ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


26/12/11

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα (Γιώργος Σεφέρης)

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα· πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ·
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει· τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια·
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.

Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ
μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα
ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της·
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια
ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.
Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ
ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,
κεντοῦν παραθυρόφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες
γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα·
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.

Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους
καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω·
ἀκόμη
καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς
μ᾿ ἕνα κρεβάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι
πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται να᾿ ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν
μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,
πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ᾿ ρθει νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει·
ἤ, μιὰ γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,
ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παράθυροφυλλα,
μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,
πὼς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει
ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.

Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.


(Γιώργος Σεφέρης - ΚΙΧΛΗ)

Σ.Σ. Αν και μου φαίνεται κάπως «πολυλογάδικη» η ποίηση του Σεφέρη, μου κόλλησε λίγο το εν λόγω ποίημα τώρα που αλλάζω πάλι σπίτια συνέχεια όπως πιο παλιά, «μ' ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτα δικό μου».

Ή ίσως να φταίει πάλι μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη· ποιος ξέρει.

21/12/11

Φωτάκια στην πλατεία

Εδώ είναι μέρα ανοιξιάτικη, αλλά τις χειμωνιάτικες νύχτες γύρω από το άγαλμα του Καμόες ανάβουν φωτάκια...

Η Σ. με έχει στην καρδιά της από ό,τι φαίνεται, από εκείνη την αθηναϊκή νύχτα του 2004 που μια αλεπού αποπειράθηκε να της φάει το κινητό. Προφανώς επρόκειτο για σημαδιακή νύχτα, καθώς εφτά χρόνια μετά, σχεδόν ό,τι έχω κάνει στην Πορτογαλία (από τουρισμό και διασκέδαση μέχρι εξεύρεση σπιτιού και επίλυση προβλημάτων καθημερινότητας) οφείλεται σε εκείνην πολύ περισσότερο από ό,τι π.χ. στις συναδέλφους ή την εργοδοσία μου. Πέμπτη έφτασα, Παρασκευή είχε τηλεφωνήσει σε δέκα μεσίτες, Σάββατο απόγευμα κουβαλήθηκε στην άλλη όχθη του ποταμού (καμιά ώρα οδήγημα και βάλε) να μου κάνει την οδηγό και τη μεταφράστρια καθώς γυρίζαμε τις ανηφόρες του Οέιρας κοιτάζοντας σπίτια.

Δεν ξέρω αν πρόκειται για τυπικό δείγμα, αλλά η αλήθεια είναι ότι η εικόνα που έχω κατ' αρχήν από τους Πορτογάλους είναι ότι πρόκειται για εξαιρετικά πρόθυμους και ευγενείς ανθρώπους· αν αρέσκεται κανείς στις γενικεύσεις θα μπορούσε να τους αντιδιαστείλει ίσως με τους σχετικά αδιάφορους Ολλανδούς ή τους ενδεχομένως υστερόβουλους Έλληνες. Ωστόσο εγώ είμαι πολύ επιφυλακτικός ως προς αυτές τις «εθνικές» κατηγοριοποιήσεις, καθώς θεωρώ ότι σε κάθε λαό υπάρχει τόση ποικιλομορφία που το εύρος της υπερβαίνει τις υποτιθέμενες διαφορές μεταξύ των διαφορετικών λαών. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν υφίστανται διαφορές στην αντίληψη, τον πολιτισμό, και τις συνήθειες. Συμβαίνει όμως συχνά να είναι πολύ λιγότερο σημαντικές ή καθοριστικές από όσο νομίζουμε.

Πάντως όταν μου είπε η Σ. ότι μέχρι να περιμένουμε να πάει η ώρα για το καθορισμένο ραντεβού για να δούμε κάποιο σπίτι, καλύτερα να ψάχναμε και αλλού, δεν κατάλαβα πώς ακριβώς το εννοούσε, μέχρι που μπήκε σε ένα καφενείο και ρώτησε κάτι. Ένας νεαρός και δυο κοπέλες απάντησαν κάτι άλλο και μόνο όταν άκουσα το όνομα του ερευνητικού ιδρύματος όπου (θα) εργάζομαι αντελήφθην ότι η κουβέντα αφορούσε ακριβώς την αναζήτηση της μελλοντικής μου κατοικίας. Ο νεαρός προσεκόμισε έναν τηλεφωνικό αριθμό, και η Σ. έκανε μια κλήση (ανεπιτυχή πάντως, διότι ο συνομιλητής της είχε μόνο κενά διαμερίσματα και όχι επιπλωμένα). Για λόγους ευγενείας κάτσαμε να πιούμε καφέ εκεί· λίγα λεπτά αργότερα η μία από τις κοπέλες εμφανίστηκε με μια εφημερίδα με αγγελίες. Σημειώσαμε δύο που μας ενδιέφεραν· η μικρή ομήγυρη που είχε σχηματιστεί γύρω από το τραπέζι ξέσπασε σε επιφωνήματα χαράς όταν η Σ. μετά από μια σύντομη συνδιάλεξη ανακοίνωσε ότι είχαμε κλείσει επιπλέον δύο ραντεβού για να δούμε και άλλα διαμερίσματα. Οι κοπέλες έφυγαν δίνοντάς μου ευχές για το καλύτερο, κι εγώ πλήρωσα τους καφέδες στην εκπληκτική τιμή του ένα ευρώ και σαράντα λεπτά και οι δύο μαζί στον χαμογελαστό νεαρό.

Το βράδυ η Σ. με έβγαλε βόλτα στο κέντρο της Λισσαβώνας. Παρκάραμε μετά κόπων στο Chiado, σε ένα υπόγειο γκαράζ, και πήγαμε να συναντήσουμε ένα φιλικό της ζευγάρι για φαγητό. Η Τερέζα και ο Νούνο μου έσφιξαν το χέρι με θέρμη και με ευχαρίστησαν που τους είχα βοηθήσει να περάσουν τόσο καλά στην Ελλάδα. Δε θυμόμουν να είχα βοηθήσει κανέναν και μου εξήγησαν ότι είναι εκείνοι οι φίλοι της Σ. για τους οποίους της είχα πει κάποια στιγμή το καλοκαίρι κάτι σαν «ε, άμα θέλουνε να πάνε στα ελληνικά νησιά και τους αρέσει ο κόσμος, ας πάνε στη Σαντορίνη». Πήγανε, λοιπόν, και περάσανε καταπληκτικά (εγώ αμυδρά μόνο θυμόμουνα ότι είχε προηγηθεί αυτή η συζήτηση με τη Σ.), και κατά τη διάρκεια του φαγητού περιέγραφαν την ελληνική εμπειρία τους με ευχαρίστηση και κάποια νοσταλγία.

Μάλιστα κάποια στιγμή μου είπαν ότι έδωσαν και συνέντευξη στην ελληνική τηλεόραση. Όχι ακριβώς συνέντευξη, ένα ρεπορτάζ ενός καναλιού για κάποια απεργία των ταξιτζήδων που είχε λάβει χώρα τις μέρες εκείνες. Από την περιγραφή του λογοτύπου του καναλιού υπέθεσα ότι επρόκειτο για το Σταρ τσάνελ· τους είπα ότι από όσο ξέρω το δελτίο ειδήσεων του συγκεκριμένου διαύλου εστιάζει στο λάιφτστάιλ και όχι στις απεργίες εν γένει. Ο Νούνο γέλασε και είπε ότι ίσως αυτό εξηγεί μερικά πράγματα: η ρεπόρτερ του καναλιού ήταν μια νεαρά εμφανίσεως κάπως μπάρμπι, η οποία αφού ρώτησε χαρούμενα αν ταλαιπωρήθηκαν κατά την άφιξή τους στη χώρα από την απεργία των ταξί, μάλλον στεναχωρήθηκε όταν ο Νούνο απάντησε κάτι σαν «όχι, διότι πήραμε το λεωφορείο». Τόσο πολύ στεναχωρήθηκε μάλιστα, που ξαναρώτησε επιμένοντας, κι όταν ο Νούνο επέμεινε κι αυτός ότι δεν ταλαιπωρήθηκαν λόγω των ταξί, η νεαρά το επαναδιατύπωσε λέγοντας «ναι, αλλά αν δεν υπήρχαν ούτε λεωφορεία δεν θα είχατε ταλαιπωρηθεί χωρίς ταξί;».

Ο Νούνο αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι σε αυτή την περίπτωση θα είχαν όντως ταλαιπωρηθεί. Η Τερέζα συμπλήρωσε ότι τυχαία, το ίδιο βράδι, κάνοντας ζάπιγκ έπεσε πάνω στο εν λόγω δελτίο ειδήσεων, όπου για μερικά δευτερόλεπτα έπαιξε και η απάντηση του συντρόφου της. Παραδόξως όμως (χμ...) όχι στο κομμάτι που απαντούσε ότι δεν ταλαιπωρήθηκε, αλλά σε εκείνο που έλεγε ότι θα μπορούσε και να είχε ταλαιπωρηθεί - αυτό ήθελαν να ακούσουν οι άνθρωποι του καναλιού, αυτό έπαιξαν, το άλλο δεν τους ενδιέφερε. Κουβεντιάσαμε λίγο για τα μήντια και και το είδος των ρεπορτάζ με το μικρόφωνο στο χέρι που υποτίθεται αναπαράγουν «τι πιστεύει ο κόσμος», και συμφωνήσαμε ότι δεν είναι ελληνική πατέντα αλλά παίζει παντού. Μετά αρχίσαμε να λέμε κάτι για το ενδυματολογικό στυλ της δεκαετίας του '80 και ξεχάστηκε το θέμα.

Τους συνοδεύσαμε μέχρι το σπίτι τους, λίγο παραπέρα στο κέντρο. Η Σ. μου είπε περίλυπη ότι ήθελε να μου δείξει τη στολισμένη με φωτάκια κεντρική λεωφόρο, ωστόσο φέτος λόγω κρίσης δεν άναψαν φωτάκια διότι ο δήμος δεν είχε (ή δεν ήθελε) να ξοδέψει για στολισμούς. Διαβάζω ότι και στην Αθήνα γίνεται κάτι αντίστοιχο: πόλεις της κρίσης, αφώτιστες και μελαγχολικές. Ε, όχι και εντελώς μελαγχολικές: ξαναγυρίσαμε στο Chiado όπου γύρω από το άγαλμα του Καμόες ένα πλήθος νεολαίας τριγυρνούσε με ένα ποτήρι στο χέρι από το παρακείμενο κιόσκι (ας πούμε κάτι σαν περίπτερο, χωρίς έντυπα αλλά με αλκοόλ εξτρά). Η πλατεία ήταν σκοτεινή σχετικά, αλλά πολλοί από το πλήθος είχαν φωτάκια που αναβόσβηναν στο πέτο ή στις τσάντες ή στο πανοφώρι τους, σαν διερχόμενοι ποδηλάτες. Μείναμε λίγο να τους κοιτάμε μέχρι που ένας νεαρός ήρθε και μας πρότεινε δυο φωτάκια να τα φορέσουμε κι εμείς: αφού η πόλη δε στολίζει δέντρο, είπε, αποφασίσαμε να γίνουμε εμείς το δέντρο και να φωτίσουμε την πλατεία.

Η Σ. τον ευχαρίστησε και είπε ότι εμείς ήμασταν περαστικοί και καλύτερα να έδινε τα φωτάκια σε κάποιον που θα παρέμενε στην πλατεία, να πιάσουν πιο πολύ τόπο. Ο νεαρός δεν επέμεινε. Είχε όντως πολύ λίγα πια στην τσάντα του. Πήρα ένα μπουκάλι νερό από το κιόσκι και χάζεψα λίγο το πλήθος: ένα είδος λαϊκής πλατείας με έναν ετερόκλητο κόσμο: πορτογαλική νεολαία, μαύροι από τις πρώην αποικίες, καλοντυμένες κυρίες καθ' οδόν ίσως για κάπου αλλού, με το φωτάκι να αναβοσβήνει.

Κι εμείς, βέβαια, καθ' οδόν. Για κάπου αλλού.

19/12/11

Όρτσα στο Οέιρας

Η θέα από την πόρτα της αυλής. Δεν είναι θάλασσα, είναι ακόμα οι εκβολές του Τάγου. Χειμώνας, σου λέει μετά...

«Άμα δεις μαύρη καμαριέρια να μπαίνει στο δωμάτιο, μην της πεις πως σε λένε Ντομινίκ», μου είπε ένας φίλος χαριτολογώντας δήθεν με την κάπως μπερδεμένη υπόθεση Στρως Καν, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ετίθετο θέμα διότι όντως δεν με λένε Ντομινίκ, οπότε όταν χτύπησε την πόρτα η κοπέλα είπα απλώς κάτι σαν «Νο πορτουγκέζε» και αυτή με ρώτησε «Ε, τότε τι; Αγγλικά;» κι αφού της κούνησα το κεφάλι καταφατικά μου είπε στα αγγλικά ότι ήρθε να καθαρίσει το δωμάτιο. Παράτησα λοιπόν ό,τι έκανα και βγήκα καλού κακού έξω, από την πόρτα που βγάζει στην αυλή, δίπλα στην εσπλανάδα. Φόρεσα και το γυαλί ηλίου που στην Ολλανδία ήτανε καταχωνιασμένο κάπου για μήνες, και χάζεψα το κυματάκι που έσκαγε στην ακτή, είκοσι μέτρα μπροστά μου.

Για την εποχή το ξενοδοχείο είναι μάλλον γεμάτο· όταν ήρθα φοβήθηκα ότι θα ήμουν στη μαύρη ερημιά σε ένα παγωμένο καλοκαιρινό σκηνικό. Αλλά ο καιρός είναι καλός, με ήλιο και χωρίς ιδιαίτερη υγρασία, κόσμος πηγαινοέρχεται στο δρόμο μπροστά στην παραλία βαδίζοντας ή ποδηλατώντας ή κάνοντας τζόγκιγκ, κάθε τόσο περνάνε ιστιοπλοϊκά σκαφάκια με τα πανάκια τους ολάνοιχτα, και το δωμάτιο βλέπει στη θάλασσα (ή μάλλον, βλέπει τις εκβολές του Τάγου, καθώς ο ωκεανός είναι αρκετά δεξιά μας ακόμα, μετά την Κασκάις, εδώ στο Οέιρας είμαστε ακόμα ποτάμι κατά πως φαίνεται).

Βέβαια όταν λέμε «γεμάτο» ξενοδοχείο, μη φανταστείτε καμιά καλοκαιρινή ατμόσφαιρα με ηλιοκαμένες κορμάρες και φρίσμπυ και jogo bonito. Το μεσημέρι τσίμπησα στο εστιατόριο μαζί με καμιά τριανταριά εμφανώς συνταξιούχους, καθώς μάλλον έχουν έρθει τα ΚΑΠΗ της Κοΐμπρα ή του Οπόρτο εκδρομή στα περίχωρα της πρωτεύουσας, άντε και μια ομάδα παίδων ή νέων κάποιου αφανούς αθλήματος, μετά των συνοδών τους. Κάθομαι και τους χαζεύω λίγο με τις φορμίτσες τους που γράφουν όλες Portugal, ίσως είναι κάποια προεθνική ή εθνική ομάδα, όχι και πολύ γκλάμορους μάλλον καθώς οι φόρμες είναι κάπως μεταχειρισμένες και φαίνεται.

Κοιτάω και τη δικιά μου τη φορμίτσα που φόρεσα επιτούτου για να πάω για περπάτημα στην εσπλανάδα (και δεν πήγα), που κι αυτή είναι κάπως φθαρμένη, όχι από τη χρήση βέβαια, αλλά από το χρόνο, καθώς την είχα πάρει μάλλον κάπου στα τέλη του εικοστού αιώνα για να αρχίσω κάποιου είδους γυμναστική που ποτέ δεν άρχισα, και τελικά μου χρησίμευσε ελάχιστα στην εξάρτυση της ιστιοπλοΐας προ ετών, και κάποτε παλιότερα ως δανεικό ρούχο σε κάποιο φίλο που είχε γίνει μούσκεμα, ώστε να φορέσει κάτι στεγνό. Καθώς άνοιγα τις βαλίτσες που κουβάλησα μετά κόπων και βασάνων από το Λέιντεν, η φόρμα πετάχτηκε έξω πρώτη, και τη φόρεσα προσωρινά ενόψει της παράλιας βολτίτσας που σχεδίαζα.

Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού, βέβαια, και η φόρμα έγινε το επίσημο ένδυμα ξενοδοχείου κάθε φορά που κατεβαίνω στη ρεσεψιόν για να ξεκλέψω λίγο πρόσβαση στο δίκτυο, καθώς η υπέροχη διαφήμιση της ξενοδοχειακής μονάδας που προέβλεπε wi-fi δεν υπονοούσε ΚΑΙ στα δωμάτια. Βλέποντας τα ΚΑΠΗ της πελατείας,μπορώ να φανταστώ τους λόγους: οι άνθρωποι μπορούν να σου μιλήσουν για το Σαλαζάρ και την επανάσταση των γαρυφάλλων ενδεχομένως, αλλά για διαδίκτυο μάλλον όχι. Ή τέλος πάντων θα ήθελαν ίσως να μου πουν κάτι, αλλά έχουμε ένα πρόβλημα στην επικοινωνία, καθώς μιλάνε μόνο τη μητρική τους γλώσσα, και παραξενεύονται που εγώ δεν τη μιλάω, διότι ως φάτσα μάλλον τους φαίνομαι κάργα Πορτογάλος. Επιμένουν, μάλιστα, επαναλαμβάνοντας την ίδια φράση πιο αργά και καθαρά, μήπως είμαι απλώς κουφός ή βραδύνους.

