ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


25/11/11

Και η ζωή συνεχίζεται

Φωτό όχι πολύ σχετική, ούτε και εντελώς άσχετη (© M.B., aka Μαρίστρα, Delft, Νότια Ολλανδία, Οκτώβριος 2010).

Η Ολλανδέζα συνάδελφος είναι χαμηλών τόνων, από τις πιο διακριτικές παρουσίες στο χώρο. Δηλαδή τι «διακριτική», σχεδόν αόρατη είναι η κοπέλα· ενάμιση χρόνο έχω κλείσει εδώ και ελάχιστες φορές θυμάμαι να έχω ακούσει τη φωνή της. Η παρουσία της δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, η απουσία της επίσης. Ίσως να φταίει που κατοικοεδρεύει σε διπλανό χώρο, ίσως που νταλαβερίζεται με θέματα που επιστημονικώς δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά μου. Ξέρω ότι έχει οικογένεια, μάλιστα το δεύτερο παιδί της το έκανε πρόσφατα. Θυμάμαι ότι όταν παρατήρησα ότι ήταν έγκυος σχεδόν κόντευε να μπει στο μήνα της· ακόμα και η εγκυμοσύνη της ήταν χαμηλών τόνων.

Σήμερα όμως κάθεται απέναντί μου την ώρα του μεσημεριανού φαγητού και τη βλέπω πως είναι «κάπως». Στη χλωμή επιδερμίδα της έχει προστεθεί ένας τόνος ροζ· με όρους μεσογειακούς πρέπει να είναι πολύ «τσιτωμένη». Οι βολβοί των ματιών της περιφέρονται με ταχύτητα σε διαφορα σημεία, και το σιδερωμένο της καθημερινό χαμόγελο απουσιάζει, καθώς τα ήδη λεπτά χείλη της έχουν σφιχτεί μέχρι εξαφανίσεως. Δίπλα της κάθεται η νεαρή επισκέπτρια από την Αργεντινή που την παρατηρεί νομίζω με την ίδια απορία εντοπίζοντας κι εκείνη το «κάπως». Συζητάνε χαμηλόφωνα για ένα πρότζεκτ και μια συνάντηση που εκκρεμεί, αλλά η Ολλανδέζα έχει εμφανώς το μυαλό της αλλού και κάποια στιγμή αρχίζει περισσότερο να μονολογεί παρά να απευθύνεται στη μικρή, λέγοντας πάνω κάτω τα εξής:

«Ναι, πρέπει να δούμε αυτό το θέμα, κανονικά έπρεπε να κάνουμε το meeting χτες, αλλά χτες δεν ήταν καλή μέρα... Δηλαδή ήταν πολύ περίεργη μέρα, ξεκίνησε πολύ καλά και εξελίχθηκε περίεργα... Το πρωί μίλησα με μια φίλη μου· είχε μόλις γεννήσει ένα αγοράκι. Πάντα ήθελε ένα αγοράκι, το πρώτο της παιδί ήταν κοριτσάκι και τώρα χάρηκε πολύ και χάρηκα κι εγώ μαζί της. Αλλά δεν πρόλαβα να της μιλήσω γιατί εκείνη την ώρα ερχόντουσαν τα πεθερικά να τη δουν και της είπα ότι θα την ξαναπάρω αργότερα. Μετά πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου, που είχαμε κανονίσει να πάμε να δούμε τη γιαγιά το απόγευμα, να της πω ότι επειδή ήθελα να πάω να δω τη φίλη μου που μόλις γέννησε, μήπως να αναβάλλουμε την επίσκεψη για σήμερα. Μου είπε να μην ανησυχώ, διότι η γιαγιά είχε μόλις πεθάνει, δε χρειαζόταν να την επισκεφτούμε πια.»

Είπα κάτι σαν «συλληπητήρια» αλλά δε με πρόσεξε· συνέχισε να μιλάει περίπου μονολογώντας.

