ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


23/10/11

Raven

Εκ στόματος κόρακος «κρα» εξελεύσεται, και τι άλλο να κάνει άλλωστε...

Στην αρχή, όταν πρωτοήρθα, νόμισα πως ήταν περιστέρια. Και στην Αθήνα και στο Ηράκλειο (σε παραπάνω από ένα σπίτια) περιστέρια ήτανε, οπότε θεώρησα ότι κι εδώ το ίδιο θα ισχύει. Μου πήρε λίγες μέρες στο σπίτι για να καταλάβω ότι μάλλον ήταν άλλο είδος περιστεριού αυτό της Ολλανδίας, πιο λιανό και πιο μαυριδερό, ειδικά μάλιστα όταν άρχισε να κελαηδάει κιόλας, βγάζοντας αυτό το μελωδικό «κρα» στα κεραμίδια και το περβάζι του παραθύρου. Ευτυχώς δεν κελαηδάνε και πολύ συχνά...

Τις πρώτες μου ολλανδικές μέρες μου φαινόταν παράξενο (μην πω και λίγο απόκοσμο, που λένε), το να κοιμάμαι τα βράδια ακούγοντας το φτεροκόπημα των κοράκων έξω από το παράθυρο. Από την εποχή εκείνη χρονολογούνται οι φωτογραφίες που τα τραβούσα, σαν αυτήν στην κορυφή της ανάρτησης. Μετά βέβαια συνήθισα γρήγορα και δε μου έκανε καθόλου εντύπωση, καθώς είδα ότι δε συχνάζουν μόνο στα κεραμίδια μου αλλά και στα πάρκα και στο σταθμό (παρέα με περιστέρια μάλιστα), στις σακούλες των σκουπιδιών μαζί με τους γλάρους, και σε όλη την πόλη και στην ύπαιθρο. Ανθρωπόφιλα κι αυτά, με τον τρόπο τους.

Βέβαια όχι τόσο ανθρωπόφιλα όσο το μεταφυσικό κοράκι του Έντγκαρ Άλαν Πόε που μπήκε μια μέρα σπίτι και κατσικώθηκε και όχι μόνο δεν έβγαινε, αλλά πετούσε κάθε τόσο και τη μυστηριώδη ατάκα "Nevermore" ίσα για να κάνει τα νεύρα του ποιητού τσατάλια και να γράψει το ποίημα που από ό,τι μου λένε στοίχειωσε γενιές ευαίσθητων σκοτεινών τύπων έκτοτε:

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
'Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, 'art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'


Επειδή ξενόγλωσση ποίηση δεν διαβάζω, ούτε καν οι «αστυνομικές» ιστορίες του Πόε είχαν υποπέσει στην αντίληψή μου, το ποίημα δεν το ήξερα. Δεν είχε τύχει ούτε να δω κάποιες ταινίες με κοράκια (π.χ. εδώ κι εδώ) που ήταν της μοδός ή έγιναν cult λόγω σκοτεινής θεματολογίας (συνοδευόμενες από αιφνιδίους θανάτους πρωταγωνιστών, υποτιθέμενες «κατάρες» κλπ.). Μόνο τα τελευταία χρόνια έλαβα τη διαβεβαίωση από ένα φίλο ότι το ποίημα του Πόε έχαιρε μιας ορισμένης φήμης σε κάποιους κύκλους στις αρχές της δεκαετίας του '80, ειδικότερα κύκλους νεαρών φρικιών με κάποιες new age τάσεις. Ο φίλος με διαβεβαίωνε ότι με το πρόσχημα ότι μετέφραζε το «Κοράκι» στα ελληνικά, είχε καταφέρει να προσεγγίσει διάφορες μαυροντυμένες ή ψιλομώβ νεαρές τα χρόνια εκείνα (αν και δε μου αποκάλυψε αν είχε τελεσφορήσει έτι περαιτέρω η προσέγγιση ή αν απλώς τις ενδιέφερε τις κοπέλες να τον μελετήσουν ως αξιοπερίεργο ον με παράξενα λογοτεχνικά ή λοιπά γούστα).

