήταν κολλητά σε κάτι μεγαλογραφεία που μπαινόβγαιναν μεγαλοκαραβανάδες, μπροστά στους οποίους ο Τχης ήταν ένα τιποτένιο σκουλήκι. Κακοσημαδιά, γαμώτο· σκέφτηκα ότι θα με έτρωγε το ξύρισμα και το γιάλισμα και το κομβίωμα με τέτοιους γειτόνους. Ο καταδρομέας με περίμενε με ανοιχτές αγκάλες: «Καλώς την απαλλαγή μου» κι έτσι. Μετά τα τυπικά (Τι σειρά είσαι, από πού είσαι, ξέρεις κανέναν Τάδε, πού ήσουνα πριν έρθεις, πω πω πίκρα κλπ.), περάσαμε στο παρασύνθημα. Κόλλησε στην πόρτα ένα χαρτάκι που έγραφε «Κλειστόν λόγω απογραφής». Κλείδωσε από μέσα και έχωσε τα κλειδιά σε μια τσέπη. Ένας αντισυνταγματάρχης χτύπησε το τζάμι.

- Κλείσαμε, είπε ο καταδρομέας, και του έδειξε το χαρτάκι.
- Μια τηλεκάρτα θέλω μόνο, ακούστηκε ο Άνχης απέξω.
- Από αύριο, στο παιδί, αδιαφόρησε ο καταδρομέας, δείχνοντάς με.

Το παιδί είχε γίνει λίγο μελιτζανί. Αυτός θα απολυόταν, αλλά εγώ θα έμενα πίσω.

- Χυλόπιτα στον Άνχη;

Σήκωσε τους ώμους.

- Από τέτοιους γεμάτος είναι ο τόπος. Άμα φανεί Σχης και βάλε το συζητάμε, αλλά και πάλι… στ’ αρχίδια μου. Και στα δικά σου, μη μασάς.

Ακολούθησα κι εδώ το χρυσό κανόνα. Ο καταδρομέας έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα. Μου το πρότεινε.

- Έχω καπνό, του είπα, για στρίψιμο.
- Έχεις και χαρτάκια;
- Έχω.
- Πιάσε τρία.


Ώπα. Η στρατιωτική εμπειρία με είχε διδάξει ότι τα χαρτάκια σε τριάδες δεν δίνονται για να στριφτούν τρία νορμάλ τσιγάρα, αλλά ένα και μόνο τρίφυλλο. Σκέφτηκα ότι ήθελε απλώς να κάνει το κομμάτι του και του έδωσα τα τρία χωρίς αντίρρηση. Κράτησα κι ένα τέταρτο για πάρτη μου. Ενώ έστριβα τον παρατηρούσα να κολλάει τα δύο σε σειρά και το τρίτο εγκάρσια. Ύστερα θρυμμάτισε δυο τσιγάρα και άδειασε τον καπνό στο τριπλό χαρτάκι. Από μια εσωτερική τσέπη έβγαλε ένα σακουλάκι με ένα ξεραμένο βοτάνι που όποιος δεν έχει πάει στρατό μπορεί να το περάσει και για ρίγανη. Έριξε κάποια θραύσματα μέσα στο βουναλάκι του καπνού.

- Μας βλέπουν, επεσήμανα. Το πρατήριο ήταν ουσιαστικά ένα γυάλινο κουβούκλιο, ορατό από παντού.
- Είναι πίσω από τον πάγκο, δε φαίνεται, είπε ψύχραιμα ο καταδρομέας. Μου δίνεις πάλι τα χαρτάκια σου;

Του τα έδωσα. Έκοψε ένα χαρτονάκι από το πακετάκι και το τύλιξε για να κάνει τζιβάνα. Ύστερα τύλιξε όλο το σχηματισμό ως μακρόστενο χωνάκι, και το χαρτί που περίσσευε στην ανοιχτή πλευρά το έστριψε μέχρι που έγινε σα φυτιλάκι. Ακούμπησε το τρίφυλλο στον πάγκο. Θεώρησα ότι η παράσταση είχε λάβει τέλος, όταν με ρώτησε:

- Έχεις φωτιά;
- ΕΔΩ θα το πιείς;
- Ναι, γιατί; Εσύ δε θες;
- Μπα, όχι, δεν παίρνω ναρκωτικά.


