ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


30/6/10

Η κοιλάδα των τούβλων

Τυπικό ολλανδικό τουβλοδρομάκι, μεταξύ Haarlemstraat και Oude Rijn στο Λέιντεν.

Ο τόπος δεν έχει βουνά, ούτε καν λόφους. Δεν λέγεται τυχαία "Κάτω Χώρες" - κάτι λιβάδια, εκβολές ποταμών, υγρασία, κι ένας αέρας που φυσάει πάντα από τα Δυτικά, από τον ωκεανό. Κάποτε ήρθαν και κατοίκησαν κάποιες φυλές που μίλαγαν μια γερμανική διάλεκτο (οι απέναντι Αγγλοσάξωνες ακόμα τους λένε "Dutch", δηλαδή με τη ίδια λέξη που οι Γερμανοί αποκαλούν το εαυτό τους). Έχτισαν κάτι ψαροχώρια στην εσωτερική θάλασσα, αυτήν που λένε κατ' ευφημισμό "Νότια" σε αντίθεση με τη μεγάλη Βόρεια Θάλασσα. Έχτισαν και κάτι άλλους οικισμούς στις όχθες των ποταμών, αλλά οι ποταμοί πλημμύριζαν συχνά. Τα πρώτα φράγματα πρέπει να έγιναν γύρω στο έτος 1000 και επέτρεψαν σε κάποια κομμάτια στεριάς να "στεγνώσουν" κάπως. Γύρω από τους οικισμούς άρχισαν να φτιάχνουν κανάλια, ώστε τα νερά να βρίσκουν διέξοδο χωρίς να τους πνίγουν. Ύστερα κι άλλα φράγματα, κι άλλα κανάλια. Αντλούσαν τα νερά και τα διοχέτευαν στα κανάλια με έναν ατέρμονα κοχλία που περιστρεφόταν χάρη στην κίνηση ενός ανεμόμυλου από πάνω, μέχρι που απέσπασαν από τη θάλασσα αρκετά μεγάλα κομμάτια που κανονικά θα βρίσκονταν λίγο κάτω από την επιφάνειά της. Τα λένε σήμερα "πόλντερ".

Οι ανεμόμυλοι είναι πια διακοσμητικοί, οι αντλίες είναι σήμερα ηλεκτρικές μάλλον, και χρειάστηκε ένα εκεταμένο πρόγραμμα κατασκευής φραγμάτων, καναλιών και αντλιών για να είναι η χώρα περίπου στεγνή. Περίπου, βέβαια, γιατί από τα 44 χιλιάδες τετραγωνικά χιλόμετρα ξηράς, το ένα τέταρτο είναι νερό - λίμνες, ποτάμια, κανάλια. Κάποιες φορές τα κανάλια βρίσκονται ψηλότερα από τη στεριά: ο αυτοκινητόδρομος Άμστερνταμ-Λέιντεν σε κάποιο σημείο περνάει κάτω από ένα (πλωτό) κανάλι. Ενδέχεται να διέρχεσαι εσύ εποχούμενος και από πάνω σου να περνάει καράβι.

Η πόλη μας είναι ελαφρώς υποθαλάσσια - δύο με τρία μέτρα κατά τόπους. Χάρη σε αυτό το γεγονός οι κάτοικοί της την υπερασπίστηκαν με επιτυχία από την ισπανική πολιορκία το 1574: έσπασαν τα φράγματα και το καταβρεγμένο ισπανικό ιππικό κόλλησε στη λάσπη και ηττήθηκε παταγωδώς. Η ιστορία λέει ότι ο μετέπειτα Ολλανδός ηγεμόνας Γουλιέλμος της Οράγγης για να ανταμείψει τους γενναίους κατοίκους τους έδωσε τη δυνατότητα είτε να μην πληρώνουν φόρους, είτε να φτιάξουν πανεπιστήμιο. Παρά τις φήμες περί της παροιμιώδους ολλανδικής φιλαργυρίας (πέρα για πέρα αληθείς, αλλά ως πνεύμα αποταμίευσης μάλλον), οι Λεϊντενιώτες επέλεξαν το Πανεπιστήμιο που σήμερα είναι ο εργοδότης μου (και της μισής πόλης). Μακροπρόθεσμα τους βγήκε σε καλό - χώρια που άμα σου κουβαληθεί μια μέρα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να σου πω εγώ πού τις γράφουν τις φοροαπαλλαγές.

Ο Γουλιέλμος κληροδότησε στο βασίλειο τα χρώματα του οίκου της Οράγγης, τα γνωστά oranje, δηλαδή αυτό το πορτοκαλί με το οποίο παίζει η εθνική Ολλανδίας στο Μουντιάλ και έχει γεμίσει ο τόπος. Επίσης κληροδότησε μια διαφιλονικούμενη για μερικούς αιώνες περιοχή με την ευρύτερη ονομασία "Κάτω Χώρες" (στην πραγματικότητα "Ολλανδία" είναι μόνο μια σχετικά μικρή έκταση γύρω από το Άμστερνταμ, την Ουτρέχτη, το Λέιντεν, τη Χάγη, βία ίσαμε το Ρότερνταμ. Εκεί εκβάλλουν δυο-τρία ποτάμια μαζί, στις εκβολές τους οι προσχώσεις (και τα εργατικά χέρια των κατοίκων) έχουν φτιάξει μια νέα στεριά που αφαίρεσαν από τη θάλασσα, τη λεγόμενη Zeeland (αγγλικα Sea-land, γη της θάλασσας), πράγμα που μου έλυσε αναδρομικώς την απορία πού είναι η "παλιά" Ζηλανδία (η Νέα όλοι ξέρουν πού είναι, πάνω κάτω).