Αλλά είμαι ξένος, όσο παράξενο και αν τους φαίνεται, διερχόμενος, σε αναζήτηση μιας πιο μόνιμης κατοικίας στην υπνούπολη του Οέιρας, δίπλα στο ερευνητικό κέντρο που θα με φιλοξενεί στο εξής. Η κοπέλα τελειώνει το σφουγγάρισμα και όπως έχω μάθει της λέω “οbrigado”, δηλαδή «ευχαριστώ», πράγμα που στην Πορτογαλία (αλλά όχι π.χ. στη Βραζιλία που επίσης ομιλείται η γλώσσα) είναι βασικότατος κανόνας συμπεριφοράς ακόμα κι αν ο άλλος κάνει το εντελώς αυτονόητο. Η κοπέλα χαμογελάει (τα λευκά της δόντια κάνουν έντονη αντίθεση με το κατάμαυρο πρόσωπο) και απαντάει με το τυπικό “De nada”, μάλλον διασκεδάζοντας με την προφορά μου.

Εχτές σε μια παρέα μου παρατήρησαν ότι προφέρω τις λέξεις σαν Ισπανός· εξήγησα ότι τα ελληνικά έχουν παρόμοιους φθόγγους με τα ισπανικά, και ότι η προφορά του R στην αρχή της λέξης ως παχύ Γ αποτελεί πορτογαλική ιδιαιτερότητα που δεν απαντάται εξ’ όσων γνωρίζω στις λοιπές λατινογενείς γλώσσες (καλά, δεν είμαι και ειδήμων...), για να μην αναφερθούμε στο Ο που προφέρεται γενικώς σαν ελληνικό «ου», έτσι ώστε να μου πάρει λίγη ώρα να αντιληφθώ ότι ο μυστηριώδης «Γουμπέρτου» στον οποίο αναφερόντουσαν ήταν ένας κοινότατος Ρομπέρτο στα καθ’ ημάς και τη λοιπή υφήλιο. Από μια άποψη αντιλαμβάνομαι εκείνο τον κάπως μπλαζέ ισπανομαθή συμπατριώτη μου που αναφερόταν στα πορτογαλικά ως «ισπανικά με προφορά σαμιώτικη», αλλά το αστειάκι είναι εντελώς ικαριακό και δεν γίνεται αντιληπτό έξω από τα όρια του νομού, εκτός αν έχετε φίλες από τον Παγώνδα* και τις έχετε ακούσει να συνομιλούν με τη μαμά τους.

Μετά θυμάμαι βέβαια και τον εντελώς καριώτη καφετζή στον Εύδηλο (σε καφενείο διάσημο ανά το παρόν ιστολόγιο κυρίως για τα τοστάκια του) που όποτε τσαντιζόταν (δηλαδή σχδεδόν όποτε έμπαινε πελάτης) μιλούσε απότομα, γρήγορα και μπερδεμένα, και για κάποιο λόγο του κόλλησαν μια εποχή το παρατσούκλι «Πορτογάλος». Μάλλον άδικη παρομοίωση πάντως, καθώς οι χαμηλοί τόνοι των αληθινών Πορτογάλων δεν πολυταιριάζουν με το κάπως εκρηκτικό (στα λόγια μόνο) ταμπεραμέντο του συγχωριανού μου. Ούτε με την εξωστρεφέστατη ομιλία της σαμιωτίνας φίλης.

Παρατηρώ μια νησίδα πιο ανοιχτά, με ένα φάρο σκαρφαλωμένο πάνω της. Πρέπει να είναι το πράσινο φως που είδα χτες βράδι να αναβοσβήνει. Το αδύναμο, ποταμίσιο κύμα, ακούγεται να σκάει στα βράχια της ακτής. Κόσμος πηγαινοέρχεται στην εσπλανάδα· δυο κοριτσάκια κλωτσάνε μια μπάλα στο γρασίδι της αυλής, δίπλα σε μια σκουριασμένη άγκυρα, διακοσμητική μάλλον.

Στο βάθος ένα σκάφος ανοίγει τη τζένοα και προχωράει με τα πανιά στεγνά, τραβηγμένα εντελώς μέσα. «Όρτσα», σκέφτομαι.

Κι έπειτα αναρωτιέμαι πώς να το λένε αυτό στα πορτογαλικά.


Σ.Σ.: *Ο Παγώνδας είναι χωρίον προς τα νότια της νήσου Σάμου, από όπου και κατάγεται η φίλη της οποίας τα δίχτυα (ή δίκτυα) φτάνουν ως το μακρινό Οέιρας: σήμερα το πρωί με περίμενε στο γραφείο πορτογάλος απεσταλμένος της, όχι μόνο με ευχετήρια καρτούλα για τις γιορτές αλλά και με ίσαμε μισό κιλό γραβιέρα Κρήτης (διότι η κοπέλα προφανώς το διαβάζει το μπλογκ και παρετήρησε προσεκτικά την προηγούμενη ανάρτηση), χώρια το απάκι-μπόνους.

Obrigado, καλή μου, και την άλλη φορά που θα στείλεις το Νέλσον με καλούδια, πες μου να πω και σε κάτι ιστιοπλόες φίλες για κείνη τη ρακή που λέγαμε...


Να 'σαι καλά.

11/12/11

Τι λείπει;

Αν δεν σας λείπει η ηδονή της ωμής ρέγγας, έχετε και μερικές ακόμα επιλογές...

Μια κι έχω μπει σε διαδικασία αναχώρησης πλέον, θα έπρεπε κανονικά να έχω πάψει να ασχολούμαι με τα ολλανδικά πράγματα και να προετοιμάζω τον εαυτό μου για πορτογαλικότερες εμπειρίες. Ωστόσο η παραδοσιακή ικαριακή βραδύτητα που με χαρακτηρίζει με βάζει στη λογική του «έχουμε καιρό», ακόμα κι όταν ο καιρός μετριέται πλέον σε αριθμό ημερών που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού και πάλι περισσεύει κάτι. Έτσι δεν παρέλειψα να διαβάσω τα ολλανδικά νέα που χαζεύω ενίοτε σε μια αγγλόφωνη ιστοσελίδα η οποία εικάζω ότι απευθύνεται σε expats σαν και ελόγου μου, δηλαδή ξένους με μόνιμη ή ημιμόνιμη διαμονή στην Ολλανδία.

Το μάτι μου έπεσε σε ένα λίγο παλιότερο αρθράκι που αναφερόταν σε ένα γκάλοπ το οποίο έβγαζε ότι αυτό που περισσότερο λείπει από τους Ολλανδούς που ζουν στο εξωτερικό (κάτι σαν κι εμάς από την ανάποδη δηλαδή) είναι η ταπεινή καπνιστή ρέγγα. Το ποσοστό δεν ήταν συντριπτικό, κάπου στο 9%, αλλά ήταν για κάποιο λόγο ψηλότερα από όσο η επιλογή «φίλοι και οικογένεια», πράγμα όσο να 'ναι λίγο σοκαριστικό. Προ ημερών πάλι είχα ακούσει κάτι αντίστοιχο, όχι όμως με ρέγγες, αλλά με κροκέτες, χώρια που ένας αστροναύτης είχε ζητήσει να του στείλουν στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (που όσο να 'ναι, ξενητειά είναι κι εκεί) 2-3 κιλά τυρί γκούντα να έχει να πορεύεται. Βέβαια όπως συνήθως συμβαίνει στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα (που όπως είπαμε δεν απευθύνεται σε Ολλανδούς αλλά σε ξένους που ζουν εδώ), τα σχόλια των αναγνωστών δεν κολάκευαν και πολύ τους ιθαγενείς, ιδιαίτερα σε θέματα που άπτονται των διατροφικών συνηθειών τους.

Προχτές στο αποχαιρετιστήριο δείπνο του εργαστηρίου (προς τιμήν του γράφοντος), οι καλοί συνάδελφοι μου χάρισαν μεταξύ άλλων και ένα βιβλιαράκι (στα αγγλικά ευτυχώς) που αναφέρεται στον χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες των Ολλανδών, με έναν τρόπο κάπως ανάλαφρο και χιουμοριστικό (για τα ολλανδικά δεδομένα υπερβολικά χιουμοριστικό, εικάζω...). Αν και μετά από είκοσι μήνες στη χώρα έχω ικανή αντίληψη των συγκεκριμένων ιδιαιτεροτήτων, το βιβλίο ήταν πολύ διαφωτιστικό από ιστορικής απόψεως για μερικά ζητήματα όπως π.χ. οι ρηχές μέχρι παρεξηγήσεως λεκάνες τουαλέτας, οι ξύστρες τυριών, τα τρουφάκια που αλείφονται στο ψωμί και το μαυριδερό γλυκό (ο Θεός να το κάνει...) με το όνομα drop. Έτσι είδα με ενδιαφέρον το γκάλοπ που έστησε η ιστοσελίδα μεταξύ των αναγνωστών της (που είμαστε, υπενθυμίζω, ξένοι) με το ερώτημα τι από τα «ολλανδικά» πράγματα θα έλειπε σε εμάς αν φεύγαμε από τη χώρα. Μια και φεύγω οσονούπω, σκέφτηκα να απαντήσω στο γκάλοπ, εξετάζοντας μία-μία τις επιλογές που παρείχε.

Να διευκρινίσουμε κατ' αρχήν ότι το ερώτημα δεν αφορά ολλανδικά πράγματα παγκοσμίου κυκλοφορίας (όπως η Heineken ας πούμε) ή τουριστικές ατραξιόν σαν τα coffeeshops και το red light district, αλλά διάφορα «τυπικά» χαρακτηριστικά του ολλανδικού τρόπου ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι στις προτιμήσεις των αναγνωστών της ιστοσελίδας (όπως φαίνονται στην κορυφή της ανάρτησης), πρώτη και με διαφορά είναι η ποδηλασία· αναγνωρίζω ότι αναφέρονται συνολικά στην ποδηλατική κουλτούρα της χώρας που τη διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό από τις υπόλοιπες. Δυστυχώς, σε ό,τι με αφορά, λόγω διαταραγμένης αίσθησης ισορροπίας, ποδήλατο δεν δύναμαι να κάνω, και οι αρχικές μου σκέψεις να αγοράσω τρίκυκλο προσέκρουσαν αρχικά στις υψηλές τιμές και τη δυσκολία εξεύρεσης κατάλληλου πάρκιγκ, και ακολούθως στη συνήθη ικαριακή μου αβελτηρία.

Επιθεωρώ λοιπόν τις υπόλοιπες επιλογές· εξαιρώντας την κατηγορία «φίλοι και οικογένεια», μια και πλείστοι όσοι εξ' αυτών ζουν στην Ελλάδα μάλλον, μας μένουν οκτώ ακόμα πιθανότητες. Κοντοστέκομαι λίγο στην επιλογή «τυρί», αλλά μετά σκέφτομαι ότι ανάμεσα σε ένα πεπαλαιωμένο Oud Amsterdam και μια τυχούσα γραβιέρα Ανωγείων, η επιλογή μου θα έκλινε αβίαστα προς τη γραβιέρα. Αντιπαρέρχομαι με συνοπτικές διαδικασίες τις κροκέτες, τη ρέγγα (δε μας έφτανε ο παστός μπακαλιάρος που θα υποστούμε...), τα ψωμάκια και τα κεκάκια, και τις αηδίες που απλώνουν πάνω τους με τα φυστικοβούτυρα και τις τρουφίτσες. Παραλείπω ασχολίαστο το πολυκατάστημα Hema από το οποίο στα δύο χρόνια που είμαι εδώ έχω αγοράσει ένα σάντουϊτς, μία ομπρέλα και ένα πατάκι μπάνιου τόσο ακριβό που αποφάσισα να το πάρω μαζί μου στη Λισσαβώνα αντί να το αμολήσω στον επόμενο ενοικιαστή. Πάμε λοιπόν παρακάτω.

Για τον Sinterklaas, τα είπαμε και τις προάλλες, είναι προφανής η προτίμησή μου στον προγονικό Αη-Νικόλα σε σχέση με το ολλανδικό κακέκτυπο. Τελευταία επιλογή αυτό που οι Ολλανδοί λένε gezelligheid και η ιστοσελίδα μεταφράζει ως «ζεστή ατμόσφαιρα». Εδώ γελάνε, κι αυτό κατά βάσιν για να μην κλάψουνε. Να είσαι από την Ικαρία και να σου λένε ότι η ολλανδική παρέα συνιστά ζεστή ατμόσφαιρα, σκέφτεσαι καλύτερα να περάσεις τη ζωή σου σε ιγκλού. Δε φταίνε σε τίποτα οι άνθρωποι βέβαια, κάθε λαός έχει τα χούγια του και την ιστορία που τον έχει διαμορφώσει, αλλά μη χάνουμε και την αίσθηση του μέτρου ολοσχερώς. Απογοητευμένος, αποφασίζω ότι δεν θα απαντήσω στο γκάλοπ, καθώς η επιλογή «τίποτα από τα παραπάνω» δε φαίνεται να υπάρχει.

Ύστερα όμως αρχίζω να σκέφτομαι ότι ενδεχομένως υπάρχουν πράγματα που θα αφήσω πίσω και που με κάποιο τρόπο ενδεχομένως θα μου λείψουν. Πράγματα όχι σαν τα pepernoten και το vanille vla, αλλά πράγματα που ίσως άφησαν κάποιο ίχνος κάπου λίγο πιο μέσα. Δεν ξέρω πόσο ολλανδικά μπορεί να τα πει κανείς, αλλά κάθομαι και φτιάχνω μια εναλλακτική λίστα που θα μπορούσε να περιλαμβάνει (με τυχαία σειρά) κάτι σαν τα παρακάτω:

- Τα ποιήματα στους τοίχους του Λέιντεν.

- Τη θέα του Burcht τις τέσσερις εποχές του χρόνου.

- Τα κιτρινισμένα φύλλα που φτιάχνουν ένα παχύ χαλί στους δρόμους το φθινόπωρο.

Μια χώρα με τέσσερις εποχές που ξεχωρίζουν καθαρά η μία από την άλλη. Εδώ, φθινόπωρο στο Λέιντεν (φωτό Ροβυθέ).

- Τη χτεσινοβραδινή έκλειψη, την ώρα που ανέτειλλε το φεγγάρι.

- Τις καμπάνες του Δημαρχείου να παίζουν το Asturias του Albeniz.

- Τα σμήνη των μεταναστευτικών πουλιών, και το σταχτοτσικνιά στη λιμνούλα δίπλα στο Πανεπιστήμιο.

- Τη μπάντα στους δρόμους και τις υπαίθριες συναυλίες.

- Το «Φύλακα Άγγελο» στο Άμστερνταμ με τζαζ τα απογεύματα της Κυριακής

- Το πάρτυ του Α. και της Ι. όπου συμμετείχαν άνθρωποι από 17 χώρες (και βρέθηκε διερχόμενος Ιταλός που μου μιλούσε για ώρες περί Ικαρίας).

- Τα παιδιά των φίλων μου που μεγαλώνουν και τα σκαστά φιλάκια πριν πέσουν να κοιμηθούν.

Αυτό το τελευταίο ίσως και να μου λείψει λίγο παραπάνω τελικά.

7/12/11

Προτεινόμενος

Από κάπου ερχόμαστε, κάπου πάμε. Αποστάσεις από την είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της Ουτρέχτης. (φωτό Ροβυθέ).

Είκοσι μήνες κοντεύω στο Λέιντεν, αλλά από τη μέρα που έσκασα μύτη όλο και σε κάποια διαδικασία αποχαιρετισμού βρισκόμαστε. Καθώς εγώ έψαχνα ακόμα να δω πού θα βάλω τα πράγματά μου, η Μάικε μάζευε τα δικά της από το δίπλα γραφείο και τα πακετάριζε για Ελσίνκι. Λίγο αργότερα την αποχαιρετούσαμε σε μια σεμνή τελετή ολλανδικής γαστριμαργίας μαζί με τη Ρίτα, την Πορτογαλίδα υποψήφια διδάκτορα που γύριζε Λισσαβώνα, άλλο βέβαια αν έχει ξανάρθει και ξαναφύγει έκτοτε κάνα-δυο φορές. Δεν πρόλαβε να κλείσει βδομάδα και τα μάζευε από το πιο δίπλα γραφείο ο Χουμπέρτους, με προορισμό το διπλανό Ντελφτ. Ο αποχαιρετισμός ήταν κάπως πιο χαμηλών τόνων, με μπύρες δίπλα στις όχθες του Neuwe Rijn (δηλαδή ενός από τα κανάλια της πόλης, μην πάει το μυαλό σας σε τίποτα μεγαλειώδες). Μέσα στο καλοκαίρι εξαφανίστηκε σιωπηλά και ο Αντρέ, αλλά επειδή για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές μάλλον δεν προβλέπονται ιδιαίτερες αποχαιρετιστήριες τελετές, μόνο οι ομοεθνείς Πορτογάλοι πήραν επαρκώς είδηση ότι γύρισε στο Οπόρτο.