Ο καταδρομέας με κοίταξε με ύφος συγκαταβατικό.

- Σε καταλαβαίνω, είπε. Έριξε μια εξεταστική ματιά γύρω γύρω και συνέχισε.

- Κι εγώ, φιλαράκι, τα ναρκωτικά δεν τα γουστάρω.
- Ορίστε;
- Δεν τα γουστάρω, ρε παιδί μου. Σου χαλάνε το μυαλό.


Ψαχούλεψε κάτω από το πάγκο και ανέσυρε έναν αναπτήρα. Άναψε το μπάφο από το φυτιλάκι, τράβηξε μια-δυο τζούρες απανωτές. Μια γλυκερή μυρωδιά καννάβεως ανέβλυσε στην ατμόσφαιρα. Άρχισα να μετράω νοερά μέρες φυλάκισης, μήνες καλύτερα, άμα μας έκαναν τσακωτούς. Έξω από το γυάλινο κουβούκλιο πέρναγαν αξιωματικοί ομαδόν. Κάποιος ξέκοψε και χτύπησε το τζάμι της πόρτας. Ο καταδρομέας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, του έδειξε το σημείωμα. Ο άλλος το διάβασε, απομακρύνθηκε. Ο καταδρομέας συνέχισε να καπνίζει αμέριμνος.

- Τις προάλλες ήμουνα σκοπιά στο φυλάκιο με άλλους τρεις. Θα μας αλλάζανε την άλλη μέρα. Τι ήθελα; Την ησυχία μου ήθελα. Έκανα το τσιγαράκι μου (έδειξε το μπάφο) κι έπεσα να κοιμηθώ. Αλλά πού να με αφήσουν οι μαλάκες;
- Δε σε άφησαν; ρώτησα κοιτώντας ανήσυχα γύρω γύρω.
- Όχι, τα μουνιά. Ο ένας είχε χαπάκια έκστασι, ο άλλος κόκα, ο τρίτος δεν ξέρω τι, τριπάκι. Είχανε βάλει μουσική φουλ και χορεύανε, χτυπιόντουσαν σα μαλάκες όλη νύχτα. Και δεν ακούγανε τίποτα που τους έλεγα να σκάσουνε, στ’ αρχίδια τους όλα. Και δε με αφήσανε να κοιμηθώ όλη νύχτα. Κατάλαβες; Τους μαλάκες...

Άφησε το τρίφυλλο να σβήσει φτάνοντας στη τζιβάνα. Διέλυσε τα υπολείμματα στο τασάκι. Άπλωσε τα πόδια σε μια μπροστινή καρέκλα και κοίταξε το ταβάνι.

- Γι' αυτό σου λέω, φιλαράκι, εγώ τα ναρκωτικά δεν τα γουστάρω.

Ένα χτύπημα ακούστηκε πάλι. Γύρισα και είδα το Δίκα να μου γνέφει από την πόρτα να του ανοίξω. Η φούντα ακόμα βρωμούσε παντού. Πάγωσα.

- Τι γαλόνια; Ρώτησε ο καταδρομέας μέσα στη νιρβάνα του.
- Τχης, είπα, αλλά βασικά είναι ο...
- Χέστονε.


Ο Δίκας φώναζε κάτι απέξω. Κοίταξα με απόγνωση τον καταδρομέα που είχε προσηλωθεί στο ταβάνι με αφοσίωση. Κάποια στιγμή εδέησε να ρίξει ένα βλέμμα στον αγανακτισμένο Τχη. Του έκανε νόημα «τι θες;». Ο Δίκας έδειξε ανακουφισμένος.

- Όταν τελειώσετε με την παραλαβή, ο νέος να μου φέρει δυο ξυραφάκια. Στο λόχο.