Τα ποτάμια αποτελούν ένα αόρατο πολιτισμικό σύνορο: οι "πάνω" με τους "κάτω" έχουν κάποιες διαφορές στον τρόπο ομιλίας (π.χ. την προφορά του G), σε κάποια έθιμα και - ιστορικά - τη θρησκεία. Πάνω επικράτησε η Μεταρρύθμιση, ο Καλβινισμός και η εξ' αυτού απορρέουσα "προτεσταντική ηθική", κάτω η Αντιμεταρρύθμιση, ο Καθολικισμός και μια ιδιαίτερη από ό,τι μου λένε "Βουργουνδική" κουλτούρα, που ενδημεί επίσης στη Φλάνδρα, αλλά και τη Βαλλωνία, το Λουξεμβούργο και τη γαλλική Βουργουνδία. Έχω ακούσει κόσμο να λέει ότι τα ποτάμια αυτά είναι το πολιτισμικό σύνορο ανάμεσα στη Ρωμαιο-γαλατική και τη Γερμανική Ευρώπη, αλλά μου φαίνεται ότι ένα τέτοιο σύνορο θα πρέπει να είναι πολύ πιο εκτεταμένο και είναι κάπως παράδοξο να διαχωρίζει τον ίδιο λαό. Η θρησκευτική ερμηνεία μου έρχεται λίγο καλύτερα, και παρά το ότι οι κάτοικοι έχουν από καιρό απωλέσει τη θρησκευτική τους ταύτιση με αυτό ή εκείνο το δόγμα, σαφώς δεν έχουν απωλέσει τις απορρέουσες από τη θρησκεία πολιτισμικές αναφορές: το λιτό "καλβινιστικό" γεύμα, τα εν είδει βιτρίνας ανοιχτά στα βλέμματα παράθυρα, το γενικό πνεύμα οικονομίας, αλλά ίσως και εν πολλοίς το πνεύμα ελευθερίας που πηγάζει από την απόρριψη της αυθεντίας.

Βέβαια όλα αυτά είναι ερμηνείες a posteriori και σίγουρα ερασιτεχνικές - ούτε ιστορικός είμαι, ούτε προσπαθώ να υποκαταστήσω του ειδικούς στο αντικείμενο. Περιφέρομαι όμως στους δρόμους της πόλης, στρωμένους όπως και τα κτίριά της από πάμπολλα κόκκινα τουβλάκια, φτιαγμένα από τη συμπαγή άργιλο των προσχώσεων. Και ξεθάβω για μια ακόμα φορά το στίχο εκείνων των παράξενων Ολλανδών που πριν καμμιά εικοσαετία είχαν κάνει σουξέ εκείνο το στιχάκι:

I was born in the valley of bricks,
where the river runs high above the rooftops...
Τώρα αρχίζω και το καταλαβαίνω κάπως καλύτερα, σιγά σιγά...


Σ.Σ. Τους Nits τους πρωτοάκουσα κάπου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 - παραδόξως το πρώτο τραγουδάκι που μου έρχεται στο μυαλό είναι το The train που δεν έκανε φοβερό σουξέ. Το αληθινό σουξέ, το In the Dutch mountains παραπάνω, το άκουσα όπως όλος ο κόσμος από μια διαφήμιση που τώρα πια δε θυμάμαι τι διαφήμιζε, είχε γίνει πάντως μεγάλη επιτυχία. Δεν ήμουν σίγουρος για την εθνικότητα του συγκροτήματος - την εποχή εκείνη είχα χάσει αρκετό από το ενδιαφέρον μου για την "ξένη" μουσική, που το νεοαποκτηθέν τότε MTV δεν είχε καταφέρει να αναθερμάνει.

Τώρα τελευταία το ξανακούω με κάποια ευχαρίστηση, βέβαια...

(Δείτε το καλύτερα εδώ, διότι στο μπλόγκ κόβεται η μια άκρη. Φαίνεται πάντως πως υπάρχει θέμα κλοπυράιτ διότι 1-2 φορές έχει κατέβει από το youtube και πρέπει να το ξαναβρίσκω...).

26/6/10

Πού 'ναι η μπάλα;


Οι περισσότεροι μάλλον δεν ξέρουν τον τίτλο του τραγουδιού "Guantanamera", πάρα πολλοί όμως έχουν ακούσει τη μουσική του, ειδικά όπως τραγουδιέται στα γήπεδα της χώρας με τους στίχους "Πού 'ναι η μπάλα - οέο, πού 'ναι η μπάααλα", ειδικά όταν η ομαδάρα προηγείται στο σκορ. Προσωπικά έχω μια μάλλον χαλαρή σχέση με το ποδόσφαιρο, όχι ως άθλημα εννοείται, αλλά ως θέαμα: έπαιξα τελευταία φορά το 1983 ή 1984, και σήμερα στα χάλια που είμαι από φυσική κατάσταση μόνο τη μπάλα θα μπορούσα να κάνω εντός γηπέδου, κι αυτή όχι με πολύ γκελ.

"Φίλαθλος" με την τυπική έννοια του όρου δεν υπήρξα ποτέ, αν και ο πατέρας μου μας πήγαινε πότε πότε στο γήπεδο σε κάνα ήσυχο ματσάκι του Θρύλου κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70, σε λίγο πιο ήρεμες εποχές στις κερκίδες. Αργότερα ετυχε να πάω με φίλους στο γήπεδο δύο ή τρεις φορές, η τελευταία εκείνης της περιόδου μάλλον το 1987. Τα επόμενα χρόνια, αν και οι προτεραιότητές μου ήταν άλλες και ουδέποτε είχα κάποια ιδιαίτερη σκασίλα για το πρωτάθλημα ή την Εθνική, στρωνόμουν ενίοτε μπροστά στην τηλεόραση όποτε είχε Μουντιάλ, αν και ομολογώ ότι θυμάμαι πολύ καθαρότερα τα παιχνίδια του 1978 και του 1982 (ακόμα και το όνομα του ανεκδιήγητου τερματοφύλακα της Βραζιλίας εκείνη τη χρονιά) από ότι τα μεταγενέστερα, κι αν το 2006 ο Ζιντάν δεν είχε ρίξει εκείνη τη μνημειώδη κουτουλιά στο Ματεράτσι, ίσως και να είχα μια δυσκολία να θυμηθώ ποιοι έπαιζαν στον τελικό.