Πέρασαν λίγοι ήσυχοι μήνες, αλλά το φθινόπωρο είχαμε τη δίδυμη αποχώρηση των προφέσορ, και σε μια λίγο πιο φραμπαλάτη τελετή με λόγους, ανταλλαγές δώρων, μπαλόνια, ποδήλατα και τραγούδια, ξαποστείλαμε τον Πωλ στο μαγευτικό Κέμπριτζ και τον Μπας στο εδώ παραδίπλα Βαχενίνγκεν. Καθώς πλησίαζε ο περσινός χειμώνας ήρθε η σειρά της Σουζάνα να συνεχίσει το ταξίδι που ξεκίνησε από τις ρωσικές πεδιάδες, κατευθυνόμενη προς τα ελβετικά βουνά. Την αποχαιρετήσαμε με ένα παρτάκι, κάπως ήσυχο είναι η αλήθεια, αλλά όχι τόσο ήσυχο όσο ο αποχαιρετισμός του Μαουράιν που μας ανακοίνωσε μια Παρασκευή ότι από Δευτέρα θα δουλεύει στην Ουτρέχτη τρεις μέρες τη βδομάδα, οπότε ανοίξαμε δυο μπύρες στο εργαστήριο προς τιμήν του (κι ένα κρασί για κάτι μεσογειακούς τύπους, παρεμπιπτόντως).

Εξίσου ήσυχα εξαφανίστηκε η Άνα, η έτερη Πορτογαλίς που κανείς δεν κατάλαβε πότε αποφάσισε να τα μαζέψει, πλην των φίλων της, δηλαδή της προσωρινά επανακάμψασας Ρίτας και του Έλληνος (της προσκολλήσεως αυτός), που ήπιαν τις μπύρες τους (κρασί ο Έλλην, είπαμε) στο νεανικό στέκι με το όνομα Οδησσός (είναι απίστευτο τι πάει και γουστάρει ως στέκι η νεολαία, αλλά μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας). Ύστερα ήταν η σειρά του Όσκαρ να αδειάσει το άλλο γραφείο. Τον αποχαιρετήσαμε σε ένα δείπνο που μαγείρεψε ο ίδιος αυτοπροσώπως ως Σουηδός σεφ (και ήταν ομολογουμένως εξαιρετικό). Μάλιστα προς μεγάλη χαρά του Έλληνος, το σπίτι ήταν γεμάτο κρασιά, τα οποία δεν παρέλειψε να τιμήσει. Ο Όσκαρ πακέταρε την επομένη τα πράγματά του, συμπεριλαμβανομένων και μερικών πάκων αφρικανικών χαρτονομισμάτων μηδαμινής αξίας, έβαλε τις πεταλούδες του σε βαλίτσες, και ακολούθησε τον Πωλ στο Κέμπριτζ πριν βγει ο χειμώνας.

Μια μέρα η Μαρλήν μας ανακοίνωσε ότι είναι καιρός να θέσει τη ζωή της σε άλλες βάσεις, (εις γάμου κοινωνίαν δηλαδή), οπότε θα πήγαινε με τον καλό της κάπου νοτιότερα και ως εκ τούτου είχε βρει δουλειά αλλού. Ο αποχαιρετισμός ξεκίνησε με κέικ στην ώρα του coffee break, αλλά συνεχίστηκε με ποτάκια στις εξοχές, καθώς είχε μπει πια η άνοιξη. Κατά το Μάη εξαφανίστηκε και η Πατρίτσια, με προορισμό την πατρογονική Λισσαβώνα μετά από χρόνια περιπλάνησης σε Ευρώπες και Αμερικές. Δεν την αποχαιρέτησε κανείς οργανωμένα, πλην του Έλληνος υφισταμένου της που πήγαν παρέα για καφέ πριν επιστρέψει το δανεικό της ποδήλατο στον ιδιοκτήτη του. Αυτός ισχυρίζεται ότι την είδε συγκινημένη, αλλά λόγω της ιεραρχικής μεταξύ τους σχέσης, καλύτερα να αποφεύγονται οι ερμηνείες από δεύτερο χέρι.

Καθώς έμπαινε το φθινόπωρο, ο Έρικ ολοκλήρωσε τη δουλειά που έκανε και τα μάζεψε κι αυτός για το Κέμπριτζ. Τον αποχαιρετήσαμε με ένα μεγάλο παιχνίδι μπιλιάρδου, συνοδευόμενο από άφθονες μπύρες (δε χρειάζεται να σας πω τι ήπιε ο Έλληνας). Στο ίδιο παιχνίδι αποχαιρετήσαμε και τις εναπομείνασες μεταπτυχιακές φοιτήτριες, την Κάριν και την Τόκε, που συνεχίζουν αλλού την καριέρα τους. Λίγο καιρό αργότερα, η Μάριελ μας ανακοίνωσε ότι επειδή δεν είχε κάνει χρήση της άδειάς της εδώ και καιρό, έπρεπε να πάρει όσες μέρες είχε μαζέψει (που συμπτωματικά έκαναν σχεδόν δυο μήνες, μετά το πέρας των οποίων ο Τομέας μας δεν θα υφίσταται πλέον).

Καθώς πλησίαζε το τέλος του χρόνου, έληγαν και τα υπόλοιπα συμβόλαια: η Νικολίν μάζεψε τα υπολείμματα του εργαστηρίου σε κούτες και τα απέστειλε στους νόμιμους δικαιούχους, μας φίλησε σταυρωτά τρεις φορές κατά το ολλανδικό έθος, και έφυγε για διακοπές στις Φιλιππίνες. Ο Βιτσέντσιο έφερε προχτές τους γονείς του να τους δείξει το χώρο που δούλευε πριν αναχωρήσει κι αυτός οριστικά εντός των ημερών. Η Ζοάνα εξαφανίστηκε μια μέρα (μανία αυτοί οι Πορτογάλοι να μην αφήνουν ίχνη...), αν και οι φήμες λένε ότι θα ξανάρθει για λίγο του χρόνου. Η Ανιέσκα μετράει μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και μάλλον θα πάει πίσω στο Βαχενίνγκεν προσωρινά, ενώ ο Ντάβιντ που έτσι κι αλλιώς ήταν σε ελαστική μορφή απασχόλησης, έχει μείνει άνευ αντικειμένου και εξαντλεί κι αυτός την άδειά του ψάχνοντας την επόμενη δουλειά του.

Κοιτάζω τι έχει απομείνει. Ο Κέες, ως υπάλληλος του Πανεπιστημίου, αναζητεί έργο παίζοντας μαχ-τζογκ στον υπολογιστή. Ο Κρις περιμένει να γυρίσει ο Μαουράιν από την Ουτρέχτη, κάπου το Φεβρουάριο. Η άλλη Μάικε ήδη έχει αλλάξει γραφείο και απασχόληση και στήνει ένα πρότζεκτ στα πατατοχώραφα. Ο Γιοστ είναι ο μόνος που έχει μείνει στο γραφείο, μιλώντας ατελείωτες ώρες στο Skype με διάφορους μακρινούς επιστήμονες που ίσως θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανάλυση των αποτελεσμάτων εξ' αποστάσεως. Από τη διοίκηση ήρθε μια εντολή ότι πρέπει οι χώροι να έχουν αδειάσει από πεταλούδες και άλλα ζουζούνια μέχρι το τέλος του χρόνου, διότι θα μπουν συνεργεία να κάνουν αλλαγές στη διαρρύθμιση.

Θυμάμαι πριν λίγα χρόνια όταν είχαν πρωτομπεί στη ζωή μας τα ριάλιτυ σόου τύπου «Μεγάλου Αδελφού», οπότε και εμφανίστηκαν νέες ορολογίες στην καθημερινή γλώσσα. Τηλεόραση δεν έχω, αλλά έχουν όλοι οι υπόλοιποι οπότε τα σλόγκαν και οι νεολογισμοί που επιβάλλει η τιβί δεν με αφήνουν αλώβητο· κάπως έτσι μου κόλλησε η λέξη «προτεινόμενος». Κοιτάζομαι με το Γιοστ δίπλα στα έρημα γραφεία· αναρωτιόμαστε ποιος έχει σειρά τώρα. Πάνω στην ώρα εμφανίζεται ένα μήνυμα από την Πατρίτσια που με ρωτάει γιατί καθυστερώ και δεν έχω εμφανιστεί ακόμα στις όχθες του Τάγου. Οπότε ξέρω πως ήρθε η σειρά μου, είμαι πλέον «προτεινόμενος» για αποχώρηση.

Αύριο έχουμε αποχαιρετιστήριο δείπνο· κλείνω ένα τραπέζι για δεκατέσσερα άτομα. Το νούμερο είναι βέβαια παραπειστικό, καθώς αφαιρώντας συζύγους/συντρόφους και παλιούς αποχωρήσαντες που ακόμα ζουν στα πέριξ, μένουν ακόμα πέντε άτομα με κάποια σχέση με το Πανεπιστήμιο. Το Γενάρη θα είναι δύο, το Φλεβάρη ίσως γίνουν τρεις. Εγώ βέβαια θα είμαι αλλού· από βδομάδα λέω να πάω να ξεχειμωνιάσω στο Νότο.

Φαντάζομαι θα φυτρώνουν κι εκεί ρεβυθιές.

3/12/11

Ο Αη-Νικόλας του Λέιντεν

Λευκός επίσκοπος 4ου αιώνος μετ' επιχρωματισμένων βοηθών καταφθάνει με ατμόπλοιο στον ολλανδικό 21ο αιώνα (φωτό από το σχετικό άρθρο στη wikipedia).

Άρχισε να με προβληματίζει το θέμα όταν μου έδωσαν να δοκιμάσω μερικά pepernoten, και ομολογώ ότι τους έδωσα και κατάλαβαν. Μέχρι να μου τα πάρουν από τα χέρια πριν φάω το σύμπαν και μείνουν τα παιδάκια παραπονεμένα, είχα προλάβει να θέσω μερικές ερωτήσεις για το χαρακτήρα της γιορτής και να κάνω μερικές βασικές συσχετίσεις. Λίγο μετά το έψαξα το θέμα διαδικτυακώς και αποσαφήνισα μερικές λεπτομέρειες. Όχι για τα pepernoten αυτά καθεαυτά, αλλά για την εποχική γιορτή που συνοδεύουν γευστικώς.

Αλλά για να βάλουμε τα πράγματα με τη σωστή χρονολογική σειρά, η ιστορία ξεκινάει μάλλον κάπου τον 4ο αιώνα στα Μύρα της Λυκίας (δηλαδή στην καθ' ημάς Μικρά Ασία), όπου Επίσκοπος της τοπικής εκκλησίας είναι ο μετέπειτα γνωστός ως Άγιος Νικόλαος. Σε κάποιο από τα συναξάρια που εξιστορούν το βίο του, φαίνεται πως υπάρχει η εξής ιστορία: κάποιος (χριστιανός; εθνικός;) κάτοικος της περιοχής έχει τρεις κόρες, αλλά είναι πολύ φτωχός για να τις προικίσει. Καθώς λοιπόν φτάνουν διαδοχικά σε κρίσιμη ηλικία (της παντρειάς) ο πατέρας προβληματίζεται για το μέλλον της εκάστοτε κόρης και αναρωτιέται (μεγαλοφώνως, μάλλον) αν εν τέλει θα εξωθηθεί στην πορνεία (εικάζω αναφέρεται στην «ιερά» πορνεία που ασκείτο στους ναούς της Αφροδίτης, αλλά τέλος πάντων οι βίοι αγίων δεν είναι και πολύ λεπτομερείς σε αυτού του τύπου τα θέματα). Ο διερχόμενος Επίσκοπος ακούει από το ανοιχτό παράθυρο τον προβληματισμό του πατέρα και σπεύδει να πετάξει μέσα στο σπίτι ένα πουγκί νομίσματα για την προίκα της κόρης (και γίνεται μπουχός μετά).

Στη δεύτερη κόρη ακολουθεί το ίδιο σκηνικό, αλλά στην τρίτη ο υποψιασμένος πατήρ έχει κλείσει το παράθυρο επιτούτου για να δει ποιος είναι ο άγνωστος ευεργέτης (ή μπορεί να είναι και καταχείμωνο, δεν ξέρουμε). Ο Επίσκοπος δεν πτοείται και σκαρφαλώνει στη στέγη, από όπου πετάει το πουγκί από την καμινάδα του τζακιού, όπου η μικρή κόρη έχει απλώσει τις κάλτσες της ή τα υποδήματά της να στεγνώσουν. Δε θυμάμαι ακριβώς πώς τελειώνει (με χάπι εντ πάντως), αλλά ο Επίσκοπος εν τέλει γίνεται ο γνωστός μας Αη-Νικόλας, προστάτης των ναυτικών έως της σήμερον στην καθ' ημάς Ανατολή, και η ελάσσων αυτή ιστοριούλα (πιθανώς κατασκευασμένη) κάπου καταχωνιάζεται μέσα στο βίο του Αγίου, ο οποίος χαίρει ύψιστης τιμής στην Ορθόδοξη παράδοση, και ειδικά στην περιοχή της Μικράς Ασίας όπου βρίκεται (τότε) το λείψανό του.

Καμιά εξακοσαριά-εφτακοσαριά χρόνια αργότερα, εμφανίζονται στα πέριξ κάτι τύποι με ζωγραφιστούς σταυρούς στους χιτώνες που φοράνε πάνω από τις πανοπλίες. Η περιοχή εξακολουθεί να κατοικείται από «Ρωμαίους» που μιλάνε ελληνικά (αυτούς που θα λέγαμε σήμερα Βυζαντινούς) αλλά βρίσκεται παροδικά υπό τον έλεγχο των Σελτζούκων Τούρκων, που όλοι οι προσεκτικοί αναγνώστες του ιστολογίου γνωρίζουν πώς μπήκαν στη Μικρά Ασία. Οι σταυροφόροι αν και υποτίθεται έχουν έρθει για άλλη δουλειά, κάνουν και καμιά μπίζνα δρόμο-δρόμο, οπότε σε μια επιχείρηση με άδηλες τότε συνέπειες, ξεθάβουν το (παραδόξως ακέραιο και ουχί κατατεμαχισμένο) λείψανο του Αγίου, το βουτάνε και το χώνουν σε ένα καράβι το οποίο καταλήγει στο Μπάρι. Εκεί ανεγείρεται (καθολικός) ναός προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος μέχρι τούδε ήτο σχεδόν άγνωστος στη Φραγκιά (συγγνώμη, τη Δυτική Ευρώπη ήθελα να πω), αλλά με κέντρο το Μπάρι αρχίζει να διαδίδεται η φήμη του, με τη βοήθεια και κάποιων θαυματουργών υγρών που υποτίθεται εκκρίνει ή μαζεύει ή αγιάζει το λείψανο.

Τους επόμενους αιώνες του ύστερου Μεσαίωνα, η φήμη του Αγίου φτάνει μέχρι τα πέρατα της Δύσεως, οπότε ταξιδεύει μέχρι τις Κάτω Χώρες, όπου του αποδίδεται η ιδιότητα του προστάτη των μικρών παιδιών (που δεν την έχει στην Ορθόδοξη παράδοση). Στις σκοτεινές, μακριές νύχτες του ολλανδικού χειμώνα, πιθανώς και σε αντικατάσταση παλαιότερων παγανιστικών γιορτών, οργανώνονται διάφορες γιορτές με κέντρο κάποιους αγίους: ο άγιος Μαρτίνος (της Τουρ) γιορτάζει το Νοέμβριο και τα παιδιά ανάβουν διάφορα φαναράκια για να τον τιμήσουν. Κατά τα μέσα Νοεμβρίου αρχίζει η περίοδος προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα, αλλά ως τις 6 Δεκεμβρίου το τοπικό φολκλόρ περιλαμβάνει κάμποσο Αη-Νικόλα: είναι ο Sinterklaas, που θα φέρει δώρα στα καλά παιδάκια (βάζοντάς τα στις κάλτσες ή τα παπούτσια τους το βράδι της 5ης Δεκεμβρίου), και παρεμπιπτόντως θα τιμωρήσει και τα κακά παιδάκια.

Ο πίνακας του Jan Steen απεικονίζει μια νύχτα 5ης Δεκεμβρίου κάπου μέσα στον ολλανδικό 17ο αιώνα.

