ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/11/11

Πωλητής Βίβλων

Μια τυχαία (;) σελίδα από ένα διαδικτυακό παιχνίδι με βάση το «Βιβλίο της άμμου», ακριβώς εκεί που εμφανίζεται ο πωλητής (από εδώ).

Την πρώτη φορά που συνάντησα την έκφραση «Πουλάω Βίβλους» ήταν στο διήγημα «Το βιβλίο της άμμου», από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του ύστερου Μπόρχες. Δεν είχα δώσει πολλή σημασία στο πρόσωπο του πωλητή (καθώς η προσοχή μου ως προς το κειμένο ήταν στραμμένη μάλλον στο βιβλίο του τίτλου και την αιωνιότητα που περικλείει), μέχρι πριν λίγες μέρες που ξανάκουσα την έκφραση σε εντελώς μη μπορχεσιανά συμφραζόμενα, οπότε και θυμήθηκα το αφήγημα.

Τον τελευταίο καιρό, έχουμε καθιερώσει με τους συναδέλφους την έξοδο της Παρασκευής: κατά τις έξι το απόγευμα μαζευόμαστε σε μια μπυραρία (όχι πάντα την ίδια) και πίνουμε μερικές μπύρες (πλην του Έλληνος συνδαιτυμόνος που φτάνει πάντα καθυστερημένος και πίνει κρασί, αλλά αυτά είναι γνωστές γραφικότητες των νοτίων και δεν ενοχλούν πολύ). Αφού λοιπόν έφτασα περασμένες εφτά την προηγούμενη εβδομάδα, παρήγειλλα οχτώ μπύρες και ένα κρασί, και φέρνοντάς τα στο τραπέζι έτυχε να καθήσω απέναντι από τον Βιτσέντσιο, έναν ημικολομβιανής καταγωγής Ολλανδό συνάδελφο, με τον οποίο βέβαια καθόμαστε στην ίδια διάταξη και τις άλλες μέρες, οπότε δεν είχε πολύ μεγάλη διαφορά εκτός από το τραπέζι του μπιλιάρδου που βρισκόταν πίσω του αντί για τους συνήθεις υπολογιστές.

Πιάσαμε μια χαζή κουβέντα για τις διάφορες ολλανδικές ντοπιολαλιές, και αν η προφορά του Ρότενταμ είναι πιο μάγκικη σε σχέση με αυτήν του Άμστερνταμ, και μετά αν καταλαβαίνουν οι κάτοικοι του Ράντσταντ (της αστικής ζώνης στα δυτικά της χώρας) τους κατοίκους της επαρχίας (ειδικά στο Γκρόνιγκεν στο βορρά ή στο Λίμπουρκ στο νότο). Για κάποιο χαζό λόγο στράφηκαν σε εμένα να ρωτήσουν πώς μου φαίνονται οι ολλανδικές προφορές: τους εξήγησα ότι όχι μόνο δεν διαχωρίζω τις προφορές, αλλά ούτε τα ολλανδικά από τα φλαμανδικά (και ούτε καν από τα γερμανικά αν η φράση δεν έχει τόσα πολλά χι ώστε να βρωμάει ολλανδίλα από χιλιόμετρα).

Με ρώτησαν (από ευγένεια, υποθέτω) αν στα ελληνικά αντιλαμβάνομαι τις διάφορες προφορές και απάντησα με πάσα ειλικρίνεια ότι μέσες άκρες καταλαβαίνω τις περισσότερες, πλην ίσως των ποντιακών και των γκρεκάνικων της Κάτω Ιταλίας (άντε και των κυπριακών όταν εκφέρονται με ταχύτητα). Τους είπα κάτι πασαλείμματα περί ελληνιστικής κοινής και ιωνικών διαλέκτων, κι αφού τελείωσα τη διάλεξη γύρισα στο Βιτσέντζιο και τον ρώτησα αν η δική του προφορά ήταν του Άμστερνταμ, θεωρώντας ότι έχει γεννηθεί εκεί.