Όταν πήγα στην Κρήτη, αρχές του 2007, ξαναβρέθηκα σε γήπεδο για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια. Στην Κρήτη πήγα γήπεδο ίσως πέντε φορές - όσες σε όλη την προηγούμενη ζωή μου. Η σχέση μου με τη μπάλα ως θέαμα ζεστάθηκε ελαφρώς, κυρίως για λόγους κοινωνικοποίησης, μέσω μιας αντροπαρέας εκ του επαγγελματικού χώρου που μαζευόταν για να δει αυτό ή εκείνο το ματς του Τσάμπιονς Λιγκ, και συζητούσε σε ένα μάλλον χαβαλέδικο κλίμα τις Δευτέρες για τις επιδόσεις του Γάβρου ή του Βάζελου, καμμιά φορά και του τοπικού ΟΦΗ πριν πέσει στη Β' Εθνική. Λίγο περισσότερο ζεστάθηκε το πράγμα και με τη σχετική αρθρογραφία στον αθλητικό τύπο (όχι τον οπαδικό), καθώς χαζεύοντας μέσω διαδικτύου (εννοείται ότι δεν αγόρασα ποτέ αθλητική εφημερίδα) ανακάλυψα ότι ορισμένοι αθλητικοί συντάκτες έχουν μια χαρά πένα, συγκροτημένη επιχειρηματολογία, συνεκτική σκέψη, και χαίρεσαι να τους διαβάζεις - ειδικά όταν δεν αναλύουν συστήματα και τακτικές, παρά άλλα "συμπληρωματικά" στοιχεία του ποδοσφαιρικού εποικοδομήματος που παρουσιάζουν ιδιαίτερο "κοινωνιολογικό" ενδιαφέρον. Το ένα φέρνει το άλλο, και κάποτε βρέθηκα να ακούω εν είδει ριάλιτυ σόου μεταμεσονύκτιες εκπομπές με τηλεφωνήματα "φιλάθλων" στα ραδιόφωνα, όπου το μακρύ και το κοντό του καθενός διακοπτόταν μόνο για να ανακοινωθούν τα τρέχοντα αποτελέσματα του "Πάμε Στοίχημα".

Αν με το ποδόσφαιρο είχα περιορισμένη σχέση, ακόμα λιγότερη είχα και με το σχετικό τζόγο. Θυμάμαι ως παιδί τον πατέρα μου να παίζει τακτικά ΠΡΟ-ΠΟ και να σημειώνει τα σημεία 1-2-Χ το απόγευμα της Κυριακής με το αυτί κολλημένο σε ένα ραδιοφωνάκι. Στο Γυμνάσιο έπαιξα κι εγώ 2-3 φορές, ρεφενέ το χαρτζηλίκι μαζί με φίλους. Την πρώτη φορά πιάσαμε ένα εντεκάρι, μετά τίποτα, και ο συνεταιρισμός διαλύθηκε πάνω σε μια διαφωνία για ένα ματς Κιλκισιακού-Πανσερραϊκού. Άλλη μια φορά έπαιξα στο στρατό, παρέα με όλο το θάλαμο, ξανά εντεκάρι. Με άλλου τύπου τζόγο, λαχεία, ξυστά, λόττο, τζόκερ, χαρτιά, ρουλέτες, άλογα δεν είχα συναντηθεί ποτέ, εκτός από κάτι τραγούδια του Άκη Πάνου και κάτι βιβλία του Αντώνη Σουρούνη, αλλά και τα δύο στο χώρο του φολκλόρ, μάλλον.

Έτσι αντιμετώπιζα ως αξιοπερίεργο ον ένα φίλο εκ της αντροπαρέας της Κρήτης, που αν και είχε σπουδάσει τον Άκη Πάνου κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη (το Σουρούνη μάλλον όχι), και είχε και μια πιο προσωπική σχέση με τα αθλήματα (αν μη τι άλλο έπαιζε κιόλας), η βασική του θέαση στα ποδοσφαιρικά δρώμενα ήταν κυρίως στοιχηματικής υφής. Βλέπαμε ας πούμε καμμιά ματσάρα στο Τσάμπιονς Λιγκ, όπου η Μπαρτσελόνα διέσυρε την αντίπαλο και ενώ όλοι ενθουσιάζονταν από το θέαμα, ο δικός μας πάγωνε: "Όχι, ρε π.... Το έχω παίξει ισοπαλία.". Και στην αυτονόητη ερώτηση γιατί το έπαιξε ισοπαλία ενώ η Μπάρτσα ήταν το απόλυτο φαβορί, ερχόταν η απάντηση "Μα ο άσος δίνει 1,10, ενώ το χι 3,20. Εσύ δε θα το 'παιζες;". Ευτυχώς για τον ίδιο έπαιζε μικροποσά και δεν έχανε πολύ, αλλά στις λοιδωρίες των υπολοίπων επιστημόνων της παρέας που δεν έπαιζαν στοίχημα απαντούσε με τη θεωρία του μεταλλαγμένου υποδοχέα. Σύμφωνα με αυτήν, οι άνθρωποι που έχουν μια συγκεκριμένη μορφή ενός γονιδίου που φτιάχνει έναν υποδοχέα νευροδιαβιβαστών, αισθάνονται μια ιδιαίτερη ηδονή από το ρίσκο του τζόγου, ενώ οι άλλοι που έχουν τη συμβατική μορφή του υποδοχέα δεν την αισθάνονται. Ο ίδιος ήταν βέβαιος ότι έχει τη μεταλλαγή. Φυσικά η επιχειρηματολογία του δεν με έπειθε, ούτε μπορούσα να καταλάβω το σκεπτικό του. Μέχρι πριν λίγες μέρες.

Λίγο πριν την έναρξη των αγώνων του Μουντιάλ κυκλοφόρησε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στο χώρο εργασίας, το οποίο καλούσε τους συναδέλφους να παίξουν ένα στοιχηματάκι μεταξύ τους, πέντε ευρώ το κεφάλι, και να προβλέψουν τα αποτελέσματα των αγώνων και τον τελικό νικητή. Το στοίχημα ήταν με βαθμολογία: γα κάθε αγώνα που προέβλεπες σωστά κέρδιζες έναν πόντο, για το σωστό σκορ άλλον ένα, για κάθε ομάδα που πέρναγε από τον όμιλο δύο πόντους, για τα προημιτελικά τρεις, κλπ. μέχρι τον τελικό. Είπα προς χάριν της κοινωνικοποίησης να παραβώ τις αρχές μου, βαριόμουνα όμως να συμπληρώσω το δελτίο. Έτσι, μια μέρα πριν αρχίσουν οι αγώνες, ανέθεσα σε μια φίλη επισκέπτρια να κάνει τις δέουσες προγνώσεις. Η φίλη μου δεν έχει ιδέα από μπάλα (και φαίνεται): συμπλήρωσε το δελτίο με πολιτισμικά κριτήρια και έβαλε διάφορες πολιτισμικά ενδιαφέρουσες χώρες στην τετράδα, την Αλγερία π.χ. Ευτυχώς η Βραζιλία λόγω σάμπας και η Αργεντινή λόγω τάνγκο προβλέπεται να παίζουν τελικό, και η Ισπανία λόγω φλαμένγκο ημιτελικά, πράγμα που ποδοσφαιρικώς βγάζει νόημα αν μη τι άλλο. Με ήσυχη συνείδηση κατέθεσα το δελτίο και τα πέντε ευρώ μου λίγο πριν το εναρκτήριο ματς.