Ο καταδρομέας ύψωσε τον αντίχειρα σε ένδειξη κατανόησης. Ύστερα ξαναπροσηλώθηκε στο ταβάνι. Ο Τχης απομακρύνθηκε με ελαφρά πηδηματάκια. Με έπιασε μια ξαφνική ανάγκη να βάλω τα γέλια. Όχι από τις αναθυμιάσεις. Αλλά κρατήθηκα προσώρας.

- ...δεν τα γουστάρω τα ναρκωτικά, λέμε, ακούστηκε ένα μουρμουρητό δίπλα μου.

Ύστερα έπεσε σιωπή, για πολλή ώρα.


Σ.Σ. Είναι παρατηρημένο ότι κάτι με πιάνει στις εθνικές επετείους και το μυαλό μου επιστρέφει στην περίοδο της θητείας μου, κάπου στη δεκαετία του 1990 που τα κινητά δεν ήταν πολύ διαδεδομένα και υπήρχαν ακόμα τηλεκάρτες. Αντιθέτως, τα ναρκωτικά διαφόρων τύπων ήταν εξαιρετικά διαδεδομένα στο στράτευμα, και εικάζω ότι ακόμα θα είναι.

Τη φωτό της αποφοίτησης των Ευελπίδων της τάξης του 2010 τη βούτηξα από ένα μπλογκ στρατιωτικού (έως μιλιταριστικού) ενδιαφέροντος, αλλά επειδή το δικό μου ενδιαφέρον για αυτά τα θέματα περιορίζεται όπως είπαμε στις εθνικές επετείους, λέω να μη βάλω σύνδεσμο, κόντρα στις περί κλοπυράιτ αντιλήψεις του ιστολογίου.

Ατυχώς στην Ολλανδία η 25η Μαρτίου είναι μια μέρα σαν τις άλλες.

15/3/11

Βαλσάκι επίκαιρο

Δορυφορική εικόνα των αντιδραστήρων μετά την έκρηξη (φωτό Associated Press, από το in.gr στις 15 Μαρτίου 2011).

Χαζεύω τις ειδήσεις στο διαδίκτυο ως συνήθως, και μετά στρέφομαι στο Βιτσέντζιο που καθόμαστε πλάτη και είναι ο πλησιέστερος Ολλανδός που μπορώ να απευθυνθώ:

- Έχετε πυρηνικούς αντιδραστήρες εδώ;

Με κοιτάει για λίγο, ένα αδιόρατο πονηρό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό του.

- Έχουμε δυο-τρεις. Παραδίπλα στη Γερμανία έχει πολλούς και στη Γαλλία ένα σωρό.

Σφυρίζοντας αδιάφορα, συνεχίζω τη διευκρινιστίτιδα:

- Σεισμούς δεν έχετε όμως;
- Όχι, καθόλου, λέει γελώντας ο Βιτσέντζιο και κάνει να επιστρέψει στο facebook, αλλά ο επίμονος Έλληνας ξαναχτυπάει:
- Ούτε τσουνάμι;
- Ούτε, λέει με σιγουριά.

Ύστερα όμως κάτι σα να σκέφτεται, γυρίζει αργά και με κοιτάει με ελαφρώς ξυνισμένη φάτσα.

- Η αλήθεια βέβαια είναι ότι έχουμε πλημμύρες... Και αρκετά συχνά μάλιστα...

Κοιτάζονται αμήχανα με το Γιόστ. Κουνάω το κεφάλι μου με κατανόηση, αλλά λέω καλού κακού να ξαναδώ το θέμα της μετανάστευσης, ακόμα και για πιο υπανάπτυκτα μέρη ενδεχομένως, χωρίς πυρηνική ενέργεια. Διαβάζω με ενδιαφέρον ότι στην Πορτογαλία βγάζουν ενέργεια από τα κύματα του Ατλαντικού, και σιγοσφυρίζω ένα παλιό τραγουδάκι του Άκη Πάνου με αφορμή το Τσερνομπιλ. Βαλσάκι, μάλλον...