Μου απάντησε ότι γεννήθηκε στην Κολομβία, η πρώτη του γλώσσα (η μητρική) ήταν τα ισπανικά, και ότι έμαθε ολλανδικά όταν οι γονείς του μετανάστευσαν στην Ολλανδία. Πήγα να διορθώσω ότι προφανώς ο Ολλανδός πατέρας του «παλλινόστησε» στη χώρα, αλλά μας εξήγησε ότι ο πατέρας του είχε γεννηθεί στην Κολομβία, από Ολλανδούς γονείς. Ρώτησα τι πήγαν να κάνουν οι παππούδες του στη Λατινική Αμερική, και ο Βιτσέντζιο χαμογέλασε λίγο αμήχανα και απάντησε:

- Πήγαν να πουλήσουν Βίβλους.

Δεν είμαι βέβαιος πόσο χαιρόταν που μιλούσε γι' αυτό, πάντως μας εξήγησε ότι οι παππούδες ήταν πολύ θρήσκοι, αλλά ανήκαν σε μια ελάσσονα προτεσταντική ομολογία που δεν είχε και πολλούς πιστούς στην Ολλανδία. Κάποτε λοιπόν αποφάσισαν να κηρύξουν το λόγο του Θεού στους ειδωλολάτρες, και βρέθηκαν στην Κολομβία με ένα φορτίο Βίβλους. Βέβαια η χώρα παραήταν Καθολική (ή τέλος πάντων όχι και πολύ ενδιαφερόμενη για αυτού του είδους την εκκλησία), ωστόσο κατάφεραν να συγκεντρώσουν γύρω τους ένα μικρό ποίμνιο, στο οποίο ξεχώριζαν βέβαια αισθητά τα ίδια τους τα παιδιά (ξανθά και ψηλά ανάμεσα στο μελαχροινό και μικροκαμωμένο πλήθος των ιθαγενών). Όλα τα παιδιά παντρεύτηκαν Κολομβιανούς, έκαναν με τη σειρά τους αβέρτα παιδιά κι εγγόνια, κι έτσι δημιουργήθηκε ένα πλήθος εξαδέλφων ολλανδο-κολομβιανής ανάμιξης που είναι σήμερα το νοτιοαμερικάνικο σόι του Βιτσέντσιο.

Βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει στις μικρές θρησκευτικές κοινότητες που δεν έχουν Κλήρο και Ιεραρχία (ή έναν πάπα με αλάθητο στην ανάγκη), σε λίγο καιρό ο καθένας τράβαγε το δικό του βιολί, πάντα στηριγμένο σε κάποιο κείμενο της Βίβλου. Αν και συγγενείς, οι μεν διαχωρίζονταν από τους δε για κάποια διαφωνία σε κάποιο εδάφιο του Εσδρά ή των Πράξεων των Αποστόλων, και κατέληγαν να μη μιλιούνται και να ιδρύουν ανταγωνιστική εκκλησία. Σε κάποια φάση ο πατέρας του συνομιλητή μας τα βρόντηξε ολοσχερώς και πήρε την οικογένειά του (τη στενή) και γύρισε στην πατρίδα που οι γονείς του εγκατέλειψαν για να πουλήσουν Βίβλους στη Μπογκοτά. Έφτασε σε ένα ελαφρά παρακμιακό Άμστερνταμ στα τέλη της δεκαετίας του '70, μιλώντας κάτι παλιακά ολλανδικά που δεν αντιστοιχούσαν σε καμμία γνωστή προφορά: ήταν ένα μίγμα εκκλησιαστικής γλώσσας του '50 με ισπανικούς τονισμούς. Η χώρα του ήταν εντελώς άγνωστη, οπότε μάλλον «μετανάστευσε» εκεί παρά παλλινόστησε.

Ο Βιτσέντσιο συμπλήρωσε (με έναν τόνο τρυφερότητας, νομίζω, ακόμα κι αν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δεν αφθονεί στη χώρα) ότι ο πατέρας του ακόμα και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, δεν αισθάνεται ακριβώς «σπίτι του» εδώ, ούτε πουθενά. Η εντελώς Κολομβιανή μητέρα του είναι πιο προσαρμοσμένη, παραδόξως. Τον ρώτησα για τους παππούδες του· μου είπε ότι ο παππούς έχει πεθάνει, ενώ η γιαγιά ζει ακόμα στη Μπογκοτά, τριγυρισμένη από ένα πλήθος παιδιών, εγγονών και δισεγγόνων που αποτελούν κατά βάση το ποίμνιο. Οι νεώτερες γενιές τείνουν να απομακρύνονται από την εκκλησία, αλλά η γιαγιά πηγαίνει κάθε Κυριακή στο κήρυγμα του πάστορα. Σκέφτηκα να ρωτήσω αν πουλάνε ακόμα Βίβλους, αλλά μάλλον δεν ήταν φοβερά καλή ιδέα.

