ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια ρεβυθιά στο Ηράκλειο - Λέιντεν - Λισσαβώνα - Αθήνα - πάλι Ηράκλειο


31/5/10

Ευρωπαϊκαί μεταφοραί

Ολλανδικό τραίνο με ανοιχτές πόρτες στο βόρειο σταθμό της Χάγης. Είναι κι αυτό διώροφο, σαν κάτι λονδρέζικα λεωφορεία.

Το να ζεις στην Ολλανδία έχει μερικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με τη ζωή που είχες συνηθίσει στην Κρήτη ή και αλλού στη Ελλάδα. Δεν υπάρχει ενδεχόμενο να σε φωνάξουν για ορειβασία π.χ., αλλά και δεν υπάρχει ενδεχόμενο να ισχυριστείς ότι άργησες να φτάσεις κάπου επειδή το τραίνο είχε καθυστέρηση. Γενικά οι Ολλανδοί δεν αντιλαμβάνονται ιδιαιτέρως την έννοια "άργησα", διότι δεν αργούν ποτέ - φυσικά και οι Καριώτες δεν αντιλαμβάνονται την έννοια, αλλά από την ανάποδη δεδομένου ότι αργούν πάντα. Καριώτης στην Ολλανδία δεν είναι φοβερά καλή ιδέα από αυτή την άποψη, οπότε είπα κι εγώ να εκμεταλλευτώ τη γεωγραφική θέση της χώρας και τη σχετική επαγγελματική αδράνεια των ημερών ώστε να επισκεφτώ κάτι φίλους εδώ κοντά. Καριώτες, ως επί το πλείστον, αν και όχι μόνο. Και το "εδώ κοντά" είναι κυριολεκτικό: μόνο μια-δυο-τρεις χώρες παραδίπλα.

Όταν η χώρα που ζεις έχει έκταση μιάμιση Πελοπόννησο περίπου και είναι και επίπεδη, είναι σχετικά απλό να έχει τραίνα που σε πάνε παντού. Και όταν και η διπλανή χώρα είναι πάνω-κάτω μια από τα ίδια, δεν αποκλείεται καθόλου το ίδιο τραινάκι να την περνάει κι αυτήν εύκολα και γρήγορα. Να μην τα πολυλογούμε, η διαδρομή ήταν η εξής: από Λέιντεν προς Χάγη (12 λεπτά), αλλαγή τραίνου (αλλά όχι πλατφόρμας) και κατεύθυνση νότια, προς Ρότερνταμ, Ρόζενταλ (αλλαγή μηχανής, ίδια βαγόνια), Αμβέρσα, Μαλίν, Βρυξέλλες. Στην Ολλανδία, το τοπίο ήταν επίπεδα χωράφια, ποτάμια, κανάλια, χορτάρι, αγελάδες. Στη Φλάνδρα, επίπεδα χωράφια, ποτάμια, κανάλια (πιο λίγα), χορτάρι, αγελάδες. Σύνολο δύο ώρες και κάτι, κι αυτό επειδή δεν ήθελα να πάρω το πολύ γρήγορο τραινάκι που λέγεται Θαλής (ή μάλλον Thalys) και κάνει την ίδια απόσταση σε μία ώρα μόνο, διότι δε με βόλευε ιδιαίτερα η ανταπόκριση ώστε να σπαταλήσω λίγο εξτρά χρόνο στις Βρυξέλλες για να δω μια παλιά φίλη εκεί αφότου σχολάσει από τη δουλειά της και πριν φύγει το επόμενο Eurostar.

Στη συνέχεια, επιβιβαζόμεθα στο Eurostar, περνάμε εν τάχει από τη Λίλ (στη Γαλλία) και το Καλαί, βυθιζόμεθα κάτω από τη Μάγχη, και εν τέλει ανερχόμεθα στο Ηνωμένο Βασίλειο και καταλήγουμε στο Λονδίνο, στον κεντρικότατο σταθμό του St Pancras, σε χρόνο 2 ώρες και κάτι ψιλά. Με τις αναμονές κάνα πεντάρι ώρες σύνολο. Τρεις το μεσημέρι αναχωρείς ακροποδητί από τη δουλειά στο Λέιντεν, εννιά το βράδι είσαι αναπαυτικά στην παμπ της επιλογής σου στο Λονδίνο, τέσσερις χώρες πιο κει. Στον αντίστοιχο χρόνο στην Ελλάδα ίσα που προλάβαινες το τραίνο για την Κατερίνη, Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει... Φυσικά από την Κατερίνη μπορείς να ανέβεις στον Όλυμπο με λίγη καλή διάθεση (ενώ εδώ δεν έχει τέτοια), αν και η καλή διάθεση θα σου χρειαστεί κι εδώ για να αντιμετωπίσεις τις διαρκείς εναλλαγές ζέστη-κρύο-ήλιος-βροχή-βροχή-βροχή και βροχή.

Στο Λονδίνο κυκλοφορείς με το tube, δηλαδή το μετρό, για να πας παντού, και είναι μια έκπληξη ότι το Oxford tube που σε πάει στην Οξφόρδη δεν είναι τραίνο αλλά λεωφορείο, και μάλιστα διώροφο και κόκκινο σαν τα "κλασικά" λονδρέζικα λεωφορεία. Η αλήθεια είναι ότι από το δίωρο που έκανε, τη μία ώρα μέσα στην κίνηση του Λονδίνου την έφαγε, τόσο στο πήγαινε όσο και την άλλη μέρα στο έλα. Μετά πάλι σκέτο tube, πολύ περπάτημα στο Πικαντίλι, το Σόχο και την Τσάινατάουν, tube μέχρι το Χάμερσμιθ (καριώτες, καριώτες...) και επιστροφή με νυχτερινό λεωφορείο (διώροφο, πάντα). Το πρωί με ήλιο (επιτέλους), θαυμάζεις τα μοντέρνα εκθέματα της Tate modern και το μεσημεράκι ξαναχώνεσαι όμορφα κι ωραία στο St Pancras. Ο καφές στο σταθμό είναι άθλιος όπως παντού στην Αγγλία, εκτός από εκείνο το ιταλικό μαγαζί με τον καπουτσίνο στο Σόχο (τόσο ιταλικό που μιλούσαν διάλεκτο και δέχονταν πληρωμή και σε Ευρώ).

Οι ανακοινώσεις στο Eurostar γίνονται αρχικά στα αγγλικά, μετά γαλλικά, και μετά φλαμανδικά (ολλανδικά δηλαδή, αλλά μην το πείτε σε Βέλγο, τσαντίζονται). Μόλις όμως περάσεις το τούνελ, η σειρά γίνεται γαλλικά-αγγλικά-φλαμανδικά, και στη συνέχεια στη Βαλλωνία γαλλικά-φλαμανδικά-αγγλικά ως τις Βρυξέλλες. Εκεί αλλάζεις τραίνο και περνώντας στη Φλάνδρα συνειδητοποιείς ότι η σειρά πλέον είναι φλαμανδικά-γαλλικά-αγγλικά, αν και έχω την εντύπωση ότι ήδη στην Αμβέρσα τα γαλλικά είχαν εκπνεύσει οριστικά. Περνώντας τα ολλανδικά σύνορα η σειρά είναι ολλανδικά (πολλά) - αγγλικά (λίγα), σε βαθμό που να απορείς αν τα αγγλικά είναι τόσο περιεκτική γλώσσα ή αν εν τέλει οι τύποι στα ολλανδικά λένε την ιστορία της ζωής τους ενώ στα αγγλικά μόνο τη φράση "ο επόμενος σταθμός είναι...".

