ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο - Γιάννενα


3/12/11

Ο Αη-Νικόλας του Λέιντεν

Λευκός επίσκοπος 4ου αιώνος μετ' επιχρωματισμένων βοηθών καταφθάνει με ατμόπλοιο στον ολλανδικό 21ο αιώνα (φωτό από το σχετικό άρθρο στη wikipedia).

Άρχισε να με προβληματίζει το θέμα όταν μου έδωσαν να δοκιμάσω μερικά pepernoten, και ομολογώ ότι τους έδωσα και κατάλαβαν. Μέχρι να μου τα πάρουν από τα χέρια πριν φάω το σύμπαν και μείνουν τα παιδάκια παραπονεμένα, είχα προλάβει να θέσω μερικές ερωτήσεις για το χαρακτήρα της γιορτής και να κάνω μερικές βασικές συσχετίσεις. Λίγο μετά το έψαξα το θέμα διαδικτυακώς και αποσαφήνισα μερικές λεπτομέρειες. Όχι για τα pepernoten αυτά καθεαυτά, αλλά για την εποχική γιορτή που συνοδεύουν γευστικώς.

Αλλά για να βάλουμε τα πράγματα με τη σωστή χρονολογική σειρά, η ιστορία ξεκινάει μάλλον κάπου τον 4ο αιώνα στα Μύρα της Λυκίας (δηλαδή στην καθ' ημάς Μικρά Ασία), όπου Επίσκοπος της τοπικής εκκλησίας είναι ο μετέπειτα γνωστός ως Άγιος Νικόλαος. Σε κάποιο από τα συναξάρια που εξιστορούν το βίο του, φαίνεται πως υπάρχει η εξής ιστορία: κάποιος (χριστιανός; εθνικός;) κάτοικος της περιοχής έχει τρεις κόρες, αλλά είναι πολύ φτωχός για να τις προικίσει. Καθώς λοιπόν φτάνουν διαδοχικά σε κρίσιμη ηλικία (της παντρειάς) ο πατέρας προβληματίζεται για το μέλλον της εκάστοτε κόρης και αναρωτιέται (μεγαλοφώνως, μάλλον) αν εν τέλει θα εξωθηθεί στην πορνεία (εικάζω αναφέρεται στην «ιερά» πορνεία που ασκείτο στους ναούς της Αφροδίτης, αλλά τέλος πάντων οι βίοι αγίων δεν είναι και πολύ λεπτομερείς σε αυτού του τύπου τα θέματα). Ο διερχόμενος Επίσκοπος ακούει από το ανοιχτό παράθυρο τον προβληματισμό του πατέρα και σπεύδει να πετάξει μέσα στο σπίτι ένα πουγκί νομίσματα για την προίκα της κόρης (και γίνεται μπουχός μετά).

Στη δεύτερη κόρη ακολουθεί το ίδιο σκηνικό, αλλά στην τρίτη ο υποψιασμένος πατήρ έχει κλείσει το παράθυρο επιτούτου για να δει ποιος είναι ο άγνωστος ευεργέτης (ή μπορεί να είναι και καταχείμωνο, δεν ξέρουμε). Ο Επίσκοπος δεν πτοείται και σκαρφαλώνει στη στέγη, από όπου πετάει το πουγκί από την καμινάδα του τζακιού, όπου η μικρή κόρη έχει απλώσει τις κάλτσες της ή τα υποδήματά της να στεγνώσουν. Δε θυμάμαι ακριβώς πώς τελειώνει (με χάπι εντ πάντως), αλλά ο Επίσκοπος εν τέλει γίνεται ο γνωστός μας Αη-Νικόλας, προστάτης των ναυτικών έως της σήμερον στην καθ' ημάς Ανατολή, και η ελάσσων αυτή ιστοριούλα (πιθανώς κατασκευασμένη) κάπου καταχωνιάζεται μέσα στο βίο του Αγίου, ο οποίος χαίρει ύψιστης τιμής στην Ορθόδοξη παράδοση, και ειδικά στην περιοχή της Μικράς Ασίας όπου βρίκεται (τότε) το λείψανό του.