Τις πρώτες μέρες η απόδοσή μας ήταν τραγική: από τους είκοσι συμμετέχοντες είχαμε προσπεράσει μόνο μια Καναδή συνάδελφο που δεν ήξερε ούτε τι είναι ποδόσφαιρο ούτε ότι υπάρχουν δύο Κορέες και αναρωτιώταν μεγαλοφώνως γιατί αυτή η χώρα παίζει έξι ματς και οι άλλες μόνο τρία. Σιγά σιγά όμως το πράγμα διαφοροποιήθηκε και χάρη σε μια διαδοχή συμπτώσεων επί τρεις συνεχόμενες μέρες το δελτίο μας έβγαζε το καλύτερο σκορ. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε στην τρίτη θέση, κοντά στη θεωρητική πιθανότητα όχι μόνο να ρεφάρουμε το πεντάευρο, αλλά να τσιμπήσουμε και άλλο ένα τάληρο κέρδος. Την επομένη έπαιζε η Ιταλία με τη Σλοβακία: σύμφωνα με την πρόβλεψη έπρεπε να κερδίσουν οι Ιταλοί (ένας πόντος) με 1-0 (άλλος ένας) και να προκριθούν στην επόμενη φάση (δύο πόντοι). Οι Σλοβάκοι όμως ήταν πολύ καλύτεροι - κέρδισαν 3-2, πέταξαν έξω τους κατόχους του τίτλου και συνέτριψαν τις στοιχηματικές μου ελπίδες. Συνέλαβα τον εαυτό μου σε βαθιά κατάθλιψη: κατρακυλήσαμε εν τάχει στην έκτη θέση και με σημαντικά υπονομευμένες πιθανότητες μελλοντικής επανάκαμψης. Προφανώς δε με ένοιαζε το τάληρο - και πενηντάρικο να ήταν, μην πω και πεντακοσάρικο. ΗΘΕΛΑ όμως να νικήσουν οι Ιταλοί (που δεν ήταν καλύτεροι), να μην αναφέρω και την εκενευριστική ισοπαλία Παραγουάη-Νέα Ζηλανδία που με άφησε χωρίς πόντο όλη μέρα.

Χτες έφυγα νωρίς από το εργαστήριο, όπως όλοι, για να πάω να δω το Βραζιλία-Πορτογαλία. Η ισοπαλία βόλευε και τους δύο, και το παιχνίδι γρήγορα έγινε "φιλικό", σε βαθμό που οι φίλαθλοι στις κερκίδες στο τέλος γιουχάιζαν ό,τι κινείτο ενώ οι παίκτες αντάλλασσαν πασίτσες στο κέντρο μην τυχόν και βάλουν γκολ κατά λάθος. Το θέαμα ήταν αποκρουστικό σχεδόν. Το βράδι στο Ισπανία-Χιλή το διαμορφωθέν 2-1 στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου τους βόλευε επίσης όλους, και στο τέλος στην ίδια "φιλική" ατμόσφαιρα (και υπό τα χάχανα της κερκίδας) το λήξανε αδελφωμένοι. Οι καθώς πρέπει φίλοι του ποδοσφαίρου θα έπρεπε να είναι έξαλλοι, υπό κανονικές συνθήκες θα ήμουν κι εγώ έξαλλος.

Όμως δεν ήμουν. Άνοιξα τον υπολογιστή και τσέκαρα το αντίγραφο του κουπονιού: Βραζιλία-Πορτογαλία ισοπαλία (ένας πόντος), εντάξει, το σκορ το χάσαμε, Ακτή Ελεφαντοστού-Βόρεια Κορέα άσος (άλλος πόντος), πάλι χάσαμε το σκορ, δε μπορούσαν να βάλουν ένα λιγότερο; Χιλή-Ισπανία διπλό (ένας πόντος, πάλι με λάθος σκορ), Ελβετία-Ονδούρα ισοπαλία, δεν πήραμε πόντο αλλά δεν πειράζει, διότι αγκαλίτσα και αδελφωμένες η Βραζιλία (με σάμπα) και η Πορτογαλία (με φάδος), η Ισπανία (με φλαμένγκο) και η Χιλή (λόγω Αλιέντε και Πινοσέτ μάλλον) περνάνε όπως προέβλεψε η φίλη μου στην επόμενη φάση δίνοντάς μου οχτώ ολόκληρους πόντους, συν τρεις από τα ματς σύνολο έντεκα. Κι ενώ όλοι οι υγιώς σκεπτόμενοι φίλαθλοι κράζουν τις προαναφερθείσες ομάδες για το άθλιο θέαμα και τη συμπαιγνία, εγώ πέφτω να κοιμηθώ ήρεμος στο Λέιντεν με μια περίεργη αίσθηση ικανοποίησης και εσωτερικής πληρότητας.

Και σκέφτομαι τώρα που γράφω ότι πρέπει να ψάξω να δω τι ακριβώς είναι αυτός ο υποδοχέας νευροδιαβιβαστών και πώς να κάνω κανένα γενετικό τεστ για να δω αν έχω τη μεταλλαγή, διότι σκούρα τα βλέπω τα πράγματα. Αλλά όχι ακόμα, διότι σε λίγο θα αρχίσει το Ουρουγουάη-Νότια Κορέα και μετά καπάκι ΗΠΑ-Γκάνα και για κάποιο περίεργο λόγο είμαι αναφανδόν με τους Λατινοαμερικάνους και τους Αφρικανούς αντίστοιχα - έξι ολόκληροι πόντοι είναι αυτοί, δεν είναι παίξε-γέλασε!

(Μα πού 'ναι η μπάλα, οέο;)

19/6/10

Τοίχοι που μιλάνε

Ο Καβάφης στο Λέιντεν, σε έναν τοίχο της Caeciliastraat, δίπλα στο εστιατόριο "Ρόδος".