Κάτι λοιπόν ο φίλος, κάτι «Το κλεμμένο γράμμα» που διάβασα κάποια στιγμή, κάτι ο κόραξ έξω απ' το παράθυρο, το έψαξα λίγο στο διαδίκτυο το ποίημα και το διάβασα: είναι βέβαια λίγο παλιομοδίτικο πλέον, μ' εκείνη την ομοιοκαταληξία και το ρυθμό και τα ποιητικά αγγλικά του. Έχω την αίσθηση ότι δεν θα μπορούσε κανείς να το μεταφράσει με κάποια σοβαρή φιλοδοξία να μεταφέρει σε άλλη γλώσσα το κλίμα του, εκτός ίσως αν θέλει να ψαρέψει τίποτα αλαφροΐσκιωτες νεαρές άλλης εποχής - ακόμα κι αν υπάρχει κόσμος που θα θρηνεί την απώλεια μιας Lenore πάντοτε (ή γενικά μια απώλεια, απωλολώτες είμαστε όλοι κάποιες φορές). Από την άλλη όμως, υπάρχει ένα είδος γοητείας στους σκοτεινούς στίχους του, που επιβιώνει άνετα μέχρι τον 21ο αιώνα (που δεν φαίνεται να είναι και τόσο φωτεινός, άλλωστε):

'Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
'Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'


Αφήνω για λίγο τον Πόε στην ησυχία του και πάω να κλείσω το παράθυρο. Στο κέντρο του Λέιντεν αρχίζει και πέφτει η νύχτα· η πόλη σκοτεινιάζει και σκέφτομαι ότι τα παλιακά κτίριά της (σαν αυτό που ζω...), τα ήρεμα κανάλια της και οι μακριές χειμωνιάτικες νύχτες της θα μπορούσαν να ταιριάζουν κάπως με αυτή τη σκοτεινή διάθεση. Βάλε επιπλέον και τις καμπάνες που χτυπάνε· το ρολόι του Δημαρχείου που ακούγεται κάθε μισή ώρα και τα κοράκια που πηγαινοέρχονται στο περβάζι. Με μια μικρή διαφορά· τα δικά μου δε μπαίνουν στο σπίτι και δε μιλάνε, καθώς αντί για το φρικτό nevermore απλώς επαναλαμβάνουν ένα μονότονο «κρα». Άλλωστε δεν υπάρχει Lenore ούτε νεαρά φρικιά του '80, υπάρχουν τα δύσκολα νέα της πατρίδας και πολιτικά συνθήματα στα ποδοσφαιρικά γήπεδα (όχι πάντα του καλύτερου δυνατού επιπέδου, αλλά ενδεικτικά του τρόπου που βιώνει ο κόσμος την πραγματικότητα της χώρας).

Υπάρχει κι αυτή η αίσθηση του προδιαγεγραμμένου, της πορείας των πραγμάτων προς το πεπρωμένο τους. «Τι κάνουν τα παιδιά σου, κόρακα;» σκέφτομαι. «Κρα», μου απαντάει απέξω από τζάμι ο φτερωτός επισκέπτης (που θα μπορούσε και να σημαίνει «όσο πάνε και μαυρίζουν.») και πετάει προς την κατέυθυνση του Burcht.

Πριν κλεισω οριστικά το παράθυρο, μαζεύω τα ψίχουλα απ' το κουτί που φυλάω το ψωμί και τα σκορπίζω στο περβάζι. Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά, που λέει και το τραγούδι.

Ακόμα και για τα κοράκια.

4 σχόλια:

Idom είπε...

:-)

http://www.youtube.com/watch?v=9KsNCLjMgTM

Idom

Τηρίματα είπε...

Κρα! Κρα!

Stazybο Hοrn είπε...

Τα εξυπνότερα, λέει, πτηνά.

Β. είπε...

Δεν είχα υπόψιν την ανάρτηση (ούτε το συσχετισμό). Ευχαριστώ!