Περιμένω το τραίνο (στην ίδια πλατφόρμα) ξανά στη Χάγη και ρίχνω μια ματιά στα κινητά μου τηλέφωνα. Τη μοναδική φορά που χρειάστηκα επειγόντως επικοινωνία στην Οξφόρδη, με πρόδωσαν και τα δύο, αλλά τι να κάνεις... Το ολλανδικό είχε μαζέψει από τη μέρα της αναχώρησης από δύο SMS ανά χώρα και δίκτυο που με καλωσορίζουν διαδοχικά στο Βέλγιο, τη Γαλλία και την Αγγλία και με ενημερώνουν για τις τιμές της περιαγωγής (ελληνιστί roaming - εικάζω δηλαδή, διότι φυσικά τα μηνύματα είναι στα ολλανδικά που δεν τα μιλάω...). Το ελληνικό έχει κάμποσα μηνύματα από ένα φίλο που με ενημερώνει για την εξέλιξη της Eurovision, θεωρώντας ότι μια και είμαι ευρωπαίος πλέον το θέμα πρέπει να με καίει. Έχει και αντίστοιχο αριθμό πανομοιότυπων μηνυμάτων περιαγωγής από την ελληνική εταιρία, αλλά με συνδέει με διαφορετικά δίκτυα κάθε φορά. Καθώς τα τραίνα τριγύριζαν στην Ευρώπη, τα μηχανάκια του διαβόλου κάνανε "μπιπ μπιπ" υποδεχόμενα τα μηνύματα, με μια απειροελάχιστη διαφορά φάσης. Αυτό το μπιπ-μπιπ ήταν η μόνη ένδειξη αλλαγής χώρας, άντε και η γραμματοσειρά στις ταμπέλες των σταθμών.

Α, ναι, και η ξυνισμένη φάτσα του Άγγλου αστυφύλακα στις Βρυξέλλες που κοιτούσε ερωτηματικά μια το διαβατήριό μου και μια εμένα για ώρα πολλή - ο αντίστοιχος Γάλλος αστυφύλαξ στο Λονδίνο δε χρειάστηκε πάνω από ένα δευτερόλεπτο. Κοιτάζω κι εγώ τη φάτσα μου στο τζάμι του τραίνου που σταματάει μπροστά μου. Η πόρτα ανοίγει και πίσω μου μπάινει ένας τύπος με ένα ποδήλατο - η εικόνα μου φαίνεται κάπως οικεία πια. Διανύω τα τελευταία δώδεκα λεπτά της διαδρομής ως τον κεντρικό σταθμό του Λέιντεν όπου φτάνω ακριβώς την προγραμματισμένη ώρα, 10.44 το βράδι. Αργά τη νύχτα μάλλον για τα ήθη του τόπου, και καθώς σέρνω τη βαλίτσα μου στους έρημους βρεγμένους δρόμους με τα κόκκινα τουβλάκια, σκέφτομαι ότι είναι η πρώτη φορά εδώ και ένα χρόνο που σέρνω μια βαλίτσα για να φτάσω κάπου σε ένα μέρος που αναγνωρίζω ως το "σπίτι μου".

Κάτι είναι κι αυτό, δεν είναι;

23/5/10

Ο αρχαίος Ρήνος

Πίνακας μιας ορισμένης ζωγραφικής με ενσωματωμένες παρτιτούρες, κάπου στο πεντηκοστό σκαλί, λίγο πριν φτάσεις στον τρίτο όροφο.

Πάνω από την πόρτα είναι γραμμένος στα λατινικά ένας αριθμός: MDCCLXXIV. Νομίζω σημαίνει 1774, εποχή καθ' ημάς τουρκοκρατίας, λίγο πριν επαναστατήσουν οι μετέπειτα Ηνωμένες Πολιτείες. Δε θυμάμαι αν υπήρχε ανεξάρτητη Ολλανδία τότε, ίσως ναι, αλλά μπορεί και να ήταν τμήμα καμμιάς αυτοκρατορίας. Σπρώχνω την πόρτα και περνάω ανάμεσα στα παρκαρισμένα ποδήλατα, μέχρι να φτάσω στο πορτάκι που βγάζει στην εσωτερική σκάλα. Παίρνω μια ανάσα σχετικά βαθιά, και ανεβαίνω τα πρώτα 14 σκαλιά. Στροφή δεξιά, ακολουθούν άλλα 4. Εδώ δεν υπάρχει ακόμα κάποιος εσωτερικός διάκοσμος. Ανεβαίνω με τη φόρα μου τα επόμενα 15 - σύνολο 33 αυτή τη στιγμή. Από την πόρτα του διαμερίσματος στο δεύτερο όροφο με κοιτάει ένας αυτοκόλλητος Φρανκ Ζάππα. Τον κοιτάω κι εγώ - μοιάζουμε λίγο φατσικά, μου λένε. Μπα, καμμία σχέση.

Ξαναστρίβω δεξιά ολοταχώς για τα επόμενα 7 - κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Κοιτάω με κάποια ελπίδα τις νότες στην παρτιτούρα που είναι κολλημένη πάνω στον πίνακα ζωγραφικής δεξιά μου. Παίρνω άλλη μια βαθιά ανάσα και προσπαθώ να κάνω με τη μία τα επόμενα 15. Ο πίνακας πατάει στο σκαλοπάτι νούμερο 50, με πέντε άκομα φτάνω στον 3ο όροφο. Η κόρη του Αλφόνς από κάτω έχει κολλήσει μια ζωγραφιά της στην πόρτα. Σταματάω δήθεν για να τη χαζέψω, στην πραγματικότητα για να πάρω άλλη μια ανάσα. Ξεκινάω για τα επόμενα 8 - το επόμενο κεφαλόσκαλο είναι στο νούμερο 63. Φτάνω με κομμένη την ανάσα, αλλά η πόρτα του διαμερίσματός μου φαίνεται πια. Σέρνομαι στα τελευταία 14 με τα πνευμόνια στο στόμα. Η πόρτα του Ρέιμοντ δίπλα ανοίγει και βγαίνει η κορούλα του, ετών 4, και με κοιτάει με περιέργεια όπως ανηφορίζω κατακόκκινος, βαριανασαίνοντας. Κάνω μια απόπειρα να χαμογελάσω, χωρίς πολύ επιτυχία. Η μικρή μου λέει κάτι προφανώς στα ολλανδικά, την ώρα που αισίως φτάνω στο 77ο και τελευταίο σκαλί. Η μαμά τη φωνάζει από μέσα και ευτυχώς φεύγει χωρίς να περιμένει απάντηση. Περιστρέφω το κλειδί στην κλειδαριά και σωριάζομαι στον καναπέ κάθιδρος και εξουθενωμένος.

Το σπίτι έχει άφθονο φως, καθώς είναι διαμπερές - ο ήλιος μπαίνει το πρωί από τη μία πλευρά και το απόγευμα από την άλλη, αν και οι έννοιες "πρωί" και "απόγευμα" πρέπει να ερμηνευτούν πιο διασταλτικά εδώ στα βόρεια από ό,τι στη Μεσόγειο, όπως και η λέξη "ήλιος" άλλωστε. Καθώς επανέρχεται η αναπνοή μου, σκέφτομαι ότι δεν θα έπρεπε να γκρινιάζω και τόσο για τον αριθμό των σκαλιών: οι σκάλες είναι στην πραγματικότητα σαφώς λιγότερο απότομες από τη μέση ολλανδική σκάλα, και η έκταση του σπιτιού ζηλευτή για τα ολλανδικά δεδομένα, και μάλιστα σε ένα και μόνο όροφο. Βέβαια ο όροφος αυτός ήταν κάποτε η σοφίτα του παλιού εργαστηρίου - το κτίριο γράφει με μεγάλα ανάγλυφα γράμματα το όνομα του πρώτου ιδιοκτήτη και το είδος της επιχείρησης που φιλοξενούσε: βιβλία και εκτυπώσεις. Η τελευταία ανακατασκευή πρέπει να έγινε το 1985, καθώς μια ανακοίνωση στην είσοδο μας καλεί να κάνουμε ένα ρεφενέ πάρτυ για τα 25 χρόνια του σπιτιού, κάπου τον Αύγουστο. Θα φροντίσω να είμαι σε διακοπές, μάλλον.