Σκέφτομαι ότι πριν από ένα χρόνο και κάτι μέρες άδειαζα το τελευταίο ελληνικό "σπίτι μου" στο Ηράκλειο και άρχιζα μια περιπλάνηση σε ετεροκαθοριζόμενους χώρους διαβίωσης, συχνά φιλόξενους αλλά πάντα αλλότριους. Είχα μια αναπόφευκτη αίσθηση ότι κάπου "περισσεύω" στο τέλος. Το ένα φέρνει το άλλο, ένα χρόνο μετά ανηφορίζω τα γνώριμα πλέον 77 σκαλιά και γυρίζω το κλειδί στην πόρτα. Δείχνω το χώρο στην παιδική φίλη που θα φιλοξενήσω για λίγες μέρες - "Ωραίο το σπίτι σου", λέει, και αισθάνομαι μια μικρή χαρά στο άκουσμα της φράσης. Όχι τόσο για το "ωραίο" όσο για το "σπίτι μου".

Η εμπειρία της περιπλάνησης με δίδαξε ότι δεν πρέπει να δένεται κανείς πολύ με τα υλικά αντικείμενα, κι έτσι δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα να αποχωριστώ μάλλον οριστικά πράγματα όπως τα επιπλάκια μου και το αυτοκίνητο. Αρνήθηκα βέβαια να αποχωριστώ τα βιβλία μου, κάτι παλιά βινύλια και CD, και κάτι προσωπικά μικροπράγματα συναισθηματικής αξίας. Με αυτά δένεσαι πολύ παραπάνω, σε συμβολικό κυρίως επίπεδο, και ξέρω μερικούς ανθρώπους που είναι κολλημένοι με μια ξύστρα που είχαν στο δημοτικό. Κι εγώ με τη σειρά μου, π.χ. με μια σπασμένη λίμα νυχιών που είχα από τον καιρό που έκανα μαθήματα κιθάρας, και φυσικά την κουβαλάω μαζί μου. Εδώ πέρα δεν έχω φέρει παρά ελάχιστα πράγματα, αλλά σιγά σιγά αναπτύσσω μια αίσθηση οικειότητας και με τα περιεχόμενα του σπιτιού: η κούπα για τον καφέ, το ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού που χρησιμεύει ενίοτε ως υποπόδιο, το γλαστράκι με το φυτό που πρέπει να ποτίζω από καιρού εις καιρόν, η θέα του Burcht από το παράθυρο μπροστά στο γραφείο.

Ψάχνουμε με τη φιλοξενούμενή μου να βρούμε ανοιχτό εστιατόριο κάπως αργά το βράδι. Φυσικά για Ελλάδα θα ήταν νωρίς ακόμα, άλλωστε ο ήλιος είναι ψηλά, περασμένες εννιάμιση. Τριγυρνάμε στα στενά της πόλης με αβέβαια βήματα - αν και κοντεύω να κλείσω δίμηνο εδώ δεν την έχω περπατήσει πολύ, και φαίνεται. Βρίσκουμε ανοιχτό και να σερβίρει το La Bota δίπλα στον παλιό καθεδρικό. Παρατηρώ τα χρωματισμένα τζάμια της πάλαι ποτέ εκκλησίας: η Μεταρρύθμιση αφαίρεσε τις εικόνες και άφησε μόνο τα βιτρώ. Μια μικρή παρέμβαση της ιστορίας των ιδεών πάνω στην αρχιτεκτονική. Αναρωτιέμαι για τυχόν άλλες τέτοιες παρεμβάσεις, δοκιμάζοντας παράλληλα ένα κόκκινο Merlot.

Δεν έχω βέβαια καμμιά ιδιαίτερη γνώση για τις πόλεις - πέραν της προσωπικής εμπειρίας, και μερικών προσομοιώσεων που σκάρωνα όταν έπαιζα SimCity 2000. Πριν πολλά χρόνια έτυχε να διαβάσω ένα βιβλίο σχετικό με την ιστορία των πόλεων (Lewis Mumford, The City in History) που αν και κυκλοφόρησε το 1961, αρκετά πριν γεννηθώ, μου ανέδειξε κάποιες πλευρές που δεν είχα σκεφτεί ποτέ. Είχα πάντως σκεφτεί ότι οι πόλεις έχουν πολλά κρυμμένα μυστικά να ανακαλύψει κανείς. Ίσως οι πιο μεγάλες να έχουν πιο πολλά μυστικά, ή πιο μεγάλα, αλλά και στις πιο μικρές, σαν το Ηράκλειο ή το Λέιντεν υπάρχουν ιστορίες να μάθεις και πράγματα που σου μιλάνε με τον τρόπο τους, από τα κόκκινα τουβλάκια που αθροίζονται σε όλους τους δρόμους του ιστορικού Λέιντεν (μια και η Ολλανδία δεν έχει και πολλές εκ του φυσικού πέτρες) μέχρι τους όγκους τσιμέντου των πολυκατοικιών που καταπλακώνουν το βενετσιάνικο λιμάνι στο Ηράκλειο. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι συνήθως διασχίζουμε τους δρόμους απορροφημένοι από τις δικές μας προσωπικές ιστορίες, και δεν ακούμε το μουρμουρητό των πόλεων γύρω μας - ή ίσως περνάει από τις αισθήσεις μας τόσο συχνά που γίνεται αόρατο, σαν "θόρυβος υποβάθρου".

Καμμιά φορά κάτι συμβαίνει και μας ξυπνάει - μια φίλη που έρχεται να μας επισκεφτεί, ας πούμε, και σηκώνοντας το βλέμμα ενώ απομακρυνόμαστε από το εστιατόριο εντοπίζει ένα κείμενο στα ισπανικά σε έναν τοίχο. Είναι ένα ποίημα του Πάμπλο Νερούδα, γραμμένο με κάποια επισημότητα σε έναν κατά τα άλλα αδιάφορο τοίχο σε ένα μικρό στενό κοντά στο Δημαρχείο. Τις επόμενες μέρες, το υποψιασμένο πλέον βλέμμα εντοπίζει και άλλα κείμενα, στα ολλανδικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά, σε διάφορους ανύποπτους τοίχους. Κατά κανόνα δεν καταλαβαίνω τις γλώσσες, ούτε ξέρω τους ποιητές. Εντοπίζω στο βιβλιαράκι-οδηγό του πανεπιστημίου έναν υπαινιγμό για τα ποιήματα στους τοίχους της πόλης. Όταν το πρωτοδιάβασα δεν το πρόσεξα ή δεν το κατάλαβα. Πολλά συμβαίνει να μην καταλαβαίνεις στην αρχή.