Η Μεταρρύθμιση που θα κυριαρχήσει στις πιο πάνω από τις Κάτω Χώρες, καταργεί τη λατρεία των αγίων, οπότε ο εορτασμός του Sinterklaas καταστέλλεται τα πρώτα χρόνια της ολλανδικής ανεξαρτησίας. Όμως τα παιδάκια γκρινιάζουν και οι νύχτες του χειμώνα είναι εξίσου μακριές και υπό καλβινιστικά συμφραζόμενα, οπότε η φιγούρα μετατρέπεται σε κάποιου είδους λαϊκή φολκλορική παράσταση που στήνεται αποκομμένη όσο γίνεται από θρησκευτικό υπόβαθρο. Τώρα ο Sinterklaas, με ανατολική γενειάδα μεν, είναι ντυμένος σαν (καθολικός) Επίσκοπος με κόκκινα ράσα και διχαλωτή μίτρα με σταυρό, αλλά συνοδεύεται από ένα πλήθος μαυριδερών υπηρετών (που μάλλον παραπέμπουν σε σκλάβους της εποχής του δουλεμπορίου). Η χώρα από όπου προέρχονται αυτοί οι μαυρούληδες (οι Zwarte Piet) είναι η Ισπανία· μια και οι βασικοί αντίπαλοι των Ολλανδών στους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου και 17ου αιώνα ήταν οι Ισπανοί κλήρονόμοι της υποτιθέμενης «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» των Αψβούργων (οι Ολλανδοί γενικά σάρκαζαν τους κοντούληδες, μαυριδερούς αντιπάλους τους). Ο Sinterklaas μοιράζει γλυκά (pepernoten) και δώρα στα καλά παιδάκια, και απειλεί τα κακά παιδάκια ότι θα τα πάρει μαζί του στην Ισπανία όπου θα μαυρίσουν και θα γίνουν Zwarte Piet κι αυτά.

Κι έτσι περνάνε οι μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και οι αιώνες μέχρι την ίδρυση της αποικίας του Νέου Άμστερνταμ πάνω στη νήσο Μανχάταν, την οποία με την ευκαιρία κάποιου πολέμου οι Ολλανδοί την πουλάνε στους Άγγλους με αντάλλαγμα αν δεν κάνω λάθος την Ολλανδική Γουϊάνα (νυν Σουρινάμ) στη Νότια Αμερική. Οι Άγγλοι μετονομάζουν την περιοχή σε Νέα Υόρκη (αν και μερικές ολλανδικές ονομασίες όπως Haarlem επιβιώνουν σε κάποιες γειτονιές) και κάποια στιγμή γύρω στο 19ο αιώνα, κάποιοι που θέλουν να αποδιώξουν το αγγλικό παρελθόν των αποίκων αναβιώνουν την ιστορία του Sinterklaas ως επί το αμερικανικότερον Santa Claus, και επειδή η μνήμη των αγίων δεν έχει διατηρηθεί στους αποίκους της νέας ηπείρου, τη μεταφέρουν στην παραμονή των Χριστουγέννων. Ο καινούργιος πλέον Santa φερνει δώρα στα παιδιά από τις καμινάδες, αλλά εμπλέκεται και με μερικούς γερμανικής-σκανδιναβικής προέλευσης μύθους, οπότε καταλήγει με τη βοήθεια του Ντίσνευ και της Κοκακόλας να περιφέρεται με ένα ιπτάμενο έλκηθρο με κάτι τάρανδους και διάφορα άλλα εφέ που όλοι καλά γνωρίζουμε.

Κάποια στιγμή διασχίζει πάλι τον Ατλαντικό και έρχεται στη Δυτική Ευρώπη, όπου ναι μεν στις περισσότερες χώρες βρίσκει έδαφος ανάπτυξης (ως Father Chtistmas ή ως Santa ή ως Αη-Βασίλης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σε κάτι πτωχούς βαλκάνιους), αλλά στην Ολλανδία (και στο Βέλγιο εν μέρει) δημιουργείται μια σύγχιση, καθότι ο προγονικός Sinterklaas δεν έχει εξαφανιστεί και διεκδικεί την αρμοδιότητα να δίνει αυτός τα δώρα, και μάλιστα είκοσι ολόκληρες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Ρωτάω τις συναδέλφους με παιδάκια πώς αντιμετωπίζουν το ζήτημα: μου εξηγούν ότι ορισμένες ολλανδικές οικογένειες προτιμούν τον ένα από τους δύο ανταγωνιστικούς αγίους (κατά τεκμήριο τον πιο παραδοσιακό της 5ης Δεκεμβρίου) ενώ άλλες μοιράζουν δωράκια και την 24η του μηνός, δεδομένου ότι τα παιδάκια έχουν μάθει και τα περιμένουν.

Υπάρχουν βέβαια μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, καθώς ο Sinterklaas δεν είναι πανταχού παρών, αλλά έρχεται (με ατμόπλοιο κιόλας...) μια συγκεκριμένη μέρα από την Ισπανία, και μετά περιφέρεται ανά τη χώρα: αυτή τη μέρα είναι στο Λέιντεν, την άλλη στο Άμστερνταμ κλπ. Οι μαυριδεροί υπηρέτες έχουν γίνει λίγο πιο πολίτικαλυ κορέκτ με τα χρόνια (δεδομένης και της μάλλον κερδοφόρας επίδοσης των Ολλανδών στον τομέα του εμπορίου σκλάβων, για την οποία σήμερα δεν είναι τόσο περήφανοι πλέον), και σε κάθε περίπτωση τα γλυκάκια που συνοδέυουν τη γιορτούλα είναι συμπαθέστατα.

Τους διηγούμαι μέσες άκρες την ιστορία με τις τρεις κόρες και τα τρία πουγκιά και την ανατολική προέλευση του ορίτζιναλ αγίου, και μια κοπέλα αναφωνεί ενθουσιασμένη «καλά το θυμόμουνα ότι ο Sinterklaas ήταν Τούρκος». Προς στιγμήν πάει να μου ανέβει το αίμα στο κεφάλι αλλά ένας άλλος συνάδελφος εκφράζει την ειλικρινή απορία του «και τι δουλειά έχει ο Τούρκος στην Ισπανία;», οπότε πνίγω τα γέλια που μου 'ρχονται καταβροχθίζοντας ένα ακόμα pepernoot και μετράω νοερά τις (λίγες...) ακόμα μέρες που έχω να περάσω στις πάνω Κάτω Χώρες πριν πάρω το ατμόπλοιο (λέμε τώρα...) για την Ιβηρική.

Όπου και θα μαυρίσω, βέβαια, ούτε λόγος.

30/11/11

Πωλητής Βίβλων

Μια τυχαία (;) σελίδα από ένα διαδικτυακό παιχνίδι με βάση το «Βιβλίο της άμμου», ακριβώς εκεί που εμφανίζεται ο πωλητής (από εδώ).

Την πρώτη φορά που συνάντησα την έκφραση «Πουλάω Βίβλους» ήταν στο διήγημα «Το βιβλίο της άμμου», από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του ύστερου Μπόρχες. Δεν είχα δώσει πολλή σημασία στο πρόσωπο του πωλητή (καθώς η προσοχή μου ως προς το κειμένο ήταν στραμμένη μάλλον στο βιβλίο του τίτλου και την αιωνιότητα που περικλείει), μέχρι πριν λίγες μέρες που ξανάκουσα την έκφραση σε εντελώς μη μπορχεσιανά συμφραζόμενα, οπότε και θυμήθηκα το αφήγημα.

Τον τελευταίο καιρό, έχουμε καθιερώσει με τους συναδέλφους την έξοδο της Παρασκευής: κατά τις έξι το απόγευμα μαζευόμαστε σε μια μπυραρία (όχι πάντα την ίδια) και πίνουμε μερικές μπύρες (πλην του Έλληνος συνδαιτυμόνος που φτάνει πάντα καθυστερημένος και πίνει κρασί, αλλά αυτά είναι γνωστές γραφικότητες των νοτίων και δεν ενοχλούν πολύ). Αφού λοιπόν έφτασα περασμένες εφτά την προηγούμενη εβδομάδα, παρήγειλλα οχτώ μπύρες και ένα κρασί, και φέρνοντάς τα στο τραπέζι έτυχε να καθήσω απέναντι από τον Βιτσέντσιο, έναν ημικολομβιανής καταγωγής Ολλανδό συνάδελφο, με τον οποίο βέβαια καθόμαστε στην ίδια διάταξη και τις άλλες μέρες, οπότε δεν είχε πολύ μεγάλη διαφορά εκτός από το τραπέζι του μπιλιάρδου που βρισκόταν πίσω του αντί για τους συνήθεις υπολογιστές.

Πιάσαμε μια χαζή κουβέντα για τις διάφορες ολλανδικές ντοπιολαλιές, και αν η προφορά του Ρότενταμ είναι πιο μάγκικη σε σχέση με αυτήν του Άμστερνταμ, και μετά αν καταλαβαίνουν οι κάτοικοι του Ράντσταντ (της αστικής ζώνης στα δυτικά της χώρας) τους κατοίκους της επαρχίας (ειδικά στο Γκρόνιγκεν στο βορρά ή στο Λίμπουρκ στο νότο). Για κάποιο χαζό λόγο στράφηκαν σε εμένα να ρωτήσουν πώς μου φαίνονται οι ολλανδικές προφορές: τους εξήγησα ότι όχι μόνο δεν διαχωρίζω τις προφορές, αλλά ούτε τα ολλανδικά από τα φλαμανδικά (και ούτε καν από τα γερμανικά αν η φράση δεν έχει τόσα πολλά χι ώστε να βρωμάει ολλανδίλα από χιλιόμετρα).

Με ρώτησαν (από ευγένεια, υποθέτω) αν στα ελληνικά αντιλαμβάνομαι τις διάφορες προφορές και απάντησα με πάσα ειλικρίνεια ότι μέσες άκρες καταλαβαίνω τις περισσότερες, πλην ίσως των ποντιακών και των γκρεκάνικων της Κάτω Ιταλίας (άντε και των κυπριακών όταν εκφέρονται με ταχύτητα). Τους είπα κάτι πασαλείμματα περί ελληνιστικής κοινής και ιωνικών διαλέκτων, κι αφού τελείωσα τη διάλεξη γύρισα στο Βιτσέντζιο και τον ρώτησα αν η δική του προφορά ήταν του Άμστερνταμ, θεωρώντας ότι έχει γεννηθεί εκεί.

Μου απάντησε ότι γεννήθηκε στην Κολομβία, η πρώτη του γλώσσα (η μητρική) ήταν τα ισπανικά, και ότι έμαθε ολλανδικά όταν οι γονείς του μετανάστευσαν στην Ολλανδία. Πήγα να διορθώσω ότι προφανώς ο Ολλανδός πατέρας του «παλλινόστησε» στη χώρα, αλλά μας εξήγησε ότι ο πατέρας του είχε γεννηθεί στην Κολομβία, από Ολλανδούς γονείς. Ρώτησα τι πήγαν να κάνουν οι παππούδες του στη Λατινική Αμερική, και ο Βιτσέντζιο χαμογέλασε λίγο αμήχανα και απάντησε:

- Πήγαν να πουλήσουν Βίβλους.

Δεν είμαι βέβαιος πόσο χαιρόταν που μιλούσε γι' αυτό, πάντως μας εξήγησε ότι οι παππούδες ήταν πολύ θρήσκοι, αλλά ανήκαν σε μια ελάσσονα προτεσταντική ομολογία που δεν είχε και πολλούς πιστούς στην Ολλανδία. Κάποτε λοιπόν αποφάσισαν να κηρύξουν το λόγο του Θεού στους ειδωλολάτρες, και βρέθηκαν στην Κολομβία με ένα φορτίο Βίβλους. Βέβαια η χώρα παραήταν Καθολική (ή τέλος πάντων όχι και πολύ ενδιαφερόμενη για αυτού του είδους την εκκλησία), ωστόσο κατάφεραν να συγκεντρώσουν γύρω τους ένα μικρό ποίμνιο, στο οποίο ξεχώριζαν βέβαια αισθητά τα ίδια τους τα παιδιά (ξανθά και ψηλά ανάμεσα στο μελαχροινό και μικροκαμωμένο πλήθος των ιθαγενών). Όλα τα παιδιά παντρεύτηκαν Κολομβιανούς, έκαναν με τη σειρά τους αβέρτα παιδιά κι εγγόνια, κι έτσι δημιουργήθηκε ένα πλήθος εξαδέλφων ολλανδο-κολομβιανής ανάμιξης που είναι σήμερα το νοτιοαμερικάνικο σόι του Βιτσέντσιο.

Βέβαια, όπως συνήθως συμβαίνει στις μικρές θρησκευτικές κοινότητες που δεν έχουν Κλήρο και Ιεραρχία (ή έναν πάπα με αλάθητο στην ανάγκη), σε λίγο καιρό ο καθένας τράβαγε το δικό του βιολί, πάντα στηριγμένο σε κάποιο κείμενο της Βίβλου. Αν και συγγενείς, οι μεν διαχωρίζονταν από τους δε για κάποια διαφωνία σε κάποιο εδάφιο του Εσδρά ή των Πράξεων των Αποστόλων, και κατέληγαν να μη μιλιούνται και να ιδρύουν ανταγωνιστική εκκλησία. Σε κάποια φάση ο πατέρας του συνομιλητή μας τα βρόντηξε ολοσχερώς και πήρε την οικογένειά του (τη στενή) και γύρισε στην πατρίδα που οι γονείς του εγκατέλειψαν για να πουλήσουν Βίβλους στη Μπογκοτά. Έφτασε σε ένα ελαφρά παρακμιακό Άμστερνταμ στα τέλη της δεκαετίας του '70, μιλώντας κάτι παλιακά ολλανδικά που δεν αντιστοιχούσαν σε καμμία γνωστή προφορά: ήταν ένα μίγμα εκκλησιαστικής γλώσσας του '50 με ισπανικούς τονισμούς. Η χώρα του ήταν εντελώς άγνωστη, οπότε μάλλον «μετανάστευσε» εκεί παρά παλλινόστησε.

Ο Βιτσέντσιο συμπλήρωσε (με έναν τόνο τρυφερότητας, νομίζω, ακόμα κι αν το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δεν αφθονεί στη χώρα) ότι ο πατέρας του ακόμα και τώρα, τριάντα χρόνια μετά, δεν αισθάνεται ακριβώς «σπίτι του» εδώ, ούτε πουθενά. Η εντελώς Κολομβιανή μητέρα του είναι πιο προσαρμοσμένη, παραδόξως. Τον ρώτησα για τους παππούδες του· μου είπε ότι ο παππούς έχει πεθάνει, ενώ η γιαγιά ζει ακόμα στη Μπογκοτά, τριγυρισμένη από ένα πλήθος παιδιών, εγγονών και δισεγγόνων που αποτελούν κατά βάση το ποίμνιο. Οι νεώτερες γενιές τείνουν να απομακρύνονται από την εκκλησία, αλλά η γιαγιά πηγαίνει κάθε Κυριακή στο κήρυγμα του πάστορα. Σκέφτηκα να ρωτήσω αν πουλάνε ακόμα Βίβλους, αλλά μάλλον δεν ήταν φοβερά καλή ιδέα.

Θυμήθηκα τον πωλητή Βίβλων του Μπόρχες - τοποθετημένο στην οικονομία του διηγήματος σε χτυπητή φιλοσοφική αντίθεση με το αιώνιο βιβλίο που πουλάει στον αφηγητή με αντάλλαγμα ένα παλιό αντίτυπο της Βίβλου και μερικά χαρτονομίσματα. Στο διήγημα ο πωλητής είναι Σκωτσέζος, μάλλον Πρεσβυτεριανός. Χτυπάει μια πόρτα στην Αργεντινή, ίσως πληροφορημένος ότι αυτός που ανοίγει είναι αρκούντως βιβλιόφιλος ώστε να μπορέσει να ξεφορτωθεί το επίμαχο βιβλίο που οι σελίδες του είναι άπειρες, πιο πολλές και από τους κόκκους της άμμου. Σκέφτομαι για λίγο τον Ολλανδό παππού του συνομιλητή μου, να χτυπάει την πόρτα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ας πούμε (ή ίσως του Αουρελιάνο Μπουενδία αυτοπροσώπως, δεν ξέρεις) προτείνοντάς του να αγοράσει το λόγο του Θεού, και καλώντας τον στο Κυριακάτικο κύρηγμα.

Αλλά απλώς περιορίζομαι να ρωτήσω τον Βιτσέντζιο αν η δική του προφορά είναι επηρεασμένη από τα ισπανικά, όπως του πατέρα του. Οι άλλοι συνδαιτυμόνες σπεύδουν να διαβεβαιώσουν ότι το παλληκάρι μιλάει σα βέρος Αμστεντάμερ, καμμία αντίρρηση, επαναφέροντας την κουβέντα στο αρχικό ερώτημα. Ο ίδιος συμπληρώνει γελώντας ότι τα ισπανικά του έχουν ενσωματώσει κάποιον ολλανδικό απόηχο πλέον, αλλά προφανώς ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος εκ των παρόντων μπορεί να το επιβεβαιώσει ή να το διαψεύσει.

Ύστερα κάποιος ρίχνει την ιδέα να πάμε κάπου αλλού για φαγητό, και σύντομα βγαίνουμε στο δρόμο για να πάρουμε τα ποδήλατα (πλην του Έλληνα που παραμένει υποδειγματικά πεζός) με κατεύθυνση μια ιταλική πιτσαρία που δεν είχα επισημάνει ως τώρα.

Σκέφτομαι ότι στο επόμενο ταξίδι στην Ελλάδα πρέπει να κουβαλήσω ίσως κι εκείνο το βιβλίο με τα πεζά του Μπόρχες, παρά το βάρος του και παρά το ότι το έχω ήδη διαβάσει μια-δυο φορές.

Βαδίζουμε κουβεντιάζοντας στην παγωμένη Rapenburg· οι αναπνοές μας γίνονται ένα με τη βραδινή ομίχλη.

25/11/11

Και η ζωή συνεχίζεται

Φωτό όχι πολύ σχετική, ούτε και εντελώς άσχετη (© M.B., aka Μαρίστρα, Delft, Νότια Ολλανδία, Οκτώβριος 2010).