Θυμήθηκα τον πωλητή Βίβλων του Μπόρχες - τοποθετημένο στην οικονομία του διηγήματος σε χτυπητή φιλοσοφική αντίθεση με το αιώνιο βιβλίο που πουλάει στον αφηγητή με αντάλλαγμα ένα παλιό αντίτυπο της Βίβλου και μερικά χαρτονομίσματα. Στο διήγημα ο πωλητής είναι Σκωτσέζος, μάλλον Πρεσβυτεριανός. Χτυπάει μια πόρτα στην Αργεντινή, ίσως πληροφορημένος ότι αυτός που ανοίγει είναι αρκούντως βιβλιόφιλος ώστε να μπορέσει να ξεφορτωθεί το επίμαχο βιβλίο που οι σελίδες του είναι άπειρες, πιο πολλές και από τους κόκκους της άμμου. Σκέφτομαι για λίγο τον Ολλανδό παππού του συνομιλητή μου, να χτυπάει την πόρτα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ας πούμε (ή ίσως του Αουρελιάνο Μπουενδία αυτοπροσώπως, δεν ξέρεις) προτείνοντάς του να αγοράσει το λόγο του Θεού, και καλώντας τον στο Κυριακάτικο κύρηγμα.

Αλλά απλώς περιορίζομαι να ρωτήσω τον Βιτσέντζιο αν η δική του προφορά είναι επηρεασμένη από τα ισπανικά, όπως του πατέρα του. Οι άλλοι συνδαιτυμόνες σπεύδουν να διαβεβαιώσουν ότι το παλληκάρι μιλάει σα βέρος Αμστεντάμερ, καμμία αντίρρηση, επαναφέροντας την κουβέντα στο αρχικό ερώτημα. Ο ίδιος συμπληρώνει γελώντας ότι τα ισπανικά του έχουν ενσωματώσει κάποιον ολλανδικό απόηχο πλέον, αλλά προφανώς ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος εκ των παρόντων μπορεί να το επιβεβαιώσει ή να το διαψεύσει.

Ύστερα κάποιος ρίχνει την ιδέα να πάμε κάπου αλλού για φαγητό, και σύντομα βγαίνουμε στο δρόμο για να πάρουμε τα ποδήλατα (πλην του Έλληνα που παραμένει υποδειγματικά πεζός) με κατεύθυνση μια ιταλική πιτσαρία που δεν είχα επισημάνει ως τώρα.

Σκέφτομαι ότι στο επόμενο ταξίδι στην Ελλάδα πρέπει να κουβαλήσω ίσως κι εκείνο το βιβλίο με τα πεζά του Μπόρχες, παρά το βάρος του και παρά το ότι το έχω ήδη διαβάσει μια-δυο φορές.

Βαδίζουμε κουβεντιάζοντας στην παγωμένη Rapenburg· οι αναπνοές μας γίνονται ένα με τη βραδινή ομίχλη.

2 σχόλια:

Το Φαουδι είπε...

Εντυπωσιακό. Κάποιοι ζουν τις ιστορίες που νομίζουμε για φανταστικές.

Καλημέρα και καλό μήνα!

Idom είπε...

Χχχαράς Ευαγγέλια!

Αναρωτιέμαι κάποτε, τόσοι και τόσοι ιθαγενείς εξωτικών χωρών εκχριστιανίστηκαν (ή περίπου), υπάρχει άραγε κάνας δικός μας (δυτικός) που να ασπάστηκε τις θρησκείες των ιθαγενών;

Και επιτέλους απαντήθηκε το δίχρονο ερώτημα, με τι ασχολείται ο Έλλην επιστημονικός μετανάστης στο Λέυδεν: με διαδικτυακά παίγνια (κουλτουριάρικα & εγκεφαλικά, βεβαίως βεβαίως :-) )!

Idom