Λίγο πριν αναχωρήσει, μετά από μια βδομάδα παραμονής, η φίλη μου αδειάζει τις φωτογραφίες που τράβηξε με τη μηχανή μου στο σκληρό μου δίσκο και της τις επιστρέφω στο φλασάκι. Στην τελευταία φωτογραφία, μετά από διάφορα τοπία της Ουτρέχτης και της Χάγης, εντοπίζω έναν τοίχο που γράφει κάτι στα ελληνικά: είναι τα "Κρυμμένα" του Καβάφη. Μου εξηγεί ότι την τράβηξε ερχόμενη από το σταθμό του Λέιντεν, δίπλα στο ελληνικό εστιατόριο "Ρόδος" - ίσως και να είναι τυχαίο το σημείο.

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές αναρωτιέμαι αν θα έβγαζε νόημα για τον Καβάφη η φράση παραπάνω με το σκληρό δίσκο και το φλασάκι, αλλά ίσως και να έβγαζε, εικάζω. Μπορεί βέβαια να κάνω και λάθος, αλλά αν αντιληφθεί κανείς το "σκληρός" και το "φλας" ως αποθηκευτικά μέσα, η υπόλοιπη φράση μάλλον έστεκε και στις αρχές του εικοστού αιώνα. Από την άλλη, αναρωτιέμαι για το αντίστροφο - πόσο στέκουν το 2010, σε εποχές ιστολογίων και διαδικτύου και facebook και twitter και i-phone, έστω και από το ύψος ενός ολλανδικού τοίχου, αυτά τα λόγια:

Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.


Και μάλλον στέκουν, νομίζω, για μπλόγκερς και μη μπλόγκερς... Από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.

7/6/10

Αγνώστου πατρός



Ο κύριος Γιάννης Σαούλης στο μπουζούκι και η κυρία Görkem Ökten-Σαούλη στο κανονάκι, παίζουν την αγνώστου εθνικότητος μελωδία με στίχους ελληνικούς (Από ξένο τόπο) και τουρκικούς (Üsküdar'a gider iken - Katibim) σε μια εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου στη ΝΕΤ. Για την ιστορία, ο άνθρωπος είναι Σαλονικιός, έχει ζήσει χρόνια στην Ολλανδία (όπα!) και αργότερα οικογενειακώς στην Πόλη και τώρα πάλι στη Θεσσαλονίκη. (Οφείλω να πω ότι η σύζυγος "τα σπάει" - όχι μόνο στο κανονάκι).

Το τραγουδάκι το πρωτάκουσα μάλλον από τη Μαρίζα Κωχ, παλιά. Είχα την εντύπωση ότι είναι μικρασιάτικο ή πολίτικο, και δεν είχα προσέξει ιδιαίτερα τους στίχους. Επειδή τώρα τελευταία για προφανείς λόγους έχω αρχίσει και ακούω διάφορα ξενιτεμένα άσματα και με απασχολούν ιστοριούλες ξένων, σκαλίζοντας το youtube με αντίστοιχα keyword (αν και κάτι άλλο έψαχνα) έπεσα ξανά στο "Από ξένο τόπο". Με ευχαρίστηση άκουσα την εκτέλεση του ζεύγους Σαούλη στο "Στην υγειά μας", καθώς δεν είχα ακούσει ποτέ την τουρκική εκδοχή (που η κυρία Görkem Ökten παίζει στο κανονάκι και τραγουδάει εξαιρετικά).

Φυσικά δεν μου έκανε εντύπωση που υπάρχει και ελληνική και τουρκική εκδοχή του άσματος - ούτε το πρώτο είναι, ούτε το τελευταίο. Με κάποια έκπληξη όμως διαπίστωσα ότι αυτές οι δύο εκδοχές δεν είναι οι μόνες - εντόπισα ένα βιντεάκι όπου μια καταλανή κλασική τραγουδίστρια λέει όχι μόνο αυτές τις δύο εκδοχές (Από ξένο τόπο, Üsküdar'a gider iken) αλλά και μια τρίτη (Fel Shara) σε γλώσσα Ladino, δηλαδή σεφαρδίτικα - γλώσσα των "ισπανοεβραίων" σεφαρντίμ που μετανάστευσαν ομαδικά στη Θεσσαλονίκη το 16ο αιώνα. Ακόμα περισσότερο, ανακάλυψα εκδοχές στα αραβικά (Banat Iskadaria), αλλά και σε πλείστα όσα σλαβικά ιδιώματα των βαλκανίων από διάφορες χώρες. Από κλικ σε κλικ έβγαινα όλο και μακρύτερα, μέχρι που έφτασα σε εκδοχή σε ουζμπέκικη γλώσσα από το Αφγανιστάν -και δεν άντεξα άλλο.

Πέρασα τις τελευταίες μέρες ακούγοντας το κομμάτι με τις ώρες σε διάφορες γλώσσες, προσπαθώντας ενίοτε να καταλάβω τους στίχους - συχνά διηγούνται μια ερωτική ιστορία, όχι πάντα την ίδια. Επίσης, αν και η μελωδία είναι παρόμοια, οι ρυθμοί αλλάζουν - εύκολα αναγνωρίζεις ότι το ελληνικό χορεύεται συρτό, αλλά τα πιο "οριεντάλ" (όχι το τούρκικο) πάνε αρκετά σε χορό της κοιλιάς. Οι ενερχηστρώσεις είναι επίσης χαρακτηριστικές - το ζεύγος Σαούλη ταίριαξε το μπουζούκι με το κανονάκι, αλλά η μπάντα με τα χάλκινα πνευστά μοιάζει εξόχως σλαβική στις εκδοχές των βορείων γειτόνων. Χρειάστηκε να ακούσω μια εκδοχή από τη Βοσνία για να μου έρθει αβίαστα η ομοιότητα με το δεύτερο κουπλέ του Rasputin των Boney M. που επισήμαινε κάποιος στα σχόλια στο Youtube - είχε πλάκα, αν μη τι άλλο.

Αυτό που δεν είχε καθόλου πλάκα ήταν όλος ο καυγάς για το "ποιανού είναι το κομμάτι". Το βιντεάκι που δείχνω εδώ έχει στην ιστοθέση του καμμιά 25αριά σελίδες σχόλια. Δεν μου έκανε τόση εντύπωση ο ελληνοτουρκικός καυγάς από κάτω ("δικό μας είναι", "όχι, δικό μας"), ούτε ακόμα και η εμπλοκή άλλων γειτόνων και τα κατεβατά με τα βρισίδια, που ξεκινούσαν από τη γενοκτονία των Αρμενίων και περνούσαν από το Μέγα Αλέξανδρο πριν φτάσουν φυσικά στο ποδόσφαιρο. Μου έκανε κάποια εντύπωση το ότι η βλακεία είναι σαν την τέχνη: δε γνωρίζει σύνορα. Όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν να επιδείξουν αρκετούς μικρόνοες - δεν είμαστε τόσο πρωτοπόροι οι Έλληνες όσο φοβόμουν, ευτυχώς.