Καμιά εξακοσαριά-εφτακοσαριά χρόνια αργότερα, εμφανίζονται στα πέριξ κάτι τύποι με ζωγραφιστούς σταυρούς στους χιτώνες που φοράνε πάνω από τις πανοπλίες. Η περιοχή εξακολουθεί να κατοικείται από «Ρωμαίους» που μιλάνε ελληνικά (αυτούς που θα λέγαμε σήμερα Βυζαντινούς) αλλά βρίσκεται παροδικά υπό τον έλεγχο των Σελτζούκων Τούρκων, που όλοι οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου γνωρίζουν πώς μπήκαν στη Μικρά Ασία. Οι σταυροφόροι αν και υποτίθεται έχουν έρθει για άλλη δουλειά, κάνουν και καμιά μπίζνα δρόμο-δρόμο, οπότε σε μια επιχείρηση με άδηλες τότε συνέπειες, ξεθάβουν το (παραδόξως ακέραιο και ουχί κατατεμαχισμένο) λείψανο του Αγίου, το βουτάνε και το χώνουν σε ένα καράβι το οποίο καταλήγει στο Μπάρι. Εκεί ανεγείρεται (καθολικός) ναός προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος μέχρι τούδε ήτο σχεδόν άγνωστος στη Φραγκιά (συγγνώμη, τη Δυτική Ευρώπη ήθελα να πω), αλλά με κέντρο το Μπάρι αρχίζει να διαδίδεται η φήμη του, με τη βοήθεια και κάποιων θαυματουργών υγρών που υποτίθεται εκκρίνει ή μαζεύει ή αγιάζει το λείψανο.

Τους επόμενους αιώνες του ύστερου Μεσαίωνα, η φήμη του Αγίου φτάνει μέχρι τα πέρατα της Δύσεως, οπότε ταξιδεύει μέχρι τις Κάτω Χώρες, όπου του αποδίδεται η ιδιότητα του προστάτη των μικρών παιδιών (που δεν την έχει στην Ορθόδοξη παράδοση). Στις σκοτεινές, μακριές νύχτες του ολλανδικού χειμώνα, πιθανώς και σε αντικατάσταση παλαιότερων παγανιστικών γιορτών, οργανώνονται διάφορες γιορτές με κέντρο κάποιους αγίους: ο άγιος Μαρτίνος (της Τουρ) γιορτάζει το Νοέμβριο και τα παιδιά ανάβουν διάφορα φαναράκια για να τον τιμήσουν. Κατά τα μέσα Νοεμβρίου αρχίζει η περίοδος προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα, αλλά ως τις 6 Δεκεμβρίου το τοπικό φολκλόρ περιλαμβάνει κάμποσο Αη-Νικόλα: είναι ο Sinterklaas, που θα φέρει δώρα στα καλά παιδάκια (βάζοντάς τα στις κάλτσες ή τα παπούτσια τους το βράδι της 5ης Δεκεμβρίου), και παρεμπιπτόντως θα τιμωρήσει και τα κακά παιδάκια.

Ο πίνακας του Jan Steen απεικονίζει μια νύχτα 5ης Δεκεμβρίου κάπου μέσα στον ολλανδικό 17ο αιώνα.

Η Μεταρρύθμιση που θα κυριαρχήσει στις πιο πάνω από τις Κάτω Χώρες, καταργεί τη λατρεία των αγίων, οπότε ο εορτασμός του Sinterklaas καταστέλλεται τα πρώτα χρόνια της ολλανδικής ανεξαρτησίας. Όμως τα παιδάκια γκρινιάζουν και οι νύχτες του χειμώνα είναι εξίσου μακριές και υπό καλβινιστικά συμφραζόμενα, οπότε η φιγούρα μετατρέπεται σε κάποιου είδους λαϊκή φολκλορική παράσταση που στήνεται αποκομμένη όσο γίνεται από θρησκευτικό υπόβαθρο. Τώρα ο Sinterklaas, με ανατολική γενειάδα μεν, είναι ντυμένος σαν (καθολικός) Επίσκοπος με κόκκινα ράσα και διχαλωτή μίτρα με σταυρό, αλλά συνοδεύεται από ένα πλήθος μαυριδερών υπηρετών (που μάλλον παραπέμπουν σε σκλάβους της εποχής του δουλεμπορίου). Η χώρα από όπου προέρχονται αυτοί οι μαυρούληδες (οι Zwarte Piet) είναι η Ισπανία· μια και οι βασικοί αντίπαλοι των Ολλανδών στους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου και 17ου αιώνα ήταν οι Ισπανοί κλήρονόμοι της υποτιθέμενης «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» των Αψβούργων (οι Ολλανδοί γενικά σάρκαζαν τους κοντούληδες, μαυριδερούς αντιπάλους τους). Ο Sinterklaas μοιράζει γλυκά (pepernoten) και δώρα στα καλά παιδάκια, και απειλεί τα κακά παιδάκια ότι θα τα πάρει μαζί του στην Ισπανία όπου θα μαυρίσουν και θα γίνουν Zwarte Piet κι αυτά.