Ζω εδώ μέσα σχεδόν δυο βδομάδες και άκόμα δεν το έχω εξερευνήσει πλήρως. Το παρέλαβα επιπλωμένο και εξοπλισμένο, σε μια ελάχιστα τσιμπημένη τιμή αλλά γαργαλιστικό από πολλές άλλες απόψεις, τόσο από θέση όσο και από θέα, για να μην αναφερθώ στην προχωρημένη διαρρύθμιση με το πολλά υποσχόμενο υπερυψωμένο (κατά 11 επιπλέον σκαλιά) διπλό κρεβάτι σχεδόν κολλητά στα κεραμίδια. Βέβαια από τα 77 στα 88 είναι μια ικανή απόσταση, και ελλείψει ειδικών συνθηκών κοιμάμαι στο μονό κρεβατάκι δίπλα στο γραφείο (άρα ακόμα στα 77 σκαλιά). Υπό άλλες συνθήκες δε θα συζητούσα τέτοια σκαλοταλαιπωρία - με πατημένα τα σαράντα (χρόνια) και τα εκατό (κιλά) και την τελευταία χρονιά που έκανα κάτι σα γυμναστική να είναι πριν ακόμα την τελευταία ανακατασκευή του κτιρίου, περίπου στα δεκάξι ή δεκαεφτά μου. Αλλά τώρα έχω πάρει γενναίες αποφάσεις, κι όπως συμβαίνει κατά κανόνα με τις γενναίες αποφάσεις συχνά δεν αρκεί η γενναιότητα από μόνη της, αλλά απαιτούνται και μια σειρά πρακτικά μέτρα. Αν θες να αγιάσεις δεν πας στο red light district, πας σε μοναστήρι. Κι αν θες να βάλεις στη ζωή σου μια ώρα ήπιας άσκησης, νοικιάζεις ένα σπίτι στο κέντρο του Λέιντεν, ακριβώς μισή ώρα περπάτημα από τη δουλειά σου. Μισή να πας, μισή να έρθεις, νάτη η ώρα. Βάλε και άλλα 77 σκαλιά στο καπάκι. Όχι, παίζουμε...

Το σπίτι βρίσκεται στις όχθες ενός καναλιού. Κοιτώντας τις ταμπέλες στο δρόμο παρατηρώ ότι δίπλα στα κανάλια δεν γράφει το αναμενόμενο "-straat" στο τέλος, αλλά μπροστά από το όνομα υπάρχει η λέξη "oude". Είχα την εντύπωση ότι σήμαινε το κανάλι, ή καταχρηστικά κάτι σαν το ελληνικό "οδός". Όμως δεν είναι ουσιαστικό, είναι όπως φαίνεται επίθετο, αντίστοιχο με το αγγλικό "old" και σημαίνει κατά λέξη "αρχαίος" (το oud χωρίς το τελικό e σημαίνει παλιός). Προφανώς πολλά μου διαφεύγουν από την ολλανδική γλώσσα, το γεγονός πάντως είναι ότι μένω στον αρχαίο Ρήνο αν έχω καταλάβει καλά, και κοιτώντας το μικροσκοπικό καναλάκι που ρέει αδιόρατα τα καφετιά νερά του από κάτω, έχω την εντύπωση ότι κοτζάμ Ρήνος, μέγας ποταμός της Ευρώπης, μάλλον ξεφτίλα είναι να καταλήγει σε αυτή τη νερολακκούβα με τις επίπεδες βαρκούλες και τις μικροσκοπικές γεφυρούλες που διασχίζω καθημερινά.

Φυσικά τις απορίες μου τις εκφράζω μεγαλοφώνως στη δουλειά και ο συνάδελφος που μένει στο ίδιο κανάλι, κάτι σπίτια παραπέρα, μου εξηγεί ότι όντως πρόκειται για ένα από τα παρακλάδια του Ρήνου, ο οποίος όμως έχει προ πολλού "ανοίξει" σε ένα μεγάλο δέλτα, γεμάτο κανάλια, λιμνούλες και παραποτάμους, το οποίο στην ουσία είναι όλο το νότιο κομμάτι της χώρας που ζούμε: η Ολλανδία είναι ένα πλέγμα ποταμών, αποξηραμένων βάλτων και προσχώσεων. Και ναι, τό κάπως μίζερο καναλάκι μας λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα καταλήγει στον Ατλαντικό, ενώ λίγο πιο πέρα ανατολικότερα, μέσα στην πόλη, ενώνεται με το αρχαίο West και το αρχαίο Singel (εντάξει, όντως το "κανάλι" δηλώνει εμμέσως η λέξη) και πιο πίσω με άλλα και άλλα κανάλια, μέχρι να φτάσει εκεί που ο Ρήνος ακόμα μπορεί να θεωρηθεί ένας ποταμός που ρέει.

Ένα γνωστό απόφθεγμα λέει ότι "ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο, και οι Ολλανδοί την Ολλανδία", πράγμα που ίσως ισχύει αν σκεφτεί κανείς ότι η πόλη μας βρίσκεται κατά τι κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, και οι συνεχείς διευθετήσεις των ποταμών και τα φράγματα (ήδη από το μεσαίωνα) έχουν μετατρέψει σε γη αυτό που κάποτε ήταν θάλασσα. Οι πόλεις υψώθηκαν με κόπο και κόστος μέσα στα νερά. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο για να καταλάβω από πού προέρχεται ο ήχος από τις καμπάνες που δονεί την ατμόσφαιρα κάθε μισή ώρα, αν δε μου διαφεύγει κάποιο χτυπηματάκι και στα τέταρτα. Ο βραδινός ήλιος φεγγίζει πάνω από κάτι που θα μπορούσε να είναι ο τρούλος του καθεδρικού, αν δεν είμασταν σε προτεσταντική πόλη. Προλαβαίνω να δω τη φευγαλέα αντανάκλαση της πόλης και του ήλιου πάνω στο τζάμι του παραθύρου καθώς το ξανακλείνω - αμέσως παίρνω τη φωτογραφική μηχανή και αποτυπώνω αυτή τη σπάνια οφθαλμαπάτη.

Ο ήλιος ακολουθεί βαριεστημένα την τροχιά του - αυτήν την εποχή δύει κατά τις 10 το βράδι. Τον Ιούνιο είναι μέρα μέχρι τις 11, μου είπαν. Κάθομαι να χαζεψω τη φωτογραφία στον υπολογιστή και για μια ακόμα φορά σήμερα ακούω τις ρυθμικές καμπάνες να σημαίνουν την ώρα. Περίπου 77 σκαλιά χαμηλότερα, ο αρχαίος Ρήνος λιμνάζει ή στροβιλίζεται αδιόρατα καθώς περνάει μπροστά από την πόρτα του πάλαι ποτέ τυπογραφείου πριν συνεχίσει ήσυχα τον αργό δρόμο του για τον ωκεανό.

Δεν είναι καθρέφτισμα πάνω στον αρχαίο Ρήνο, είναι ο βραδινός ήλιος (γύρω στις εννιά και δέκα) πάνω στο οριζοντιωμένο τζάμι του παραθύρου της σοφίτας μου.

19/5/10

Και τώρα, η μνήμη επέστρεψε (από μια ιστορία του Τ. Α.)

Όταν ήταν κοριτσάκι, το παιχνίδι της Νέας γυναίκας γινόταν ξέφρενο. Τη μάλωναν για τα σχισμένα της ρούχα. Την επόμενη ημέρα επέστρεφε ικανοποιημένη με γδαρμένα γόνατα: είχε σηκώσει το φόρεμά της για να μην το χαλάσει. Τη μάλωναν ακόμα περισσότερο και εκείνη ξεφώνιζε και τότε έτριζαν πολλά πράγματα στο σπίτι, έτσι οι γείτονες έμεναν πάντα ενήμεροι για τη διάθεσή της.

Όταν τα άλλα παιδιά εγκατέλειπαν εξαντλημένα το τρεχαλητό, συνέχιζε μονάχη της. Γυρνούσε ώρες πολλές στις παρυφές τού δάσους – σπάνια με την άδεια των γονιών της – αλλά ποτέ δεν χάθηκε. Κάποιες φορές την έβρισκε ο Ανταίος, ξεχασμένη. Εκείνη καμωνόταν τη στεναχωρεμένη.


- «Είμαι πολύ κουρασμένη», τού έλεγε. «Πώς θα γυρίσω στο σπίτι;»
- «Θα σε βοηθήσω εγώ.»

Τη σήκωνε και την έριχνε στην πλάτη του, κρατώντας την από τα πόδια. Εκείνη, τον κτυπούσε και ξεφώνιζε, τού έλεγε «είσαι κακός, κακός!» και συνάμα γελούσε, γελούσε…

Πλησίαζε τα ζώα και τους έλεγε ιστορίες, παραμύθια, τα νέα τού Χωριού και τα νέα που νόμιζε ότι συνέβησαν στην άλλη άκρη τού δάσους. Την άκουγαν χωρίς να ενοχλούνται ή δεν την άκουγαν καθόλου· μερικά τη διέκοπταν αγενέστατα και συζητούσαν μεταξύ τους ενόσω αυτή μιλούσε. Μόνη της έμαθε να μιμείται τις φωνές τους και έγινε πρωταθλήτρια σε αυτό· ξεγέλασε πολλές φορές τους ιχνηλάτες.