Βέβαια, οφείλω να διευκρινίσω ότι δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ιδιαιτέρως στη "φιλία των λαών", με την έννοια ότι υπάρχουν λαοί "φίλοι" και "εχθροί" συνολικά - άνθρωποι ναι, αλλά τόσο μεγάλες ολότητες, χμμμ... Θεωρώ ότι η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας γίνεται πάντα μέσα από κάποια ιστορική διαδρομή που γέμει αντιπαραθέσεων με το "αλλότριο", κι από αυτή τη σκοπιά λίγα μου λένε τα σχόλια και οι κουβέντες περί "αδελφών λαών", όπου το κοινό υπόβαθρο του καφέ και του κεφτέ και του σουτζουκιού μπαίνει στην παλάντζα ως αντίδοτο π.χ. στην κατοχή της Κύπρου - δε σφάξανε. Καλώς ή κακώς οι εθνικές και πολιτισμικές ταυτότητες είναι υπαρκτές και προσωπικά προτιμώ τους Έλληνες Έλληνες και τους Τούρκους Τούρκους - ή καλύτερα προτιμώ ένα εύρος και μια ποικιλία συνεκτικών, διαφορετικών ταυτοτήτων από ένα patchwork χυλό (λίγο σούσι, λίγο τζατζίκι, λίγο διαφωτισμό, λίγη γιόγκα και τ' αγόρι μου) όπου τα επιμέρους πολιτισμικά στοιχεία αποκόπτονται από τις ρίζες τους και σερβίρονται ως νεωτερικά μίγματα εκτός ιστορικής προοπτικής. Κι αυτό το λέω (για να μην παρεξηγηθώ) με απόλυτο σεβασμό στην ξεχωριστή ταυτότητα του καθενός, χωρίς να θεωρώ κάποια (π.χ. την "καθ' ημάς") ανώτερη per se.

Καλά όλα αυτά, αλλά το τραγούδι κάποιος δεν θα το έγραψε; Το γεγονός ότι το σύνολο των εκδοχών που συγκέντρωσα είναι από την περιοχή της πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας (ακόμα και οι μη εντοπισθείσες αλλά υπαρκτές εκδοχές από τη Ρουμανία και την Ουγγαρία δεν απέχουν και τόσο γεωγραφικά και ιστορικά) με κάνουν να υποψιάζομαι μια αρχική εκδοχή στο οθωμανικό παρελθόν των χωρών αυτών. Δεν ξέρω πόσο παλιά μπορεί να είναι - υπάρχει, από ό,τι διάβασα, ένα ντοκυμανταίρ μιας Βουλγάρας σκηνοθέτιδος που καταπιάνεται με το θέμα (και δεν καταλήγει κάπου συγκεκριμένα). Υπάρχει μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία (Everybody's song project) που με αυτή την αφορμή επιχειρεί να ανιχνεύσει ομοιότητες και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των πολιτισμών. Η όλη φάση μου θύμισε κάποιες συζητήσεις στην εξελικτική βιολογία, σχετικά με το αν κάποιες παρόμοιες ιδιότητες σε διαφορετικούς πληθυσμούς οφείλονται σε κοινή (απώτερη) καταγωγή ή σε πιο πρόσφατη "γονιδιακή ροή" μεταξύ τους.

Αλλά σκέφτομαι ότι δεν έχει και πολλή σημασία. Τα τραγούδια είναι για να εκφράζουν οι άνθρωποι τα πάθη τους και να διασκεδάζουν - το βασικό συμπέρασμα που έβγαλα μετά από ώρες πολύγλωσσης ακρόασης είναι ότι το τραγούδι είναι ωραιότατο (για τα δικά μου γούστα, πάντα), ακόμα και σε εκδοχές όχι πολύ οικείες. Και σε όσες εκδοχές κατάφερα να βγάλω και νόημα στιχουργικά, νομίζω πως διηγείται μια ωραία ιστορία, είτε για την κυρία που πάει στην (Üsküdar'a = Σκουτάρι, Χρυσούπολη) ασιατική πλευρά της Πόλης και καμαρώνει τον γραμματέα (Katibim) που αγαπάει και βάζει λουκούμι στο μαντήλι του, είτε για τον άντρα που θαυμάζει την ελίτσα που έχει στο λαιμό το κορίτσι που ήρθε "από ξένο τόπο" και ζητάει να του τη δώσει. Αλλά εκείνη σε μια ορισμένη εκδοχή την έχει φυλαγμένη την ελίτσα για εκείνον που αγαπάει, ή στις περισσότερες προτιμάει να την κρατήσει η ίδια.

Για να τον τυραννάει, βέβαια, τον άνθρωπο, για τι άλλο;

Σ.Σ. Για τυχόν φιλομαθείς αναγνώστες, μάζεψα τις εξής εκτελέσεις πριν τα παρατήσω (υπάρχουν κι άλλες, βέβαια):http://www.youtube.com/watch?v=gJ3Ii5kZfDM Ελληνικά, Μαρίζα Κωχ (συρτό...)http://www.youtube.com/watch?v=56CCISecE_U Ελληνικά, Γλυκερία
http://www.youtube.com/watch?v=AVcoDnlekIE Τούρκικα, με αμερικάνικο voice over, Eartha Kitt...
http://www.youtube.com/watch?v=1VnOCTF-Jys ποπ εκδοχή από το Αζερμπαϊτζάν
http://www.youtube.com/watch?v=EmUB6a2hlYE Ουζμπεκική εκδοχή από το Αφγανιστάν (με αιγυπτιακό belly dance)
http://www.youtube.com/watch?v=GAQSUNoQRxg Αραβική εκδοχή (Banat Iskandaria)
http://www.youtube.com/watch?v=Xpcp2myEWk8 Σερβικό σήριαλ της δεκαετίας του '70
http://www.youtube.com/watch?v=hMQfLyM5_Bk Σερβική εθνο-τζαζ εκδοχή
http://www.youtube.com/watch?v=oDCDwQhPhCQ Σέρβικο με χάλκινα (και καπάκι το "Μες του Αιγαίου τα νησιά...)
http://www.youtube.com/watch?v=ilOCqaXPDJM Σλαβομακεδονική έκδοχή, από Τέτοβο
http://www.youtube.com/watch?v=SC6XNkEp0bA Βουλγαρική εκδοχή (κάπως διαφορετική)
http://www.youtube.com/watch?v=73UuF_WkeqY Βοσνιακή εκδοχή, από την τουρκική τηλεόραση
http://www.youtube.com/watch?v=dgO8CMYcQ7c Βοσνιακό πάλι (αλλά πολύ γαβ-γαβ, σχεδόν αγνώριστο)
http://www.youtube.com/watch?v=SDuOVdRGd0I Αλβανική εκδοχή (με ήχο επίσης σκυλάδικο...)
http://www.youtube.com/watch?v=EHOdJyRWiyI Ισραήλ, ένα "σεφαρδίτικο" (ισπανοεβραϊκό)
http://www.youtube.com/watch?v=xeZytVePpPc Fel Shara, σε γλώσσα Ladino (Σεφαρδίτικο) και ακόμα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, πολύ χαριτωμένο - ευχαριστώ τη Rodia για την επισήμανση.