Κι εσύ επιστήμη ασπίδα μας, εμπόδια είμαστε, πήδα μας, που λέει και ο τραγικός καλλιτέχνης...

10/3/11

Συναπαντήματα

Οι Άλπεις από ψηλά, φωτογραφία που τράβηξε η φίλη Λ.Χ. και που έκλεψα εν αγνοία της από το facebook (εντάξει, μετά τη ρώτησα και δεν είχε αντίρρηση, νομίζω...).

Γυρίζοντας μετά τις γιορτές στην Ολλανδία όπου ζω, βρέθηκα σε μια πτήση Αθήνα-Άμστερνταμ γεμάτη Έλληνες, φοιτητές κυρίως. Ο διπλανός μου ζήτησε να αλλάξουμε θέσεις για να είναι δίπλα σε μια κοπέλα που ήταν παρέα· με χαρά πήρα τη θέση δίπλα στο παράθυρο, και χάζευα τη χιονισμένη Ευρώπη από κάτω κατά τη διάρκεια της πτήσης, τουλάχιστον όσο δεν είχε σύννεφα. Λίγες μέρες αργότερα τον ξαναείδα στο ασανσέρ του κτιρίου που δουλεύω· δεν τον θυμήθηκα αμέσως, ούτε εκείνος, αλλά μετά από μια δυο αναγνωριστικές λέξεις στα αγγλικά βάλαμε τα πράγματα στη θέση τους. Δούλευε στον πέμπτο όροφο, εγώ στον τρίτο. Μεταξύ άλλων πληροφοριών που είθισται να ανταλλάσσουμε οι ξενιτεμένοι, μου είπε ότι υπήρχαν κι άλλοι δύο Έλληνες περιστασιακά στο κτίριο, ένα ζευγάρι από το συνεργείο καθαριότητας.

Τις επόμενες μέρες κοιτούσα ερευνητικά όσους μπαινόβγαιναν στα γραφεία για να βρω σημάδια ελληνικότητας, ωστόσο εκτός από ένα ζευγάρι εμφανώς υποσαχάριων αφρικανών και έναν τύπο επίσης εμφανώς ασιατικής προέλευσης, δεν είδα κάτι που να θυμίζει πατρίδα. Με το καιρό το ψιλοξέχασα και ασχολήθηκα με διάφορα άλλα πράγματα τα οποία δεν με άφηναν να βλέπω πέρα από τη μύτη μου· όπως είναι φυσικό οι μύτες που συνεχώς τις κοιτάς κάποτε κοκκινίζουν από ντροπή και ενίοτε αιμορραγούν κιόλας (η δικιά μου το παθαίνει συστηματικά).

Το να στάζει η μύτη σου αίμα δεν είναι ό,τι πιο χαριτωμένο μπορεί να σου τύχει, δημοσίως μάλιστα, οπότε υπό τα ανήσυχα βλέμματα των Ολλανδών συναδέλφων έφυγα τροχάδην για την τουαλέτα προς ευπρεπισμόν. Μπαίνοντας με φόρα, σχεδόν τσαλαπάτησα την κοπέλα που έβγαινε· πισωπάτησε ολίγον έντρομη – φαντάζομαι τα αίματα στο πρόσωπό μου έπαιξαν κάποιο ρόλο. Το να δεις μια κοπέλα στο «ανδρών» είναι οπωσδήποτε ελαφρώς παράδοξο, αλλά πρόσεξα ότι φορούσε την πορτοκαλί φορμίτσα του συνεργείου καθαριότητας, και κρατούσε και κάτι κουβάδες.