[…] Ημέρωσε και μέτρησε τον εαυτό της, ίσως για πρώτη φορά όταν αντίκρισε τη θάλασσα· έγινε από τότε συνεσταλμένη. Έγινε μαθήτρια τής Γυναίκας που τραγουδούσε[…]. Όμως η ίδια δεν τραγουδούσε. Πίστευε ότι δεν τραγουδάει όμορφα, φυλούσε λίγες μελωδίες μόνο για το σύντροφό της.

[…] Όταν όμως τής διηγούνταν τις σκανταλιές που έκανε μικρή, ευχαριστιόταν. Και κάποιες φορές που τα παιδιά ξεχνιόμασταν στην ύπαιθρο και μας αναζητούσαν, έβγαινε στις άκριες τού χωριού και φώναζε και ήταν όλοι σίγουροι ότι το κάλεσμα της θα έφτανε στους ορίζοντες.


. . .


Επιθυμώ τώρα να μιλήσω για την A.

Ήταν όμορφη. Όμορφη. Ήταν λεπτή μα υπαρκτή. Είχε μαλλιά μαύρα, στάχινα χρώματα, το δέρμα της ήταν απαλό όσο αυτό στις πατούσες των νεογέννητων κουταβιών. Είχε απέραντα μάτια και ευωδίαζε σαν λουλούδι. Γελούσε και ξημέρωνε ο κόσμος... Για μένα. Θα την ονόμαζα σήμερα, μυρόβλυτη, θα την ονόμαζα ηλιόφαντη. Τραγουδούσε στους αγρούς ανέμελη και όταν τα αγόρια ζητούσαν την εύνοιά της, γελούσε και τα καλούσε να παραβγούν στο τρέξιμο μαζί της.

Δεν ήξερα τότε πόσο την αγαπούσα, πόσο τρομακτικά θα μου έλειπε αργότερα, πόσο θα εξαρτούσα την ζωή μου από το χαμό της. Γνωρίζω ότι ιδανικεύουμε τους νεκρούς, ότι πολύ, εκ τού ασφαλούς, φορτώνουμε επάνω τους όσα δεν τολμούμε να αποτίσουμε στους ζώντες, όμως η ανάγκη της ξύπνησε αυτόβουλη μέσα μου κι αν τώρα - σε αυτή μου τη ζωή - συνδέθηκα με τη ζωή στο Χωριό, είναι επειδή η δική της μνήμη πρώτη αφυπνίσθηκε.

[…] Την είδα ένα βράδυ στο όνειρό μου. Όμορφη. Πανώρια. Καλή - έχει τόσο μεγάλη σημασία αυτό για μένα: καλή! Την A. Την θυμήθηκα σε ένα ηλιόλουστο τοπίο, η ζέστη έσκαζε στο λιθόστρωτο και εκείνη, λίγο χαυνωμένη στο πύρωμα τής μέρας διέσχιζε το δρόμο. Από τότε και μετά οι μνήμες με κατέκλυσαν, απανωτά σπίθιζαν μέρα και νύχτα, σε ανύποπτους χρόνους, από απρόσμενες αφορμές. Είναι οι πιο κρυφές, από τις αισθήσεις των ανθρώπων, που συδαυλίζουν βαθύτερα τη μνήμη του. Ταξίδεψα πολλές φορές πίσω στο χρόνο, οδηγημένος από ίχνη τής όσφρησης ή τής ακοής, νύξεις που έκαναν το σώμα μου να σκιρτά καθώς αναγεννιόταν το τότε στο σήμερα.

[…] Συνέχισα να μεγαλώνω και αναζήτησα τη φύση τού Άντρα και τής Γυναίκας στη φύση μου. Και καθώς γνώριζα γυναίκες και άγγιζα, η μνήμη της, ψηφίδα–ψηφίδα, αναστήθηκε και μαζί η πίστη, ζοφερή μέσα στη ματαιότητά της, ότι αυτή ήταν η δική μου γυναίκα, το ταίρι μου, ο άνθρωπος που θα είχα αγαπήσει αν είχαμε προλάβει μαζί να μεγαλώσουμε, αν ο … δεν είχε έρθει κόβοντας το νήμα, προκαλώντας να τον ερωτευθεί παράφορα και λυτρώνοντάς την από κάθε τι πιο ελάχιστο από το Όμορφο, που ίσως έπραττε στη μετέπειτα ζωή της.

Δεν έχω δικαίωμα να πιστεύω ότι θα έσμιγα μαζί της. Αν εκείνη θα με αναγνώριζε κάποτε δικό της ταίρι; Γιατί λέω «ναι»; Πόσο θλιβερά χαμένος ακούγεται ένας άνθρωπος που εγγυάται για την αγάπη κάποιου άλλου που πριν χιλιάδες χρόνια, σαν παιδί τον γνώρισε; Λέω «ναι».

[…] Μερικές φορές έκλαιγα. Μού έλειπε.

[…] Και τώρα, σε αυτή τη ζωή μου, η μνήμη επέστρεψε.


Σ.Σ.: Η Νέα γυναίκα και η Α. είναι δύο από τα πιο ενδιαφέροντα πρόσωπα μιας ατιτλοφόρητης νουβέλας της λογοτεχνίας του Φανταστικού που έγραψε ο Τ. Α., παλιός γνώριμος (ένα άλλο απόσπασμα είχε εμφανιστεί πριν λίγο καιρό εδώ). Όπως και τότε, έχει πέσει κάποιο ψαλίδι, με την άδεια πάντα του συγγραφέα.

17/5/10

Χάρισμα

Εγώ έλεγα, βρυσούλα μου, πως τρέχεις για τα 'μένα
Μα συ 'τρεχες και πότιζες όλα τα διψασμένα

Η καταγωγή του κόσμου (L' Origine du monde), Gustave Courbet, 1866, Λάδι σε μουσαμά 46 x 55 cm, Μουσείο Orsay, Παρίσι. Η εικόνα είναι από την αντίστοιχη σελίδα στη wikipedia.

Το περιστατικό το πρωτοάκουσα χρόνια πριν από τη μάνα μου γύρω από ένα οικογενειακό τραπέζι, σε μια από τις σπάνιες φορές που διηγείται η ίδια ιστορίες, και τις ακόμα σπανιότερες που οι ιστορίες αυτές άπτονται του «ιδιωτικού» μάλλον βίου. Πρέπει να συνέβη όταν η ίδια ήταν παιδί ή πριν γεννηθεί ακόμα, κάπου στη δεκαετία του 1920 ή 1930. Αυτή την κάπως παλιά ιστορία τη θυμήθηκα λόγω μιας πρόσφατης υποβόσκουσας αντιζηλίας μεταξύ δύο γνωστών μου προσώπων εξ’ αφορμής ενός τρίτου προσώπου του άλλου φύλου.

Ως προς τις αντιζηλίες αυτού του τύπου μάλλον δεν έχουν και πολλή σημασία τα φύλα, αν και φαντάζομαι άλλες είναι οι προσδοκίες από τους άντρες και άλλες – δυσανάλογα μάλλον – από τις γυναίκες, ανάλογα με την εποχή και τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Ακόμα κι έτσι πάντως, η παλιά ιστορία διατηρεί ακέραιο το διδακτικό της χαρακτήρα νομίζω, και ως τέτοια την διηγήθηκα και στα δύο γνωστά μου πρόσωπα, σε διαφορετική βέβαια συγκυρία (με το τρίτο πρόσωπο δεν έχουμε πάρε-δώσε και μάλλον δεν πρόκειται να αποκτήσουμε κιόλας).

Λοιπόν, σε κάποιο μη κατονομαζόμενο ικαριακό χωριό, υπήρχε κάποια κυρία, ενδεχομένως ανύπανδρη ή ίσως χήρα, η οποία είχε μια έντονη (για τα ήθη της εποχής) «δεκτικότητα» σε επισκέψεις κατ’ οίκον που της έκαναν πλείστοι όσοι εκ των ανδρών του χωριού. Η εν λόγω δεκτικότητα φυσικά δεν πέρασε απαρατήρητη από τις άλλες γυναίκες, κυρίως δε από τις συζύγους των εν λόγω ανδρών, οι οποίες έφεραν το ζήτημα στις τοπικές αρχές και απαίτησαν την ποινική δίωξη, ου μην αλλά και καταδίκη, της δεκτικής συγχωριανής.