Η Ολλανδέζα συνάδελφος είναι χαμηλών τόνων, από τις πιο διακριτικές παρουσίες στο χώρο. Δηλαδή τι «διακριτική», σχεδόν αόρατη είναι η κοπέλα· ενάμιση χρόνο έχω κλείσει εδώ και ελάχιστες φορές θυμάμαι να έχω ακούσει τη φωνή της. Η παρουσία της δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, η απουσία της επίσης. Ίσως να φταίει που κατοικοεδρεύει σε διπλανό χώρο, ίσως που νταλαβερίζεται με θέματα που επιστημονικώς δεν εμπίπτουν στα ενδιαφέροντά μου. Ξέρω ότι έχει οικογένεια, μάλιστα το δεύτερο παιδί της το έκανε πρόσφατα. Θυμάμαι ότι όταν παρατήρησα ότι ήταν έγκυος σχεδόν κόντευε να μπει στο μήνα της· ακόμα και η εγκυμοσύνη της ήταν χαμηλών τόνων.

Σήμερα όμως κάθεται απέναντί μου την ώρα του μεσημεριανού φαγητού και τη βλέπω πως είναι «κάπως». Στη χλωμή επιδερμίδα της έχει προστεθεί ένας τόνος ροζ· με όρους μεσογειακούς πρέπει να είναι πολύ «τσιτωμένη». Οι βολβοί των ματιών της περιφέρονται με ταχύτητα σε διαφορα σημεία, και το σιδερωμένο της καθημερινό χαμόγελο απουσιάζει, καθώς τα ήδη λεπτά χείλη της έχουν σφιχτεί μέχρι εξαφανίσεως. Δίπλα της κάθεται η νεαρή επισκέπτρια από την Αργεντινή που την παρατηρεί νομίζω με την ίδια απορία εντοπίζοντας κι εκείνη το «κάπως». Συζητάνε χαμηλόφωνα για ένα πρότζεκτ και μια συνάντηση που εκκρεμεί, αλλά η Ολλανδέζα έχει εμφανώς το μυαλό της αλλού και κάποια στιγμή αρχίζει περισσότερο να μονολογεί παρά να απευθύνεται στη μικρή, λέγοντας πάνω κάτω τα εξής:

«Ναι, πρέπει να δούμε αυτό το θέμα, κανονικά έπρεπε να κάνουμε το meeting χτες, αλλά χτες δεν ήταν καλή μέρα... Δηλαδή ήταν πολύ περίεργη μέρα, ξεκίνησε πολύ καλά και εξελίχθηκε περίεργα... Το πρωί μίλησα με μια φίλη μου· είχε μόλις γεννήσει ένα αγοράκι. Πάντα ήθελε ένα αγοράκι, το πρώτο της παιδί ήταν κοριτσάκι και τώρα χάρηκε πολύ και χάρηκα κι εγώ μαζί της. Αλλά δεν πρόλαβα να της μιλήσω γιατί εκείνη την ώρα ερχόντουσαν τα πεθερικά να τη δουν και της είπα ότι θα την ξαναπάρω αργότερα. Μετά πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου, που είχαμε κανονίσει να πάμε να δούμε τη γιαγιά το απόγευμα, να της πω ότι επειδή ήθελα να πάω να δω τη φίλη μου που μόλις γέννησε, μήπως να αναβάλλουμε την επίσκεψη για σήμερα. Μου είπε να μην ανησυχώ, διότι η γιαγιά είχε μόλις πεθάνει, δε χρειαζόταν να την επισκεφτούμε πια.»

Είπα κάτι σαν «συλληπητήρια» αλλά δε με πρόσεξε· συνέχισε να μιλάει περίπου μονολογώντας.

«Η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη και άρρωστη χρόνια, δεν ήταν απρόσμενο ότι πέθανε. Αλλά είναι περίεργο, ένας άνθρωπος ήρθε κι ένας έφυγε και εγώ άκουσα και τα δύο πράγματα την ίδια στιγμή σχεδόν. Μετά έπρεπε να κάνουμε το meeting, κι η κόρη μου ήταν άρρωστη και γκρίνιαζε αλλά εγώ έπρεπε να έρθω εδώ, ο άντρας μου έλειπε, η αδελφή μου είναι στην Ιαπωνία, έπρεπε να πάω στη μαμά μου και να είμαι κοντά της, έπρεπε να πάρω το γιο μου από το σχολείο, έπρεπε να είμαι ήρεμη και χαρούμενη στα παιδιά, και καλή κόρη και καλή συνάδελφος και δεν ξέρω τι άλλο, κι εγώ το μόνο που ήθελα το πρωί ήταν να πάρω τηλέφωνο τη φίλη μου να της ευχηθώ για το μωρό της και να της πάω ένα δωράκι, αλλά δε γινότανε γιατί πρέπει να γίνεις χίλια κομμάτια και να είσαι αυτό κι εκείνο και παντού όλες τις ώρες κι όλες τις μέρες.»

Κοίταχτήκαμε με τη νεαρή Αργεντινή. Η Ολλανδέζα συνέχισε να λέει για την αρρώστια της γιαγιάς της και για τα χρόνια που πέρασε περιορισμένη ουσιαστικά σε ένα δωμάτιο, με επισκέψεις συγγενών που δεν πολυκαταλάβαινε στο τέλος ποιοί ήταν. Μιλούσε με ήρεμη, χαμηλή φωνή, χωρίς εντάσεις, σα να διηγιόταν μια ιστορία που αφορούσε κάτι μακρινό και να την έλεγε όχι σε εμένα ή στη μικρή αλλά σε κάποιο φανταστικό ακροατή που βρισκόταν πιο πέρα, πίσω από τον τοίχο της καντίνας. Σιγά σιγά όμως ξανάπαιρνε το χλωμό χρώμα της καθημερινότητάς της καθώς μιλούσε· κάποια στιγμή έκανε μια παύση και πήρε μια ανάσα κοιτάζοντας το πιάτο της. Ύστερα είπε:

«Ήθελα απλώς να πάω ένα δώρο στη φίλη μου που γέννησε.»

Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. Μετά ξαναφόρεσε το καθημερινό σιδερωμένο χαμόγελο, γύρισε στη μικρή και της είπε να κανονίσουν το meeting για τη Δευτέρα το μεσημέρι. Η μικρή έγνεψε καταφατικά.

Ύστερα τελειώσαμε το φαγητό μας και σηκώθηκε να πάει ο καθένας στη δουλειά του.

18/11/11

Ημερίδα συστημάτων

Η Πίπη η φακιδομύτη ενώ ετοιμάζεται για μια ημερίδα Βιολογίας Συστημάτων (εικόνα από εδώ).

Αυτή την εποχή ξημερώνει αργά. Κανονικά βέβαια εγώ αρνούμαι να βγω από το κρεβάτι μου πριν βγει ο ήλιος από το δικό του, αλλά σήμερα ήταν μια πιο ειδική περίσταση διότι έπρεπε να βρίσκομαι σχετικά νωρίς σε μια ημερίδα με θέμα τη Βιολογία Συστημάτων. Όσοι δεν είστε ειδικοί στη Βιολογία Συστημάτων μην ανησυχείτε: δεν είναι πολύ διαφορετική από τη σκέτη Βιολογία, οπότε δεν έχετε να φοβάστε και πολλά πράγματα. Όσοι πάλι είστε ειδικοί, καλύτερα να ανησυχείτε: δεν είναι πολύ διαφορετική από τη σκέτη Βιολογία, οπότε ο κάθε πικραμένος θεωρεί ότι αυτοδικαίως μπορεί να θεωρηθεί ειδικός. Άρα έχετε το νου σας, τώρα μάλιστα που τα συστημικά είναι ακόμα πολύ της μοδός, και μπορεί να βρεθεί κανείς στην ίδια ημερίδα να ακούει από το μεταβολικό σύνδρομο και το διαβήτη τύπου 2 μέχρι τη διαχείριση των αποθεμάτων μπακαλιάρου στη Βαλτική. Ως ομοειδή θέματα, εννοείται.

Το Τμήμα μας οργανώνει κάθε χρόνο μια ημερίδα με κάποιο επιστημονικό θέμα, στην οποία συμμετέχουν τέσσερις προσκεκλημένοι ομιλητές από άλλους ερευνητικούς οργανισμούς αλλά και εκπρόσωποι των ερευνητικών ομάδων του ίδιου του Τμήματος που αναφέρονται στα αποτελέσματα της δουλειάς τους. Κατά κανόνα οι απέξω είναι σχετικοί με το αντικείμενο (αφού ως προς τη συνάφειά τους επιλέγονται) αλλά οι από μέσα έχουν ο καθένας το δικό του θεματάκι, το οποίο δεν ταιριάζει υποχρεωτικά με το γενικό. Πριτς... Δεδομένου ότι η ημερίδα είναι ένα είδος ερευνητικής πασαρέλας στην οποία ο καθένας αισθάνεται την υποχρέωση να κάνει το κομμάτι του, ορισμένοι καλοί άνθρωποι (δικοί μας) βγαίνουν και λένε τα δικά τους όποιο κι αν είναι το υποτιθέμενο θέμα μας. Βιολογία συστημάτων; Κι εμείς μέσα. Μεταγονιδιωματική; Εμείς πρώτοι. Εξελικτική επιστημολογία; Όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω.

Όταν ζούσα στην Ελλάδα πίστευα ότι αυτές οι συμπεριφορές είναι ίδιον του ανάδελφου έθνους μας, αλλά τώρα που είδα και τους ξένοι από πιο κοντά αντιλαμβάνομαι ότι η ανάγκη για πασαρέλα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα και διαπερνά τις επιστημονικές κουλτούρες και τους ευρύτερους πολιτισμούς. Το Τμήμα οργανώνει κάθε χρόνο την πασαρέλα (με την ευθύνη μιας ομάδας μεταπτυχιακών φοιτητών που κάνουν την οργανωτική επιτροπή) σε μια άιθουσα που βρίσκεται σε ένα διπλανό κτίριο, το οποίο έχει ένα τόσο απίστευτα δαιδαλώδες σύστημα διαδρόμων που χρειάζεσαι το μίτο της Αριάδνης για να βρεις πού να πας. Με τα πολλά βέβαια το βρήκα, ακολουθώντας ένα μπουλούκι εξίσου χαμένων επιστημόνων και φοιτητών, την ώρα που επιτέλους έβγαινε ο ήλιος να μας δει (αλλά δε μας είδε, λόγω της παχιάς ομίχλης που κάθεται αυτές τις μέρες πάνω στις Κάτω Χώρες).

Πάντως περί Βιολογίας Συστημάτων δεν έγινα και πολύ σοφότερος σήμερα, είναι η αλήθεια, παρότι μερικές ομιλίες ήταν σίγουρα ενδιαφέρουσες. Ωστόσο όσο περνούσε η μέρα το πράγμα βάραινε, και από κάποια στιγμή και μετά απεκδύθην τον επιστήμονα που κουβαλάω και άφησα τον εσωτερικό μου μπλόγκερ να κάνει κοινωνιολογικές παρατηρήσεις στα πέριξ, σημειώνοντάς τις με επιμέλεια (στα ελληνικά, μην καρφωθούμε κιόλας) στο τετραδιάκι μου. Αντιπαρήλθα το εντελώς ροζ μαλλί της δεύτερης ομιλήτριας και παρατήρησα με ενδιαφέρον τις τρεις Ινδονήσιες ή Μαλαισιανές ή κάτι τέτοιο φοιτήτριες με τις μαντήλες αριστερά μου, δίπλα στον καθηγητή της Βοτανικής που φορούσε ένα πουκάμισο ωσάν βοτανικό κήπο. Βέβαια ο καλός μου ο προφέσορ φοράει πάντα κάτι τέτοια χαρούμενα, δεν τον έχει δει κανείς ποτέ με μονόχρωμο ή έστω ριγέ, και κατά καιρούς μου δημιουργείται η απορία από πού ψωνίζει πουκάμισα. Άλλα έχουν λουλουδάκια (όπως το σημερινό), άλλα καρδούλες, άλλα λαχουράκια, μπορεί και καμμιά βουκαμβίλια ολότελα. Τον συμπαθώ όμως, διότι έχει μακρύ μαλλί με μπούκλες σαν το δικό μου, αν και ξανθό. Στην Πορτογαλία προσπαθούσαν να με πείσουν ότι μακριά μαλλιά έχουν μόνο οι χεβιμεταλλάδες κι αυτοί όχι μετά τα δεκάξι· ο λουλουδάτος προφέσορ είναι η ζωντανή απόδειξη για το αντίθετο.

Ωστόσο δεν είναι ο χειρότερα ντυμένος της παρέας, καθώς δεξιά μου έρχεται και κάθεται μια φραμπαλάτη προπτυχιακή φοιτήτρια που πρωτοσυνάντησα πρόσφατα, υπό λίγο δραματικές βέβαια συνθήκες. Ήρθε και με βρήκε ένα απόγευμα κατά τις εξίμιση σε κατάσταση σοκ: είχε κλειδωθεί μέσα στο κτίριο και δε μπορούσε να βγει. Για κάποιο περίεργο ολλανδικό λόγο, θεωρείται αυτονόητο ότι μετά τις έξι το απόγευμα δεν υπάρχει άνθρωπος στο κτίριο, οπότε η θυρωρός φεύγει και η πόρτα κλειδώνει. Οι εργαζόμενοι έχουμε κάποιες ηλεκτρονικές κάρτες που μπορούν να την ανοίξουν (κι αυτό μέχρι τις έντεκα το βράδι, όχι περισσότερο), οπότε η φουκαριάρα η κοπέλα έψαχνε να βρει άνθρωπο να της ανοίξει για να βγει. Για τον ίδιο περίεργο ολλανδικό λόγο, δεν υπήρχε κανείς διαθέσιμος, εκτός του ξεχασμένου Έλληνα (και δη Καριώτη, αλλά άντε να εξηγήσεις τι θα πει αυτό...) στον τρίτο όροφο, ο οποίος στις έξι η ώρα βλέπει ακόμα πολύ μέλλον στη μέρα του.

Η κοπέλα με αναγνωρίζει και μου ψευτοχαμογελάει. Έχει ένα από τα πιο επίπεδα και ανέκφραστα πρόσωπα που έχω δει σε γυναίκα, και μάλλον κάπως θα της το έχουν επισημάνει καθώς όλα τα άλλα απάνω της διεκδικούν την προσοχή. Φοράει ένα περίεργο πλεκτό με σχέδια που παραπέμπουν σε προκολομβιανό πολιτισμό ή σε τελετές μαύρης μαγείας. Έχει προσθέσει ίσαμε τρία κιλά εξτένσιον (σε μαλλί κεραμιδί χρώματος), ένα σκουλαρίκι στο φρύδι, και άφθονα χαϊμαλιά. Εστιάζω στο βιβλίο που βγάζει και αρχίζει να διαβάζει αδιαφορώντας ηχηρά για τις ομιλίες που εναλλάσσονται. Λέγεται "the vegan freak" και εξηγεί τα καλά του να μην τρως τίποτα ζωικό. Αναρωτιέμαι ποιο το νόημα της παρουσίας της (όλη την ώρα διαβάζει το βιβλίο) μέχρι που κάποιος από τους οργανωτές επισημαίνει ότι οι φοιτητές για να πάρουν τις μονάδες που χρειάζονται πρέπει να γράψουν περιλήψεις για έξι τουλάχιστον ομιλίες. Αυτό εξηγεί γιατί υπάρχει τόσο μαζική φοιτητική συμμετοχή, και εν μέρει ερμηνεύει και γιατί με τη συμπλήρωση των έξι πρώτων ομιλιών το κοινό αρχίζει και αραιώνει.

Προσπαθώ να συγκεντρωθώ στην έβδομη ομιλία που είναι αρκετά ενδιαφέρουσα όταν ακούω την Κινέζα από την από πίσω σειρά να λέει στα κινεζοαγγλικά «συγγνώμη, μήπως μπορείτε να βγάλετε το καπέλο γιατί δε βλέπουμε;» Γυρίζω δεξιά και βλέπω ότι η ανέκφραστη vegan έχει φορέσει κάτι σαν καπέλο (ή μάλλον πρόκειται για την κουκούλα του προκολομβιανού ενδύματος) που φέρνει σε ριγέ καπελάκι μάγισσας, ενώ διαβάζει εμβριθώς. Η εικόνα φαντάζομαι ότι θα είναι συγκλονιστικά για γέλια άμα τη δει κανείς άξαφνα, σα να προσγειώθηκε η Μάτζικα ντε Σπελ ανήμερα το Halloween σε επιστημονικό συνέδριο δυο θέσεις δίπλα σε φορητό βοτανικό κήπο, αλλά το γεγονός ότι βρίσκομαι εγώ ανάμεσά τους με προβληματίζει κάπως για το συνολικό ταμπλώ βιβάν και κρατιέμαι ψύχραιμος. Άλλωστε και οι υπόλοιποι είναι πολύ σοβαροί γύρω γύρω, Ινδονήσιες πιστές μουσουλμάνες και ελαφρώς αγανακτισμένες Κινέζες. Η vegan πάντως κατεβάζει το καπελάκι την ίδια στιγμή που η ομιλία τελειώνει και το κοινό ξεσπάει σε χειροκροτήματα. Για την ομιλία, εννοείται.