Φαντάζομαι βέβαια ότι δεν περίμενε ακριβώς αυτή την αντίδραση από έναν τύπο που εισβάλλει ξαφνικά με αίματα στη μούρη, απλώνει το χέρι στα χαρτομάντηλα και τη ρωτάει σα να μην τρέχει τίποτα:

- Μήπως είσαι ελληνίδα;

Ήτανε. Μόλις σκούπισα τα ζουμιά και έγινα άνθρωπος, συστηθήκαμε κανονικά. Η Μ. βρίσκεται εδώ πιο πολύ καιρό από μένα, έχουν έρθει και άλλη μια φορά πριν χρόνια. Προσπαθούν να δουλέψουν όσο γίνεται για να μαζέψουν μερικά λεφτά και να ξανακατέβουν στην Ελλάδα, καθώς η πρώτη απόπειρα επιστροφής δεν πήγε και πολύ καλά, και τώρα με την κρίση μάλλον είναι χειρότερα τα πράγματα. Με ρωτάει αν έφυγα κι εγώ λόγω κρίσης· θα μπορούσε να το πει κανείς κι έτσι, αλλά μάλλον είναι πιο περίπλοκο. Μιλάμε λίγο στο πόδι για την ολλανδική εμπειρία, δε φαίνεται να την ενθουσιάζει και τόσο. Με ρωτάει πώς τους βρίσκω εγώ· της εξηγώ ότι έχουμε άλλη νοοτροπία βέβαια, κι έχουν αυτή την εμμονή με την ακρίβεια που εγώ που κατάγομαι από ένα νησί με κάπως προβληματική σχέση με το ρολόι, τη βρίσκω κάπως αφόρητη.

Με ρωτάει από πού είμαι, λέω «από την Ικαρία» και ακούω τους κουβάδες να πέφτουν στο πάτωμα – κενοί περιεχομένου ευτυχώς. Βάζει τα γέλια και μου λέει ότι η μάνα της είναι από την Ικαρία. Αν και η ίδια δεν έχει μεγαλώσει εκεί, πηγαίνει τα καλοκαίρια στο χωριό. Ψάχνουμε για κοινούς γνωστούς αν και εκείνη είναι αποσταβέντου ενώ εγώ βόρειος, αλλά δεν πειράζει, μια χαρά τα βρίσκουμε. Λέμε για τόπους και τρόπους, λέμε για μουσικές και πανηγύρια, για γεύσεις και μυρωδιές. Επιστρέφω κάποτε στο γραφείο με ένα μπαμπάκι να κρέμεται από τη μύτη μου κι ένα μεγάλο χαμόγελο από το στόμα. Οι ανησυχούντες συνάδελφοι ρωτάνε αν είναι όλα υπό έλεγχο. Φυσικά και είναι, γιατί όχι; Και πολύ καλά μάλιστα.

Μια από αυτές τις μέρες θα μαζευτούμε τα ελληνόπουλα να κάνουμε κάνα ζεύκι. Τούτες οι μέρες έχουν το, που λένε και στην Ικαρία. Δηλαδή τι τούτες, όλες το ‘χουν, καλά να είμαστε…


Σ.Σ. «Αποσταβέντου» λένε τη Νότια πλευρά του νησιού, στην Ικαρία και άλλα επιμήκη νησιά. «Σταβέντο» είναι η υπήνεμη πλευρά του σκάφους, οπότε αν φυσάει βοριάς μπορούμε να φανταστούμε την Ικαρία να πλέει προς ανατολάς…

(Δημοσιεύτηκε στο ikariamag στις 4 Μαρτίου 2011)

6/3/11

Απολίθωμα

Λίγο χιόνι, λίγος πάγος, στο φόντο το κτίριο που στεγάζει το τμήμα. Τέλη Νοεμβρίου 2010.

