ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


17/2/11

Βασανάκι

Όργανα βασανιστηρίων μεταμοντέρνας τεχνολογίας, σε παράταξη.

Ο άνθρωπος κατέφθασε λίγο μετά τις δέκα. Για τα ολλανδικά δεδομένα μάλλον καθυστερημένος, για τα δικά του όχι και τόσο. Το βλέμμα του είχε μια έκφραση μεγάλης ταλαιπωρίας, βασανισμένη. Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν με νόημα· η αποφράδα μέρα είχε προφανώς φτάσει, και μάλλον τα νέα δεν ήταν καλά. Κανείς δε ρώτησε όμως, γύρισε ο καθένας στη δουλειά του. Τον άκουγαν πίσω τους καθώς άνοιγε το λάπτοπ, κάπως σαν να αφήνει κάθε τόσο έναν υποδόριο αναστεναγμό. Στις δεκάμιση σηκώθηκαν σαν συντονισμένοι για το coffee-break, με τις κούπες υπό μάλης. Σηκώθηκε κι αυτός· ήρθε στο τραπέζι βαδίζοντας αργά, ασταθώς. Με το ίδιο ταλαιπωρημένο ύφος.

Το πρωινό διάλειμμα ποτέ δεν φημιζόταν για την άνεση και τη χαλαρότητά του, όπως πολλά ολλανδικά πράγματα άλλωστε, αλλά αυτή τη φορά η σιωπή παραήταν βαριά. Αυτός κάθησε στην κεφαλή του τραπεζιού, με κάποιο τρόπο φαινόταν σαν όλοι να ήταν στραμμένοι πάνω του. Το πρόσεξε. Κοίταξε γύρω-γύρω για κάποια βοήθεια, το βλέμμα του στάθηκε λίγο στον Έλληνα (αλλά λίγο μόνο) και μετά στράφηκε στη συμπονετική νεαρή Πορτογαλίδα. Εκείνη του χαμογέλασε, αυτός πήγε να αντιγυρίσει το χαμόγελο, αλλά το βασανισμένο του βλέμμα τον πρόδιδε. Η κοπέλα είπε αυτό που όλοι περίμεναν:

- Τι έγινε με την υποτροφία;

Αυτός ανασήκωσε τους ώμους, αδιάφορα δήθεν.

- Δεν την πήρα, είπε.

Άλλοι κοίταξαν το πάτωμα, άλλοι το ταβάνι. Η κοπέλα επέμεινε.

- Και τώρα; Τι θα κάνεις;

Ο τύπος κοίταξε κι αυτός το πάτωμα, έκανε μάλλον ότι κοίταζε τα παπούτσια του, κάτι γιαλιστερά μποτάκια.

- Θα δούμε..., είπε στο τέλος και ήπιε μια γουλιά καφέ. Ύστερα κοίταξε την ομήγυρη που σφύριζε αδιάφορα.

Κάποιος αναφέρθηκε στις αδυναμίες του συστήματος επιστημονικής αξιολόγησης που άφηναν τόσο κόσμο ξεκρέμαστο. Η κουβέντα γύρισε για πολλοστή φορά στις δαπάνες για την έρευνα, μετά στην ολλανδική πολιτική σκηνή, μετά έσβησε. Όλοι σηκώθηκαν. Σηκώθηκε κι αυτός, αργά, έσυρε τα βήματά του αμίλητος μέχρι το γραφείο του.

Τον άκουγαν όλη μέρα να αναστενάζει χαμηλόφωνα. Αν και συνήθως έφευγε τελευταίος, τη μέρα εκείνη έφυγε από τους πρώτους, λίγο πριν τις πέντε, με αργά, κουρασμένα βήματα. Σταμάτησε στη στάση του λεωφορείου· πράγμα λίγο παράξενο γιατί πάντα με τα πόδια πηγαινοερχόταν εκτός αν είχε πολύ κακό καιρό. Η μέρα ήταν χαρά θεού για ολλανδικό χειμώνα. Κάποιος τον χαιρέτησε από μακριά· έγνεψε κι αυτός, με το ίδιο βασανισμένο ύφος. Λυπόσουνα στ' αλήθεια να τον βλέπεις. Ήρθε το λεωφορείο και τον μάζεψε.

. . . . .