Η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, όπου η εναγόμενη απολογήθηκε ισχυριζόμενη ότι ήταν καθήκον των εναγουσών να ρυθμίζουν τα του οίκου τους μετά των συζύγων τους και όχι δική της δουλειά να τους βάζει στον ίσιο δρόμο – όταν δε εκλήθη να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους εμφανίζετο εν γένει τόσον δεκτική, απήντησε το έκτοτε παροιμιακώς λεγόμενον:
«Πράμα μου είναι και τ’ ορίζω
κι όπου θέλω το χαρίζω.»
Και σε μια όντως προχωρημένη για τα ήθη της εποχής απόφαση, αθωώθηκε.

14/5/10

Χώρος εργασίας

Άποψη του κτιρίου Sylvius που μας φιλοξενεί επαγγελματικώς στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν (η φωτογραφία είναι από την ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου).

H Μάικε, δεξιά μου, είναι η μόνη γυναίκα στο δωμάτιο. Προσωρινή όμως, φεύγει εντός των ημερών και τώρα μαζεύει τα πράγματά της από το γραφείο. Το σκηνικό μοιάζει οικείο – μου συνέβη πριν από λίγες βδομάδες μόλις. Κανονικά θα καθόταν εδώ και η Άνα, αλλά προτίμησε να στριμωχτεί στο δίπλα δωμάτιο μαζί με τους υπόλοιπους Πορτογάλους. Έτσι το δωμάτιο μετετράπη σε ανδρώνα – πίσω μου ο Βιτσένσιο και δίπλα του ο Γιόστ (για την ακρίβεια: Γιόοστ, όπως Μάαικε, αλλά γραπτώς μoυ φαίνονται λίγο αστεία τα συνήθη στα ολλανδικά διπλά φωνήεντα). Στη γωνία ο Όσκαρ, συλλέκτης πεταλούδων στη Μαδαγασκάρη προσφάτως. Κάποτε τον εμπόδισαν να μπει στις ΗΠΑ επειδή δεν πίστεψαν ότι οι εννέα νιγηριανές βίζες στο διαβατήριό του είχαν ως μόνο σκοπό τη συλλογή αφρικανικών πεταλούδων. Εν τέλει βέβαια μπήκε – ένας δίμετρος κατάλευκος Σουηδός με μια απόχη στο χέρι δεν είναι ο πιο χαρακτηριστικός υποψήφιος για μέλος της Αλ Κάιντα.

Τους δίπλα δεν έχω προλάβει να τους γνωρίσω όλους. Με την Άνα βέβαια θα δουλέψουμε υποτίθεται μαζί, η Ρίτα φεύγει κι αυτή (αύριο κιόλας), ο Αντρέ θα κάτσει μέχρι το καλοκαίρι μόνο – η πορτογαλική παροικία θα μικρύνει απότομα. Από τους λοιπούς Ολλανδούς ξέρω ότι την άλλη ξανθιά τη λένε επίσης Μάικε, και παλιότερα είχα μιλήσει με τον Μαρίν (Μαουράιν, αλλά στα ελληνικά ακούγεται σα νιαούρισμα) που έχει ζήσει κάνα χρόνο στην Κρήτη και θυμάται και σκόρπιες λέξεις. Σήμερα στο τραπέζι γνώρισα την Ανιέσκα, Πολωνέζα μεν, εξολλανδισμένη δε. Ομοίως και η Σουζάν, Ρωσίδα αλλά πολιτογραφημένη εδώ.

Αν έχω καταλάβει καλά, στο ενδιάμεσο γραφείο στεγάζονται οι τεχνικοί – η Μαρλέν (Μαρλέεν...) έχει ένα μόνιμο χαμόγελο αλλά δεν της παίρνεις κουβέντα, ο Κες (Κέες) σε κοιτάει με κάτι σαν δυσπιστία. Στα τρία «σεπαρέ» γραφεία, οι Καθηγητές: η Πατρίτσια, βασική υπεύθυνη για την πορτογαλική εισβολή (εσχάτως και για την ελληνική παρουσία), ο Βας (και όμως, Βασίλη τον λένε τον άνθρωπο, αν και Ολλανδός 205 εκατοστά, με μαλλούρα και σκουλαρίκι) και εδώ δίπλα μας ο άρχων του διαδρόμου, ο Πωλ, Άγγλος μετανάστης στην Ολλανδία επί 25 χρόνια, τα οποία όμως λαμβάνουν τέλος οσονούπω.

Στον ανδρώνα μας πάντως επικρατεί παραδειγματική ησυχία. Τα αγόρια είναι σκυμμένα στις οθόνες τους, αν και οι κλεφτές ματιές που ρίχνω εκτός από τα διαγράμματα, τους πίνακες και τις δημοσιεύσεις περιλαμβάνουν και λίγο facebook, καμμιά wikipedia... Ωστόσο εξωεπιστημονική κουβέντα δεν έχω ακούσει αυτές τις μέρες, εκτός από μια μεγαλόφωνη απορία του Σουηδού πεταλουδοσυλλέκτη για το ποια είναι επιτέλους αυτή η Lady Gaga. Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσα να έχω κι εγώ την απορία (στην ηλικία μου έχω διάφορες τέτοιες απορίες) αλλά τα παιδιά των φίλων μου που φτάνουν στην εφηβεία μου έχουν υποβάλλει την ιδέα ότι είναι κάτι σε ποπ για δωδεκάχρονα. Μάλλον.

Παρατηρώ με ενδιαφέρον τα εργασιακά ήθη. Οι πάντες καταφθάνουν γύρω στις εννιά, εικάζω (δεδομένου ότι δεν έχω καταφέρει ποτέ να έρθω και πολύ πριν τις δέκα και τους βρίσκω όλους εκεί). Γύρω στις έντεκα, χωρίς κάποια προηγούμενη δήλωση ή συνεννόηση, βρίσκονται σύσσωμοι γύρω από το τραπέζι του διαδρόμου με την κούπα του καφέ στο χέρι. Η συζήτηση είναι ενίοτε επιστημονική, άλλοτε ξεφεύγει. Κάποιες φορές γίνεται στα ολλανδικά, και τότε εγώ στρέφομαι στον εξίσου αμήχανο Σουηδό και ρωτάω για τις αφρικανικές του εμπειρίες. Εντεκάμιση το πολύ όλοι είναι στα γραφεία τους και πάλι. Γύρω στη μία ξαναμαζεύονται στο κυλικείο για ένα άθλιο ολλανδικό γεύμα με σούπα και σάντουιτς και κάνα λίτρο γάλα (μα πολύ γάλα!). Μιάμιση όλοι πίσω στο γραφείο. Η φήμη για ένα δεύτερο coffee-break στις τρισήμιση αποδεικνύεται ψευδής – μόνο εγώ και κάνας περαστικός Πορτογάλος συντροφεύουμε την καφετιέρα. Πέντε και λίγο αρχίζει μια ανησυχία, πέντε και είκοσι οι μισοί έχουν ήδη καβαλήσει τα ποδήλατα, έξι η ώρα δεν υπάρχει ψυχή εκτός από όσους περιμένουν υπομονετικά τις κάμπιες να γίνουν χρυσαλλίδες. Αύριο πάλι.

Κάθομαι κάπως αργόσχολος αυτές τις μέρες, περιμένοντας να τακτοποιηθούν τα γραφειοκρατικά, να επιστρέψουν οι καθηγητές από τις εξωολλανδικές υποχρεώσεις τους, να λάβω «οδηγίες – παύλα – κατευθύνσεις» και να μάθω να εμφανίζομαι στις εννιά σαν τους υπόλοιπους. Με κόπους και βάσανα κατάφερα να αποσπάσω μια κάρτα εισόδου στο κτίριο υπεξαιρώντας την υπογραφή ενός καθηγητή από το διπλανό τομέα, με την τρίτη προσπάθεια. «Ήρθα να σε δω και δεν ήσουν στο γραφείο σου» μου λέει όλο καχυποψία, εντεκάτη πρωινή και ενώ εγώ μόλις έχω καταφτάσει. Του λέω ψευδοδολίως ότι η έννοια «γραφείο μου» δεν υφίσταται ακόμα και προφανώς δεν με εντόπισε διότι δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Κουνάει το κεφάλι με περίσκεψη και αφήνει το υπογεγραμμένο χαρτί – τον ευχαριστώ με ένα πλατύ χαμόγελο που δεν ανταποδίδεται. Αλλά το βασικό είναι να γίνει η δουλειά μας.