Αγνοήστε τα πιο πολλά σχόλια κάτω από κάθε λινκ - συχνά είναι απύθμενης ηλιθιότητας.

ΥΓ (7/6): Προσθήκες εκ των σχολιογράφων:
http://www.youtube.com/watch?v=rfCthT0ctdw, εκδοχή από Μαλαισία (Elias)
Sacred Sabbat, από ένα δίσκο της Loreena McKennitt (ορχηστρικό), από τον (την;) ne Tpen

Απόσπασμα από το επίμαχο ντοκυμανταίρ της Adela Peeva, εδώ (από Χριστόφορο)

(8/6) http://www.youtube.com/watch?v=drFmqIV_4M4 Το τρίγλωσσο βιντεάκι που αναφέρεται στο κείμενο, με τη Μονσεράτ Φιγκέρας και μεσαιωνικά όργανα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (από ".")

5/6/10

Rüzgar (Αχ, αγέρα...)



Penceremin perdesini, havalandıran rüzgar
Denizleri köpük köpük, dalgalandıran rüzgar
Gir içeri usul usul, beni bu dertten kurtar
Yabancısın buralara nerelerden geliyorsun
Otur dinlen başucuma belli ki çok yorulmuşsun
Bana esmeyi anlat, bana sevmeyi anlat
Bana esmeyi anlat, esip geçmey anlat

Anlat ki çözülsün dilim ben rüzgarım demeliyim
Rüzgarlığı anlat bana senin gibi esmeliyim

(του παραθυριού μου την κουρτίνα ανεμίζει ο αγέρας
της θάλασσας τον αφρό κυματίζει ο αγέρας
μπες μέσα σιγά-σιγά και τη λύπη διώξε μου
είσαι ξένος εδώ, από πού έρχεσαι;
Κάθισε, ξεκουράσου στο μαξιλάρι, φαίνεσαι πολύ κουρασμένος
για τον άνεμο, για την αγάπη πές μου
κι αφού φυσήξεις πές μου και για τα παλιά
πές μου πώς σβήνεις αργά κι εγώ θα σε πω αγέρα μου...)


Αχ αγέρα π' ανεμίζεις του πελάγου τον αφρό
Αχ αγέρα που θροΐζεις με του λύχνου μου το φως
φύσα μέσα στην καρδιά μου, σκόρπισε μου τον καημό
Μάθε μου το φύσηγμά σου
Πάρε με στο πέταγμα σου
Το ξημέρωμα να μ' εύρει
Στην αιθέρια αγκαλιά σου.

Σ.Σ. Όταν άκουσα το τραγουδάκι πρώτη φορά πριν καμιά δεκαετία (στο "Μελωδία FM") μου πήρε αρκετό καιρό να καταλάβω ότι η Βασιλική Παπαγεωργίου που τραγουδούσε και υπέγραφε τους ελληνικούς στίχους ήταν η «Βίκυ», ένα έτος κάτω από μένα στο Βιολογικό, κάπου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80. Δεν κάναμε παρέα, είχαμε ένα τυπικό «γεια» μόνο, και μάλιστα μια φορά είχα πει και κάτι που συνάντησε την έντονη αποδοκιμασία της, θυμάμαι. Πρέπει να με αντιπάθησε για τα καλά. Την ξαναείδα σε μια συναυλία του συγκροτήματος «Βόσπορος» που έπαιζε κλασική τουρκική μουσική στο Λυκαβηττό. Δε μιλήσαμε.

Χρόνια μετά άκουσα ότι ζούσε σε ένα από τα Πριγκηπονήσια, ακριβώς στο Βόσπορο. Από όσο θυμάμαι δεν είχε καμμιά καταγωγή από εκείνα τα μέρη· αναρωτιέμαι αν πήγε ακολουθώντας ένα είδος παρόρμησης, ας πούμε μια αγάπη ή ένα φύσηγμα της μοίρας. Τη θυμήθηκα αυτές τις μέρες που ανασκάλευα κάτι άλλα ελληνοτουρκικά ακούσματα για τελείως άλλους λόγους· δεν ξέρω αν έκανε τελικά καριέρα ως μουσικός ή τραγουδίστρια στη γείτονα χώρα.

Πάντως αν και το τραγουδάκι δεν είναι αναγκαστικά αριστούργημα, ψάχνοντας λιγάκι τους στίχους (που βρήκα μεταφρασμένους στο http://oedipushouse.blogspot.com/2007/04/gundogarken.html με την απρόσμενη συμβολή της γλυκειάς Πόλυς Χατζημανωλάκη), βρήκα δυο λόγια που κάτι παραπάνω μου έλεγαν: είσαι ξένος εδώ; από πού έρχεσαι;

Μμμμ... ώρες ώρες φοβάμαι πως είμαι ξένος παντού, λέω, αλλά μετά σκέφτομαι τη Βασιλική και το πώς βρέθηκε σε μια καινούργια παράξενη «πατρίδα» στην Πρίγκηπο. Και τελικά την ευχαριστώ αναδρομικά, επειδή με βγάζει από το αδιέξοδο - και μάλιστα τραγουδώντας - είκοσι χρόνια από την τελευταία φορα που την είδα.

Καλή της ώρα όπου κι αν βρίσκεται...