Σπάνια έρχεται στο πρωϊνό coffee break. Σήμερα εμφανίστηκε κατ' εξαίρεσιν, πήρε καφέ, πρόσθεσε ζάχαρη και γάλα και κάθισε δεξιά μου. Κοιτάζαμε για λίγο σιωπηλοί και οι δύο τους Ολλανδούς να μιλάνε στη γλώσσα τους. Κάποια στιγμή με ρώτησε αν συμβαίνει ενίοτε να επιλέγουν να μιλήσουν στα αγγλικά παρουσία μου, ώστε να τους καταλαβαίνω. Το σκέφτηκα λίγο, τελικά απάντησα ότι ορισμένοι το κάνουν αλλά οι περισσότεροι δεν δίνουν σημασία. Μου είπε ότι τον πρώτο καιρό που είχε έρθει, στο παλιό του εργαστήριο, μίλαγαν αγγλικά μπροστά του («από σεβασμό», λέει) ώστε να συμμετέχει, αλλά μετά από μερικούς μήνες είχαν επιστρέψει μαζικά στα ολλανδικά. Του είπα ότι δεν είναι θέμα σεβασμού αλλά εξοικείωσης μάλλον, και πως όταν ήμουν σε ένα αρκετά διεθνοποιημενο εργασιακό περιβάλλον στην Κρήτη, τα ελληνόπουλα μιλάγαμε σχεδόν πάντα ελληνικά μεταξύ μας χωρίς να δίνουμε και πολλή σημασία στο τι καταλάβαιναν οι ξένοι. Πρόσθεσα στο τέλος ότι παίζει και ρόλο αν αυτό που λέει κανείς είναι αρκούντως ενδιαφέρον για κάποιον τρίτο, καθώς οι σχοινοτενείς συζητήσεις μας για ελληνικό ποδόσφαιρο στο κυλικείο της Κρήτης μάλλον δεν ήταν φοβερά του γούστου των αλλοδαπών συναδέλφων.

Κούνησε το κεφάλι, πήρε τον καφέ του, και πήγε στο γραφείο. Εγώ έμεινα λίγο ακόμα να ακούω τους Ολλανδούς χωρίς να πιάνω λέξη και μετά αποχώρησα με τη σειρά μου. Σκέφτηκα ότι ο τρόπος που πρόφερε τη λέξη "respect" έδειχνε ότι την αντίστοιχη έννοια την είχε περί πολλού. Τον πήρε το μάτι μου στη γνώριμη θέση του, στο δωμάτιο «των φιλοξενουμένων». Κανονικά είναι τρεις, αλλά οι άλλοι δύο δεν έρχονται πολύ συστηματικά. Είναι οι εναπομείναντες ενός τομέα που καταργήθηκε πριν δυο χρόνια. Το Πανεπιστήμιο αναδιοργάνωσε (δια της συμπυκνώσεως) τους τομείς του, απέλυσε κάποιους από το προσωπικό που δεν είχαν μόνιμη σχέση εργασίας, και αρνήθηκε να προσλάβει νέους στη θέση εκείνων που συνταξιοδοτήθηκαν. Έτσι σύμπας ο τομέας του καταργήθηκε, κι απόμειναν οι τρεις με τις διατριβές εν εξελίξει αλλά χωρίς εργαστήριο και επιβλέποντα. Ο φιλεύσπλαχνος Πωλ, ο Άγγλος επικεφαλής του δικού μας τομέα, τους προσέφερε ένα γραφείο και μια τυπική κάλυψη, αλλά λόγω έλλειψης ουσιαστικής συνάφειας με το γνωστικό αντικείμενο αυτό ήταν και όλο που μπορούσε να προσφέρει.

Εμείς οι κανονικοί «ιδιοκτήτες», ούτως ειπείν, του χώρου τους ονομάζουμε χαμηλοφώνως «απολιθώματα», αλλά σκέφτομαι πόσο καταχρηστικός είναι ο όρος, καθώς τόσο ο Πωλ όσο και οι άλλοι δύο καθηγητές του τομέα δήλωσαν παραίτηση και οσονούπω θα είμαστε κι εμείς στην ίδια μοίρα, εξίσου απολιθωμένοι, ξωπεταγμένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων. Βεβαια δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα για τους περισσότερους, αφού τα συμβόλαιά μας δεν φαίνεται να επηρεάζονται, κι εμένα παρόλη τη δήθεν γκρίνια μου, μάλλον με διασκεδάζει η ιδέα να εργάζομαι χωρίς επίβλεψη. Αυτός όμως ζορίζεται· και φαίνεται. Όταν τον πρωτοείδα εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι ήταν μάλλον ο μόνος άνθρωπος τριγύρω που φαινόταν μεγαλύτερος σε ηλικία από μένα. Βέβαια δε ρώτησα ποτέ πόσο είναι, αλλά τα πολλά λευκά μαλλιά και η φαλάκρα προδιαθέτουν για κάμποσο. Ένας λόγος παραπάνω για να εντυπωσιαστεί κανείς, δεδομένου ότι κάνει διδακτορικό σε τόσο μεγάλη ηλικία. Στην αρχή τον είχα περάσει για Ινδό, μετά έμαθα ότι κατάγεται από μια χώρα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Βρέθηκε εδώ με κρατική υποτροφία, μαζί με κάποιους συμπατριώτες του. Οι υπόλοιποι μάλλον υπήρξαν πιο τυχεροί.