Η ολλανδική γραφειοκρατία δεν είναι λιγότερο παράλογη από την ελληνική, είναι όμως σαφώς πιο άκαμπτη: εφόσον η αρμόδια υπάλληλος είναι σε άδεια και το συμβόλαιό μου δεν έχει διαβιβαστεί στο αρμόδιο γραφείο, όχι ΔΕΝ θα μου δώσουν πρόσβαση στους υπολογιστές που χρειάζομαι για να δουλέψω επειδή δεν ξέρουν ακόμα αν ΟΝΤΩΣ εργάζομαι εκεί, τουλάχιστον επισήμως. Δεν υπάρχει παρακαμπτήριος - η κάρτα εισόδου στο κτίριο δε σημαίνει κάτι για το κέντρο υπολογιστών καθότι εκδίδεται από άσχετο τμήμα του μηχανισμού, οπότε εξακολουθώ να κάθομαι αργός μέχρι να λήξει η άδεια της αρμοδίας υπαλλήλου, και κουβαλάω το λάπτοπ (που ΔΕΝ έχω δικαίωμα να συνδέσω στο δίκτυο του Πανεπιστημίου όσο το συμβόλαιό μου δεν έχει διαβιβαστεί κλπ.) και γράφω περισπούδαστες ιστορίες για το μπλογκ στα ελληνικά για να περνάει η ώρα.

Εξηγώ την κατάσταση στη Μάικε που γεμίζει κούτες με βιβλία. Με κοιτάει με ένα ολλανδικό βλέμμα που αν μεταφραστεί σε μεσογειακότερη σημειολογία θα μπορούσε να υποδηλώνει κατανόηση ή και συμπόνοια, και με αφήνει να χρησιμοποιήσω το Mac που είναι πάνω στο γραφείο της, εξηγώντας μου όμως πως εφόσον θα φύγει, το υπολογιστικό κέντρο ΑΜΕΣΩΣ θα ακυρώσει τα password της οπότε μόνο πρόσβαση στο διαδίκτυο θα έχω, τίποτα άλλο – ούτε να κατεβάσω, ούτε να εκτυπώσω. Μου φτάνει όμως για την ώρα. Πιάνουμε λίγη κουβέντα και απορώ λιγάκι με αυτή τη μικροκαμωμένη (για τα ολλανδικά δεδομένα πάντα) λεπτή ξανθιά, που δεν σου δίνει ακριβώς την εντύπωση ότι έχει φάει τη Αφρική με το κουτάλι, κι όμως έτσι είναι. Ολοκλήρωσε τη διατριβή της πάνω σε τροπικά είδη πεταλούδων (κατά προτίμηση στη σαβάνα), έχοντας κάνει ουκ ολίγα ταξίδια πέριξ του ισημερινού. Τώρα πάει να δει και τους πόλους, καθώς η επόμενη στάση της είναι στο Ελσίνκι.

Τη φαντάζομαι λίγο πιο ταιριαστή στους φινλανδικούς πάγους από ότι στις αφρικανικές σαβάνες, με το ξανθό μαλλί, το κατάλευκο δέρμα και τις αδιόρατες φακίδες της. Σηκώνει την κούτα με τα βιβλία και σπεύδω να τη βοηθήσω αλλά μου εξηγεί ότι δεν χρειάζεται (και όντως...). Ύστερα δίνουμε ραντεβού στο βραδινό (κατά τις 7...) αποχαιρετιστήριο δείπνο που οργανώνουν μαζί με τη Ρίτα και είμαστε όλοι καλεσμένοι. Είναι περασμένες πέντε, μια ανησυχία αρχίζει να επικρατεί στον ανδρώνα μας, και αρχίζω κι εγώ να αναρωτιέμαι μήπως είναι η ώρα να κοιτάξω στα σοβαρά για κείνο το ποδήλατάκι σε καλή τιμή που λέγαμε.

10/5/10

Cicer arietinum

Χαρακτηριστικά στυλιζαρισμένη φωτογραφία έξω από το σπίτι, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μάλλον. Η κληματαριά θάλλει, για τυχόν ρεβύθια δεν ξέρω.

Από τον Εύδηλο παίρνεις τον αμαξωτό δρόμο για τη Μεσαριά - περίπου σε πέντε χιλιόμετρα φτάνεις στην Ακαμάτρα. Λίγο μετά τα πρώτα σπίτια, υπάρχει μια αριστερή στροφή σχεδόν ορθή γωνία, δίπλα σε ένα εκκλησάκι που μερικοί λένε Αη-Βασίλη κι άλλοι Αη-Γιάννη (το Χρυσόστομο) και που μάλλον είναι Τρεις Ιεράρχες, δηλαδή περιλαμβάνει και τους δύο προαναφερθέντες αγίους. Αν αντί να στρίψεις αριστερά πας δεξιά, ο δρόμος σύντομα εκφυλίζεται σε ένα κατηφορικό χωματόδρομο που οδηγεί στο νεκροταφείο της Υπαπαντής και μετά μετατρέπεται στο παλιό μονοπάτι που όταν ήμουν παιδί οδηγούσε από τη Μεσαριά στο Φύτεμα και τον Εύδηλο και λεγόταν "Καρυδάκι".

Φαντάζομαι θα οδηγεί ακόμα, δεν ξέρω, γιατί την τελευταία φορά που το κατέβηκα ποδαράτο πρέπει να ήταν 1977 ή 1978. Την εποχή εκείνη ξεκαλοκαιριάζαμε στην Ακαμάτρα, μια προβιομηχανική νησίδα μακριά ακόμα από το σημερινό ικαριακό φολκλόρ (γκρούβαλοι, ξενύχτι, μηχανάκια). Βγαίναμε για να πάμε στην πλατεία για λουκουμάδες, παίζαμε στα χωράφια μαζί με τα παιδιά του χωριού διάφορα αυτοσχέδια παιχνίδια, κάναμε αγώνες με φανταστικά αυτοκίνητα, χτίζαμε σπιτάκια από καλάμια και υπολογίζαμε να βγάλουμε το χειμώνα μέσα σε αυτά.

Εμείς οι «πρωτευουσιάνοι» είχαμε την πολυτέλεια να είμαστε σε διακοπές – το να αρμέγουμε και να ταΐζουμε τα κατσίκια δεν ήταν η καθημερινότητα αλλά η διασκέδασή μας, το ίδιο και να κυνηγάμε τα άμοιρα κοτόπουλα της γειτονιάς δήθεν για να τα ξαναβάλουμε μέσα στο κοτέτσι. Τα πρωινά η μάνα μου απήγαγε όλα τα πιτσιρίκια του σογιού, τα έχωνε στο λεωφορείο του Λεσέ και τα πήγαινε για μπάνιο στη θάλασσα. Το λεωφορείο περνούσε κανονικά στις δεκάμιση και μετά ξανά στις εντεκάμιση, και ξανανέβαινε στη μία και μετά πάλι στις δύο. «Κανονικά» για τα ικαριακά δεδομένα βέβαια, μια και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Γιώργης ο Λεσές παρέλειπε να περάσει διότι κάπου αλλού είχε να πάει. Συνήθως όμως ακουγόταν από μακριά η κόρνα του που έπαιζε «τα παιδιά του Πειραιά» αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται στην Ακαμάτρα ενώ ήταν ακόμα στη Δάφνη, ένα-δυό χιλιόμετρα πιο πέρα.

Το παιδομάνι σκιζόταν να κατέβει με το πρώτο λεωφορείο στις δέκα και μισή και να γυρίσει με το δεύτερο στις δύο ώστε να έχει ένα γεμάτο δίωρο στη θάλασσα. Αυτό ήταν κάπως παράδοξο, δεδομένου ότι οι Καριώτες γενικά φοβούνται το νερό – η Ικαρία είναι περισσότερο ένα βουνό στο πέλαγος, παρά ένα νησί που ζει από τη θάλασσα. Για πολλά χρόνια η χειρότερη κατάρα που μπορούσαν να σου απευθύνουν ήταν το «άμε θαλάσσωσε» ή «μπα που να πας στη θάλασσα». Για λόγους αυτοπροστασίας βέβαια ουδέποτε πηγαίναμε σε φουρτουνιασμένες θάλασσες – ή μέσα στο λιμανάκι του Ευδήλου ή στα Σπάσματα δίπλα. Άμα είχε μπουνάτσα πηγαίναμε και σε μια μικρή παραλιούλα που σήμερα δεν υπάρχει πια έξω από το λιμάνι, στον Κόφινα, απέναντι από το νησάκι με το φάρο.