Ακολουθούν ερωτήσεις στην όντως ενδιαφέρουσα ομιλία. Ο ένας ρωτάει αυτό κι ο άλλος το άλλο, κι ένας μεσήλιξ κύριος, κάθιδρος και κατακόκκινος, κρατάει το χέρι σηκωμένο περιμένοντας για αρκετή ώρα να του δοθεί ο λόγος. Στο τέλος ο προεδρεύων, ένας Γερμανός υποψήφιος διδάκτωρ, του παραχωρεί το λόγο και ο κύριος αντί άλλης ερώτησης, λέει:

- Μήπως μπορείτε να ανοίξετε καμιά πόρτα να μπει λίγος αέρας; Έχουμε σκάσει εδώ.

Ο προεδρεύων διαβεβαιώνει ότι μπορούν να ανοίξουν όχι μόνο την κάτω πόρτα της αίθουσας, αλλά και την πάνω έξοδο κινδύνου ώστε να κάνει ρεύμα. Μια κοπέλα πάει να ανοίξει την έξοδο κινδύνου και αυτομάτως αρχίζει να χτυπάει ο συναγερμός, ένας διαπεραστικός άθλιος ήχος που τους στέλνει όλους έξω κακήν κακώς με τα χέρια στα αυτιά (πλην ενός γνωστού μπλόγκερ που επειδή είναι κουφός μονόπλευρα κρατάει το αριστερό αυτί μόνο και στο δεξί χέρι έχει τον καφέ του). Κάποιος γενναίος πάει μέχρι τη χάι-τεκ έξοδο κινδύνου και στουμπώνει ένα χαρτομάντηλο στο γλωσσίδι. Η χάι-τεκ πόρτα πείθεται ότι είναι κλειστή πλέον και ο συναγερμός το βουλώνει προσώρας, ενώ φρέσκια ομίχλη έρχεται απέξω να ανανεώσει τον αέρα. Αλλά στο μεταξύ οι μισοί φοιτητές και βάλε την κάνουν με ελαφριά πηδηματάκια (και η vegan με το μαγικό σκουφί μαζί) και μένουμε οι αυστηρά επιστήμονες να συνεχίσουμε την ημερίδα.

Συνεχίζω τις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις κοιτάζοντας τις χαριτωμένες Ισπανίδες που παίζουν με τα μαλλιά τους, για την ακρίβεια η μία με τα μαλλιά της άλλης. Εκείνη τη στιγμή όμως ανεβαίνει στο βήμα η Πίπη η Φακιδομύτη αυτοπροσώπως. Βέβαια κανονικά δεν τη λένε ακριβώς έτσι, αλλά είναι προφανές ότι κάνει ό,τι μπορεί για να μοιάσει στην ηρωΐδα της Άσντριντ Λίντγκρεν. Τη βλέπω καιρό τώρα στο Πανεπιστήμιο και πάντα ήθελα να πάω να της μιλήσω, καθώς έχει την πιο απίστευτα συμπαθητική φατσούλα που έχω δει σε Ολλανδέζα όσο είμαι εδώ, με τεράστια βέβαια πυκνότητα φακίδων ανά τετραγωνικό εκατοστό, αλλά με γλυκύτατο χαμόγελο, έστω κι αν αποτελείται από πολύ αραιά δόντια.

Ο προεδρεύων (έτερος) την προλογίζει και η Πίπη αρχίζει να μιλάει μικροβιολογικά και να μεταφέρει ιόντα νατρίου και καλίου σε διαφορετικές πλευρές μιας κυτταρικής μεμβράνης, κι εγώ έχω μείνει να τη χαζεύω καθώς σήμερα είναι διαφορετική από τις άλλες μέρες. Φοράει μια σχετικά απλή μαύρη πουκαμίσα και ένα ασορτί παντελόνι, χωρίς τις παστελ κάλτσες και τα διαλυμένα τζην που κυκλοφορεί συνήθως. Μόνο τα (κάμπερ;) παπουτσάκια της έχουν κάτι από το κοριτσιστικοπαραμυθένιο της καθημερινότητάς της. Σήμερα επίσης έχει κάνει τα μαλλιά της πολλά μικρά κοτσιδάκια, χωρίς τα πληθωρικά εξτένσιον που είχε άλλοτε. Μιλάει με επιστημονική αυστηρότητα για τα ιόντα της, κι εγώ αναρωτιέμαι αν είναι πάνω από σαράντα κιλά - και πολλά λέω. Είμαι μεγάλος φαν της Πίπης, τόσο πολύ που αν και δε συγκρατώ τίποτα από την ομιλία της, δε χορταίνω να τη βλέπω καθώς απαντάει στις ερωτήσεις του κοινού, με τα κοτσιδάκια να τραμπαλίζονται γύρω από το πρόσωπό της. Χειροκροτάω ανυπόκριτα στο τέλος.

Τη βρίσκω στο διάλειμμα και της δίνω συγχαρητήρια· μου χαμογελάει καλωσυνάτα. Στο τέλος της ημερίδας ψάχνω να την ξαναπετύχω στη δεξίωση που ακολουθεί, αλλά είναι εξαφανισμένη. Κάθομαι με την Πορτογαλίδα και τις δύο Ισπανίδες που συζητάνε για κρασιά και άλλες αλκοόλες, και δράττομαι της ευκαιρίας να ρουφήξω δυο ποτηράκια επιτόπου, μασουλώντας και κάτι τυρομπουκίτσες με καρφωμένα ολλανδικά σημαιάκια. Τα κορίτσια αποφασίζουν να βγουν έξω για τσιγάρο, κι εγώ κουβεντιάζω λίγο με το Γερμανό προεδρεύοντα που είχε τη φαεινή ιδέα να ανοίξουμε την έξοδο κινδύνου, σχετικά με τους κινδύνους του επαγγέλματος του προεδρεύοντος. Ύστερα παίρνω τα υπάρχοντά μου και βγαίνω από το δαιδαλώδες κτίριο από την ακόμα ανοιχτή έξοδο κινδύνου, που βγάζει ακριβώς στη στάση του λεωφορείου. Είναι πια σκοτάδι έξω.

Αυτή την εποχή νυχτώνει νωρίς.


Σ.Σ. «Είναι όλα σχετικά, έτσι θα λες γιατί οι προσωπικές σχέσεις είναι λίγο παράξενο θέμα και δεν καταλήγεις ποτέ σε ηθικό δίδαγμα» μου έγραψε η Δ. όταν της είπα ότι γράφω μια ανάρτηση με την Πίπη τη φακιδομύτη αλλά χωρίς ηθικό δίδαγμα, και φυσικά η δήλωση αυτή δεν έχει καμμία σχέση με όλα τα παραπάνω, αλλά μου φάνηκε μεγαλοφυές για ηθικό δίδαγμα εν γένει και της υποσχέθηκα ότι θα κλείσω την ανάρτηση με αυτό. Αν κατάφερνα να το συνδυάσω και με Βιολογία Συστημάτων, θα είχα κλείσει ως μπλόγκερ, αλλά ευτυχώς έχουμε ακόμα λίγο μέλλον.

Την εικόνα ριγέ καπελάκιου μάγισσας τη βρήκα
εδώ.

12/11/11

Οι βαρετοί μπλόγκερ

Αυτός ο τύπος γραφικής παράστασης λέγεται Venn diagram (υποθέτω θα υπάρχει και στα ελληνικά κάποιος ανάλογος όρος, που ωστόσο μου διαφεύγει). Το ψάρεψα στο facebook της Ana, αλλά προέρχεται από την αναγραφόμενη ιστοθέση.

Τα social media δεν με ενθουσιάζουν και φοβερά ως ιδέα (ειδικά αν περνάς τη ζωή σου σε αυτά αντί να τη ζεις), ωστόσο έχουν τόση απήχηση που καθίστανται προνομιακός, αν όχι ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας με διάφορους συμπαθείς κατά τα λοιπά ανθρώπους, ειδικά νεώτερους από τη γενιά μου. Από την άλλη βέβαια, όταν η ζωή σου λαμβάνει χώρα σε διαφορετικό μέρος από εκεί που ενδεχομένως θα ήθελες, τα τουΐτς και τα στάτους απντέιτς μια χαρά είναι, ως υποκατάστατο μιας κουβεντούλας που θα ήθελες να κάνεις (αλλά δε μπορείς λόγω απόστασης) με τους φίλους σου και τους ανθρώπους που σε ενδιαφέρουν. Εννοείται ότι δεν εντάσσω τα ιστολόγια σε αυτήν την κατηγορία, διότι καθώς δεν έχουν τον περιορισμό της συντομίας του μηνύματος (έχουν βέβαια άλλους περιορισμούς...), σου επιτρέπουν να πειραματιστείς με λιγότερο τυποποιημένες ή κωδικές μορφές λόγου.

Αυτό βέβαια προϋποθέτει και ένα δυνητικό αναγνωστικό κοινό έτοιμο να αλληλεπιδράσει μαζί σου, κάπως διαφορετικό ίσως από τους φίλους και «φίλους» του facebook και του Myspace, και τους «ακόλουθους» του tweeter (τo Google+ είναι ακόμα καινούργιο και δεν έχω αποκρυσταλλωμένη άποψη, αλλά κάπως σε facebook πρέπει να φέρνει). Σε σχέση με την επέλαση των social media, τα ιστολόγια πριν κλείσουν δεκαετία στην πιάτσα έχουν αρχίσει να μοιάζουν κάπως παλιομοδίτικα και ξεπερασμένα. Αυτό βέβαια εμένα ως παλιομοδίτη και ξεπερασμένο με ευχαριστεί ιδιαίτερα, διότι αισθάνομαι μια οικειότητα με το μέσο που γερνάει μαζί μου. Από την άλλη, υποψιάζομαι ότι και το κοινό των ιστολογίων θα έχει αρχίσει εν πολλοίς να αλλάζει, κάτι που υποχωρεί η μόδα τους, κάτι που έχουν ειπωθεί και ξαναειπωθεί διάφορα, κάτι που η υποτιθέμενη «μπλογκόσφαιρα» έχει πάρει ένα πολύ ακανόνιστο σχήμα, με μερικές φίρμες, λίγους επίμονους κηπουρούς και πολλούς που πέρασαν και δεν έκατσαν.

Γενικά πάντως έχω την αίσθηση ότι έχουμε αρχίσει και αραιώνουμε. Από τους γνωστούς και φίλους ιστολογούντες αρκετοί φαίνεται να το έχουν κλείσει το μαγαζί, κάποιοι μάλιστα έχουν δηλώσει και το σκεπτικό τους. Άλλοι αποφεύγουν τις δηλώσεις, αποφεύγουν όμως και τα ποστ, και τα ιστολόγια κρέμονται στο διαδικτυακό κενό όπως ήταν το 2010 ή παλιότερα. Η αλήθεια είναι ότι για μερικούς στεναχωρήθηκα γιατί θα μου λείψει ο ήχος της φωνής τους (τα κείμενα «ακούγονται» εσωτερικά, ξέρετε), και χαίρομαι όταν καμμιά φορά ανταμοίβουν τους υπομονετικούς με κάνα ξαφνικό κειμενάκι (ε, Γωγούλα;). Μερικοί άλλοι είχαν εμφανώς εξαντλήσει τα αποθέματά τους, είπαν αυτό που είχαν να πουν και ησύχως απήλθαν· ουδείς ψόγος. Προχτές καθάρισα λίγο από το ιστολόγιο τους συνδέσμους (Σ.Σ. λινκς...) που είχα πρωτοβάλει το 2008: χρειάστηκε να σβήσω κάμποσους που δεν οδηγούσαν πουθενά πια.

Ο κόσμος αλλάζει, και ο κόσμος του διαδικτύου ομοίως. Αναρωτιέμαι καμιά φορά ποιος χρειάζεται όλη αυτή τη συσσώρευση κειμένων, ειδικά επικαιρικών κειμένων ή αναφορές πεπραγμένων και περιαυτολογίες. Όλοι βέβαια θέλουμε να πούμε τις ιστορίες μας, αλλά δεν είναι όλες οι ιστορίες για να μείνουν στην ιστορία, πολλές είναι κοινότοπες ή απίστευτα βαρετές. Δεν είμαι αθώος του αίματος φυσικά· αλίμονο. Έχω γράψει (και μένουν αναρτημένα) κείμενα που με χαρά θα πετσόκοβα ή και θα καταργούσα ολοσχερώς εκ των υστέρων. Αλλά δεν έχω και ιδιαίτερες ενοχές οπότε δε με πειράζει να μένουν αναρτημένα· καθένα σε συνδυασμό με την ημερομηνία του δίνει και μια αναφορά της κατάστασης ή της πνευματικής διαδρομής μου, ως προς την εποχή που γράφτηκε. Αν μου επιτρέπουν οι ιστιοπλόοι φίλοι μου την παρομοίωση (στους καιρούς του GPS), είναι σαν τα σημάδια που κάνεις στο χάρτη καθώς παίρνεις στίγμα σε διαφορετικά σημεία του ταξιδιού. Από μόνα τους, είναι απλές κουκίδες, αλλά όλα μαζί ορίζουν μια πορεία. Όχι κατ' ανάγκη ευθύγραμμη· πότε πας με τον καιρό, πότε κόντρα, με διαρκή τακ (για τους μη ιστιοπλόους: με ζιγκ-ζαγκ) μέχρι να φτάσεις εκεί που θες, αν θες κάπου συγκεκριμένα.

Δεν κρύβω πάντως ότι πολύ χαίρομαι να κοιτάω γύρω και να βλέπω όχι μόνο όσους έχουν απομείνει από τον αρχικό στόλο των συνταξιδιωτών αλλά και μερικές νέες προσθήκες εραστών του ιστολογείν καθ' οδόν (καλώς το Δεσποινάκι) ώστε να φτιάχνουμε κάνα καρεδάκι για διαδικτυακή πρέφα κι ας κάνουν μερικοί τους τεμπέληδες. Κουβέντα στην κουβέντα βέβαια, καλό είναι να θυμόμαστε ότι υπάρχει ζωή έξω από το καρέ, όπως μου θύμισε αποτόμως και βιαίως (μέσω social media, εννοείται) μια Πορτογαλίς φίλη που ανέβασε στο προφίλ της την εικόνα με το διάγραμμα φιλίας-έρωτα-σεξ που εμφανίζεται στην κορυφή της ανάρτησης. Εξαιρώντας ιδανικές και κάπως ανύπαρκτες καταστάσεις, το διάγραμμα παρέχει κάποιες βιώσιμες επιλογές, το ενδιαφέρον του όμως έγκειται στο κόκκινο κυκλάκι κάτω δεξιά: έξω από φιλίες, έρωτες και σεξ, κάπως σαν ατελές υποκατάστατο, κάποιος λέει «γεια, έχω ένα μπλογκ». Άουτς... αυτό πόνεσε.

Έσπευσα να δηλώσω στα σχόλια της φίλης μου ότι έχω κι εγώ ένα μπλογκ· προς μεγάλη μου χαρά μου απάντησε εντός δευτερολέπτων «ναι, κι εγώ». Τα επόμενα λεπτά και ώρες το ποστ γέμισε (χιουμοριστικά) σχόλια από διάφορους ανθρώπους σε διάφορες γλώσσες, ορισμένοι εκ των οποίων ανέφεραν ότι αν και μπλόγκερ, και φίλους έχουν, και έρωτες, ακόμα ακόμα και σεξ ενίοτε, συχνά παραπάνω από ένα μαζί. Το πράγμα ήταν αρκούντως παρήγορο ώστε να μη με πιάσει κανένας πανικός (είμαι και σε κρίσιμη ηλικία για έμφραγμα πλέον και πρέπει να έχω το νου μου), οπότε συνέχισα τις βόλτες στα social media σχολιάζοντας τη νέα κυβέρνηση που μας επεφύλαξε τον πρώτο υπουργό επί της ναυτιλίας με εξειδίκευση στις τριήρεις, μέχρι που ξετρύπωσα μια αισιόδοξη νότα σε έναν τοίχο (του Ηρακλείου, νομίζω), κι έσπευσα να τη μοιραστώ πρώτα με τη Γωγώ που έχει το copyright άλλωστε, κι έπειτα με το πολυπληθές κοινό της Ροβυθέ.

Άντε, καλό Σαββατοκύριακο.


Όχι, δεν έχει να κάνει με τη νέα μεταβατική κυβέρνηση, δεν περιμένω κάτι από κει. Τη φωτο υπεξαίρεσα από μια σελίδα στο facebook με τίτλο «Ανεξερεύνητες γωνιές στο Δήμο Ηρακλείου Κρήτης».

6/11/11

Κορμός μωβ οξιάς

Φθινοπωρινές εικόνες την ώρα που δύει ο ήλιος, έξω από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λέιντεν.