Κι έτσι περνάνε οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και οι αιώνες μέχρι την ίδρυση της αποικίας του Νέου Άμστερνταμ πάνω στη νήσο Μανχάταν, την οποία με την ευκαιρία κάποιου πολέμου οι Ολλανδοί την πουλάνε στους Άγγλους με αντάλλαγμα αν δεν κάνω λάθος την Ολλανδική Γουϊάνα (νυν Σουρινάμ) στη Νότια Αμερική. Οι Άγγλοι μετονομάζουν την περιοχή σε Νέα Υόρκη (αν και μερικές ολλανδικές ονομασίες όπως Haarlem επιβιώνουν σε κάποιες γειτονιές) και κάποια στιγμή γύρω στο 19ο αιώνα, κάποιοι που θέλουν να αποδιώξουν το αγγλικό παρελθόν των αποίκων αναβιώνουν την ιστορία του Sinterklaas ως επί το αμερικανικότερον Santa Claus, και επειδή η μνήμη των αγίων δεν έχει διατηρηθεί στους αποίκους της νέας ηπείρου, τη μεταφέρουν στην παραμονή των Χριστουγέννων. Ο καινούργιος πλέον Santa φερνει δώρα στα παιδιά από τις καμινάδες, αλλά εμπλέκεται και με μερικούς γερμανικής-σκανδιναβικής προέλευσης μύθους, οπότε καταλήγει με τη βοήθεια του Ντίσνευ και της Κοκακόλας να περιφέρεται με ένα ιπτάμενο έλκηθρο με κάτι τάρανδους και διάφορα άλλα εφέ που όλοι καλά γνωρίζουμε.

Κάποια στιγμή διασχίζει πάλι τον Ατλαντικό και έρχεται στη Δυτική Ευρώπη, όπου ναι μεν στις περισσότερες χώρες βρίσκει έδαφος ανάπτυξης (ως Father Chtistmas ή ως Santa ή ως Αη-Βασίλης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σε κάτι πτωχούς βαλκάνιους), αλλά στην Ολλανδία (και στο Βέλγιο εν μέρει) δημιουργείται μια σύγχιση, καθότι ο προγονικός Sinterklaas δεν έχει εξαφανιστεί και διεκδικεί την αρμοδιότητα να δίνει αυτός τα δώρα, και μάλιστα είκοσι ολόκληρες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Ρωτάω τις συναδέλφους με παιδάκια πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα: μου εξηγούν ότι ορισμένες ολλανδικές οικογένειες προτιμούν τον ένα από τους δύο ανταγωνιστικούς αγίους (κατά τεκμήριο τον πιο παραδοσιακό της 5ης Δεκεμβρίου) ενώ άλλες μοιράζουν δωράκια και την 24η του μηνός, δεδομένου ότι τα παιδάκια έχουν μάθει και τα περιμένουν.

Υπάρχουν βέβαια μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, καθώς ο Sinterklaas δεν είναι πανταχού παρών, αλλά έρχεται (με ατμόπλοιο κιόλας...) μια συγκεκριμένη μέρα από την Ισπανία, και μετά περιφέρεται ανά τη χώρα: αυτή τη μέρα είναι στο Λέιντεν, την άλλη στο Άμστερνταμ κλπ. Οι μαυριδεροί υπηρέτες έχουν γίνει λίγο πιο πολίτικαλυ κορέκτ με τα χρόνια (δεδομένης και της μάλλον κερδοφόρας επίδοσης των Ολλανδών στον τομέα του εμπορίου σκλάβων, για την οποία σήμερα δεν είναι τόσο περήφανοι πλέον), και σε κάθε περίπτωση τα γλυκάκια που συνοδέυουν τη γιορτούλα είναι συμπαθέστατα.

Τους διηγούμαι μέσες άκρες την ιστορία με τις τρεις κόρες και τα τρία πουγκιά και την ανατολική προέλευση του ορίτζιναλ αγίου, και μια κοπέλα αναφωνεί ενθουσιασμένη «καλά το θυμόμουνα ότι ο Sinterklaas ήταν Τούρκος». Προς στιγμήν πάει να μου ανέβει το αίμα στο κεφάλι αλλά ένας άλλος συνάδελφος εκφράζει την ειλικρινή απορία του «και τι δουλειά έχει ο Τούρκος στην Ισπανία;», οπότε πνίγω τα γέλια που μου 'ρχονται καταβροχθίζοντας ένα ακόμα pepernoot και μετράω νοερά τις (λίγες...) ακόμα μέρες που έχω να περάσω στις πάνω Κάτω Χώρες πριν πάρω το ατμόπλοιο (λέμε τώρα...) για την Ιβηρική.

Όπου και θα μαυρίσω, βέβαια, ούτε λόγος.

2 σχόλια:

Περαστικός είπε...

Και βαράγανε οι καμπάνες την παραμονή του Sinterklaas στο Λέυδεν;

Β. είπε...

Και ανήμερα... και την άλλη μέρα... Κάθε μέρα βαράνε οι καμπάνες...

Ειδικά στις 5 Δεκεμβρίου όμως βάρεσαν και οι ...σειρήνες (όπως κάθε πρώτη Δευτέρα του μήνα, 12 το μεσημέρι ακριβώς).

Καμμία σχέση με τον Άγιο.