Το απομεσήμερο γυρίζαμε στο χωριό, η μάνα μου έκανε διανομή το κάθε παιδί σπίτι του κι ύστερα μάζευε τα δικά της και γυρίζαμε σπίτι. Το σπίτι ήταν το πατρικό της – τα χρόνια εκείνα τα είχαμε βγάλει εκεί, περισσότερο ελλείψει άλλων επιλογών παρά γιατί μας άρεσε (δηλαδή των μεγάλων, διότι εμάς των παιδιών φυσικά και μας άρεσε). Το σπίτι ήταν άδειο από κατοίκους κάμποσα χρόνια, από τότε που η γιαγιά μου είχε πεθάνει το 1970. Ο παππούς είχε «φύγει» κι αυτός λίγα χρόνια νωρίτερα, τα αδέλφια της μάνας μου ζούσαν αλλού. Αν και τυπικά το σπίτι ανήκε στο μικρό αδελφό τη μάνας μου, δεν υπήρχε καμμιά αντίρρηση να μείνουμε εκεί. Όμως μετά από εφτά χρόνια κλεισίματος και εγκατάλειψης, υπήρχαν διάφορα ζητήματα προς αντιμετώπιση.

Κατ' αρχήν, το σπίτι δεν είχε ρεύμα. Αυτό δεν ήταν πολύ περίεργο για το 1977 στην Ικαρία, αν και η χρήση του ηλεκτρικού είχε αρχίσει πλέον να γενικεύεται. Έπειτα, το νερό έφτανε μέχρι δίπλα, αλλά μέσα στο σπίτι δεν έμπαινε. Φυσικά είμασταν συνηθισμένοι και στις λάμπες πετρελαίου και στο μπάνιο στη σκάφη με νερό που είχε ζεσταθεί στον ήλιο. Ένα μικρό πρόβλημα ήταν η τουαλέτα, με μια ημιυπαίθρια λεκάνη σε ικανή απόσταση από την αυλή μας. Ένα λίγο σοβαρότερο ήταν τα ποντίκια που μπαινόβγαιναν από τα φαγωμένα ξύλα του πατώματος, και δεν έλεγαν να λιγοστέψουν όσο κι αν πιάναμε ένα την ημέρα σε μια μεγάλη φάκα. Στο τέλος μας υιοθέτησε μια από τις γάτες τις γειτονιάς, που αν και ήταν θηλυκή τη φωνάζαμε «μπαρμπα-Λιά». Μας συνόδευε σχεδόν μέχρι την πλατεία τα βράδια, καραδοκούσε πότε θα γυρίζαμε, κοιμόταν κάτω από τα κρεβάτια μας και η παρουσία της τρομοκρατούσε τα ποντίκια για καιρό.

Η εκ πατρός γιαγιά μου που ζούσε μαζί μας δυσκολευόταν από τη μια να μένει στο σπίτι των πεθαμένων συμπέθερων, και από την άλλη να στερείται τις μικρές ανέσεις που απολάμβανε ζώντας στην Αθήνα επί χρόνια. Το πάλευε όμως φιλότιμα, να μαγειρέψει στο γκάζι ή στην εξωτερική εστία της αυλής με τη φωτιά στα ξύλα, να πλύνει τα κατσαρολικά με νερό από τον κουβά στο νεροχύτη της αυλής, να σκαρφαλώσει τα πέτρινα σκαλοπάτια για να συμμαζέψει τα εγγόνια της που έκαναν ακροβατικά δίπλα στο πατητήρι και σκαρφάλωναν από την αποθήκη στις πλάκες της σκεπής.

Το σπίτι είχε αρχίζει να χτίζεται μάλλον λίγο μετά τις αρχές του εικοστού αιώνα, κατά την ικαριακή συνήθεια με δύο συνεχόμενα δωμάτια σε μια αυλή. Μια και δεν ακουμπούσε σε ψηλή αναβαθμίδα, η σκεπή του ήταν δίριχτη και όχι η κλασική μονόριχτη, το «χυτό». Αυτό επέτρεψε όταν μεγάλωσε η οικογένεια και προστέθηκε ένα τρίτο δωμάτιο, σαν «πυργάρι» που λένε, αυτό να γίνει συνεχόμενο με τα υπόλοιπα και απλώς να προεκταθεί η σκεπή, αν και κάτω από αυτό ήταν ένα κελλάρι για τα κρασιά και μεσοτοιχία το πατητήρι. Η αυλή γύριζε στις δύο πλευρές του σπιτιού, σκεπασμένη με μια κληματαριά (μια περιπατίνα, όπως λένε) και άφηνε χώμα ελεύθερο όπου φύτρωνε μια μεγάλη τριανταφυλλιά κι ένα γιασεμί. Τον καιρό της ακμής του σπιτιού η σκαλίτσα που οδηγούσε στο πυργάρι είχε σε κάθε σκαλοπάτι κι ένα γλαστράκι με βασιλικό, νομίζω.

Η τελευταία προσθήκη στο οικοδόμημα ήταν μια τσιμεντένια αποθήκη μεσοτοιχία με την κουζίνα. Αυτή είχε χτιστεί μεταπολεμικά, με εντελώς άλλη λογική από το υπόλοιπο σπίτι που ήταν πέτρινο. Κάποιοι του ευρύτερου σογιού που είχαν μάθει μπετατζήδες, καλούπωσαν εν τάχει τον κενό χώρο ανάμεσα στον τοίχο της κουζίνας και την ξερολιθιά, και μάλιστα έστρωσαν πάνω στα ξύλα εφημερίδες πριν ρίξουν την πλάκα (δεν πολυπίστευαν ότι το υγρό μπετόν δεν θα τρέξει ανάμεσα από τα ξύλα). Πολλά χρόνια μετά, τα κείμενα ακόμα διαβάζονται – οι ημερομηνίες είναι του 1956 νομίζω. Η αποθήκη είχε διάφορα γεωργικά εργαλεία, άχρηστα ήδη το 1977, καθώς και κάτι ξεχασμένα συμπράγκαλα που χρησίμευαν μάλλον για να ζεύονται τα υποζύγια.

Αλλά δεν υπήρχαν πια ζώα στο νοικοκυριό, ούτε καν νοικοκυριό. Είμασταν ο τελευταίοι που έζησαν σε αυτό το σπίτι – πολλά χρόνια μετά έβρισκα το θείο μου εκεί πότε πότε τα πρωινά, καθώς τα χωράφια του ήταν εκεί γύρω. Είχε ένα μπρίκι και κάτι φλυτζανάκια για τον καφέ του, κάτι παλιές φωτογραφίες που μούχλιαζαν πάνω σε ένα σαρακοφαγωμένο καθρέφτη και απεικόνιζαν εμάς και τα ξαδέλφια μας ως μωρά κάπου στη δεκαετία του '60. Τώρα ο θείος μου έχει πεθάνει επίσης, κανονικά το σπίτι το νέμονται κάτι ξαδέλφες μου που έχουν πολλά χρόνια να φανούν στην Ακαμάτρα. Κι εγώ έχω πολλά χρόνια να πάω πια.

Την παλιά εποχή, πριν ακόμα από το χτίσιμο του σπιτιού, ήταν τριγύρω κάτι χωράφια που καλλιεργούσαν όσπρια – λίγο κουκί, λίγα φασολάκια, κάτι ρεβύθια. Όσο ήμουν εγώ εκεί ρεβύθια δεν είδα ποτέ (κουκιά είδα κάμποσα), αλλά τα ονόματα έχουν τη δική τους ιστορία. Όποιος αναφερόταν στο σπίτι αυτό και την τοποθεσία του, το έλεγε «Ροβυθέ» κι ας μην εντοπιζόντουσαν πια ρεβυθιές τριγύρω. Αλλά το σποράκια τους αυτών των επίμονων ψυχανθών όπου βρουν χώμα φυτρώνουν, πότε στην Κρήτη, πότε στην Αθήνα και πότε στο Λέιντεν – φαίνεται πως ο κόσμος έχει ακόμα κρυφές γωνιές, ανεξερεύνητες.