Έρχεται και ζητάει τη βοήθεια του Γιόστ για κάτι, ο Ολλανδός τον ξαποστέλνει ευγενικά παραπέμποντας σε κάποια χρονική στιγμή μετά το μεσημεριανό γεύμα. Ο Γιόστ μιλάει λίγο στα ολλανδικά με τον Βιτσέντσιο δίπλα του, μετά το γυρίζει αγγλικά και με βάζουν κι εμένα στην κουβέντα. Μου εξηγούν ότι ο τύπος, είτε λόγω ελλιπούς υποβάθρου, είτε λόγω ιδιόρρυθμης συγκρότησης, έχει μια εξαιρετικά προβληματική διατριβή εν εξελίξει. Επιπλέον, ο καθηγητής ο οποίος επισήμως τον επέβλεπε έχει συνταξιοδοτηθεί (ή για την ακρίβεια εξωθηθεί σε συνταξιοδότηση), και ο Χ. ο οποίος είχε την πραγματική επιστημονική ευθύνη για την επίβλεψη της διατριβής έχει εκδιωχθεί από το Τμήμα (περίπου με κλωτσιές) προ διετίας. Ο δικός μας δουλεύει εντελώς ακαθοδήγητος, και μάλλον κάνει ασυναρτησίες. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχουν μπει σε ένα "negative spiral" με τον Χ., ώστε ό,τι λέει ο ένας, ο άλλος να το θεωρεί αλλοπρόσαλλο και βλακώδες.

Ο Γιόστ συμπληρώνει χαμηλόφωνα, ρίχνοντας και μια ματιά προς την πόρτα, ότι μάλλον έχουν και οι δύο δίκιο: και ο υποψήφιος διδάκτωρ είναι χαμηλού επιπέδου και ο οιονεί επιβλέπων είναι τρεις λαλούν και δυο χορεύουν. Και κάτι παραπάνω: αδιάφορος. Άλλωστε δεν έχει πλέον εργασιακή σχέση με το πανεπιστήμιο, απλώς έκανε ένα είδος εξυπηρέτησης στον συνταξιοδοτηθέντα καθηγητή. Ρωτάω αν βρίσκει κάποιο είδος ευχαρίστησης να κάνει καψόνια στο φουκαρά τον τριτοκοσμικό υποψήφιο, αλλά οι συνομιλητές μου το αρνούνται. Μου εξηγούν ότι απλώς στα πλαίσια της ακαδημαϊκής κουλτούρας του τόπου δεν είναι παράδοξο να μην εκπίπτουν τα κριτήρια για κανέναν, έστω και λίγο: ό,τι απαιτήσεις θα είχαν από οποιονδήποτε μεγαλοφυή Ολλανδό έχουν και από τον όποιο μέτριο ξένο, πράγμα βέβαια ίσως άδικο αν οι απαιτήσεις είναι υψηλές. Μάλιστα, ακόμα κι αν ο μέτριος χρειάζεται μια πολύ μικρή βοήθεια για να ξεμπλέξει με κάτι που είναι πανεύκολο γι' αυτούς αλλά σχεδόν ανυπέρβλητο για τον ίδιο, δεν θα τον βοηθήσουν. Ο άνθρωπος έρχεται στον Γιόστ επί δύο μήνες για να του λύσει ένα πρόβλημα που ο Χ. μπορεί αν θέλει να του το λύσει σε μία ώρα. Ε, δεν θέλει, και με βάση τα ήθη του τόπου δε μπορεί κανείς να του προσάψει κάτι. Ο Γιόστ προσπαθεί αντικειμενικά να βοηθήσει τον ξένο, μου εξηγεί ότι κάνει ό,τι μπορεί, αλλά αφενός δεν είναι της ειδικότητάς του, ψαχτά το κάνει, και αφετέρου ο φουκαράς ο άλλος δεν τα παίρνει τα γράμματα καθόλου.