Ο Έλληνας με χαιρέτησε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Ίσα που πρόλαβα να τον χαιρετήσω κι εγώ πριν φτάσει το 232, αρκετά πριν την ώρα του. Κατέβηκα στο σταθμό. Δεν πρόλαβα το 12 που έφευγε διότι δεν άντεχα να τρέξω τα τριάντα μέτρα μέχρι εκεί και περίμενα το 45, αυτό που πάει στη Χάγη. Κατέβηκα στη Breestraat, μπροστά στο Δημαρχείο, και σύρθηκα με το ζόρι μέχρι το κανάλι που μενω. Σε κάθε σκαλί κρατούσα την αναπνοή μου. Γύρισα το κλειδί στην πόρτα με ανακούφιση, άφησα την τσάντα να πέσει κάτω και σωριάστηκα στον καναπέ.

Αργά αργά έλυσα τα κορδόνια στο αριστερό παπούτσι και μετά στο δεξί. Έβγαλα τα μποτάκια προσεκτικά, πάρα πολύ αργά, και μετά τα εκσφενδόνισα με λύσσα στην άλλη άκρη του δωματίου. Ύστερα έβγαλα και τις κάλτσες, εξέτασα τα πόδια μου που είχαν πληγιάσει στο κουντεπιέ και τέντωσα τα δάχτυλα με απέραντη ανακούφιση. Έψαξα τις παντόφλες και σκέφτηκα ότι είναι η τελευταία φορά που την πατάω με τις εκπτώσεις και παίρνω μικρότερο νούμερο παπούτσια όσο ωραία και φοβερή προσφορά και να είναι, και δε θα ξαναπιστέψω ποτέ υπάλληλο που διαβεβαιώνει
«θα ανοίξει μόλις το φορέσεις μια-δυο φορές και δε θα σε χτυπάει καθόλου» που να μου κοπεί το χέρι και του κοπεί η γλώσσα του μαλάκα...


. . . . .


Την άλλη μέρα στη δουλειά κατέφτασε μουσκεμένος από την καταρρακτώδη βροχή, αλλά εύχαρις και προσηνής όπως συνήθως, και με ένα ύφος σχεδόν ευτυχισμένο. Δε φάνηκε να τον ενοχλεί καθόλου που τα πάνινα παπούτσια του έσταζαν και δεν αναφέρθηκε στιγμή στη χαμένη υποτροφία. Η νεαρή Πορτογαλίδα αναρωτήθηκε κάποια στιγμή με έναν ορισμένο θαυμασμό πόση αληθινή δύναμη χαρακτήρα είχε ο άνθρωπος αυτός, ώστε ξεπέρασε το σοκ της απόρριψης μέσα σε ένα βράδι. Αλλά οι άλλοι παρευρισκόμενοι δεν είπαν τίποτα· άλλωστε, όπως όλοι καλά γνωρίζουν, οι Ολλανδοί δεν εκφράζουν και πολλά συναισθήματα εν γένει, πολλώ δε μάλλον σε κατάσταση κατά τεκμήριο νηφαλιότητας...

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Χα!Χα!Καλό!

Τηρίματα είπε...

Βρε, πέτα τα, να πα στο διάολο...

Β. είπε...

Ε, μα να σου πω...

Idom είπε...

Έχουν γραφτεί και έχουν γραφτεί διηγήματα και δοκίμια για το άχθος των στενών παπουτσιών!
Σκέψου τις καημένες τις παλιές Κινέζες...

Την Ζέη πού την θυμήθηκες;
(Ο βήχας, ο έρως και οι αριστερόστροφες ρίζες δεν κρύβονται! :-)) )

Εύχομαι στον ήρωα τής ιστορίας σου να πάρει την επόμενη φορά την υποτροφία ή ακόμα καλύτερα μία αριστεία ή μία συνεργασία ή κάποια τέλος πάντων από αυτές τις συνθηματικές λέξεις, με τα πολλά virtual λεφτά!

Idom

Β. είπε...

Ποια Ζέη; Δεν έχω διαβάσει κανένα της πλην της "Αρραβωνιαστικιάς του Αχιλλέα" κι αυτό δε μου άρεσε κιόλας. Από τα παιδικά τίποτα. Φαντάζομαι υπαινίσσεστε κάτι σαν το "Καπλάνι της βιτρίνας", αλλά δεν το έχω διαβάσει. Στο σπίτι μέχρι Ιούλιο Βερν είχαμε (τόσο αριστερά).