Ξύπνησα πάλι με το κεφάλι καζάνι, αλλά τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν έφταιγε κανένα αλκοολικό παρασκεύασμα αλλά αυτή η ίωση που εξελίσσεται. Από την Παρασκευή είχα μια περίεργη διάθεση, μια ελαφριά ζάλη, που δε μου την προκαλούαν μόνο οι ντρίμπλες και οι κωλοτούμπες της ελληνικής πολιτικής τάξης (χρησιμοποιώ τον όρο τάξη κάπως καταχρηστικά, εννοείται) αλλά φαινόταν να έρχεται κάπου από μέσα. Σάββατο πρωί ξύπνησα με πρησμένο λαιμό και περίλυπος: έχω κόψει την τηλεόραση εδώ και καμμιά δεκαετία και λείπω από την Ελλάδα ήδη ενάμιση χρόνο, οπότε το ότι ξενύχτησα βλέποντας Βουλή (και καπάκι τα πολιτικά σχόλια διαφόρων πεφωτισμένων-μη-χέσω καλεσμένων μιας πλατινέ ξανθιάς κυρίας) στην ιντερνετική μετάδοση ενός ελληνικού τηλεοπτικού σταθμού ήταν πιο ισχυρό σοκ από όσο μπορούσα να αντέξω. Σήμερα μία από τα ίδια, μόνο που ο λαιμός έχει υποχωρήσει κάπως και αντ' αυτού έχει μπουκώσει η μύτη μου.

Εξοπλίζομαι με παστίλιες, τσάι με μέλι, βιταμίνες (δεν κάνουν τίποτε, αλλά λίγο placebo δε βλάφτει) και χαρτομάντηλα για το κρύωμα, εξοπλίζομαι και με υπομονή για τον ορυμαγδό της βλακείας, και περιέρχομαι πάλι τις ιστοσελίδες και τα μπλογκ. Σκέφτομαι μερικούς ως φιγούρες του θεάτρου σκιών, που περιφέρονται σε μια φωτεινή οθόνη αλλά κινούνται ως νευρόσπαστα από κάποιον αθέατο καραγκιοζοπαίχτη. Δεν υποννοώ καμμία θεωρία συνομωσίας κατ' ανάγκην (δεν τις επικαλούμαι πριν μου τελειώσουν οι άλλες ερμηνείες), αλλά μένω κατάπληκτος από τις θεαματικότατες κωλοτούμπες και τη μνήμη του χρυσόψαρου: καλά, αυτός που μας τα λέει τώρα άσπρα, προχτές δε μας τα έλεγε μαύρα; Καταπίνω γουλίτσες ζεστό τσάι και στοιβάζω μεταχειρισμένα χαρτομάντηλα διαβάζοντας δηλώσεις και αναλύσεις εκπληκτικής ρηχότητας, φτηνιάρικη δήθεν επιχειρηματολογία και αφόρητα κλισέ.

Σκέφτομαι να πάρω προληπτικά καμμιά ασπιρίνη, όχι για τον πυρετό που δεν έχω, αλλά για τον πονοκέφαλο που εικάζω ότι θα μου προκαλέσει ο στόμφος, η αμετροέπεια και το θράσος ορισμένων. Βέβαια φταίω κι εγώ, που αν και ποτέ δεν ήμουν φίλα προσκείμενος στην παρούσα πολιτική τάξη (ρέπω κατά τι προς την αταξία, μάλλον) έχω την απαίτηση τα μέλη της να συγκροτούν επιχειρήματα με κάποια εσωτερική συνοχή. Δεν εννοώ να συμφωνούν με τις απόψεις μου (άλλωστε ώρες ώρες ούτε εγώ ο ίδιος δε συμφωνώ με τις κατά συνθήκη απόψεις μου), αλλά να λένε κάτι που να έχει μια (δική τους, έστω) δομημένη λογική. Αντ' αυτού εκσφενδονίζονται κάτι κοτρώνες (και μάλιστα από θεωροούμενους σοβαρούς) και σα να μην έφτανε αυτό έχω και μερικούς κατά τεκμήριο ευφυείς φίλους που ψελλίζουν κάτι σαν «ε, τι να κάνουμε τώρα...». Να βάλουμε τις φωνές ρε παλληκάρια αν μη τι άλλο, τουλάχιστον να καταστεί σαφές ότι δεν είμαστε ντιπ ηλίθιοι.

Φτιάχνω βουναλάκια από χαρτομάντηλα και παρατάω προσώρας το διαδίκτυο. Έξω το φθινόπωρο προχωράει· τα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους που κάνουν ένα παχουλό χαλί στα τουβλο-πλακάκια των πεζοδρομίων. Την περασμένη βδομάδα βγήκα για ένα μικρό φωτογραφικό σαφάρι στη γειτονιά, φωτογραφίζοντας διάφορα σημεία που περνάω καθημερινά, ώστε να τα έχω αποτυπωμένα τώρα που ετοιμάζομαι να τα μαζέψω από την πόλη. Πήγα για πρώτη φορά μέχρι το Burcht απέναντι, ένα τοπικό αξιοθέατο που δεν είχα καταδεχτεί ποτέ ως τώρα να επισκεφτώ ακριβώς επειδή το βλέπω όλη μέρα από το παράθυρό μου. Αυτή τη φορά φωτογράφισα το σπίτι από τις πολεμίστρες και το παρκάκι που αποτελούν την καθημερινή μου θέα, σημαδεύοντας ακριβώς το παράθυρο με τα μισοκατεβασμένα στόρια κάτω από τη σκεπή από όπου γράφω. Αναρωτήθηκα αν θα βρεθώ ποτέ ξανά σε αυτή τη θέση, να δείχνω σε κάποιον μελλοντικό συνομιλητή ότι «να, εκεί ζούσα». Στα προηγούμενα σπίτια που έζησα δεν ξαναπήγα ως τώρα, πάντως.

Από το παρκάκι μπροστά στο Burcht κοιτάζοντας μέσα από τα φυλλώματα ένα από τα παράθυρα που βρίσκονται στη σκεπή· το δικό μου.

Ξαναπερνάω μια βόλτα από τις ιστοσελίδες, προσπερνώντας βιαστικά στιγμές αγωνίας, ραγδαίες εξελίξεις, καταιγιστικές ανατροπές και άλλα ηχηρά παρόμοια. Κυριακή, κοντή γιορτή, σκέφτομαι, και ρουφάω τις τελευταίες γουλιές από το τσάι που έχει πια κρυώσει. Δεν αντέχω να ξανανοίξω ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι, φοβούμενος το βουνό της κοινοτοπίας που θα πέσει να με πλακώσει. Αντ' αυτού επιστρέφω στις φθινοπωρινές φωτογραφίες του Λέιντεν και των περιχώρων, και σταματάω σε ένα «γλυπτό» που έχω τραβήξει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές από διαφορετικές γωνίες. Με την πρώτη ματιά δε μοιάζει καλλιτέχνημα, μοιάζει με περίεργα κομμένος κορμός ενός γέρικου δέντρου: από μέσα έχει πλαναριστεί και είναι εντελώς λείο και κυλινδρικό, και απέξω έχει μείνει φυσικό, ροζιασμένο, με λειχήνες και αρχές αποσύνθεσης.

Κορμός μωβ οξιάς κατεργασμένος από τον Frans de Wit και εκτεθειμένος στο χρόνο και τη φθορά έξω από την είσοδο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.

Περνούσα για πολύ καιρό από κει, μέχρι να προσέξω την ταμπέλα που εξηγούσε την ιστορία. Σύμφωνα με αυτήν, το δέντρο είναι μωβ οξιά (Fagus sylvatica, ποικιλία 'atropunicea'), που ξεριζώθηκε σε ηλικία 180 ετών. Μέχρι το 1987 κοσμούσε την είσοδο του Βοτανικού Κήπου του Λέιντεν, αλλά η καταστροφή των ριζών του από ένα μύκητα το κατέστησε ασταθές και επικίνδυνο για τον κόσμο που περνούσε από εκεί. Ο γλύπτης Frans de Wit (1942-2004), κάτοικος Λέιντεν, κατασκεύασε από τον κορμό τα δύο γλυπτά με το λείο κυλινδρικό εσωτερικό, θέλοντας ακριβώς να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στη φυσική και την τεχνητή επιφάνεια. Ο κορμός κατατρώγεται σιγά σιγά από μύκητες του ξύλου· στο τέλος, δεν πρόκειται να απομείνει τίποτα απ' αυτόν.

Σκέφτομαι ότι το δέντρο φύτρωσε το 1807· λίγα χρόνια νωρίτερα από τότε που φύτρωσε η (νεο)ελληνική ανεξαρτησία. Ελπίζω πάντως αυτή η τελευταία να διαρκέσει κάπως παραπάνω, αν και είμαι βέβαιος ότι διάφοροι μύκητες την κατατρώγουν, προσποιούμενοι ενίοτε τους ηγέτες, τους σωτήρες ή και τον απλό κόσμο που κοιτάει απλώς τη δουλίτσα του. Ύστερα κάνω άλλη μια βόλτα στα μπλογκ, προσπερνώντας τα σχόλια για προδότες (τίνος;) και κρεμάλες, τις ευκολίες διαφόρων ξεκούραστων ερμηνειών της κακοδαιμονίας μας δεξιά κι αριστερά, τη χτεσινή νίκη του Θρύλου και το αναμενόμενο βραδινό ντέρμπι στο ΟΑΚΑ ή ίσως στο προεδρικό μέγαρο. Στην υγρασία της ολλανδικής πεδιάδας και στην αθηναϊκή ξηρασία, οι μύκητες συνεχίζουν αργά-αργά το έργο τους.

Καραμελίτσα για το λαιμό, φύσηγμα μύτης και υπομονή, θα περάσει. Έτσι κι αλλιώς στο τέλος δεν πρόκειται να απομείνει τίποτα. Άντε κανένα έργο τέχνης για λίγο καιρό· ύστερα θα ξεχαστούν όλα.

2/11/11

Ἡ ἀπόφαση (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.


Μανόλης Αναγνωστάκης
Η Συνέχεια 3 (1962)



Σ.Σ. Το έχω ξαναβάλει στο πλαϊνό κολωνάκι, και τώρα το θυμήθηκα πάλι, παραδόξως όχι με αφορμή κανένα δημοψήφισμα οποιουδήποτε είδους.

30/10/11

Περί αποτελεσματικότητας

Ένα μοντέρνο helpdesk από εδώ. Το δικό μας είναι βέβαια μεταμοντέρνο...

Η νεαρή Πορτογαλίδα κάνει κάποιο μεταπτυχιακό και έχει έρθει ως επισκέπτρια για ένα εκπαιδευτικό τρίμηνο στο εργαστήριο του Λέιντεν, υπό την υψηλή (άνω του 1,90) εποπτεία ενός Ολλανδού ερευνητή και την καθημερινή επίβλεψη του επίσης Ολλανδού υποψηφίου διδάκτορα που συνεργάζεται με τον ερευνητή. Εκείνη πρέπει να είναι γύρω στα 23, ο άλλος 25. Είναι και οι δύο καπνιστές, οπότε η συνήθεια του ενός δεν ενοχλεί τον άλλο και βγαίνουν ταυτόχρονα από το κτίριο για τσιγάρο χωρίς να παρεμποδίζεται η πορεία της εργασίας τους και χωρίς να καταπιέζεται κανείς ιδιαίτερα. Σε αρμονία με τα ολλανδικά εργασιακά ήθη, όταν είναι στο γραφείο συζητάνε κυρίως για τα της δουλειάς, στα διαλείμματα όμως η κουβέντα είναι για άσχετα πράγματα.

Αναπόφευκτα, σε κάποιο διάλειμμα η κουβέντα έρχεται ακριβώς στα εν λόγω εργασιακά ήθη, καθώς η νεαρά παρατηρεί ότι σε αντίθεση με τους σκληρά εργαζόμενους Πορτογάλους, οι Ολλανδοί δουλεύουν λίγες ώρες και κάνουν τεράστιες διακοπές (παρά το κλισέ που αναπαράγουν σε δηλώσεις τους κάτι Μέρκελ κλπ. για τους νότιους τεμπέληδες), όπως άλλωστε έχει επισημανθεί από συγκριτικές μελέτες. Ο Ολλανδός απαντά με σχετική άνεση ότι αυτό δεν είναι παράδοξο, δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα της δουλειάς στην Ολλανδία είναι προφανώς μεγαλύτερη από ό,τι στην Πορτογαλία. Σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να μην έχει άδικο εν γένει, αλλά κάτι με ενοχλεί στο ύφος με το οποίο κάνει τη σχετική δήλωση, καθώς προσθέτει στο τέλος και ένα «φυσικά» που δεν μου κολλάει και πολύ καλά.

Έχω εμμέσως αναφερθεί ξανά (εδώ κι εδώ) σε εκφάνσεις της ολλανδικής «αποτελεσματικότητας» που αν ελάμβαναν χώρα στην Ελλάδα θα λέγαμε κι εγώ δεν ξέρω τι, οπότε γαργαλιέμαι να παρέμβω στην κουβέντα μεταφέροντας ένα μέρος της εμπειρίας μου, τώρα που έχοντας ζήσει κάποιο καιρό έξω είμαι κάπως σε θέση να συγκρίνω. Αλλά αντί να κάθομαι όξω στο ψιλόβροχο (άσε που δεν καπνίζω κιόλας) ώστε να μεταφέρω τα φώτα μου στη νεολαία, λέω να τους αφήσω ήσυχους να διαχειριστούν τις αντιθέσεις τους κατά το δοκούν, και επιστρέφω στο γραφείο προσπαθώντας για πολλοστή φορά να βγάλω άκρη με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.

Το Πανεπιστήμιο έχει ένα πολυπληθές τμήμα τεχνικής βοήθειας για ζητήματα υπολογιστών, πρόσφατα μάλιστα στα πλαίσια μέτρων ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας (ή κατ' άλλους περιορισμού του κόστους) κατήργησε όλες τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες και ενοποίησε τους πάντες σε μια κεντρική υπερ-υπηρεσία που κάνει τα πάντα, από λογαρισμούς email μέχρι επισκευές συσκευών. Είχα την αμφίβολη τιμή να αλληλογραφήσω μαζί τους προ πολλών μηνών για κάποιο ζήτημα (ποιος υπολογιστής μπαίνει σε ποια πρίζα δικτύου, διότι από κάποιο λάθος υποτίθεται θα μου έκοβαν την πρόσβαση στο διαδίκτυο) και μετά από κάνα δίμηνο οχλήσεων μου ήρθε ένα mail ότι δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να κουβεντιάζω απευθείας με αυτούς για ζητήματα δικτύου, και πρέπει να επικοινωνήσω πρώτα με τον υπεύθυνο καθηγητή του Τομέα.

Βέβαια ο εν λόγω έχει παραιτηθεί από πέρσι (όπως και όλοι οι καθηγητές του Τομέα άλλωστε) και τώρα παρεπιδημεί σε άλλο Ίδρυμα, αλλά αυτό ουδόλως τους πτόησε. Απευθύνθηκα στον Πρόεδρο του Τμήματος μήπως περνούσε ο λόγος του λίγο παραπάνω, αλλά κι αυτός κούνησε το κεφάλι με κατανόηση και με παρέπεμψε στην κυρία institute manager (έχουμε και τέτοια) ώστε να στείλει εκείνη ένα mail που να εξηγεί την κατάσταση και να αναζητεί κάποιο τρόπο να διαχειριστούμε το ζήτημα μέχρι να γίνουν νέες προσλήψεις (του χρόνου ίσως). Διέγνωσα ότι δεν αξίζει τον κόπο να ασχοληθώ περαιτέρω, καθώς θεώρησα ότι πρώτα θα τα μαζέψω να φύγω και μετά η γραφειοκρατία τους θα θυμηθεί να διακόψει το οτιδήποτε (και ως αυτή τη στιγμή έχω πέσει μέσα, εννοείται).

Ωστόσο, εδώ και κάμποσες μέρες εμφανίστηκε ένα άσχετο πρόβλημα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, καθώς μπορούσα να στείλω μηνύματα παντού και να δεχτώ μηνύματα μέσα από το Τμήμα, αλλά αδυνατούσα να λάβω οτιδήποτε από τον έξω κόσμο. Το τελευταίο ήρθε πριν δυό Παρασκευές· την Κυριακή ένας φίλος μου είπε ότι μου είχε στείλει κάποια mail που είχαν γυρίσει πίσω με ένα error message που έλεγε ότι ο χρήστης τάδε (εγώ) δεν υπάρχει. Το ίδιο μου είπαν κι άλλοι, μέχρι που αναγκάστηκα να καταφύγω πάλι στις υπηρεσίες του helpdesk, αν και το είχα δει το έργο προκαταβολικά. Έστειλα τέσσερα ή πέντε διαδοχικά mail, μίλησα τέσσερις ή πέντε φορές στο τηλέφωνο, με διαφορετικούς υπαλλήλους. Συνέβη φυσικά το αναμενόμενο...