Εντοπίζω το φουκαρά να τρώει μόνος του την ώρα του γεύματος. Η καντίνα είναι γεμάτη φοιτητές καθώς έχουν αρχίσει πάλι τα μαθήματα. Κάθομαι δίπλα του, πιάνουμε κουβέντα, μοιάζει να χαίρεται για την παρέα. Με ρωτάει για τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας και εκφράζει τον ανυπόκριτο σεβασμό του (νάτος πάλι ο σεβασμός) για μια χώρα που έχει προσφέρει τόσα στον πολιτισμό και είναι η μητέρα της Ευρώπης. Του λέω γελώντας ότι εμείς όταν λέμε «Ευρώπη» συνήθως αναφερόμαστε δυτικότερα της Βαλκανικής χερσονήσου. Με κοιτάει έκπληκτος και μου επισημαίνει ότι φυσικά και είμαστε Ευρώπη, είμαστε Δύση. Σκέφτομαι ότι γι' αυτόν και η Συρία και η Ιορδανία δυτικά βρίσκονται οπότε δεν επιμένω, και φέρνω την κουβέντα στον ίδιο και τη διατριβή του.

Μου λέει μέσες άκρες αυτά που ξέρω ήδη από το Γιόστ, αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη δεν του ξεφεύγει κακή κουβέντα για κανέναν, ούτε καν για τον Χ. Αποδίδει την κακοδαιμονία του στις περιστάσεις, όχι σε ανθρώπους. Τον ρωτάω μέχρι πότε έχει συμβόλαιο, αλλά μου εξηγεί ότι δεν έχει, τα χρήματα έχουν τελειώσει. Πολύ καιρό τώρα. Αυτή τη στιγμή έχει μόνο υποχρεώσεις, και μια ληγμένη προθεσμία από τη χώρα του να επιστρέψει, με διδακτορικό εννοείται. Θα έχει σοβαρές κυρώσεις αν δεν το πάρει. Επίσης έχει μια σύζυγο και δύο παιδιά, ετών δεκατεσσάρων και οκτώ. Εδώ. Η σύζυγος δεν ξέρει ολλανδικά και δεν εργάζεται.

- Και πώς τα βγάζετε πέρα; ρωτάω με ειλικρινή απορία.
- Δύσκολα, λέει, κουνώντας το κεφάλι.

Μεσολαβούν κάποιες στιγμές σιωπής. Ύστερα χαμογελάει πικρά μάλλον, και συνεχίζει.

- Αλλά η ζωή είναι πόλεμος, κι όσο ζεις πολεμάς. Όταν σταματήσεις να πολεμάς, πεθαίνεις. Έτσι δεν είναι;

Του απαντάω ότι δεν έχει τύχει ποτέ να το σκεφτώ έτσι ακριβώς, αλλά είναι μια άποψη που οπωσδήποτε τη σέβομαι.

- Αυτό αρκεί, μου λέει.

Πέφτει πάλι σιωπή. Ύστερα ζητάει συγγνώμη γιατί πρέπει να πάει να συζητήσει κάτι με το Γιόστ και δεν είναι σωστό να τον αφήσει να περιμένει. Με χαιρετάει εγκάρδια και φεύγει· τον βλέπω που απομακρύνεται με σιγανά βήματα. Ύστερα γίνεται αόρατος σχεδόν και χάνεται μέσα στο πλήθος.