«Η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη και άρρωστη χρόνια, δεν ήταν απρόσμενο ότι πέθανε. Αλλά είναι περίεργο, ένας άνθρωπος ήρθε κι ένας έφυγε και εγώ άκουσα και τα δύο πράγματα την ίδια στιγμή σχεδόν. Μετά έπρεπε να κάνουμε το meeting, κι η κόρη μου ήταν άρρωστη και γκρίνιαζε αλλά εγώ έπρεπε να έρθω εδώ, ο άντρας μου έλειπε, η αδελφή μου είναι στην Ιαπωνία, έπρεπε να πάω στη μαμά μου και να είμαι κοντά της, έπρεπε να πάρω το γιο μου από το σχολείο, έπρεπε να είμαι ήρεμη και χαρούμενη στα παιδιά, και καλή κόρη και καλή συνάδελφος και δεν ξέρω τι άλλο, κι εγώ το μόνο που ήθελα το πρωί ήταν να πάρω τηλέφωνο τη φίλη μου να της ευχηθώ για το μωρό της και να της πάω ένα δωράκι, αλλά δε γινότανε γιατί πρέπει να γίνεις χίλια κομμάτια και να είσαι αυτό κι εκείνο και παντού όλες τις ώρες κι όλες τις μέρες.»

Κοίταχτήκαμε με τη νεαρή Αργεντινή. Η Ολλανδέζα συνέχισε να λέει για την αρρώστια της γιαγιάς της και για τα χρόνια που πέρασε περιορισμένη ουσιαστικά σε ένα δωμάτιο, με επισκέψεις συγγενών που δεν πολυκαταλάβαινε στο τέλος ποιοί ήταν. Μιλούσε με ήρεμη, χαμηλή φωνή, χωρίς εντάσεις, σα να διηγιόταν μια ιστορία που αφορούσε κάτι μακρινό και να την έλεγε όχι σε εμένα ή στη μικρή αλλά σε κάποιο φανταστικό ακροατή που βρισκόταν πιο πέρα, πίσω από τον τοίχο της καντίνας. Σιγά σιγά όμως ξανάπαιρνε το χλωμό χρώμα της καθημερινότητάς της καθώς μιλούσε· κάποια στιγμή έκανε μια παύση και πήρε μια ανάσα κοιτάζοντας το πιάτο της. Ύστερα είπε:

«Ήθελα απλώς να πάω ένα δώρο στη φίλη μου που γέννησε.»

Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Μετά ξαναφόρεσε το καθημερινό σιδερωμένο χαμόγελο, γύρισε στη μικρή και της είπε να κανονίσουν το meeting για τη Δευτέρα το μεσημέρι. Η μικρή έγνεψε καταφατικά.

Ύστερα τελειώσαμε το φαγητό μας και σηκώθηκε να πάει ο καθένας στη δουλειά του.

2 σχόλια:

Idom είπε...

Πάντα το 'λεγα εγώ ότι η εργένικη είναι η πιο φιλοσοφημένη στάση ζωής.

Ο Καζαντζάκης στο ταξιδιωτικό του βιβλίο για την Κίνα, περιγράφει πως κάποιες φορές οι Κινέζες "λαλούν" από την πίεση και τότε βγαίνουν στα μπαλκόνια και ξεφωνίζουν.


Αυτό πάντως που με εξίταρε περισσότερο στην ιστορία σου ήταν ο άν πασάν τρόπος με τον οποίο η μαμά πληροφόρησε την κόρη ότι η γιαγιά είχε αποδημήσει.
Κάθε άνθρωπος άλλος κόσμος. Κάθε κόσμος άλλα ήθη...

Για να δούμε η Πορτογαλία πώς θα είναι...

Idom

karagiozaki είπε...

Διαβάζω και σκέφτομαι ... άνθρωποι άλλοι, άνθρωποι ίδιοι. Όπου κι'άν έτυχε να ζει κανείς αυτό που δεν αλλάζει τελικά, είναι η έκπληξη μπροστά σ'άυτό [τι παράδοξο αλήθεια] που αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα της ζωής μας. Το θάνατο.