Σ.Σ. Cicer arietinum είναι η λατινική "επίσημη" ονομασία του φυτού της ρεβυθιάς. Για την κατασκευή των παραδοσιακών ικαριακών σπιτιών (αν και η Ροβυθέ δεν είναι εντελώς τυπικό παράδειγμα) ο φιλομαθής αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Κόκκινου "Η παραδοσιακή κατοικία της Ικαρίας και το ιδιόμορφο κτιστό περιβάλλον του νησιού", εκδόσεις Εταιρίας Ικαριακών Μελετών (2005). Η βασική αρχή που διέπει αυτή την αρχιτεκτονική μπορεί να συνοψιστεί στο απόφθεγμα "Σπίτιν όσο να χωρείς, και τόπον όσο να θωρείς" ή κάπως έτσι...

8/5/10

Κοιτάζοντας πίσω

...μα πριν φανεί μέσα απ' το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ' αγκαλιάσω, ξενητειά
Κι εσύ χαμένη μου πατρίδα μακρινή
θα μείνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ' άλλη γη...


H Έλενα Μουδίρη-Χασιώτου και η Κατερίνα Σισσίνι τραγουδούν το κομμάτι του Μ.Χατζιδάκι (σε στίχους Νίκου Γκάτσου) στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής εκδρομής του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ (http://www.youtube.com/watch?v=Q269XQuhnnI) Σ.Σ. Κάπως νωρίς με έπιασαν τα συναισθηματικά, ε; Τέλος πάντων, μια χαρά το λένε τα κορίτσια...

6/5/10

Στη ρωγμή του χρόνου (Ν. Ξυδάκης - Μ. Ρασούλης)



Εδώ
στη ρωγμή του χρόνου
κρύβομαι για να γλυτώσω,
απ' του Ηρώδη το μαχαίρι.
Μισολιωμένος
στη Χιροσίμα σου
κάτι προγόνων ξύδι και χολή
σ' αυτήν την άδεια πόλη

Εδώ
στη ρωγμή του χρόνου
θάβομαι για να μεστώσω
μες του Διογένη το πιθάρι.
Στον όγδοο μήνα της
είν' η ελπίδα μου
σχεδόν το βρέφος γύρω περπατά
καθώς εσύ κουρνιάζεις

Εδώ
στη γιορτή του πόνου
ντύνομαι να μην κρυώνω
του Ουλιάνωφ το μειδίαμα.
Σαντάλια του Χριστού
φορώ στα πόδια μου
πραίτορες, βράχοι, πάνω μου σωρό
μα 'γω θα αναστηθώ



Μουσική: Νίκος Ξυδάκης, Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης.
Τραγουδάει ο Νίκος Παπάζογλου, από το δίσκο του "Μέσω νεφών" (1986)


Σ.Σ. Στη γιορτή του πόνου...

5/5/10

Μανή, Θεκέλ, Φάρες

Φωτό (c) Associated Press, την εντόπισα στο www.in.gr με τη λεζάντα "Νεαρή διαδηλώτρια προσφέρει βοήθεια σε πεσμένο αστυνομικό". Αθήνα, 5/5/2010.

Κανονικά θα έπρεπε να μιλάω για τη βόλτα στους δρόμους του Άμστερνταμ, τις εικόνες που αποθησαύρισα, τον όποιο ενθουσιασμό του καινούργιου. Θα έπρεπε να λέω για το σπίτι "μου" που απέκτησα σήμερα κανονικά και με το νόμο, μετά από έντεκα μήνες και και πέντε μέρες περιπλάνησης. Θα έπρεπε να εκφράσω την ανησυχία μου για το αν το βηχαλάκι μου οφείλεται στην ύπαρξη μιας γάτας προ επταετίας σε αυτό το ίδιο σπίτι. Να πω για τα κανάλια, για τον κρυπτόμενο ήλιο, τη μυρωδιά έξω από τα coffee-shops, τα ποδήλατα, τα ποδήλατα και τα ποδήλατα. Κανονικά.

Αλλά δεν είναι κανονικά τα πράγματα, ακόμα και από απόσταση δυο χιλιάδων χιλιομέτρων σχεδόν. Δεν είναι κανονικά τα πράγματα, γιατί μετρηθήκαμε και βρεθήκαμε τρεις λιγότεροι. Ακόμα χειρότερα, μετρηθήκαμε, ζυγιστήκαμε και βρεθήκαμε λειψοί, κατώτεροι των περιστάσεων, λίγοι. Από εδώ που βρίσκομαι δεν έχω πλήρη και σαφή εικόνα των πραγμάτων στην Ελλάδα, αλλά φοβάμαι πως είναι μια από κείνες τις φορές που η "μεγάλη" ιστορία παραμερίζει τις μικρές ιστοριούλες μας που βουλιάζουν στην ασημαντότητα. Περιδιαβαίνω τις ιστοσελίδες και τα ιστολόγια, ρίχνω ματιές στο facebook και μιλάω με κόσμο στην Ελλάδα, αλλά πιο πολύ βλέπω (με μια κάποια απελπισία, καιρό τώρα) το θρίαμβο της βλακείας, το αναμάσημα των βεβαιοτήτων και των στερεοτύπων ("όλοι αυτοί που..."), την ολοσχερή οπισθοχώρηση της κριτικής σκέψης, της ανάλυσης, ενίοτε ακόμα και της ανθρώπινης ευαισθησίας ή της απλής ικανότητας να ακούς.

Σαν συντελεστεί η καταστροφή, δεν είναι πολλά πια να πεις. Κοιτάζω τους διαλόγους στη Βουλή με απορία και θλίψη - αν και είμαι εξοικειωμένος με την ειδική γλώσσα της πολιτικής και εθισμένος να διαβάζω "μέσα από τις γραμμές", εδώ σηκώνω τα χέρια. Είτε οι ικανότητές μου με εγκατέλειψαν απότομα και δεν καταλαβαίνω τίποτα, είτε η όλη συζήτηση στερείται παντελώς νοήματος. Μπορεί να φταίει η αποσπασματική εικόνα που έχω λόγω της απόστασης, αλλά από την άλλη δε νομίζω ότι θα γινόμουν και πολύ σοφότερος από τα παράθυρα των καναλιών. Των καναλιών της τηλεόρασης, εννοώ.

Γιατί το κανάλι έξω από το παράθυρό μου συνεχίζει να ρέει αδιόρατα. Κοιτάζω την κοιμισμένη πόλη - περασμένες έντεκα, άρα ήδη πολύ αργά για τα τοπικά ήθη. Σκέφτομαι τη μακρινή Αθήνα που βράζει, τους φίλους και τους ανθρώπους που αγαπώ, εκείνους με τους οποίους αισθάνομαι αλληλέγγυος, τους επαναστατημένους της συγκυρίας. Σκέφτομαι την αήττητη ηλιθιότητα των μπαχαλάκηδων μουτζαχεντίν της "εξέγερσης": σήμερα τρεις, αύριο χίλιοι δεκατρείς (οι νεκροί). Σκέφτομαι την τραγική ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού, ακόμη και αυτών με τους οποίους κατά κανόνα συμπορεύομαι. Σκέφτομαι την έρημη χώρα μου, στο δοκιμαστικό σωλήνα των κατ' ευφημισμόν "κερδοσκόπων" και του ΔΝΤ για τεστ αντοχής, παιχνιδάκι των "αγορών" και του καπιταλισμού (τζιζ! μη λες κακές λέξεις!). Σκέφτομαι πώς δεν έφερα μαζί μου κάποιο αντίγραφο της Παλαιάς Διαθήκης και πως πρέπει να στηριχτώ στη μνήμη μου για να θυμηθώ την ιστορία από το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ με το χέρι που έγραφε στον τοίχο τη φράση του τίτλου (εμετρήθης, εζυγίσθης και ευρέθης ελλιπής) και όριζε την τιμωρία του "λειψού" άρχοντα. Και μετά θυμάμαι από το ίδιο βιβλίο την ιστορία των τριών παίδων εν καμίνω.

Μα στο καμίνι του σήμερα, ποιος άγγελος θα βρεθεί να μας δροσίσει;


ΥΓ. Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από μια ιστορία που ανεφέρεται στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δανιήλ (δείτε το εδώ στη μετάφραση των Ο'). Στο ίδιο βιβλίο, στο 3ο κεφάλαιο, περιγράφεται η ιστορία των τριών παίδων, με κάποιες παραλλαγές στους Ο' σε σχέση με το εβραϊκό κείμενο που διασώζεται.