Όλοι μιλούσαν αγγλικά, και όλοι ήταν ευγενέστατοι. Όλοι κατέγραφαν ευσυνείδητα τις παρατηρήσεις μου, καταχωρούσαν την επικοινωνία μας υπό τον αντίστοιχο κωδικό (στον οποίο έπρεπε να αναφέρομαι κάθε φορά που μιλούσα με κάποιον), έκαναν μια ανασκόπηση του τι έχει γίνει κάθε φορά (α, μας πήρατε και χτες τηλέφωνο... α, και προχτές... α, μας έχετε στείλει και ένα mail... α, ναι, κι άλλο mail...). Έφαγα γύρω στις διόμιση με τρεις ώρες επικοινωνίας, σε ένα διάστημα δεκατριών ημερών από τη μέρα που επισημάνθηκε το πρόβλημα, και είμαι βέβαιος ότι οι υπάλληλοι εργάστηκαν ευσυνείδητα, ειδικά εκείνος που μου είπε ότι με βάση τα δεδομένα, το σύστημα έχει δίκιο και αυτός ο χρήστης (εγώ δηλαδή) όχι απλώς δεν υπάρχει, αλλά προφανώς δεν υπήρξε ποτέ. Του επεσήμανα ότι χρησιμοποιώ το συγκεκριμένο email ενάμιση χρόνο, αλλά με διαβεβαίωσε (πολύ ευγενικά πάντα) ότι με βάση το σύστημα κάνω κάποιο λάθος. Του έστειλα επιτόπου ένα email ενώ μιλούσαμε στο τηλέφωνο, οπότε αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ο χρήστης είναι υπαρκτός και η ηλεκτρονική διεύθυνση επίσης. Φαντάζομαι τον οδήγησα σε τεράστια υπαρξιακή κρίση.

Αυτή τη φορά όμως, τη δέκατη τρίτη μέρα, με παρέπεμψαν σε κάποιον άλλο κύριο, ο οποίος αφού με άκουσε είπε κάτι σαν «ννναι» και μετά συμπλήρωσε κάτι σαν «μισό λεπτό» και μετά από μισό λεπτό είπε «α, εντάξει, το έφτιαξα». Και όταν τον ρώτησα τι έφταιξε μου είπε «ναι, δικό μας λάθος, αλλά το έφτιαξα σε μισό λεπτό». Κι όταν του επεσήμανα ότι δεν πήρε ακριβώς μισό λεπτό αλλά δεκατρείς μέρες συν μισό λεπτό απάντησε (πολύ ευγενικά πάντα, είπαμε) «μα ξέρετε, έχουμε πάρα πολύ δουλειά». Τον ευχαρίστησα και έκλεισα το τηλέφωνο, σκεπτόμενος ότι όντως έχουν πολύ δουλειά να καταγράφουν τα παράπονα, να τους δίνουν κωδικούς, να καταγράφουν τα τηλεφωνήματα και τα mail και να τα καταχωρούν στους αντίστοιχους κωδικούς κλπ. Δυστυχώς λόγω της τόσης δουλειάς δεν μπορούν ταυτόχρονα και να λύνουν προβλήματα, αλλά δεν πρέπει να είμαστε και πολύ απαιτητικοί με τους ανθρώπους.

Διηγούμαι την ιστορία (με ελαφρώς σκωπτικό ύφος ως προς την ολλανδική αποτελεσματικότητα) κατά τη διάρκεια ενός ας πούμε «δείπνου εργασίας» στην Πατρίτσια, την εργοδότι μου που έχει μονίμως πλέον μεταναστεύσει στην Πορτογαλία και ήρθε για τρεις μέρες να κανονίσει κάτι διατυπώσεις. Δεν παραλείπω τη συζήτηση μεταξύ των δύο νεαρών εκπαιδευομένων. Η Πατρίτσια κουνάει το κεφάλι με τυπικά Πορτογαλική θλίψη. «Ευτυχώς που δεν ξέρεις ολλανδικά» μου λέει κάποια στιγμή, και συμπληρώνει ότι το μεσημέρι σηκώθηκε κι έφυγε αγανακτισμένη από το τραπέζι του μεσημεριανού γεύματος διότι στο πίσω τραπέζι κάποιος έλεγε αρκετά δυνατά και μάλλον σκόπιμα ότι όλοι αυτοί οι τεμπέληδες του νότου πρέπει να μάθουν να δουλεύουνε επιτέλους και αρκετά τους ταΐζουμε (οι Ολλανδοί) και τους δίνουμε τζάμπα λεφτά.

Θυμήθηκα σε ποιον αναφερόταν· έναν από τους φύλακες, νομίζω, του κτιρίου που κάνει ενίοτε και κάτι χαμαλοδουλειές, αν και συνήθως κάθεται στο θυρωρείο και καπνίζει παρέα με τη θυρωρό για ώρες. Σκέφτηκα ότι την επόμενη μέρα θα μπορούσα να του διηγηθώ ιστορίες ολλανδικής αποτελεσματικότητας εκ του αποθέματος, αλλά μετά μου έφυγε γρήγορα η σκέψη. Άλλωστε το να αντιλαμβάνεσαι, να κατανοείς, απαιτεί κι αυτό μια εκπαίδευση. «Ήθελα να τον βρίσω, καταλαβαίνεις;» μου εξηγεί η Πατρίτσια, «αλλά δεν μου έφταιγαν σε τίποτα οι άλλοι γύρω-γύρω κι απλώς σηκώθηκα κι έφυγα».

Προφανώς καταλαβαίνω, καλή μου, αλλά δε θα φάμε τα όσα νιάτα μας απέμειναν να τρωγώμαστε με τους ηλίθιους - πάμε παρακάτω. Τρώμε το υπόλοιπο pannenkoeken κουβεντιάζοντας για το επιστημονικό μέλλον μας, κάπου στο νότο.

- Μέχρι να έρθεις στη Λισσαβώνα θα είμαστε σε επαφή, ηλεκτρονικά, μου λέει φεύγοντας.
- Αρκεί να δουλεύουν τα email, της απαντάω αθώα την ώρα που καβαλάει το ποδήλατο.

Δεν ξέρεις ποτέ μ' αυτούς τους αποτελεσματικούς τύπους.

26/10/11

Σκάντζα ντάμα

Φωτογραφία αλιευμένη στο διαδίκτυο από το πανηγύρι του Χριστού Ραχών, ίσως το 2004, τραβηγμένη πιθανώς από χρήστη με το ψευδώνυμο William Tell.

(από μνήμης συρραφή μιας διήγησης της θείας Ιωάννας)

«Εμείς ευρωπαϊκά χορεύαμε. Οι παλιοί χορεύανε καριώτικο, άντε και κάνα καλαματιανό όσοι ξέρανε. Μετά μάθαμε βαλς, ταγκό, φοξ αγγλέ... Θυμάμαι τη μάνα μου, πριν τον πόλεμο είχανε έρθει κάτι ξαδέλφες της, Αιγυπτιώτισσες, και της δείχνανε τα βήματα. Έτσι μάθαμε κι εμείς.

Άμα πήγαιναν οι κοπέλες σε καμιά βεγγέρα, σε κανένα σουαρέ, και τις ζητούσε κάποιος καβαλιέρος για χορό, τις ρωτούσε πρώτα
«Είσαι για κόσμο;» Αν είσαι διαθέσιμη, σα να λέμε, αν έψαχνες να παντρευτείς. Άμα ήσουνα μικρή ακόμα, ή λογοδοσμένη κρυφά, ή δεν ήθελες, τότε δεν ήσουνα για κόσμο. Αλλά άμα ήσουνα για κόσμο, μπορούσε, σα να λέμε, να σε κορτάρει. Οπότε σου έλεγε να χορέψετε.

Σε χόρευε, λοιπόν, κι έπρεπε να σε προσέχει να ταιριάζουν τα βήματα. Άλλοι χορεύανε καλά, άλλοι όχι και τόσο, άλλά έπρεπε να χορέψουν όλοι και κάνανε σκάντζα ντάμα. Λέγανε κάθε τόσο
«Σανζέ ντε νταμ» κι αλλάζανε ντάμα. Άμα ήτανε βέβαια κανένας που δεν ένιωθε, μπορούσε να μείνει να χορεύει με τη σκούπα ή με καμιά καρέκλα. Αλλά ο καλός ο καβαλιέρος κανόνιζε να σε ξαναχορέψει όταν αλλάζανε πάλι, ώστε την ώρα που θα τελείωνε ο χορός να είσαι μαζί του για να σε πάρει να σε κεράσει.

Άμα τελείωνε ο χορός λέγανε
«νταμ α λα μπουφέ», κι έπρεπε ο καβαλιέρος να την παει τη ντάμα να την κεράσει. Ό,τι υπήρχε δηλαδή, κανένα υποβρύχιο, καμμιά βυσσινάδα, τέτοια πράγματα. Άμα ήσουνα «για κόσμο» λοιπόν, σε κερνούσε ο καβαλιέρος, και σου έλεγε ό,τι ήθελε να σου πει.

Θυμάμαι είχα ένα φουστανάκι μεταξωτό, ροζ, μου το ‘χε στείλει μετά τον πόλεμο η θεία η Αμερικάνα, που λέμε. Αλλά δε μου έκανε ακόμα, και περίμενα για χρόνια πως και πως, πότε θα μεγαλώσω για να το φορέσω. Όταν έγινα δεκαοχτώ, τότε μου έκανε πια, και το φόρεσα όλο καμάρι, πρώτη φορά, να πάω στο χορό. Στην Ακαμάτρα γινόταν ο χορός, στου Φιλιππή το καφενείο.

Καθόμασταν από δω οι ντάμες, από κει οι καβαλιέροι, κι έπαιζε δίπλα ο Λάμπρος το βιολί. Κάποια στιγμή ήρθε ένας και μου λέει
«χορεύεις;». Χορέψαμε λοιπόν, το θυμάμαι σαν τώρα, ένα τανγκουδάκι. Αλλά αυτός φαίνεται θα ‘χε φάει κρέας πιο πριν, και δεν είχε πλύνει τα χέρια του, κι όταν γύρισα σπίτι κι έβγαλα το φουστάνι, το είδε η μάνα μου και μου λέει «Μωρή, ποιος γλίτσης σε χόρεψε;» - είχε κάτι δαχτυλιές τόσες μεγάλες. Το πήρα κι εγώ λοιπόν να το πλύνω, κι όπως ήτανε μεταξωτό ήπιε, κι απόμεινε το μισό, δε μου έκανε πια.

Κι αύτηδα η φορά ήτανε που το φόρεσα - πρώτη και τελευταία.»



Ίσως το τανγκουδάκι που έπαιζε το βιολί να ακουγόταν κάπως έτσι.

(Δημοσιεύτηκε στο Ikariamag στις 21/10/2011)

23/10/11

Raven

Εκ στόματος κόρακος «κρα» εξελεύσεται, και τι άλλο να κάνει άλλωστε...

Στην αρχή, όταν πρωτοήρθα, νόμισα πως ήταν περιστέρια. Και στην Αθήνα και στο Ηράκλειο (σε παραπάνω από ένα σπίτια) περιστέρια ήτανε, οπότε θεώρησα ότι κι εδώ το ίδιο θα ισχύει. Μου πήρε λίγες μέρες στο σπίτι για να καταλάβω ότι μάλλον ήταν άλλο είδος περιστεριού αυτό της Ολλανδίας, πιο λιανό και πιο μαυριδερό, ειδικά μάλιστα όταν άρχισε να κελαηδάει κιόλας, βγάζοντας αυτό το μελωδικό «κρα» στα κεραμίδια και το περβάζι του παραθύρου. Ευτυχώς δεν κελαηδάνε και πολύ συχνά...

Τις πρώτες μου ολλανδικές μέρες μου φαινόταν παράξενο (μην πω και λίγο απόκοσμο, που λένε), το να κοιμάμαι τα βράδια ακούγοντας το φτεροκόπημα των κοράκων έξω από το παράθυρο. Από την εποχή εκείνη χρονολογούνται οι φωτογραφίες που τα τραβούσα, σαν αυτήν στην κορυφή της ανάρτησης. Μετά βέβαια συνήθισα γρήγορα και δε μου έκανε καθόλου εντύπωση, καθώς είδα ότι δε συχνάζουν μόνο στα κεραμίδια μου αλλά και στα πάρκα και στο σταθμό (παρέα με περιστέρια μάλιστα), στις σακούλες των σκουπιδιών μαζί με τους γλάρους, και σε όλη την πόλη και στην ύπαιθρο. Ανθρωπόφιλα κι αυτά, με τον τρόπο τους.

Βέβαια όχι τόσο ανθρωπόφιλα όσο το μεταφυσικό κοράκι του Έντγκαρ Άλαν Πόε που μπήκε μια μέρα σπίτι και κατσικώθηκε και όχι μόνο δεν έβγαινε, αλλά πετούσε κάθε τόσο και τη μυστηριώδη ατάκα "Nevermore" ίσα για να κάνει τα νεύρα του ποιητού τσατάλια και να γράψει το ποίημα που από ό,τι μου λένε στοίχειωσε γενιές ευαίσθητων σκοτεινών τύπων έκτοτε:

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
'Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, 'art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'


Επειδή ξενόγλωσση ποίηση δεν διαβάζω, ούτε καν οι «αστυνομικές» ιστορίες του Πόε είχαν υποπέσει στην αντίληψή μου, το ποίημα δεν το ήξερα. Δεν είχε τύχει ούτε να δω κάποιες ταινίες με κοράκια (π.χ. εδώ κι εδώ) που ήταν της μοδός ή έγιναν cult λόγω σκοτεινής θεματολογίας (συνοδευόμενες από αιφνιδίους θανάτους πρωταγωνιστών, υποτιθέμενες «κατάρες» κλπ.). Μόνο τα τελευταία χρόνια έλαβα τη διαβεβαίωση από ένα φίλο ότι το ποίημα του Πόε έχαιρε μιας ορισμένης φήμης σε κάποιους κύκλους στις αρχές της δεκαετίας του '80, ειδικότερα κύκλους νεαρών φρικιών με κάποιες new age τάσεις. Ο φίλος με διαβεβαίωνε ότι με το πρόσχημα ότι μετέφραζε το «Κοράκι» στα ελληνικά, είχε καταφέρει να προσεγγίσει διάφορες μαυροντυμένες ή ψιλομώβ νεαρές τα χρόνια εκείνα (αν και δε μου αποκάλυψε αν είχε τελεσφορήσει έτι περαιτέρω η προσέγγιση ή αν απλώς τις ενδιέφερε τις κοπέλες να τον μελετήσουν ως αξιοπερίεργο ον με παράξενα λογοτεχνικά ή λοιπά γούστα).

Κάτι λοιπόν ο φίλος, κάτι «Το κλεμμένο γράμμα» που διάβασα κάποια στιγμή, κάτι ο κόραξ έξω απ' το παράθυρο, το έψαξα λίγο στο διαδίκτυο το ποίημα και το διάβασα: είναι βέβαια λίγο παλιομοδίτικο πλέον, μ' εκείνη την ομοιοκαταληξία και το ρυθμό και τα ποιητικά αγγλικά του. Έχω την αίσθηση ότι δεν θα μπορούσε κανείς να το μεταφράσει με κάποια σοβαρή φιλοδοξία να μεταφέρει σε άλλη γλώσσα το κλίμα του, εκτός ίσως αν θέλει να ψαρέψει τίποτα αλαφροΐσκιωτες νεαρές άλλης εποχής - ακόμα κι αν υπάρχει κόσμος που θα θρηνεί την απώλεια μιας Lenore πάντοτε (ή γενικά μια απώλεια, απωλολώτες είμαστε όλοι κάποιες φορές). Από την άλλη όμως, υπάρχει ένα είδος γοητείας στους σκοτεινούς στίχους του, που επιβιώνει άνετα μέχρι τον 21ο αιώνα (που δεν φαίνεται να είναι και τόσο φωτεινός, άλλωστε):

'Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
'Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'


Αφήνω για λίγο τον Πόε στην ησυχία του και πάω να κλείσω το παράθυρο. Στο κέντρο του Λέιντεν αρχίζει και πέφτει η νύχτα· η πόλη σκοτεινιάζει και σκέφτομαι ότι τα παλιακά κτίριά της (σαν αυτό που ζω...), τα ήρεμα κανάλια της και οι μακριές χειμωνιάτικες νύχτες της θα μπορούσαν να ταιριάζουν κάπως με αυτή τη σκοτεινή διάθεση. Βάλε επιπλέον και τις καμπάνες που χτυπάνε· το ρολόι του Δημαρχείου που ακούγεται κάθε μισή ώρα και τα κοράκια που πηγαινοέρχονται στο περβάζι. Με μια μικρή διαφορά· τα δικά μου δε μπαίνουν στο σπίτι και δε μιλάνε, καθώς αντί για το φρικτό nevermore απλώς επαναλαμβάνουν ένα μονότονο «κρα». Άλλωστε δεν υπάρχει Lenore ούτε νεαρά φρικιά του '80, υπάρχουν τα δύσκολα νέα της πατρίδας και πολιτικά συνθήματα στα ποδοσφαιρικά γήπεδα (όχι πάντα του καλύτερου δυνατού επιπέδου, αλλά ενδεικτικά του τρόπου που βιώνει ο κόσμος την πραγματικότητα της χώρας).

Υπάρχει κι αυτή η αίσθηση του προδιαγεγραμμένου, της πορείας των πραγμάτων προς το πεπρωμένο τους. «Τι κάνουν τα παιδιά σου, κόρακα;» σκέφτομαι. «Κρα», μου απαντάει απέξω από τζάμι ο φτερωτός επισκέπτης (που θα μπορούσε και να σημαίνει «όσο πάνε και μαυρίζουν.») και πετάει προς την κατέυθυνση του Burcht.

Πριν κλεισω οριστικά το παράθυρο, μαζεύω τα ψίχουλα απ' το κουτί που φυλάω το ψωμί και τα σκορπίζω στο περβάζι. Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά, που λέει και το τραγούδι.

Ακόμα και για τα κοράκια.